Γιώργος Καφταντζής, Στολισμένοι

Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης, Της αγάπης αίματα
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Μικτή Χορωδία της Θάλειας Βυζαντίου / δίσκος: Το άξιον εστί (1964))

Στολισμένοι

Στολισμένοι με τα αιμόφυρτα ρόδα της αγάπης
από έκθαμβα φύλλα και σμήνη εκστατικών στιγμών
προσπερνούμε ανώφελες περιοχές που σκοτώνουν τα όνειρα
γερασμένες σκιές, ξεστρατισμένες εποχές
και το φοβερό μυστήριο της σπασμένης λάμπας
κάτω απ’ τις στοιβαγμένες νύχτες όλων των ανθρώπων
γεμάτες τρύπες στουπωμένες με ξερές ψυχές
αφήνοντας πίσω μας ανέγγιχτη τη λήθη.

Από τη συλλογή Περίπλους (1991) του Γιώργου Καφταντζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Καφταντζής

Advertisements

Γιώργος Καφταντζής, Θύμηση

Brendan Behan | Βασίλης Ρώτας) & Μίκης Θεοδωράκης, Τον Σεπτέμβριο θυμάμαι
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / έργο: Ένας όμηρος (1966))

Θύμηση

Θα τους θυμάμαι πάντοτε από σκιές δεμένους
στα σκοτεινά δρομάκια του Κουλέ-Καφέ.
Από τότε άλλαξαν πολλά
σβήστηκαν τα ονόματα
τα σύννεφα πνίγουν τα καράβια και τα τρένα
το αίμα τους δεν κοιμάται τρομάζει το βράδυ τα παιδιά.

Από τη συλλογή Περίπλους (1991) του Γιώργου Καφταντζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Καφταντζής

Σαράντος Παυλέας, Χτισμένα σημεία

Brendan Behan & Μίκης Θεοδωράκης, Άνοιξε λίγο το παράθυρο (απόδοση στα Ελληνικά: Βασίλης Ρώτας)
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / δίσκος: Ένας όμηρος (1966))

Χτισμένα σημεία

Είπαμε να μην τσακίζουμε, να μην ισοπεδώνουμε τα παράθυρα.
Κανένα παράθυρον όσο σκληρό κι αν έχει φως, το φως γνωρίζει να γιατρεύει.
Γυρεύαμε τα παράθυρα, δε μας αρκούσαν τα παράθυρα,
γιατί θέλαμε πολύ φως για να διαλύουμε το κάθε μας σκοτάδι.
Γι’ αυτό ψάχναμε για παράθυρα σα να ’μασταν διαρκώς χτισμένοι.
Παντού ψηλαφούσαμε για φως, θέλαμε τα παράθυρα, προσπαθούσαμε
να ελευθερώνουμε όλα τα χτισμένα τους σημεία, σχηματίζαμε ρωγμές
κι ανοίγματα, να πετύχουμε ένα τέλειο παράθυρο
όπου το φως συνέχεια κι άφθονο να φτυαρίζεται μέσα του
απέναντι στο απέραντο το Σύμπαν.

Από τη συλλογή Τ’ όνομά μας ήταν ενοχή (1983) του Σαράντου Παυλέα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Η Νύχτα

Μίκης Θεοδωράκης & Δημήτρης Χριστοδούλου, Βραδιάζει
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος: Πολιτεία Β’ (1964))

[Ενότητα Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο]

Η Νύχτα

Όταν χτυπήσουν τα μεσάνυχτα, να μη βιαστείς
ν’ ανοίξεις το παράθυρο. Την ώρα εκείνη
γυρνούν οι άνθρωποι στο σπίτι από τα θέατρα
κι οι παρθένες στις σκοτεινές γωνιές έρωτα κάμνουν.

Όταν χτυπήσουν τα μεσάνυχτα, δεν είναι νύχτα.
Επηρμένες οι στολές των στρατηγών χορεύουν
και των επισήμων τα φράκα υποκλίνονται
μπρος σ’ ανθισμένες άδειες μουσελίνες.

Όταν χτυπήσουν τα μεσάνυχτα, είναι μέρα.
Και τα δικά σου μάτια δεν αντέχουνε σε τέτοιο φως
κι ούτε στα φωτισμένα των ανθρώπων πρόσωπα.

Πρέπει να υπομείνεις πολύ. Κι όταν πεισθείς
πως όλα μπήκαν στις ντουλάπες, πως οι μελωδίες
τυλίχθηκαν να κοιμηθούνε μέσα στα όργανα,
άνοιξε το παράθυρο με προσοχή και κοίταξε
το φως των άστρων: είναι άλλο φως. Ή δέξου
το ράπισμα της καταιγίδας: είναι άλλο ράπισμα.

Κι αν ξαφνικά το μάτι σου διακρίνει
κάποια σκιά μες στο πυκνό σκοτάδι:
έναν κλέφτη, που το περίπτερο διάρρηξε∙
μια μάνα, που το μεθυσμένο γιο της περιμένει∙
ένα γιατρό, που φεύγει από το σπίτι πεθαμένου,
μη βιαστείς το παράθυρο να κλείσεις.

Αυτό που είδες άνθρωπος δεν είναι.
Είναι της μεγάλης νύχτας το φάντασμα,
που το λένε: αμαρτία, αγάπη ή χρέος.
Που καταφύγιο ζητά την ώρα τούτη.

Σκύψε μες στο πηγάδι αυτό του σκότους,
που με το βάθος μετριέται της συνείδησής σου,
και δώσε το χέρι σου στο φάντασμα της νύχτας.
Κι έπειτα κλείσε πάλι το παράθυρο σιγά,
πριν οι άνθρωποι ανοίξουν τα δικά τους παραθύρια.

Από τη συλλογή Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο (1959) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Θέμης Λιβεριάδης, Εξομολόγηση

Άκης Πάνου, Θέλω να τα πω
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Θέλω να τα πω (1982))

Εξομολόγηση

Πάτερ… τρέμω σύψυχος.
Νομίζω πως είμαι στο Κλειδί της Αμαθείας. Επιπλέον δεν έχω ποτέ μου προβεί σε εξομολόγηση, εξόν από μια-δυο ερωτικές.
Δεν μου αρέσει η κοιλιά ούτε το λιγωμένο βλέμμα σου, αλλά θα προσπαθήσω.
Μου είπανε πως έχεις την χάριν Του.
Αυτοί που πρόλαβαν να με δουν είναι πια σιωπηλοί από καιρό κι απόμεινα με τους τυφλούς που ντύθηκαν εχθροί.
Δε νήστεψα το πάθος και ζήλεψα το φως των μακρινών μου.
Εμοίχευσα με την Ελευθερία και έκλεψα: πήρα απ’ το σεντούκι της Μάνας όλα τα ελαττώματα του Πατέρα.
Αμφισβητώ τους επερχόμενους. Μετά τον πόλεμο, κάθε βδομάδα σκοτώνω δύο φυσιογνωμιστές, έναν κατακρυψία και πολυάριθμους εκφωνητές.
Φοβάμαι πως χάνω ολοένα την Πίστη μου. Είναι στιγμές που βρίσκομαι σε ξέφραγο αμπέλι, κυκλωμένος από γαϊδούρια που έχουν δεμένα με σχοινί μόνο τα μπροστινά τους πόδια.
Αρνήθηκα τον Πέτρο όταν ελάλησε τρίτη φορά και υπήρξα ψευδομάρτυρας στη δίκη του Καραϊσκάκη.
Είμαι εξ αγχιστείας συγγενής με το όνειρο και ζιγκολό της γερασμένης Ομορφιάς. Παλαιότερα και επί χρόνια αυνανιζόμουν με τη σκέψη της.
Προχθές μπήκα σε μια φωτογραφία: δεν ήμουν μόνος, ούτε στην πλώρη. Καθόμουνα με τους πολλούς πίσω στην, πώς την λένε… πρύμνη, βλέποντας να μικραίνει ολοένα η Πατρίδα, ώσπου σηκώθηκα και βύθισα ιστό και θαλασσινή σημαία κάθετα στο μυαλό. Έμεινα έτσι καρφωμένος τρεις νύχτες και δυο μέρες. Ο καπετάνιος, λέει, περίμενε να «κόψει ο καιρός» για να με ταξιδέψει στο πιο εφήμερο νοσοκομείο κάποιας Σμύρνης.
Ξαναδιαβάζω τους αρχαίους για να σκουπίζω στωικά τον εμετό τον καθημερινό, προσπαθώντας να δεχθώ πως «μίσος δ’ εστίν δυνάμεως παράδειγμα, η δε φιλία ασθενείας δηλούμενον…»
Τελευταία, έκανα ένδεκα ασκήσεις ετοιμότητας, μα αν και εσύ νομίζεις πως δε φτάνουν, πες μου:

Να γράψω εκατό φορές πως τα αδέλφια μου είναι καλοί, αγγελικά πλασμένοι δεν είναι κωλοέλληνες.
Να ανέβω και να κατεβώ με τα γόνατα εβδομήντα επτά φορές τα μαρμαρένια τα σκαλιά μιας βίλας στην Ελάκη.
Να αποστηθίσω όλους τους στίχους του γεράσημου.
Να έκτιζα ξανά τον Παρθενώνα.

Παπά μου,
πάρε αυτό εδώ, για τους πτωχούς της ενορίας των πνευμάτων. Σ’ ευχαριστώ.
Ευχαριστώ. Είμαι πιο ήσυχος τώρα, ό,τι μου πεις.
Είμαι πιο ήσυχος. Έχω ησυχάσει και φιλώ το χέρι σου με τα βρόμικα νύχια.

Από τη συλλογή Ο θάνατος του ζώου, 1988-1996 (1997) του Θέμη Λιβεριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θέμης Λιβεριάδης

Κατερίνα Καριζώνη, Σχεδόν 12 χρόνια πριν

Δήμος Μούτσης & Γιώργος Παπαστεφάνου, Στου Προφήτη Ηλία
(τραγούδι: Σταμάτης Κόκοτας / δίσκος: Δήμος Μούτσης / Πρώτη εκτέλεση (1973))

Σχεδόν 12 χρόνια πριν

Έλεγα να δώσουμε ραντεβού
κάπου αλλού
ας πούμε σε μια ξεχασμένη πάροδο της πόλης
δίχως όνομα
να μας εγκαταλείπει η μέρα
σα μουσική ανάμεσα στα βράχια της ακτής
σαν κούραση γλυκιά από συντριμμένα πάθη.

Έλεγα στα τριάντα μου
πως με πειράζει αυτό το άρωμα των κάστρων
που κατεβαίνει με τον άνεμο
ως τα καθίσματα των συνελεύσεων
ως τις σκηνές των τσιγγάνων στη Δυτική πλευρά
και πως απόψε θα σε συναντούσα
στο σιωπηλό πλήθος του επιταφίου
θα κατεβαίναμε τρέχοντας όλες τις κατηφόρες
του Προφήτη Ηλία
ως τη θάλασσα
κι ο Προφήτης θα μας παρατηρούσε
από τα νοικιασμένα σπίτια μέχρι αργά το βράδυ
που θα ’πιανε η ψυχρούλα απ’ το Θερμαϊκό

τότε θα ’ριχνε το μανδύα του
στα παγωμένα μπράτσα μας.

Από τη συλλογή Τσάι και μυθολογία (1985) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Απόστολος Λυκεσάς, Χιλιετία

Μίκης Θεοδωράκης & Κώστας Τριπολίτης, 80
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / δίσκος: Ο επιβάτης (1981))

Χιλιετία

Ω βουλιμικό πλάσμα εντός μου
παράθυρο φωτισμένο που καταπίνει νύχτα
δικράνια χαυλιόδοντες με φορτώνουν
το σκυλί μάλλον οσμίστηκε και γαβγίζει τη χιλιετία
που μας πρόλαβε με την ουρά στα σκέλια.

Από τη συλλογή Τῷ αγνώστῳ (2001) του Απόστολου Λυκεσά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Απόστολος Λυκεσάς

Κώστας Πλαστήρας, Μυστικοπάθεια μεσημεριού

Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Ελένη Λιάκου, Το μεσημέρι καίει το μέτωπό σου (με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, 1969)

Μυστικοπάθεια μεσημεριού

Φως μεσημεριού ζώντας αισθήσεις αυξημένες που σκάζουν
στο σχιστολιθικό γαλάζιο του άσπρου
Καλλιεργώντας την ιστορία κι ας διχόνοια κι ας
βίαιες αντιδράσεις του περιβάλλοντος ακούς
Μια δύση –ρολόι ηλεκτρικό– αγγίζοντας φιγούρες
φευγαλέες
Διεργασία μυστική, λέξεις –νοήματα–
ενώνοντας άκρες δαχτύλων
Όπως στη θάλασσα κουβέντες λέγοντας σιγανά
μην ταραχθεί ο ύπνος των άλλων

Μην ταραχθεί η φαντασία

Από τη συλλογή Mark Alexander Loys συζητάς τα περασμένα (1995) του Κώστα Πλαστήρα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κώστας Πλαστήρας

Αναστάσης Βιστωνίτης: Ό,τι περνάει χάνεται

Μίκης Θεοδωράκης & Κώστας Τριπολίτης, Λέγε
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Ραντάρ (1981))

Ό,τι περνάει χάνεται

[Ενότητα Terra Incognita (1989-1995)]

Σαν το βηματισμό των λεγεώνων,
σαν τον παλμό της γέφυρας κάτω από το βήμα,
σαν ψίθυρος γέρικων αιώνων
που τους δένει ένα ξεφτισμένο νήμα,

όλα είναι πιο παλιά κι από τη μέθη,
από το δάκρυ και την κατακραυγή,
από τη μηχανή που μας αλέθει
κι από τη μολυσμένη αυγή.

Γύρω σου μόνον ερημιά και σκοτάδι,
το μαύρο πέπλο, η σημαία του νεκρού,
κι αυτό που πίστεψες όνειρο και χάδι
σφηνωμένο στο χρόνο του ατσαλιού.

Η Μούσα δεν παίρνει εκδίκηση για μας,
τα λόγια δεν περιγράφουν την πτήση.
Εδώ θ’ ακούς μονάχα τον τροχό της αγοράς.
Ο ήλιος που ήξερες έχει σιγήσει.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Χώμα από ουρανό [1983-1995] (1996) του Αναστάση Βιστωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης

Αναστάσης Βιστωνίτης, Από τη μεριά της θάλασσας

Μίκης Θεοδωράκης & Νίκος Γκάτσος, Φέρτε μου τη θάλασσα
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος: Θαλασσινά φεγγάρια (1974))

Από τη μεριά της θάλασσας

[Ενότητα Ηλικία (1986)]

Νύχτα κατεβήκαμε από το στενό μονοπάτι στη θάλασσα. Δεν φυσούσε κανένας αέρας, όπως χθες. Φώτα καθρεφτίζονταν πάνω σ’ ένα μαύρο γυαλί. Εκεί είδαμε αρνητικά τα πρόσωπά μας.

Φαίνονταν μακριά οι τελευταίες λάμψεις μιας μεγάλης φωτιάς.

Εδώ θα μείνουμε ως το πρωί, είπα κι οι υπόλοιποι δεν μίλησαν. Μια άλλη χώρα άρχιζε εκεί που χαμήλωνε η φωτιά και κανείς δεν την ήξερε. Κανένας δεν γνώριζε αν αυτό που φλεγόταν ήταν το μεγάλο ανάκτορο, όπως έλεγαν οι φήμες της μέρας, ή ανταύγειες μιας δόξας που καιγόταν μέσα στο χρόνο. Κάποιος πρότεινε να πάμε να βρούμε τη στάχτη που θα μείνει πριν τη σκορπίσει ο αέρας.

Πάντα μεσολαβεί μια θάλασσα, είπε ο άλλος, με τη φωνή του σκεπάζοντας το πρόσωπο. Θα μπορούσαμε να βάλουμε κι εμείς μια φωτιά να κάψουμε τη θάλασσα. Δεν καίγεται το γυαλί κι αυτό που βλέπεις δεν είναι η θάλασσα.

Ώστε ήταν ψέματα λοιπόν. Και ποιος φταίει για την απάτη; Άφησέ με, δεν ξέρω. Δεν ξέρω σου λέω.

Θα μπορούσε ίσως να υπήρχαν κάποια άστρα. Αν προβάλεις τη θάλασσα στον ουρανό, δημιουργείς ένα τοπίο. Αυτό το γυαλί δεν καθρεφτίζει τίποτε, δεν φέγγει από πουθενά. Κοίτα μπροστά, κοίτα το πέρασμα, αλλού το πέρασμα, αλλού το μπροστά.

Αν έλεγα ότι μιλώ, δεν θα με πίστευε κανείς. Ήρθαμε για να σωπάσουμε. Τ’ άστρα είναι τα ψάρια, κι αν ο βυθός γεμάτος άστρα, ήταν δικός μας. Καλύτερα να ψάρευα στον ουρανό, να διώξω τη νύχτα.

Ποιος είναι η νύχτα, τι είναι η νύχτα, αριστερά δεξιά, ω αριστερά δεξιά, ω να ’ταν αυγή να ’βγαινα στο δρόμο ή να γλιστρούσα τώρα εδώ, ποιος είπε πως η θάλασσα γαλάζια, ν’ ασπρίσουμε τη θάλασσα, η θάλασσα εκμαγείο της νύχτας, υπάρχει μια νύχτα που είναι ο ουρανός, υπάρχει μια νύχτα που είναι ο βυθός, υπάρχει μια άλλη νύχτα και το άπειρο διάστημα καθώς διασχίζεις το μαύρο καθρέφτη.

Αλήθεια, δεν ξέρω. Γεννήθηκα μ’ ένα γυάλινο μάτι, να βλέπεις εκεί μέσα εκείνο που φαίνεται. Ό,τι βλέπω εγώ μου καίει το στομάχι.

Μου φαίνεται ότι έρχεται ο αέρας, ναι, τώρα ξέρω, ήρθαμε για τον αέρα, είναι ο δικός αέρας, όχι, είναι ο αέρας των άλλων, όχι, δεν είναι ο αέρας, είναι ο αέρας του αέρα, είναι ένα ξέφτι από το ανάκτορο, είναι η σκόνη από τη στάχτη των ανακτόρων, είναι ο καπνός από το φόρεμα της βασίλισσας, το κόκκινο άρωμά της, όχι, είναι το βογκητό της βασίλισσας στην αγκαλιά των εραστών της. Ναι, είναι ο αέρας – αλλά δεν έχει σημασία.

Αν πηδούσα θα βρισκόμουν στην άλλη άκρη αυτού του ουρανού, αν γύριζα γύρω από τον εαυτό μου. Αν.

Αν κοίταζα ταυτόχρονα μια πίσω και μια μπροστά, θα ήξερα αμέσως πως η Γη κινείται, ναι, θα έβλεπα ίσως τον Γαλιλαίο, αν ήμουν τηλεσκοπικός με το παλιό του κάτοπτρο.

Αν άπλωνα το χέρι, αν μάζευα το χέρι, αν γελούσα…

Αν εγώ ήμουν εγώ, αν εγώ ήμουν σαν κι εσένα κι αν εσύ δεν ήσουν εσύ αλλά αυτός που τώρα μου γνέφει, αν όλα με μια υπόθεση ή χωρίς υπόθεση, ή τέλος πάντων αν μπορούσαμε να στήσουμε έναν καθαρό συλλογισμό, αν βάζαμε κάποια όρια στο παιχνίδι, ποιο παιχνίδι, ποιος παίζει, ποιος σημαδεύει την τράπουλα, ποιος είναι ο Εωσφόρος και ο Άγγελος του χρόνου, ποιος μας φυλλορροεί…

Νύχτα κατεβήκαμε από το στενό μονοπάτι στη θάλασσα. Δεν είχε άστρα, κανένα φεγγάρι δεν φώτιζε. Τα ερείπια της φωτιάς στο ανάκτορο πήραν να βασιλεύουν.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Χώμα από ουρανό [1983-1995] (1996) του Αναστάση Βιστωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης

Ορέστης Αλεξάκης, Το ωράριο

Μίκης Θεοδωράκης & Νίκος Γκάτσος, Το πανηγύρι των άστρων
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος: Θαλασσινά φεγγάρια (1974))

Το ωράριο

Θα πρέπει ωστόσο να παραδεχθείς
πως έχει πλέον η ώρα προχωρήσει
πως πρέπει πια να κλείσεις το πρατήριο
κι αν ίσως
δεν συμπληρώθηκε εντελώς ο χρόνος
αν μένει κάποιο υπόλοιπο ωραρίου
όμως για ποιο σκοπό να περιμένεις
αφού το εμπόρευμα έχει εξαντληθεί
στο δρόμο η κίνηση έχει λιγοστέψει
φίλος δεν θά ’ρθει να σ’ επισκεφθεί
– πού χάθηκαν; Πώς χάθηκαν οι φίλοι; –
και τι να κάνεις πια στον άδειο χώρο
μόνος κι ασάλευτος ένα tableau vivant
μ’ αυτό το κρύο χαμόγελο που μάταια προσποιείται
σβήσε το φως
κλείσε τη θύρα
ηρέμησε
ξέχνα για μια στιγμή την ύπαρξή σου
τα δούναι και λαβείν της κάθε μέρας
τον κουρνιαχτό… το συρφετό της πόλης

Και σκέψου λίγο το βαθύ ουρανό
Τα εκατομμύρια πάνω εκεί των άστρων…

Από τα επιλεγμένα ποιήματα της έκδοσης Το ρόπτρο (2014) του Ορέστη Αλεξάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ορέστης Αλεξάκης

Ιφιγένεια Διδασκάλου, Διαπιστώσεις

Σταύρος Ξαρχάκος & Λευτέρης Παπαδόπουλος, Δε σου χρωστάω τίποτα
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος 45 στροφών του 1964)

Διαπιστώσεις

Κάποτε ανοίγουμε τα παραθυρόφυλλα
και βλέπουμε
πόσο ο τόπος μας έχει στερέψει
πόσα τα σπίτια μας ξέβαψαν
στον πρώιμο ήλιο.

Ματώνουμε ως τις ρίζες
για τούτη τη γη
για τούτο το λάθος
για την καρδιά μας
για ένα απλό αύριο.
Αμφιβάλλουμε για τ’ όνομά μας
ψάχνουμε για τα χέρια μας
γυρεύουμε τα δάκρυά μας
ή το χαμόγελο.

Δεν προφτάσαμε να τ’ αγαπήσουμε.

Είναι μια μέρα χωρίς όνειρα
είναι μια μέρα χωρίς άνοιξη
μέσα στο αίμα μιας προσμονής.

Είμαστε εμείς και το κενό.

Από τη συλλογή Χρονικά (1969) της Ιφιγένειας Διδασκάλου

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα / Ιφιγένεια Διδασκάλου

Ανοιξιάτικο βραδάκι (Γιάννης Ρίτσος & Σπήλιος Μεντής)

Ανοιξιάτικο βραδάκι

Ποίηση: Γιάννης Ρίτσος
Σύνθεση: Σπήλιος Μεντής
Ενορχήστρωση: Γιώργος Κατσαρός
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Τραγούδι: Σούλα Μπιρμπίλη
Δίσκος: 45 στροφών του 1964

Γράφει το φεγγάρι γράφει
μ’ ασημένια κιμωλία
στο σμαράγδινο χωράφι
την καινούρια μας φιλία.
Γράφει και στις πόρτες πάνω
και στις μάντρες και στους δρόμους
δίπλα σου να γείρω κάνω
και μ’ ασήμωσε τους ώμους.

Τ’ ανοιξιάτικο φεγγάρι θα με πάρει
κράτα με απ’ το χέρι
κοίτα τ’ άλλο το ζευγάρι
μ’ ένα αστέρι
αστέρι για μαχαίρι
κόψαν τ’ αξεδιάλυτο κουβάρι
και φιλί με το φιλί
σκαλί σκαλί
ανεβαίνουν στο φεγγάρι.

Ρίξε τα κλειδιά στον αέρα
κλείσε το πικρό βιβλίο
το φεγγάρι λάμπει ως πέρα
σαν τζαμένιο ανθοπωλείο.
Μήτε ξέρω τι ’ναι δάκρυ
τ’ άστρα σε ραντίζουν ρύζι
τα χρυσά γαλάζια μάκρη
ο διπλός μας ίσκιος σκίζει.

Τ’ ανοιξιάτικο φεγγάρι θα με πάρει
κράτα με απ’ το χέρι
κοίτα τ’ άλλο το ζευγάρι
μ’ ένα αστέρι
αστέρι για μαχαίρι
κόψαν τ’ αξεδιάλυτο κουβάρι
και φιλί με το φιλί
σκαλί σκαλί
ανεβαίνουν στο φεγγάρι.

Υ.Γ.: Ευχαριστώ πολύ τον μουσικό παραγωγό και φίλο Αλέξη Βάκη που μου υπέδειξε τη συγκεκριμένη ηχογράφηση και μοιράστηκε μαζί μου όλες τις σχετικές πληροφορίες που είχε στο αρχείο του.

Μια Παρασκευή (Δήμος Μούτσης & Νίκος Γκάτσος)

Μια Παρασκευή

Σύνθεση & στίχοι: Δήμος Μούτσης
Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Τραγούδι: Δήμητρα Γαλάνη
Δίσκος: 45 στροφών του 1969

Μια Παρασκευή σε γνώρισα
τα δυο μάτια σου ξεχώρισα
τα δυο μάτια σου ξεχώρισα
να σ’ απαρνηθώ δεν μπόρεσα

Άλλο μη μου λες να περιμένω
άλλο μη μου λες να καρτερώ
θά ’ρθω σαν μικρό πουλί κυνηγημένο
να σε βρω

Μια Παρασκευή χωρίσαμε
της καρδιάς την πόρτα κλείσαμε
της καρδιάς την πόρτα κλείσαμε
βάσανα κι οι δυο γνωρίσαμε

Άλλο μη μου λες να περιμένω
άλλο μη μου λες να καρτερώ
θά ’ρθω σαν μικρό πουλί κυνηγημένο
να σε βρω

Υ.Γ.: Το τραγούδι αυτό είναι ένα από τα 4 πρώτα της Δήμητρας Γαλάνη στην ελληνική δισκογραφία (πηγή: ogdoo.gr). Ευχαριστώ πολύ τον φίλο Μανόλη Τζιλιβάκη που μου υπέδειξε τη συγκεκριμένη ηχογράφηση.

Απόψε τα μεσάνυχτα (Ελένη Καραΐνδρου & Νίκος Γκάτσος)

Απόψε τα μεσάνυχτα

Σύνθεση & στίχοι: Ελένη Καραΐνδρου
Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Τραγούδι: Μανώλης Μητσιάς & Βούλα Γκίκα
Δίσκος: 45 στροφών του 1970

Απόψε τα μεσάνυχτα
θα ’ρθω στη γειτονιά σου
κράτα την πόρτα σου ανοιχτή
ζεστή την αγκαλιά σου

Λόγια πικρά κι αν είπαμε
μίλα μου ακόμα λίγο
κι αν βρεις μαχαίρι, χτύπα με
μα μη μου λες να φύγω

Περπάτησα περπάτησα
στης λησμονιάς τον δρόμο
με τ’ όνειρό μου συντροφιά
και την καρδιά μου νόμο

Λόγια πικρά κι αν είπαμε
μίλα μου ακόμα λίγο
κι αν βρεις μαχαίρι, χτύπα με
μα μη μου λες να φύγω

Υ.Γ.: Ευχαριστώ πολύ τον μουσικό παραγωγό και φίλο Αλέξη Βάκη όπως και τον φίλο Μανόλη Τζιλιβάκη που μου υπέδειξαν τη συγκεκριμένη ηχογράφηση.

Έλα αύριο βράδυ στις εννιά (Ελένη Καραΐνδρου)

Έλα αύριο βράδυ στις εννιά

Σύνθεση & στίχοι: Ελένη Καραΐνδρου
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Τραγούδι: Μανώλης Μητσιάς
Δίσκος: 45 στροφών του 1970

Βρε κοπελιά μου, έβγα να σε δω
απ’ το παράθυρό σου
και πες της μάνας σου πως σ’ αγαπώ
θα γίνω σύντροφός σου

Αχ να χαρείς, έλα αύριο βράδυ στις εννιά
κρυφά να σ’ αγκαλιάσω
πρόσεξε μόνο μη μας δουν στη γειτονιά
φοβάμαι μη σε χάσω

Σ’ αυτά που λέει ο κόσμος γύρω σου
μην δίνεις σημασία
όλοι τα ίδια κάνουνε κρυφά
στην πρώτη ευκαιρία

Αχ να χαρείς, έλα αύριο βράδυ στις εννιά
κρυφά να σ’ αγκαλιάσω
πρόσεξε μόνο μη μας δουν στη γειτονιά
φοβάμαι μη σε χάσω

Ήρθε η ώρα, άλλο μην αργείς
να ’ρθεις να μ ’ανταμώσεις
πρόσεξε μην πετάξει το πουλί
πικρά θα μετανιώσεις

Αχ να χαρείς, έλα αύριο βράδυ στις εννιά
κρυφά να σ’ αγκαλιάσω
πρόσεξε μόνο μη μας δουν στη γειτονιά
φοβάμαι μη σε χάσω

Υ.Γ.: Ευχαριστώ πολύ τον μουσικό παραγωγό και φίλο Αλέξη Βάκη όπως και τον φίλο Μανόλη Τζιλιβάκη που μου υπέδειξαν τη συγκεκριμένη ηχογράφηση.

Δεν είν’ αυλή να δροσιστείς (Ελένη Καραΐνδρου)

Δεν είν’ αυλή να δροσιστείς

Σύνθεση & στίχοι: Ελένη Καραΐνδρου
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Τραγούδι: Μανώλης Μητσιάς
Δίσκος: 45 στροφών του 1970

Σε πήραν μια βραδιά
τα όνειρα σεργιάνι
κι είδανε τα παιδιά
μια θάλασσα πουλιά

Δεν είν’ αυλή να δροσιστείς
φωτιά για ν’ απαγκιάσεις
ξένος ο κόσμος γύρω σου
πώς να τον αγκαλιάσεις

Σε πήρε μια βραδιά
η πίκρα σου σεργιάνι
κι είδανε τα παιδιά
καράβια στα νερά

Δεν είν’ αυλή να δροσιστείς
φωτιά για ν’ απαγκιάσεις
ξένος ο κόσμος γύρω σου
πώς να τον αγκαλιάσεις

Σε πήρε μια βραδιά
η μοίρα σου σεργιάνι
κι έφυγαν τα παιδιά
στα ξένα μακριά

Δεν είν’ αυλή να δροσιστείς
φωτιά για ν’ απαγκιάσεις
ξένος ο κόσμος γύρω σου
πώς να τον αγκαλιάσεις

Υ.Γ.: Ευχαριστώ πολύ τον μουσικό παραγωγό και φίλο Αλέξη Βάκη όπως και τον φίλο Μανόλη Τζιλιβάκη που μου υπέδειξαν τη συγκεκριμένη ηχογράφηση.

Μαζί σου να την πάρεις δεν μπορείς (Ελένη Καραΐνδρου)

Μαζί σου να την πάρεις δεν μπορείς

Σύνθεση & στίχοι: Ελένη Καραΐνδρου
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Τραγούδι: Μανώλης Μητσιάς
Δίσκος: 45 στροφών του 1970

Μέσα στις χούφτες θα σε πιω
της μοναξιάς αχτίδα
μες στη χαρά ο στεναγμός
και μες στο δάκρυ η ελπίδα

Μαζί σου να την πάρεις δε μπορείς
την ομορφιά που τόσο αγάπησες στη ζήση
γι’ αυτό πρέπει βαθιά να τη χαρείς
προτού σαν σύννεφο στον άνεμο σκορπίσει

Μέσα στα χέρια σε κρατώ
κι είσαι μακριά φευγάτη
μες στη ματιά σου ο καημός
και τ’ ουρανού το δάκρυ

Μαζί σου να την πάρεις δε μπορείς
την ομορφιά που τόσο αγάπησες στη ζήση
γι’ αυτό πρέπει βαθιά να τη χαρείς
προτού σαν σύννεφο στον άνεμο σκορπίσει

Υ.Γ.: Ευχαριστώ πολύ τον μουσικό παραγωγό και φίλο Αλέξη Βάκη που μου υπέδειξε τη συγκεκριμένη ηχογράφηση.

Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης: Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα (με την Ντόρα Γιαννακοπούλου)

Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα

Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Τραγούδι: Ντόρα Γιαννακοπούλου
Έργο: Μικρές Κυκλάδες (1963)

Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα
βαθύ γαρούφαλο ακρωτήρι
το χέρι σου έφευγε με το νερό
να στρώσει νυφικό το πέλαγο
το χέρι σου άνοιγε τον ουρανό

Άγγελοι μ’ έντεκα σπαθιά
πλέανε πλάι στ’ όνομά σου
σκίζοντας τ’ ανθισμένα κύματα
στους κόρφους σου έκρυβες μια χάρη
που ήταν το ίδιο το φεγγάρι

Φεγγάρι εδώ φεγγάρι εκεί
αίνιγμα διαβασμένο από τη θάλασσα
για το δικό σου το χατίρι
ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα
βαθύ γαρούφαλο ακρωτήρι

Πώς και πώς περίμενα τη στιγμή που θα αξιωνόμουν να παρουσιάσω αυτό το έργο. Και να που έφτασε η ώρα. Στα δικά μου αφτιά είναι ένα από τα αρτιότερα ακούσματα/κληροδοτήματα του μουσικού μας πολιτισμού, η αποθέωση της μελωδίας που δένει απόλυτα με την πνοή των στίχων. Χωρίς την παραμικρή διάθεση να υποβαθμίσω όσους άλλους ερμηνευτές απέδωσαν τα συγκεκριμένα τραγούδια (άλλωστε με τους περισσότερους συνεργάστηκε στενά ο Κώστας Παπαδόπουλος), θα πρέπει να τονίσω ότι με συγκλονίζει -με όλη τη σημασία της λέξης- η ερμηνεία της Ντόρας Γιαννακοπούλου και νιώθω απίστευτα τυχερή και ακόμη περισσότερο συγκινημένη που έχω την ευκαιρία να παρουσιάσω τις «Μικρές Κυκλάδες» σ’ αυτή την άψογη εκτέλεση. Η απίστευτη δραματικότητα και ο αστείρευτος όγκος της φωνής της Γιαννακοπούλου μαζί «με το μπουζούκι να λαλεί» (καταπώς λέει ο Ελύτης σ’ ένα από τα 7 τραγούδια του έργου) δεν έχουν πάψει εδώ και δεκαετίες να μου φέρνουν δάκρυα στα μάτια κάθε φορά που τ’ ακούω, όπως άλλωστε και κάθε λαμπρή στιγμή της τέχνης που μας αγγίζει με την τελειότητά της. Καλή μας ακρόαση!

Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης: Τα ’δατε τα μάθατε (με την Ντόρα Γιαννακοπούλου)

Τα ’δατε τα μάθατε

Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Τραγούδι: Ντόρα Γιαννακοπούλου
Έργο: Μικρές Κυκλάδες (1963)

Ήταν μια θεία θέληση κι ενός αγίου τάμα
εμείς οι δυο να σμίξουμε και να γενεί το θάμα
οι βάρκες ν’ ανεβαίνουνε ως τα ψηλά μπαλκόνια
κι οι ορτανσίες να πετούν καθώς τα χελιδόνια

Ν’ ανάβουν οι Άγιοι κεριά στη χάρη των δυονώ μας
και τα ψαράκια να φιλούν την άκρη των ποδιών μας
Όλος ο κόσμος ν’ απορεί, μωρέ τι να ’ν’ κι ετούτο
με το μπουζούκι να λαλεί και το μικρό λαούτο

Τα ’δατε τα μάθατε μι’ αγάπη που εγεννήθη
άνθρωπος δεν την καρτερεί κι ο Άδης ενικήθη

Πώς και πώς περίμενα τη στιγμή που θα αξιωνόμουν να παρουσιάσω αυτό το έργο. Και να που έφτασε η ώρα. Στα δικά μου αφτιά είναι ένα από τα αρτιότερα ακούσματα/κληροδοτήματα του μουσικού μας πολιτισμού, η αποθέωση της μελωδίας που δένει απόλυτα με την πνοή των στίχων. Χωρίς την παραμικρή διάθεση να υποβαθμίσω όσους άλλους ερμηνευτές απέδωσαν τα συγκεκριμένα τραγούδια (άλλωστε με τους περισσότερους συνεργάστηκε στενά ο Κώστας Παπαδόπουλος), θα πρέπει να τονίσω ότι με συγκλονίζει -με όλη τη σημασία της λέξης- η ερμηνεία της Ντόρας Γιαννακοπούλου και νιώθω απίστευτα τυχερή και ακόμη περισσότερο συγκινημένη που έχω την ευκαιρία να παρουσιάσω τις «Μικρές Κυκλάδες» σ’ αυτή την άψογη εκτέλεση. Η απίστευτη δραματικότητα και ο αστείρευτος όγκος της φωνής της Γιαννακοπούλου μαζί «με το μπουζούκι να λαλεί» (καταπώς λέει ο Ελύτης σ’ ένα από τα 7 τραγούδια του έργου) δεν έχουν πάψει εδώ και δεκαετίες να μου φέρνουν δάκρυα στα μάτια κάθε φορά που τ’ ακούω, όπως άλλωστε και κάθε λαμπρή στιγμή της τέχνης που μας αγγίζει με την τελειότητά της. Καλή μας ακρόαση!