Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Berlin Alexanderplatz

Berlin Alexanderplatz

Κανονικά, με λένε Σόνια.
Μίτσε με βάφτισε ο Φραντς
– μονόχειρας, μα ξέρει ν’ αγκαλιάζει.
Τη μέρα προτιμώ να υπνοβατώ.
Με ένα νόμισμα κρυμμένο στο μαντίλι
περνάω βιαστικά έξω από τα προάστια
σκιές ευκίνητες πουλώ στην Alexanderplatz
στα ενυδρεία σπάζω τις φυσαλίδες
κι αφού των πληκτικών επεισοδίων
διασχίζω την ομίχλη
βρίσκομαι σώα σαν νεκρή
στο τέλος της θλιμμένης ιστορίας.

Η πλατεία γέμισε μεμιάς αρωματοπωλεία.
Έξω απ’ τις χαραμάδες των πληγών
πλημμύρα ακυβέρνητη
λεβάντα και θυμίαμα
γαζία και λιβάνι.

Όμως, εγώ
πάντοτε αλήθεια σου έλεγα, Φραντς.
Ω, μα και βέβαια μπορούσα
μόνο εσένα ν’ αγαπώ
ο άλλος ήτανε παιδί, μπορεί και γέρος
μην τα σκαλίζεις τώρα πια
ήπιε αλλιώς ένα κονιάκ
έβαλε φωτιά στα μαλλιά της μαριονέτας
κι έπειτα εξαφανίστηκε.

Κι άφησε, Φραντς
τι θες κι ανοίγεις τώρα το πορτάκι
άσ’ το μες στο κλουβί του το πουλί
μη μου το πνίγεις
πονάω, Φραντς, με σφίγγεις, Φραντς
χύθηκε κάτω όλο το νερό
ποτέ ξανά τιτίβισμα
ποτέ ξανά μισή αγκαλιά
γέμισε πούπουλα ο αέρας, Φραντς
δε σε ακούω πια
πούπουλα και φτερά
δε σε πονάω πια
μόνο φτερά
δε με πειράζει τώρα πια…

Οι άνθρωποι στο δάσος
πεθαίνουν πάντα από ντροπή.

Από τη συλλογή Το επιδόρπιο (2012) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Advertisements

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Υπεκφυγή

Υπεκφυγή

Ουδέποτε προσέξατε τόσον καιρό
πως συστηματικά αποφεύγαμε
–και στα κουρεία ακόμα–
τους καθρέφτες
ότι μονίμως λείπαμε
πάντα απ’ το ίδιο μάθημα
και με την πλάτη
στον κρύο τοίχο κολλημένη
σφιχτά στην τσέπη μας
το βότσαλο κρατούσαμε.

Μόνο που ο ορίζοντας στενός
και οι λίμνες γύρω ξαφνικά
σε πλήρη ξηρασία
πώς να πληγώσεις το κενό
ποιοι κύκλοι να σχηματιστούν
μες στην ανυπαρξία.

Κι όχι…
δεν είν’ νερό αυτό που κυματίζει
μα η κακή απομίμηση
του βουλιαγμένου χρόνου
ή κέδρων αντανάκλαση
μες στη δική σας αυταπάτη.

Κοιτάξτε πιο προσεκτικά.
Δεν έχει λίμνη πουθενά
κι αφήστε πια αυτή την εμμονή
δεν είν’ νερό αυτό που κυματίζει.

Από τη συλλογή Το επιδόρπιο (2012) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Το διφορούμενο λευκό

Το διφορούμενο λευκό

Κι αν τώρα συγυρίζω και τακτοποιώ
αφύσικα φερσίματα
φλούδες δύσπιστων λέξεων
και μπουκαλάκια αιθέρα
και να φανερωθεί ζητώ
κείνο που δεν ορίζεται

είναι γιατί
το τρίξιμο κάθε μισάνοιχτου
με έχει αποτελειώσει
γιατί οι γνώμες
–ακόμη και των ειδικών–
διχάζονται
αν, λόγου χάρη, στρώνουμε
λευκό σεντόνι νυφικό
ή νεκρικό του τάφου.

Μα πιο πολύ
γιατί όπως ψιθυρίζεται
τα ξύλα ήδη κόπηκαν
και συναχτήκαν στη γωνιά
κι έξω από εμάς
μια δίχως έλεος πυρά
κλαδί κλαδί ετοιμάζεται.

Πλησιάσατε σαν λυτρωτές
κι αφού κερδίσατε
τη δύσπιστη καρδιά μας
αποσυρθήκατε σε μια γωνιά
και ρίξατε σφυρίζοντας τον κλήρο

«… να δούμε
ποιος, ποιος, ποιος θα φαγωθεί
να δούμε
ποιος, ποιος, ποιος θα τα φυλάει…»

Ποιος;
Μα, φυσικά, εγώ
κι όχι μόνο τα νώτα μου
αλλά τα ρούχα, τα γραφτά
τα μυστικά μου
και ό,τι άλλο θα μπορεί να φυλαχτεί.

Άσε που από δω κι εμπρός
θα ανοίγω –ακόμη και στο τρένο– τα παράθυρα
και τότε
όλες οι ανατριχιαστικές λεπτομέρειες
θα γίνονται αμέσως παρελθόν
θα μεγαλώνουν μονομιάς οι νύχτες που έσφαλα
και το ξημέρωμα θα ναυαγεί
σαν πυροβολισμός που ματαιώθηκε

ενώ εγώ
θα ανεβαίνω ατάραχη
μια σκάλα από αναβολές
προτιμώντας για τρόπαιο
μια λέξη άγνωστη τελείως σ’ εσάς
από έναν κήπο με νάνους
και βαρετά θαύματα.

Από τη συλλογή Το επιδόρπιο (2012) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Σωτήριες φαντασιώσεις

Σωτήριες φαντασιώσεις

Και μόνο ένας νέος κίνδυνος
ίσως να μας παρηγορήσει.
Μιλώ για μια απειλή κανονική
με αρχή, μέση και τέλος
όπως αυτές που διεκδικούν τον χρόνο μας
μες στην αδράνεια του απογεύματος.

Νωθροί και εγωπαθείς οι ριζωμένοι λογισμοί
μιμούνται τότε πειστικά
παλιές, οικείες ερημώσεις
σκηνοθετούν μέλλοντα απρόοπτα, ασαφή
με πρωταγωνιστές
κάτι θνητούς και ταλαιπωρημένους
απ’ αυτούς
που μοιράζουν τη συγκίνηση αφειδώς
όταν υποχωρούν αμίλητοι
κύριοι της αμηχανίας τους.

Όμως εκείνο που τους κάνει
τόσο αξιοθρήνητους και τόσο ερωτικούς
είναι που έχουν επάξια κερδίσει
τον τίτλο του «εντελώς απροετοίμαστου».

Κυκλοφορούν βράδυ πρωί
χωρίς ένα επιχείρημα
τυλιγμένοι ένα παμπάλαιο μυστικό
που κρύβει την ουλή του αναπόφευκτου
–εκ γενετής θαρρείς πως τη φορούν–
ελάχιστα διαφέροντας
απ’ τα βαλσαμωμένα σπάνια πουλιά
που ξέρουν λεπτομέρειες φριχτές
για αίθουσες ακροάσεων
ή δικηγορικά γραφεία.

Με τέτοια και μ’ εκείνα
σύντομες εκδρομές στο αβάσταχτο
θα επινοεί συνέχεια
η αφανισμένη μας καρδιά
ώσπου να εκτίσει επιτυχώς
τούτη την εξορία.

Από τη συλλογή Το επιδόρπιο (2012) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Σχήμα πρωθύστερο

Μάριος Τόκας & Σαράντης Αλιβιζάτος, Το σημάδι
(τραγούδι: Κωνσταντίνα / δίσκος: Τραγούδια για την Κωνσταντίνα (1987))

Σχήμα πρωθύστερο

Κι αν κάποιος τολμήσει ν’ απολογηθεί
για όλα τα απρόοπτα και τις παρανοήσεις
κι αν δείξει τη διάθεση
ακόμα και να επανορθώσει
που δεν προέβλεψε για εμάς
κανένα σχέδιο διαφυγής

εγώ και πάλι
θα επικαλεστώ τα λιόδεντρα
απ’ το παραθαλάσσιο σπίτι
όταν τη μελανιά του έρωτα
βουβά χρησμοδοτούσαν
–ανάγωγη, αισθησιακή
δραματικά ανυποψίαστη–

ολόιδια με τη μοναχή
εκείνου του πορτρέτου
που ούτε καν στη φαντασία
του Αλεξάντερ Ιβάνοβιτς υπήρξε
όμως υδράργυρος το σώμα της
και –δίχως όχθη ποταμός– το πρόσωπό της
γλίστρησε
εισχώρησε
δε ρώτησε κανέναν

να απαντήσει σπεύδοντας
σε ερωτήσεις που
δεν έγιναν ποτέ.

Από τη συλλογή Το επιδόρπιο (2012) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Συλλέκτης

Συλλέκτης

Παρά τις τόσες προειδοποιήσεις να παραιτηθώ
απ’ την αγαπημένη μου συνήθεια
εγώ επέμενα πως με τον τρόπο αυτό
θα διαλευκάνω μια για πάντα το μυστήριο.

Παλιά υπόθεση –ως γνωστόν– η αφηρημάδα
γι’ αυτό κι εγώ θα μάζευα τριγύρω μου
ό,τι οι άλλοι κάποτε για λόγους ανεξήγητους
το είχανε ξεχάσει:

Ένα σακάκι, μιαν ομπρέλα, ένα κασκόλ.
Κάποιον απλήρωτο λογαριασμό.
Την τηλεφωνική γραμμή ανοιχτή.
Της προηγούμενης βραδιάς τον εφιάλτη.

Τα απλωμένα ασπρόρουχα στην καλοκαιρινή βροχή.
Το χάπι για τον ίλιγγο.
Τα σπίρτα τους και τον φακό.
Το δρύινο συρτάρι κλειδωμένο.

Τα λόγια τους απ’ το θεατρικό.
Το παρελθόν μαζί με τ’ όνομά τους.
Την κρυψώνα και το παρασύνθημα.
Την επέτειο.

Μα, απ’ όλα πιο πολύ…

Τον δρόμο να επιστρέψουνε στο σπίτι.
Τον όρκο.
Την υπογραφή.

Τα δακτυλικά αποτυπώματα
στα πόμολα επάνω.

Από τη συλλογή Το επιδόρπιο (2012) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Στη ραπτομηχανή

Στη ραπτομηχανή

Ο τόπος είναι χρόνος
προορισμένος μόνο για την επιστροφή
γιατί ο τόπος πάντα ταξιδεύει

λιωμένο φως
μες στην ασυμμετρία των σφουγγαριών
τόνος λευκός κρυσταλλωμένος
μια ανάσα πριν τον ρεμβασμό
η επίφαση του ανύπαρκτου
μες στην ακινησία…

Κι αυτό που ως ήχο χρώματος
γραφεία ταξιδίων διαφημίζουν
δεν είναι τα παράθυρα που βλέπουν στα λιοτρίβια
–επιστατούν ανελλιπώς
η Τριχερούσα Παναγιά με τη Φραγκογιαννού–
ούτε οι γαρδένιες βέβαια στους γκαζοτενεκέδες
–ο σπαραγμός του εφήμερου που όλο κιτρινίζει–

αλλά η κατάμαυρη σκιά της ραπτομηχανής
σε ασβεστωμένο κήπο
αδιάκοπα τις ξηλωμένες μνήμες να γαζώνει
να μπουν στα ξενυχτάδικα τριζάτοι και με τσάκιση
οι ναύτες του Τσαρούχη
να πιουν κρασί
να κλάψουνε
να περιπλανηθούν
τ’ άλλο πρωί να μοιάζουνε
φιγούρες φαγωμένες του Μπουζιάνη.

Από τη συλλογή Το επιδόρπιο (2012) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Σταματημένο στον πέμπτο

Σταματημένο στον πέμπτο

Μια λέξη αναποδογυρισμένη
–το μέσα έξω του άδειου δηλαδή–
είναι απλώς ένας ορίζοντας που απομακρύνεται
μία χρυσόμυγα ανάσκελα πεσμένη
στον γυάλινο βυθό της φυλακής της.
Τινάζει τα μαύρα ποδαράκια της
κι ο ανεστραμμένος πάτος ποτηριού
απόδραση βαφτίζεται μεμιάς ή ουρανός.

Θα ειπωθούν ξεκάθαρα κάποια φορά
η ανάσα, η αόρατη σκιά
το κίτρινο που αφήνει ο καιρός
πάνω στα σεμεδάκια.
Κι ό,τι γλιστράει ασώματο
μέσα απ’ τις χαραμάδες
κι αυτό θα ειπωθεί.

Δε θα ’χει τότε επιστροφή
και το δωμάτιο
δε θα ’ναι πια κουρτίνες στα παράθυρα
αλλά μια σκόνη κι ένα μούδιασμα
και βήματα που υποχωρούν και παραλύουν
κι αφόρετα σακάκια στην ντουλάπα.

Όμως κι οι λέξεις…
Οι λέξεις ίδιες δε θα ’ναι πια ποτέ.
Ο «κίνδυνος» κι η «αντοχή»
η «αιχμαλωσία» κι η «σπατάλη»
θα καταγράφονται από εδώ και μπρος
με αριθμούς.

Κι αφού τα χέρια σπάνια
θα βρίσκουν ν’ αγκαλιάζουν
υπομονετικά και ήσυχα
θ’ αρχίσουν να μετράνε.

Από τη συλλογή Το επιδόρπιο (2012) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Ρεζεντά

Λόλα Βώττη, Ρεζεντά (1930)
(τραγούδι: Ορέστης Μακρής / από την επιθεώρηση Παναθήναια του 1931)

Ρεζεντά

Εκείνη:
– Δεν ομοιοκαταληκτούσανε ποτέ
τα λόγια μου με τη φωνή μου.
Κι ήμουν αυτό που αρνιόμουν
ηχώ από βράχια που έπεφταν
ίχνη γεμάτη μιας αφής
που όμως της λείπαν δάχτυλα
– κάποιος μετράει
επάνω στο σεντόνι τα λεφτά του
τα βρίσκει πάντοτε λειψά –
μια επανάληψη αστροφεγγιάς
κι ύστερα πάλι το άδειο

και όταν λέμε άδειο
δεν εννοούμε τη σιωπή
αλλά να ζεις το αταίριαστο
κι άφαντος να ’ναι ο κήπος.

Εκείνος:
– Μην παραδίνεσαι, μικρή μου Ρεζεντά
ανέλπιστα κάποια στιγμή
τα αδύνατα μπορούν να γίνουν δυνατά
κι ας αναβοσβήνει σταθερά τα φώτα της
η ηλικία του καθρέφτη
–θα λήξει κάποτε κι αυτή
σύντομη σαν διήγηση
με έκβαση προβλεπόμενη–
κι ας είναι αφηρημένοι οι δικαστές
και σιωπηλοί οι άγιοι μες στα εορτολόγια.

Η απάντηση θά ’ρθει μια βραδιά
όταν οι επιζήσαντες σχίσουν μεμιάς
του κόσμου όλα τα σεντόνια
– τι θάβρουν τότε
να φορέσουν τα φαντάσματα
ποια τύψη θα εφεύρει ο θάνατος
για να μας διεκδικήσει;

Εκείνη:
– Μα τι κουβέντες, κύριε
τι απερισκεψία
κι αν όσα αισιόδοξα μου υπόσχεστε
αίφνης πραγματοποιηθούν
–για τα σεντόνια, λέω, τα σχισμένα–
τότε όλο αυτό το θέατρο σκιών
πού θα παιχτεί
κι εμείς που ως γνωστόν
φοβόμαστε το χιόνι
χωρίς μία παράσταση

πώς θα περάσουμε το απόγευμα
πριν τη Μεγάλη Νύχτα;

Από τη συλλογή Το επιδόρπιο (2012) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Πώς πεθαίνει κανείς από πλήξη ή Ευγηρίας οξύμωρον

Πώς πεθαίνει κανείς από πλήξη ή Ευγηρίας οξύμωρον

Σκοτείνιασε μέσα μου ξαφνικά η λεμονιά
αναίρεση διεκδικούν τα ειπωμένα
και τα μελλούμενα
δε μου ζητούν καμιά συμμετοχή.

Θα γυρίσω κι εγώ από τ’ άλλο πλευρό
να βάλω και το δάχτυλο στο στόμα
και πότε μελάνι, πότε κάρβουνο
την πτητική μου εικόνα θα συνθέσω.

Εκτός, αν είμαι τυχερή
όπως συνήθως στους χορούς των τελειοφοίτων
όπου κανένα χέρι διαθέσιμο για τη δική σου μέση
κι ο δίσκος ξαφνικά κολλά
και σώζεσαι, ως εκ θαύματος, απ’ την αμηχανία
κι έτσι ευτυχής
–πρώτη φορά μέσα στην επανάληψη–
διακρίνεις τον Αθέατο
που όσο κρατάει το τραύλισμα
παλεύει απεγνωσμένα να σου πει
ότι ήρθε η ώρα
–για να μην πλήττεις άλλο πια–
μέσα στις μαύρες αυλακιές του βινυλίου
μαζί Του να σε πάρει.

Από τη συλλογή Το επιδόρπιο (2012) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου