Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Ανθρωποπαγίδες

Μίκης Θεοδωράκης & Κώστας Τριπολίτης, Στη νύχτα δοσμένος
(ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη / δίσκος: Ο επιβάτης (1981))

Ανθρωποπαγίδες

Άκουσέ με:
την ώρα που στα πεζοδρόμια
θα λαμπαδιάζουν οι σκιές
κι οι αρετές μες στα κουφάρια τους
θα απειλούν τα όνειρα
στην ενδοχώρα του θανάτου θα εισβάλω
ν’ αχρηστευτούν εξ άπαντος
οι ανθρωποπαγίδες

στην ανθισμένη ασχήμια τους
χάδια απ’ το σκόρο φαγωμένα
και μισθωμένοι θρηνωδοί του εφήμερου
που μάλλον
δεν αγαπήθηκαν ποτέ

κι όταν το άρρωστο παιδί
κάψει όλα τα σπίρτα του
το μουσείο των αζήτητων αποσκευών
θα πυρπολήσω
έγγραφα επαπειλούμενων αναχωρήσεων
και πράξεις θανάτου ανυπόγραφες
κι έπειτα
ας παραχώσει κάποιος
αυτόν τον άγνωστο νεκρό
που ξενυχτά στο στέρνο μου
θέλω να κοιμηθώ
και μ’ εμποδίζει.

Από τη συλλογή Όροφος μείον ένα (2008) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Advertisements

Παναγιώτης Γούτας, Ψυχοσάββατο

Μάνος Χατζιδάκις & Νίκος Γκάτσος, Τι να γίνεται ο κυρ-Φώτης
(ενορχήστρωση: Δήμος Μούτσης, τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος: Επιστροφή (1970))

[Ενότητα Ψυχοσάββατο (1998, 2003, 2012)]

Ψυχοσάββατο

Παππού Γιώργο, γιαγιά Αγγελική, γιαγιά Λοξία,
Ιωάννα και Αρίστη, Γιώργο και Κώστα,
Μυρτώ, Ειρήνη και Ευφημία,
κυρ Φώτη και μπάρμπ’ Ανδρέα,
Μηνά, κυρ Γιάννη και θεία Κλειώ,
Χρυσάνθη, Τριαντάφυλλε και Νίκο,
αναπαυθείτε εν ειρήνη.

Εμείς, εδώ κάτω, ακόμα πολεμούμε αδίκως.
Ψηνόμαστε στο ακατανόητο καμίνι του εφήμερου
και σας μνημονεύουμε.
Σας φέρνουμε δίπλα μας,
τις λίγες στιγμές που αναπαυόμαστε,
γαληνεύουμε,
και πάλι συνεχίζουμε τον μάταιο αγώνα μας.

Από τη συλλογή Ντόρτια (2012) του Παναγιώτη Γούτα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Παναγιώτης Γούτας

Ανδρέας Καρακόκκινος, Λεμονανθοί στο πέλαγο

Μίκης Θεοδωράκης & Λεωνίδας Μαλένης, Χρυσοπράσινο φύλλο
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / έργο: Χρυσοπράσινο φύλλο (1966))

Κλεμμένο πορτοκάλι

[Ενότητα Λεμονανθοί στο πέλαγο]

Γεννήθηκα σε χώματα νησιωτικά
απλωμένοι λεμονανθοί στο πέλαγο
στην πλώρη ένα ποδήλατο
άφηνε πεταλιές στο αύριο
κι ο ποδηλάτης στο κατάρτι
αγνάντευε τα βάθη των ονείρων
η θάλασσα λαμπύριζε πράσινη
κι έσμιγε με τις λεμονιές
και τις βιολέτες της αυλής
που σε μεθούσαν άνοιξη.

Στις πίσω σελίδες των βιβλίων
ζωγραφίζαμε με ξυλομπογιές
εικόνες της παιδικής μας φαντασίας
ξεχνώντας την αιώνια αδυσώπητη μοίρα
η αβάσταχτη αρμονία των αρωμάτων
δεν άντεξε στο χρόνο
η γης χαράχτηκε σε δυο κομμάτια
κι εμείς αναζητάμε στίχους
να χτίσουμε μια γέφυρα ανάμεσα

Από τη συλλογή Λεμονανθοί στο πέλαγο (2013) του Ανδρέα Καρακόκκινου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανδρέας Καρακόκκινος

Ανδρέας Καρακόκκινος, Την ψυχή σου μην αναζητάς

Μίκης Θεοδωράκης & Κώστας Τριπολίτης, Ξημερώνει
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος Ραντάρ (1981))

Την ψυχή σου μην αναζητάς

[Ενότητα Αναζητώντας το χαμόγελο]

Την ψυχή σου μην την αναζητάς
στης γης τα πλήθη.
Το όνειρο δε θα το βρεις
στις όχθες των ανθρώπων.
Εκεί υπάρχουν τα τέρατα
κρυμμένα στις σκιές της αδικίας.
Τα τέρατα που κάνουν το μέλλον
καθημερινή πληγή.

Σήκωσε την ασπίδα σου
αυτή που έφτιαχνες χιλιάδες χρόνια
λέξη λέξη, στίχο στίχο
και κοίταξε ψηλά
σ’ έναν πλανήτη άλλο,
τον πλανήτη του πρώτου ποιητή.

Κλείσε τα μάτια να δεις τη λάμψη του
το φως του ορίζοντά του.
Άκουσε τη μουσική της σιωπής του.
Νιώσε την έκρηξη της ψυχής σου
την έκρηξη που θα εξαφανίσει τα τέρατα
και χαμογέλα στο αύριο
χωρίς υποκρισία
Έρχεται ξημέρωμα Σαββάτου…

Από τη συλλογή Πνοή της άνοιξης (2007) του Ανδρέα Καρακόκκινου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανδρέας Καρακόκκινος

Χλόη Κουτσουμπέλη, Φυλακή

Μίκης Θεοδωράκης, Μια φυλακή
(τραγούδι: Θανάσης Μωραΐτης & χορωδία / δίσκος: Διόνυσος (1985))

Φυλακή

Ζωή ήρεμη, απλή.
Το παιχνίδι ήταν με τα χρώματα.
Μικρός, τα σίδερα μοιάζαν με φύλλα.
Ύστερα έγιναν γαλάζια,
χαρά, εργασία,
«πατρίς, θρησκεία, οικογένεια».
Ώσπου μεγάλωσε.
Τα σίδερα βάφτηκαν χρυσά.
Τα δάχτυλα σέρνονται,
ρόδινα ερπετά πάνω στο
χρυσάφι τους.
Ηδονή κι ελευθερία.
Μα μια μέρα,
το νύχι ξύνει τη χρυσή μπογιά.
Και να σου τα σίδερα,
γυμνά, πρόστυχα γυμνά μπροστά του.
Τα τραντάζει με μανία.
Όμως αυτά ήταν γερά,
κι αυτός ως τώρα
ήρεμος, απλός, ευτυχισμένος.
Τυφλά περιστέρια τα δάχτυλά του
σκοτώνονται στα σίδερα.
Το άλλο πρωί
τα σίδερα ήταν βαμμένα πάλι,
μα ήταν τούτη τη φορά
το κόκκινο του αίματος,
το κόκκινο του χείμαρρου,

το κόκκινο της λευτεριάς.

Από τη συλλογή Σχέσεις σιωπής (1983) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Ευτέρπη Κωσταρέλη, Εφιάλτης

Μίκης Θεοδωράκης & Κώστας Τριπολίτης, Αν
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / δίσκος: Ο επιβάτης (1981))

Εφιάλτης

Αιμορραγούντα σώματα
σε δύσοσμες πόζες.
Ακρωτηριασμένες ελπίδες
σε τυφλά παιδικά μάτια.
Αγανάχτηση στημένη
μπρος στην αψήφηση του θανάτου.
Εικόνες
ενός ντόμινου φτιαγμένου
από σάλιο ραγιάδων
π’ άγγιξαν την ουδό
μιας εξατμισμένης ισότητας.
Μαζικότητα πόνου
πέρα από αριθμούς
πέρα από ξεκάθαρες απόψεις και στόχους.
Όχλος ή ήρωες
δεν έχει σημασία…
Άραγε αξίζει τόσες θυσίες
μια Δημοκρατία;
Όχι, μη βιαστείς
να επαναστατήσεις.
Δεν προσφιλώ καμιάν αλαζονική εξουσία,
καμιά ταξική συστηματική ανθρωπολογία.
Απλά, είναι μισοάδειο το ποτήρι
του ίσου προς ίσο
στις δήθεν εξανθρωπισμένες κοινωνίες μας.
Και, ξέρεις, φοβάμαι μήπως η Δημοκρατία
που διψούν να κληροδοτήσουν
είναι σαν τη δική μας:
Β’ διαλογής.

Από τη συλλογή Βερντάντι (2013) της Ευτέρπης Κωσταρέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτέρπη Κωσταρέλη

Θεοδώρα Ντάκου, Δεν έχει άλλο από παράπονο

Δήμος Μούτσης, Μ’ ένα παράπονο (ορχηστρικό) (δίσκος: Ένα χαμόγελο (1969))

Δεν έχει άλλο από παράπονο

Υπάρχουν νύχτες που δεν έχει άλλο από παράπονο,
όταν φωτίζουν ξαφνικά όλα μαζί τα σπίτια
και ξετυλίγεται αδιάφορα, σχεδόν ανεπαίσθητα η ζωή.

Και συ να τρέμεις στην ταράτσα ολοσκότεινος,
αποκομμένος κι απ’ την ίδια τη ζωή σου.

Από τη συλλογή Δευτέρα πρωί (1966) της Θεοδώρας Ντάκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θεοδώρα Ντάκου

Γιώργος Καφταντζής, Στολισμένοι

Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης, Της αγάπης αίματα
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Μικτή Χορωδία της Θάλειας Βυζαντίου / δίσκος: Το άξιον εστί (1964))

Στολισμένοι

Στολισμένοι με τα αιμόφυρτα ρόδα της αγάπης
από έκθαμβα φύλλα και σμήνη εκστατικών στιγμών
προσπερνούμε ανώφελες περιοχές που σκοτώνουν τα όνειρα
γερασμένες σκιές, ξεστρατισμένες εποχές
και το φοβερό μυστήριο της σπασμένης λάμπας
κάτω απ’ τις στοιβαγμένες νύχτες όλων των ανθρώπων
γεμάτες τρύπες στουπωμένες με ξερές ψυχές
αφήνοντας πίσω μας ανέγγιχτη τη λήθη.

Από τη συλλογή Περίπλους (1991) του Γιώργου Καφταντζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Καφταντζής

Γιώργος Καφταντζής, Θύμηση

Brendan Behan | Βασίλης Ρώτας) & Μίκης Θεοδωράκης, Τον Σεπτέμβριο θυμάμαι
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / έργο: Ένας όμηρος (1966))

Θύμηση

Θα τους θυμάμαι πάντοτε από σκιές δεμένους
στα σκοτεινά δρομάκια του Κουλέ-Καφέ.
Από τότε άλλαξαν πολλά
σβήστηκαν τα ονόματα
τα σύννεφα πνίγουν τα καράβια και τα τρένα
το αίμα τους δεν κοιμάται τρομάζει το βράδυ τα παιδιά.

Από τη συλλογή Περίπλους (1991) του Γιώργου Καφταντζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Καφταντζής

Σαράντος Παυλέας, Χτισμένα σημεία

Brendan Behan & Μίκης Θεοδωράκης, Άνοιξε λίγο το παράθυρο (απόδοση στα Ελληνικά: Βασίλης Ρώτας)
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / δίσκος: Ένας όμηρος (1966))

Χτισμένα σημεία

Είπαμε να μην τσακίζουμε, να μην ισοπεδώνουμε τα παράθυρα.
Κανένα παράθυρον όσο σκληρό κι αν έχει φως, το φως γνωρίζει να γιατρεύει.
Γυρεύαμε τα παράθυρα, δε μας αρκούσαν τα παράθυρα,
γιατί θέλαμε πολύ φως για να διαλύουμε το κάθε μας σκοτάδι.
Γι’ αυτό ψάχναμε για παράθυρα σα να ’μασταν διαρκώς χτισμένοι.
Παντού ψηλαφούσαμε για φως, θέλαμε τα παράθυρα, προσπαθούσαμε
να ελευθερώνουμε όλα τα χτισμένα τους σημεία, σχηματίζαμε ρωγμές
κι ανοίγματα, να πετύχουμε ένα τέλειο παράθυρο
όπου το φως συνέχεια κι άφθονο να φτυαρίζεται μέσα του
απέναντι στο απέραντο το Σύμπαν.

Από τη συλλογή Τ’ όνομά μας ήταν ενοχή (1983) του Σαράντου Παυλέα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Η Νύχτα

Μίκης Θεοδωράκης & Δημήτρης Χριστοδούλου, Βραδιάζει
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος: Πολιτεία Β’ (1964))

[Ενότητα Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο]

Η Νύχτα

Όταν χτυπήσουν τα μεσάνυχτα, να μη βιαστείς
ν’ ανοίξεις το παράθυρο. Την ώρα εκείνη
γυρνούν οι άνθρωποι στο σπίτι από τα θέατρα
κι οι παρθένες στις σκοτεινές γωνιές έρωτα κάμνουν.

Όταν χτυπήσουν τα μεσάνυχτα, δεν είναι νύχτα.
Επηρμένες οι στολές των στρατηγών χορεύουν
και των επισήμων τα φράκα υποκλίνονται
μπρος σ’ ανθισμένες άδειες μουσελίνες.

Όταν χτυπήσουν τα μεσάνυχτα, είναι μέρα.
Και τα δικά σου μάτια δεν αντέχουνε σε τέτοιο φως
κι ούτε στα φωτισμένα των ανθρώπων πρόσωπα.

Πρέπει να υπομείνεις πολύ. Κι όταν πεισθείς
πως όλα μπήκαν στις ντουλάπες, πως οι μελωδίες
τυλίχθηκαν να κοιμηθούνε μέσα στα όργανα,
άνοιξε το παράθυρο με προσοχή και κοίταξε
το φως των άστρων: είναι άλλο φως. Ή δέξου
το ράπισμα της καταιγίδας: είναι άλλο ράπισμα.

Κι αν ξαφνικά το μάτι σου διακρίνει
κάποια σκιά μες στο πυκνό σκοτάδι:
έναν κλέφτη, που το περίπτερο διάρρηξε∙
μια μάνα, που το μεθυσμένο γιο της περιμένει∙
ένα γιατρό, που φεύγει από το σπίτι πεθαμένου,
μη βιαστείς το παράθυρο να κλείσεις.

Αυτό που είδες άνθρωπος δεν είναι.
Είναι της μεγάλης νύχτας το φάντασμα,
που το λένε: αμαρτία, αγάπη ή χρέος.
Που καταφύγιο ζητά την ώρα τούτη.

Σκύψε μες στο πηγάδι αυτό του σκότους,
που με το βάθος μετριέται της συνείδησής σου,
και δώσε το χέρι σου στο φάντασμα της νύχτας.
Κι έπειτα κλείσε πάλι το παράθυρο σιγά,
πριν οι άνθρωποι ανοίξουν τα δικά τους παραθύρια.

Από τη συλλογή Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο (1959) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Θέμης Λιβεριάδης, Εξομολόγηση

Άκης Πάνου, Θέλω να τα πω
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Θέλω να τα πω (1982))

Εξομολόγηση

Πάτερ… τρέμω σύψυχος.
Νομίζω πως είμαι στο Κλειδί της Αμαθείας. Επιπλέον δεν έχω ποτέ μου προβεί σε εξομολόγηση, εξόν από μια-δυο ερωτικές.
Δεν μου αρέσει η κοιλιά ούτε το λιγωμένο βλέμμα σου, αλλά θα προσπαθήσω.
Μου είπανε πως έχεις την χάριν Του.
Αυτοί που πρόλαβαν να με δουν είναι πια σιωπηλοί από καιρό κι απόμεινα με τους τυφλούς που ντύθηκαν εχθροί.
Δε νήστεψα το πάθος και ζήλεψα το φως των μακρινών μου.
Εμοίχευσα με την Ελευθερία και έκλεψα: πήρα απ’ το σεντούκι της Μάνας όλα τα ελαττώματα του Πατέρα.
Αμφισβητώ τους επερχόμενους. Μετά τον πόλεμο, κάθε βδομάδα σκοτώνω δύο φυσιογνωμιστές, έναν κατακρυψία και πολυάριθμους εκφωνητές.
Φοβάμαι πως χάνω ολοένα την Πίστη μου. Είναι στιγμές που βρίσκομαι σε ξέφραγο αμπέλι, κυκλωμένος από γαϊδούρια που έχουν δεμένα με σχοινί μόνο τα μπροστινά τους πόδια.
Αρνήθηκα τον Πέτρο όταν ελάλησε τρίτη φορά και υπήρξα ψευδομάρτυρας στη δίκη του Καραϊσκάκη.
Είμαι εξ αγχιστείας συγγενής με το όνειρο και ζιγκολό της γερασμένης Ομορφιάς. Παλαιότερα και επί χρόνια αυνανιζόμουν με τη σκέψη της.
Προχθές μπήκα σε μια φωτογραφία: δεν ήμουν μόνος, ούτε στην πλώρη. Καθόμουνα με τους πολλούς πίσω στην, πώς την λένε… πρύμνη, βλέποντας να μικραίνει ολοένα η Πατρίδα, ώσπου σηκώθηκα και βύθισα ιστό και θαλασσινή σημαία κάθετα στο μυαλό. Έμεινα έτσι καρφωμένος τρεις νύχτες και δυο μέρες. Ο καπετάνιος, λέει, περίμενε να «κόψει ο καιρός» για να με ταξιδέψει στο πιο εφήμερο νοσοκομείο κάποιας Σμύρνης.
Ξαναδιαβάζω τους αρχαίους για να σκουπίζω στωικά τον εμετό τον καθημερινό, προσπαθώντας να δεχθώ πως «μίσος δ’ εστίν δυνάμεως παράδειγμα, η δε φιλία ασθενείας δηλούμενον…»
Τελευταία, έκανα ένδεκα ασκήσεις ετοιμότητας, μα αν και εσύ νομίζεις πως δε φτάνουν, πες μου:

Να γράψω εκατό φορές πως τα αδέλφια μου είναι καλοί, αγγελικά πλασμένοι δεν είναι κωλοέλληνες.
Να ανέβω και να κατεβώ με τα γόνατα εβδομήντα επτά φορές τα μαρμαρένια τα σκαλιά μιας βίλας στην Ελάκη.
Να αποστηθίσω όλους τους στίχους του γεράσημου.
Να έκτιζα ξανά τον Παρθενώνα.

Παπά μου,
πάρε αυτό εδώ, για τους πτωχούς της ενορίας των πνευμάτων. Σ’ ευχαριστώ.
Ευχαριστώ. Είμαι πιο ήσυχος τώρα, ό,τι μου πεις.
Είμαι πιο ήσυχος. Έχω ησυχάσει και φιλώ το χέρι σου με τα βρόμικα νύχια.

Από τη συλλογή Ο θάνατος του ζώου, 1988-1996 (1997) του Θέμη Λιβεριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θέμης Λιβεριάδης

Κατερίνα Καριζώνη, Σχεδόν 12 χρόνια πριν

Δήμος Μούτσης & Γιώργος Παπαστεφάνου, Στου Προφήτη Ηλία
(τραγούδι: Σταμάτης Κόκοτας / δίσκος: Δήμος Μούτσης / Πρώτη εκτέλεση (1973))

Σχεδόν 12 χρόνια πριν

Έλεγα να δώσουμε ραντεβού
κάπου αλλού
ας πούμε σε μια ξεχασμένη πάροδο της πόλης
δίχως όνομα
να μας εγκαταλείπει η μέρα
σα μουσική ανάμεσα στα βράχια της ακτής
σαν κούραση γλυκιά από συντριμμένα πάθη.

Έλεγα στα τριάντα μου
πως με πειράζει αυτό το άρωμα των κάστρων
που κατεβαίνει με τον άνεμο
ως τα καθίσματα των συνελεύσεων
ως τις σκηνές των τσιγγάνων στη Δυτική πλευρά
και πως απόψε θα σε συναντούσα
στο σιωπηλό πλήθος του επιταφίου
θα κατεβαίναμε τρέχοντας όλες τις κατηφόρες
του Προφήτη Ηλία
ως τη θάλασσα
κι ο Προφήτης θα μας παρατηρούσε
από τα νοικιασμένα σπίτια μέχρι αργά το βράδυ
που θα ’πιανε η ψυχρούλα απ’ το Θερμαϊκό

τότε θα ’ριχνε το μανδύα του
στα παγωμένα μπράτσα μας.

Από τη συλλογή Τσάι και μυθολογία (1985) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Απόστολος Λυκεσάς, Χιλιετία

Μίκης Θεοδωράκης & Κώστας Τριπολίτης, 80
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / δίσκος: Ο επιβάτης (1981))

Χιλιετία

Ω βουλιμικό πλάσμα εντός μου
παράθυρο φωτισμένο που καταπίνει νύχτα
δικράνια χαυλιόδοντες με φορτώνουν
το σκυλί μάλλον οσμίστηκε και γαβγίζει τη χιλιετία
που μας πρόλαβε με την ουρά στα σκέλια.

Από τη συλλογή Τῷ αγνώστῳ (2001) του Απόστολου Λυκεσά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Απόστολος Λυκεσάς

Κώστας Πλαστήρας, Μυστικοπάθεια μεσημεριού

Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Ελένη Λιάκου, Το μεσημέρι καίει το μέτωπό σου (με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, 1969)

Μυστικοπάθεια μεσημεριού

Φως μεσημεριού ζώντας αισθήσεις αυξημένες που σκάζουν
στο σχιστολιθικό γαλάζιο του άσπρου
Καλλιεργώντας την ιστορία κι ας διχόνοια κι ας
βίαιες αντιδράσεις του περιβάλλοντος ακούς
Μια δύση –ρολόι ηλεκτρικό– αγγίζοντας φιγούρες
φευγαλέες
Διεργασία μυστική, λέξεις –νοήματα–
ενώνοντας άκρες δαχτύλων
Όπως στη θάλασσα κουβέντες λέγοντας σιγανά
μην ταραχθεί ο ύπνος των άλλων

Μην ταραχθεί η φαντασία

Από τη συλλογή Mark Alexander Loys συζητάς τα περασμένα (1995) του Κώστα Πλαστήρα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κώστας Πλαστήρας

Αναστάσης Βιστωνίτης: Ό,τι περνάει χάνεται

Μίκης Θεοδωράκης & Κώστας Τριπολίτης, Λέγε
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Ραντάρ (1981))

Ό,τι περνάει χάνεται

[Ενότητα Terra Incognita (1989-1995)]

Σαν το βηματισμό των λεγεώνων,
σαν τον παλμό της γέφυρας κάτω από το βήμα,
σαν ψίθυρος γέρικων αιώνων
που τους δένει ένα ξεφτισμένο νήμα,

όλα είναι πιο παλιά κι από τη μέθη,
από το δάκρυ και την κατακραυγή,
από τη μηχανή που μας αλέθει
κι από τη μολυσμένη αυγή.

Γύρω σου μόνον ερημιά και σκοτάδι,
το μαύρο πέπλο, η σημαία του νεκρού,
κι αυτό που πίστεψες όνειρο και χάδι
σφηνωμένο στο χρόνο του ατσαλιού.

Η Μούσα δεν παίρνει εκδίκηση για μας,
τα λόγια δεν περιγράφουν την πτήση.
Εδώ θ’ ακούς μονάχα τον τροχό της αγοράς.
Ο ήλιος που ήξερες έχει σιγήσει.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Χώμα από ουρανό [1983-1995] (1996) του Αναστάση Βιστωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης

Αναστάσης Βιστωνίτης, Από τη μεριά της θάλασσας

Μίκης Θεοδωράκης & Νίκος Γκάτσος, Φέρτε μου τη θάλασσα
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος: Θαλασσινά φεγγάρια (1974))

Από τη μεριά της θάλασσας

[Ενότητα Ηλικία (1986)]

Νύχτα κατεβήκαμε από το στενό μονοπάτι στη θάλασσα. Δεν φυσούσε κανένας αέρας, όπως χθες. Φώτα καθρεφτίζονταν πάνω σ’ ένα μαύρο γυαλί. Εκεί είδαμε αρνητικά τα πρόσωπά μας.

Φαίνονταν μακριά οι τελευταίες λάμψεις μιας μεγάλης φωτιάς.

Εδώ θα μείνουμε ως το πρωί, είπα κι οι υπόλοιποι δεν μίλησαν. Μια άλλη χώρα άρχιζε εκεί που χαμήλωνε η φωτιά και κανείς δεν την ήξερε. Κανένας δεν γνώριζε αν αυτό που φλεγόταν ήταν το μεγάλο ανάκτορο, όπως έλεγαν οι φήμες της μέρας, ή ανταύγειες μιας δόξας που καιγόταν μέσα στο χρόνο. Κάποιος πρότεινε να πάμε να βρούμε τη στάχτη που θα μείνει πριν τη σκορπίσει ο αέρας.

Πάντα μεσολαβεί μια θάλασσα, είπε ο άλλος, με τη φωνή του σκεπάζοντας το πρόσωπο. Θα μπορούσαμε να βάλουμε κι εμείς μια φωτιά να κάψουμε τη θάλασσα. Δεν καίγεται το γυαλί κι αυτό που βλέπεις δεν είναι η θάλασσα.

Ώστε ήταν ψέματα λοιπόν. Και ποιος φταίει για την απάτη; Άφησέ με, δεν ξέρω. Δεν ξέρω σου λέω.

Θα μπορούσε ίσως να υπήρχαν κάποια άστρα. Αν προβάλεις τη θάλασσα στον ουρανό, δημιουργείς ένα τοπίο. Αυτό το γυαλί δεν καθρεφτίζει τίποτε, δεν φέγγει από πουθενά. Κοίτα μπροστά, κοίτα το πέρασμα, αλλού το πέρασμα, αλλού το μπροστά.

Αν έλεγα ότι μιλώ, δεν θα με πίστευε κανείς. Ήρθαμε για να σωπάσουμε. Τ’ άστρα είναι τα ψάρια, κι αν ο βυθός γεμάτος άστρα, ήταν δικός μας. Καλύτερα να ψάρευα στον ουρανό, να διώξω τη νύχτα.

Ποιος είναι η νύχτα, τι είναι η νύχτα, αριστερά δεξιά, ω αριστερά δεξιά, ω να ’ταν αυγή να ’βγαινα στο δρόμο ή να γλιστρούσα τώρα εδώ, ποιος είπε πως η θάλασσα γαλάζια, ν’ ασπρίσουμε τη θάλασσα, η θάλασσα εκμαγείο της νύχτας, υπάρχει μια νύχτα που είναι ο ουρανός, υπάρχει μια νύχτα που είναι ο βυθός, υπάρχει μια άλλη νύχτα και το άπειρο διάστημα καθώς διασχίζεις το μαύρο καθρέφτη.

Αλήθεια, δεν ξέρω. Γεννήθηκα μ’ ένα γυάλινο μάτι, να βλέπεις εκεί μέσα εκείνο που φαίνεται. Ό,τι βλέπω εγώ μου καίει το στομάχι.

Μου φαίνεται ότι έρχεται ο αέρας, ναι, τώρα ξέρω, ήρθαμε για τον αέρα, είναι ο δικός αέρας, όχι, είναι ο αέρας των άλλων, όχι, δεν είναι ο αέρας, είναι ο αέρας του αέρα, είναι ένα ξέφτι από το ανάκτορο, είναι η σκόνη από τη στάχτη των ανακτόρων, είναι ο καπνός από το φόρεμα της βασίλισσας, το κόκκινο άρωμά της, όχι, είναι το βογκητό της βασίλισσας στην αγκαλιά των εραστών της. Ναι, είναι ο αέρας – αλλά δεν έχει σημασία.

Αν πηδούσα θα βρισκόμουν στην άλλη άκρη αυτού του ουρανού, αν γύριζα γύρω από τον εαυτό μου. Αν.

Αν κοίταζα ταυτόχρονα μια πίσω και μια μπροστά, θα ήξερα αμέσως πως η Γη κινείται, ναι, θα έβλεπα ίσως τον Γαλιλαίο, αν ήμουν τηλεσκοπικός με το παλιό του κάτοπτρο.

Αν άπλωνα το χέρι, αν μάζευα το χέρι, αν γελούσα…

Αν εγώ ήμουν εγώ, αν εγώ ήμουν σαν κι εσένα κι αν εσύ δεν ήσουν εσύ αλλά αυτός που τώρα μου γνέφει, αν όλα με μια υπόθεση ή χωρίς υπόθεση, ή τέλος πάντων αν μπορούσαμε να στήσουμε έναν καθαρό συλλογισμό, αν βάζαμε κάποια όρια στο παιχνίδι, ποιο παιχνίδι, ποιος παίζει, ποιος σημαδεύει την τράπουλα, ποιος είναι ο Εωσφόρος και ο Άγγελος του χρόνου, ποιος μας φυλλορροεί…

Νύχτα κατεβήκαμε από το στενό μονοπάτι στη θάλασσα. Δεν είχε άστρα, κανένα φεγγάρι δεν φώτιζε. Τα ερείπια της φωτιάς στο ανάκτορο πήραν να βασιλεύουν.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Χώμα από ουρανό [1983-1995] (1996) του Αναστάση Βιστωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης