Κατερίνα Γώγου: [Άνοιξα τσακ! απότομα τα μάτια μου…]

10

Άνοιξα τσακ! απότομα τα μάτια μου απ’ την φασαρία που ’κανε το ταβάνι άγρια μεσάνυχτα / λύνοντας τα σκοινιά απ’ τους 4 τοίχους κι έφυγε παίρνοντας μαζί του τη σκεπή και τις κουβέρτες μου. Ευκάλυπτοι / σακουλάκια λεβάντας και βατομουριές ήρθανε και ξαπλώσανε στα δόντια μου στο μαξιλάρι μου και στα μαλλιά μου. Μ’ ένα σφύριγμα βαποριού σαλπάρισε η πόρτα / κι απ’ το πέρασμα μπήκαν με μικρά πηδηματάκια / η μάνα μου κι ο πατέρας νιόνυμφοι / με κερασάκια στ’ αφτιά και τα κορδόνια τους αντικριστά δεμένα. Από πίσω η γιαγιά απ’ το χωριό με τσεμπέρι κατεβασμένο απ’ το στόμα. Κατόπιν η γιαγιά Αθηναία με γούνα που δαγκωνόταν στον λαιμό και το στόμα βαμμένο μ’ ένα περίεργο κόκκινο μεταξωτό χαρτάκι –το ’χω– ο Γιώργος με τη Μυρτώ ευτυχώς είχαν ζήσει. Ίχνος πουθενά από βουβά τηλέφωνα και συνταγές και στον καθρέφτη που γυαλίστηκα ήμουνα όμορφη. Όχι όμως έτσι σαν άνθρωπος / ήμουνα μισό Βαρδάρης-μισό άσπρο πουλί –περίεργο άσπρο– κι ο ταξιτζής που μ’ είχε δείρει μια νύχτα πολύ μου ’δωσε ένα ματσάκι μιγκέ απ’ αυτά που δίνουνε για την πρώτη φορά τους στις νύφες. Κουβεντιάζανε γρήγορα γρήγορα και σιγά σα να γουργουρίζανε νανουρίσματα σ’ ανακάλυφτη γλώσσα. Ένας Μάης 68 μ’ ένα πανί δεμένο στο κεφάλι σαν αβγό έκανε ΧΑ! στο τζάμι και το χνότισε / κι ένα δάχτυλο σκέτο / ένα ολομόναχο δάχτυλο σκέτο / έγραψε ένα ολόκληρο ποίημα με αριθμούς. Έκανε τ’ όνειρο πράξη. Λες να κάνουνε την επανάσταση οι αριθμομηχανές… σκέφτηκα… Όπου κι αν με βάλουν προσαρμόζομαι ξανασκέφτηκα
καλό να ’ν’ αυτό ή κακό
είχα αρχίσει να χάνω και χρώμα
είχε αρχίσει να μπαίνει και μουσική
είχαν αρχίσει όλοι να νυστάζουνε…
να χασμουριούνται… αποκοιμήθηκαν…
… Έβαλα το μαύρο καλτσόν μου και τις σουβλερές σιδερένιες καπιταλιστικές μου μπότες Είμαι / Περπατάω στην Ιουλιανού / όπου θες τώρα πάω / μπαίνω σ’ όλα τα γήπεδα τις Κυριακές παίζω παιχνίδι κατενάτσιο μέχρι να βρούμε άκρη Ένας με φουλ φέις της τάχα αριστεράς πάει να με ξεκάνει ουρλιάζω Ζήτω τα εργατικά συμβούλια ζήτω η εργατική τάξη / χώνομαι στον τηλεφωνικό θάλαμο να σωθώ κι η πόρτα κλείνει έτσι που δεν ξανανοίγει πια.
Έχω αντοχή μέσα απ’ το τζάμι.
Έχω εμπιστοσύνη παρόλ’ αυτά στο είδος μου.
Υπερρεαλιστές ποιητές όμοιοι με σταλινικούς ήρωες
ξεφτίλες βάσανα παρακάλια πείσμα υπομονή
τέτοιοι είμαστε.
Έτσι είναι οι άνθρωποι.
Κάποιος θα θελήσει να τηλεφωνήσει.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Advertisements

Κατερίνα Γώγου: [Να δώσεις μια…]

9

Να δώσεις μια και να βγεις όξω απ’ την πόρτα.
Πάρε φόρα και βρόντα την πίσω σου.
Στήσου απέναντι και δες το πατρικό σου να σωριάζεται
τα παιδικά σου χρόνια δες τα καλά
να τη φουντάρουν απ’ τους φεγγίτες μουγκρίζοντας
σαν τα βόδια που τους πατάνε πυρωμένο σίδερο
και τα μαρκάρουνε
θρησκευτικές τελετές ξόρκια χρυσά σταυρουδάκια
μποδίζουν στο κατάστημα
στήσου απέναντι και κοίταξε
πόρτες και παράθυρα έχουν το σχήμα του σταυρού
τίποτα δεν είναι τυχαίο
Σάπιο η φωνή του αίματος
το κληρονομικό δίκαιο το κρατάει
την ώρα που θα πέφτει το τελευταίο καδρόνι
πέρα μακριά ανεμίζουν πουλιά
βάλε τα χέρια στις άδειες τσέπες σου
άνοιξε βήμα μη νοιαστείς για την ώρα
άνοιξε το στόμα σου ξύπνα τους ένοικους της γης
βάλε λόγια και δική σου μουσική
ξελαρυγγιάσου με την αγριοφωνάρα σου
– Η ζωή –
δεν είναι ένα κλειστό ταξίδι
που ήταν
α-α-αταξίδευτο.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [Σάπια…]

8

Σάπια. / Σάπια θέματα / μουχλιασμένοι τόμοι ύπουλες βιβλιοθήκες
λέξεις τσανακογλείφτες λέξεις δούλες / στημένες μηχανές
λέξεις κομπίνες
εδώ η ζωή μας ταύρος με καρφωμένα χιλιάδες
φασιστικά μαχαιράκια
ξερνάει μαύρα τα αίματά μας
και σεις ζωγραφίζετε νεκρές φύσεις
σε κλιμακτήριες εκδόσεις να κονομάει ο ΕΟΤ.
Κόμματα – σημεία στίξης
οικολογία – αρχαίοι πρόδρομοι μας δείχνουν δρόμους
μονάχα με την όπισθεν
παραχωμένοι σε βαθιούς λάκκους οι καλοί
δημόσια έργα και τζίφρες επιφανών
περνάνε άσφαλτο πάνω τους
ένα μεγάλο στρογγυλό κουτί σαν κάλπη η γη
να ρίχνουμε την ψήφο μας
ό,τι χρώμα και να παίρνει η σαλαμάντρα
δεξιά είναι
Κάτι ψόφιες γαζίες αναλάβανε την άνοιξη
οι ρίζες δεν είναι για να γυρίζουμε πίσω
είναι για να βγάζουνε κλαριά
άμα δε βγάζουνε
είναι παλούκια καυσόξυλα
οδοφράγματα Μπροστά Μπροστά κι άλλο!
τόσο θέλει
απ’ την υποταγή στην εξέγερση
απ’ το όλοι ή κανένας
απ’ το όλα ή τίποτα
και μεις / μας μπάζουνε απ’ την είσοδο υπηρεσίας
στο πόδι τρώμε τ’ αποφάγια τους
παλιομοδίτικο φουλάρι φοράμε στον λαιμό μας
την ψόφια γάτα του πολιτισμού
τώρα δεν είμαι μονάχη μου πια
έχω έπιασα επαφή
δε φοβάμαι κανένανε
καμώνομαι πως ζω αυτή τη ζωή κι ετοιμάζω την άλλη
μέρα ντάλα μεσημέρι θ’ αρπάξω πινέλα και κουβά
θα σηκώσουμε τα πλακόστρωτα
θα κάνω μια μεγάλη βροχή με προκηρύξεις
συνθήματα προτροπής
σφαίρες – λέξεις στο χαρτί
γράμματα με πέτσες κι αίμα
η ποίησή μας ψυχοσωματική –
κανένας σας πια δεν μπορεί να μας χωρίσει
και τη ζωή μου
κι όποιος κοτάει ας κάνει προς τα δω χειροβομβίδα
με τραβηγμένη περόνη.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [Πόσο νωρίς φεύγει το φως…]

7

Πόσο νωρίς φεύγει το φως απ’ τη ζωή μας αδερφέ μου…
Μέσα απ’ τ’ αλλεργικά μας βλέφαρα
αργά στα νύχια πατάει η ζωή
μπας και την πάρουμε πρέφα
μακραίνει χάνεται… κοίτα έγινε κουκκίδα στρίβει γωνία… πάει…
Σκοτεινιάααα!
Αρνητικά φωτογραφίας κοιτάω και είναι λέει άνθρωποι
κόκκινα φωτιά τα μάτια τους παγιδευμένων λύκων
νύχια δανεικά –πώς τους κατάντησαν έτσι– ξένες μασέλες
βδέλλες κολλάνε στο λαρύγγι μας τραβάνε τα κουμπιά μας
μπας και τη βγάλουνε λιγάκι ακόμα.
Είναι εκείνου του τρένου –τους θυμάμαι καλά–
που όταν κανονίσαμε το πρώτο μας όνειρο να πάμε εκδρομή
μας πέταξαν στις τεντωμένες ράγες του ηλεκτρικού
σαν άδεια σακιά σ’ αφύλαχτη διάβαση
για υπερβάλλον βάρος.
Όσοι «ζήσαμε» γραμμένο με εισαγωγικά
χιλιάδες κάννες κεντράρουνε πάνω μας
απ’ την ταράτσα του ΟΤΕ
κρύο κρύο και μελό με το μακό μας φανελάκι
κάνουμε τάχα πως έχουμε παλτό
κι ένα –είδες, όλοι μας το ’χουμε–
βυσσινιό νεύρο κάτω απ’ το μάτι μας βαράει ακόμα.
Πόσο ακριβή είν’ αδερφέ μου η ζωή
πόσο φτηνήνανε τα είδη κουράγιο ρε.
Μερικές φορές –μα δεν το βάζω κάτω–
έρχονται τούμπα τα αντικαταθλιπτικά
και γέρνει η παλάτζα
δεν έχει άλλο μπρος
σκύβω τότε και παίρνω στα δόντια μου
το ματωμένο μου μυαλό και πάω πίσω πίσω
γυρίζω πίσω να σωθώ
κι ύστερα δε βρίσκω τον δρόμο
γιατί και κει είναι σκατά –σα να μην το ’ξερα–
παντού σπασμένες σιδεριές και θραύσματα οβίδας
τρομάζω τα χάνω με το παραμικρό δεν έχω πού να πάω
μονάχα η πόρτα της ΥΠΕΡΑΓΟΡΑΣ είν’ ανοιχτή
και χώνομαι μέσα
κοιτάω σαν αρπαχτικό πού πάνε τα λεφτά
και την αξία χρήσης
Ντελίριουμ Τρέμενς το λέν’ αυτοί ΕΓΩ ΘΕΛΩ ΝΑ ΚΛΕΨΩ
Βάζω τότε μπροστά όλα τα στερεοφωνικά να παίζουν μαζεμένα
κάθε μάρκα κι άλλο σκοπό
και τα μεγάφωνα στο φουλ να σπάνουνε τ’ αφτιά τους
κι ύστερα μ’ ένα Σίγγερ ψαλιδάκι καλό
κόβω γύρω γύρω το στόμα τους το μεγαλώνω
κολλάω εκεί πάνω την ψυχή μου φιλί του θανάτου
και μέσα τους αδειάζω τα ψυχοφάρμακα
τα φαρμακεία τους και τους φαρμακοποιούς τους μαζί
Θάνατος στο Βυζάντιο σιχτίρ οι δυναστείες
το διάφραγμα της φίλης μου τις ειρηνικές επεμβάσεις
οι πουλημένες τραβηχτικές Kodak και Γ. Σταύρου
να πάνε να πεθάνουν
Θάνατος στους Αθάνατους
μαύρες σημαίες και κόκκινο το φως ανοίγει
–Θ’ ΑΝΟΙΞΕΙ– ο δρόμος το στόμα
τα μάτια η καρδιά και το μυαλό.
Έτσι να κάνουμε θα πέσει η πόρτα.
Κι η μηχανή με το αρχαίο φιλμ. Μη. Μη συνέχεια οι άνθρωποι
μαύρα αρνητικά και μεις ΚΑΜΕΝΟΙ ΗΛΙΟΙ.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [Είμαι ένας βλάκας…]

6

Είμαι ένας βλάκας.
Οι άνθρωποι για διάφορους λόγους
κάνουνε διάφορες κινήσεις για διάφορες πράξεις.
Εγώ λοιπόν βλέπω την καλή.
Τους δίνω τα λεφτά μου
τα ρούχα μου και τα παιχνίδια μου
εμένα δε με νοιάζει να μην έχω τίποτα
ίσα ίσα μάλιστα. Γιατί αλλιώς
θα ντρεπόμουνα κιόλας.
Προχθές το βράδυ λοιπόν που ’κανε κατακλυσμό
βγήκα στον καιρό
ήθελα να κάνω κλακέτες στην άσφαλτο
τραγουδώντας στη βροχή
το ’χα δει παλιά που οι άνθρωποι
με τις χρωματιστές ομπρέλες τους
κοντοστεκόντουσαν και κοίταζαν τον Τζιν Κέλι χαμογελαστοί.
Έτσι κι έγινε.
Ήρθε πρώτος ένας με σιδερένιο ραβδί
και με χτύπησε με φόρα από πίσω κάτω απ’ τα μαλλιά.
Μετά ο άλλος μου σήκωσε τη φούστα
και μου ’ριξε μ’ ένα μυτερό παπούτσι κλοτσιά
στη δεξιά σάλπιγγα ήμουνα έγκυος κι έπεσα κάτω.
Μετά ήρθε ο τρίτος και είπε: αφήστε ρε κάτω την κοπέλα
είναι καλό παιδί δε φταίει σε τίποτα. Να σας πάω στο σπίτι.
Του ’πα ευχαριστώ. Άνοιξα με το κλειδί
κι ανέβηκε πρώτος τη σκάλα.
Κοίταξε ποιοι άλλοι μένουνε δω
ένα παιδί και μια γιαγιά
έβγαλε το βρακί του κι είπε: θα κοιμάμαι εδώ
για να σας προστατεύω.
Αυτός ήτανε ένας άνθρωπος που δεν έπαιζε στο
τραγουδώντας στη βροχή
ήτανε που έσπρωχνε σε μια ταινία
αυτούς που πόναγε το κεφάλι τους από τα τζάμια.
Τώρα κάνει πως κοιμάται κι εγώ πως γράφω.
Και που λέω πως είμαι βλάκας
είναι γιατί κι αυτό μπορεί να το συνηθίσω
να το πάρω για καλό λυπάμαι πολύ
αγαπάω και τους δολοφόνους λέω τι είναι η ζωή
τι είναι ο θάνατος τι είναι η σχιζοφρένεια τι είναι ο δικαστής
και τι είναι ο καταδότης τι είναι έρωτας τι είναι
μια καρτούλα από ξένη χώρα τι είναι το επιχείρημα
και τι η αντοχή πρέπει ν’ αγοράσω μια μεγάλη
όλο τρύπες μπλε ομπρέλα να μας χωράει όλους.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [Σα σκύλος κρυώνω…]

5

Σα σκύλος κρυώνω.
Τα δόντια μου χτυπάν απ’ άγνωστη αιτία ανομολόγητη.
Ο Μαρξισμός δεν έχει ψυχασθένειες
κάτι άλλο πρέπει να μου συμβαίνει.
Έχει ξεχειμωνιάσει πια.
Μέσα Ιουνίου.
Θα ’χετε περάσει τζάμια στα πετροβολημένα παράθυρα
τους τοίχους μπορεί να βάψατε με κάτασπρο χρώμα
Θ’ αστράφτει μέχρι πέρα η εργατική πάλη
κι οι πάγκοι που ’χαμε για τραπέζια
γεμάτοι χαρακιές φανατικές κι αμήχανες
διαφωνίες και αποφάσεις παμψηφεί
αυτοί που σπάσανε
κι αυτοί που θά ’ρθουν.
Τα χρώματα μπερδεύω.
Ό,τι έχω
είναι μια κόκκινη φωτογραφία της Πρωτομαγιάς
το κίτρινο χρώμα των κοριτσιών
και τα πονεμένα πόδια των φίλων
Κι έτσι όμως
Οι Καλύτεροι.
Μόλις φύγει τούτο τ’ άδικο θά ’ρθω να σας βρω
Μπορεί να μην τα καταφέρω στις σκάλες
Θα ’ρθω όμως οπωσδήποτε
Μπορεί να μου λείπει η φωνή ή το φως από τα μάτια μου
Σε μας δε χρειάζονται και πολλά.
Σύντροφοι.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [Είμαι εγώ…]

4

Είμαι εγώ!
Δικό σας παιδί
αίμα απ’ το αίμα σας
ρούχο απ’ το ρούχο σας σάρκα εκ της σαρκός σας.
Μάνα μου
η ελευθερίων ηθών πουτάνα ο Καπιταλισμός
Πατέρας μου
ο αιμομίχτης χωρικός Ιωσήφ Ντζουγκασβίλι Στάλιν.
Γνήσιο τέκνο της Ρόζμαρι και του Εξορκιστή
παλουκωμένη στη μέση των καιρών
να με χτυπάν όλοι οι ανέμοι.
Είμαι πεσμένη
με τη μούρη τριμμένη στα σκατά υπνωτισμένη και υστερική
έτοιμη
να βιαστώ
να διαιωνίσω το είδος.
Γέννημα θρέμμα
το δικό σας παιδί
παίρνω υπόγεια τηλεφωνήματα στους θαλάμους της Ομόνοιας
όρθια κατουράω στους καμπινέδες της Κοτζιά
είμαι χωρίς φύλο και χαρακτηριστικά
ούτε νάνος ούτε σπανός
ούτε γυναίκα ούτε πούστης
είμαι στα μπρούμυτα στα τέσσερα είμαι
κάτω απ’ τους πάγκους της γης
κρατάω σαν τους λεπρούς το χέρι των γερών
να ρίξει το κόμμα ενέσεις.
Στέκω εδώ
σημάδι των καιρών
στην παγκόσμια διασταύρωση σκοτωμένη
από μικροαστικό αυτοκίνητο 9 άσπρων αλόγων
απ’ τον καιρό της κομμούνας του Παρισιού ασάλευτη
τα χαρτιά μου άχρηστα πια κι η τσάντα μου πεταμένη
κανείς δεν πλησιάζει απ’ την μπόχα μου.
Στέκω ήσυχα
με τ’ άντερά μου περασμένα στον λαιμό μ’ εσωτερική αιμορραγία
κάθετα στον θάνατο οριζόντια στη ζωή
το κράνος των ΜΑΤ στο κεφάλι μου
τρώω το φαΐ που με ταΐζετε ντομάτες με ντουμ-ντουμ
και ξυραφάκια
κούνια μπέλα τραμπαλίζομαι στους ήχους της σειρήνας
πιπιλάω μ’ οιδιπόδειο από τη σάπια ρώγα σας ναρκωτικά
αλκοόλ και δακρυγόνα
ήσυχη
κάθομαι
στα μαρμάρινα σκαλιά
στο αναπηρικό καρότσι μου
στον άρειο πάγο παίζω ακορντεόν το Φρέρε Ζακ
η ευθανασία δεν υπογράφεται
κι απ’ το κεφάλι μου ξετυλίγεται κι ανεμίζει στα πέρατα
μ’ αίματα ποιήματα μυαλά
και με στριγκλιές
ένας μακρύς μακρύς άσπρος επίδεσμος σημάδι μου της εμμονής.
Σ’ όλης της γης τα γκέτο.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [Με το κεφάλι θρύψαλα…]

3

Με το κεφάλι θρύψαλα
απ’ τη μέγγενη των παζαριών σας
την ώρα της αιχμής και κόντρα στο ρεύμα
θ’ ανάψω μια μεγάλη φωτιά
και κει θα ρίξω όλα τα μαρξιστικά βιβλία
έτσι που να μη μάθει ποτέ η Μυρτώ
τα αίτια του θανάτου μου.
Μπορείτε να της πείτε
πως δεν άντεξα την άνοιξη ή πως πέρασα με κόκκινο.
Ναι. Αυτό είναι πιο πιστευτό.
Με κόκκινο. Αυτό να πείτε.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [Τα σύνορα της πατρίδας μου αρχίζουνε…]

2

Τα σύνορα της πατρίδας μου αρχίζουνε
απ’ τα ψητοπωλεία του Μινιόν
περνάνε απ’ τα καμένα ξύλα του Περοκέ και πέρα…
Η ζωή από κει παίζει βρόμικο ξύλο με τη ζωή
στριμώχνει τα καλύτερα παιδιά της σε φαγωμένες σκάλες
τους στρώνει στον «Θανάση» σημαδεμένη τράπουλα από χέρι
τους περνάει μπρασελέ και ματωμένους σουγιάδες
και μπότες γυαλιστερές πορτοκαλιές με 10 πόντους τακούνι.
Ζόρικο αντριλίκι τα γεννητικά τους όργανα
τα Άγια των Αγίων κι αλλιώτικο φιλότιμο
ώσπου μια μέρα –Παρασκευή μπορεί–
τους ρίχνει από κοντά επιδέξιους κώλους
καρφώνουνε τον αντρισμό τους
τους φέρνει καπάκι
κι ύστερα ευνουχισμένοι με τη γλώσσα κολλημένη στον ουρανό
με το μαντίλι που σκουπίστηκαν
ένα με την καφέ του ρίγα περιθώριο γύρω γύρω
πνίγουν με ισόβια
φωταγωγημένα καράβια εφοπλιστικά κεφάλαια ξωτικές
θάλασσες Παναμαϊκές σημαίες χρεωμένες τραγουδίστριες
και τα δικά τους ταξίδια στη θάλασσα με καρπουζόφλουδες
το ξεχειλωμένο μαγιό απ’ το περίπτερο
και την τσατσάρα –πουτάνα ζωή– μαγκιά τους στο πλάι.
– Κανείς δεν ξέρει.
– Κανείς δεν είδε.
19 20 21 χρονώ και τέλος.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Μάνος Ελευθερίου: [Ο αδελφός του πρίγκιπα της Σκιάθου και της Σκοπέλου…]

Ο αδελφός του πρίγκιπα της Σκιάθου και της Σκοπέλου.
Οι αδελφές του οι Μεγάλες Δούκισσες
Ουρανία, Χαρίκλεια, Σοφία, Κυρατσούλα,
(μεταξωτά, δαντέλες και βελούδα και ταφτάδες)
ο άλλος που έφυγε μικρός, διάδοχος του θρόνου της ελιάς και πήρε αυτός τον τίτλο,
ο ίδιος Κύριος και Δεσπότης, πήρε το στέμμα και δέκα τίτλους
από τον πατέρα του, τον Δικαστή Ιερέα, γενιά κι αυτός
από το δεντρί του Ιούδα
–φαρμάκι μες στα φύλλα του γιαλού–
και την επικαρπία των κτημάτων τ’ ουρανού απ’ τη μητέρα του.

Γενιές γενεών οι πριγκίπισσες λύπες του κι από την κούνια του
προφήτες, όσιοι και μάρτυρες
και μοναχοί με το τρίχινο ράσο
και την καρδιά σα γυαλάκι της λάμπας
στο ταπεινό το γραφείο του ληξιάρχου εκεί
θα πρωτόγραψαν… Σήμερον, την 4ην του μηνός Μαρτίου, του έτους 1851,
ενώπιον εμού του Ληξιάρχου της πόλεως Σκιάθου
εμφανισθείς (ποιος εμφανίστηκε)
κι αργότερα, όσοι ψηλαφίζουν τα σκοτάδια και ζουν με το φως

Κι όσοι ψηφίζουν τη θάλασσα και ζουν στα βουνά
–αχ, πόσα, πόσα των άλλων, δικά μας, και μόνο γι’ αυτούς–
ως σμήνος απειράριθμον πτερωτών ψυχών οι άλλοι.
Καρτερείτε κι εμέ, να φωνάζει, καρτερείτε κι εμέ, να φωνάζω.
Κάπου, κάπου γίνεται μια δίκη για μας, ναι,
κάποιοι, ναι, κάπου δικάζουν, μακριά μάς δικάζουν ερήμην μας,
πληρωμένοι δικαστές, ψευδομάρτυρες, διάδρομοι, ναι, δικηγόροι,
και χρόνια χρόνια, ναι. Το κορμί του θα το βλέπει, πώς το βλέπει –
κι όλους που σκύβουν απ’ το ξανθό τους το άλογο και του δίνουν ελεημοσύνη.

Καθώς, λοιπόν, εσήμαινε ο όρθρος
κι ενώ στεκόταν μπρος στη βρύση να πλυθεί
και φανταζόταν μουσικές που είχε κλεισμένες
στα δίχτυα της ψυχής του
και τα νερά ιερουργούσαν ακόμη μες στον ύπνο του
εκεί για μας σταμάτησε η ζωή του
αλλά και για το σκοτεινό τρυγόνι
La diritta via era smarrita.

Δάντης: Η ευθεία οδός είχε χαθεί.

Από τη συλλογή Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου (2001) του Μάνου Ελευθερίου

Πληροφορίες για το βιβλίο (από το οπισθόφυλλό του):
Οι δύο πρώτες εκδόσεις της συλλογής Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου κυκλοφόρησαν στα 1975 και 1980 σε ελάχιστα αντίτυπα εκτός εμπορίου.
Σκοτεινό τρυγόνι αυτοαποκαλείται ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στο ποίημά του Προς τη μητέρα μου (1874).
Η μικρή ταπεινή εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου βρισκόταν στις αρχές του 20ού αιώνα στην οδό Άρεως, στο Μοναστηράκι, κι εκεί πήγαινε ο Γέροντας κι έψαλλε στις ολονυχτίες.
Το ποίημα είναι ένας φόρος τιμής και συγχρόνως μια παραληρηματική αλλά κατανυκτική συνομιλία του Μάνου Ελευθερίου με τον συγγραφέα της Φόνισσας. Τοιχογραφία με ψηφίδες από γεγονότα, πρόσωπα και συμβάντα της ζωής του μεγάλου πεζογράφου μέσα από επιστολές και λογοτεχνικά κείμενά του.
Μια εσωτερική συνομιλία κι ένα διάλογος σαν νυχτερινός ψαλμός οδύνης, ταπείνωσης και συγχρόνως θαυμασμός και προσευχή προς τον Γέροντα, που το 2001 «έκλεισαν» 150 χρόνια από τη γέννηση και 90 από την κοίμησή του.

Μάνος Ελευθερίου: [Στα πορφυρά τα σεντόνια του ύπνου…]

Στα πορφυρά τα σεντόνια του ύπνου
εκεί διαβάζει μονάχα το όνομά του
κιθαρωδός της νυκτός και οινοπότης
Και καθώς του έλαχεν ο κλήρος των θυμάτων
–αυτός ο συρράπτης επιφυλλίδων–
ολονέν εχανόταν στα δαιμόνια του ρέματος
κι οι νεκροί ας αγρυπνούν κι ας πληθύνονται
στην κοίμηση των λουλουδιών.

Πώς να δει το αλλιώς και πώς να το σφραγίσει
και χωρίς το σκοινί πώς ν’ ανεβάσει απ’ τις στέρνες τ’ αηδόνια
και να νηστεύει πριν ζωγραφίσει το μαρτύριο των ανθρώπων

Φεύγουνε φεύγουνε οι ζωντανοί ολοένα
νεκροί που ντύνονται τα λόγια της θαλάσσης
τον κόσμο πια τον βλέπει μες στα χέρια του
το μαύρο φάντασμα που είδε στο κορμί του
το μαύρο φάντασμα που ήταν το κορμί του
(κι ολοένα πιο λίγοι κι ολοένα πιο μόνοι
εκεί που τελειώνει μια εγκατάλειψη
και περιμένεις τη συκοφαντία).

Τι παρελθόν και τι κορμί Πάντα το ίδιο κάνει.

Από τη συλλογή Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου (2001) του Μάνου Ελευθερίου

Πληροφορίες για το βιβλίο (από το οπισθόφυλλό του):
Οι δύο πρώτες εκδόσεις της συλλογής Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου κυκλοφόρησαν στα 1975 και 1980 σε ελάχιστα αντίτυπα εκτός εμπορίου.
Σκοτεινό τρυγόνι αυτοαποκαλείται ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στο ποίημά του Προς τη μητέρα μου (1874).
Η μικρή ταπεινή εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου βρισκόταν στις αρχές του 20ού αιώνα στην οδό Άρεως, στο Μοναστηράκι, κι εκεί πήγαινε ο Γέροντας κι έψαλλε στις ολονυχτίες.
Το ποίημα είναι ένας φόρος τιμής και συγχρόνως μια παραληρηματική αλλά κατανυκτική συνομιλία του Μάνου Ελευθερίου με τον συγγραφέα της Φόνισσας. Τοιχογραφία με ψηφίδες από γεγονότα, πρόσωπα και συμβάντα της ζωής του μεγάλου πεζογράφου μέσα από επιστολές και λογοτεχνικά κείμενά του.
Μια εσωτερική συνομιλία κι ένα διάλογος σαν νυχτερινός ψαλμός οδύνης, ταπείνωσης και συγχρόνως θαυμασμός και προσευχή προς τον Γέροντα, που το 2001 «έκλεισαν» 150 χρόνια από τη γέννηση και 90 από την κοίμησή του.