Γιώργος Θέμελης, Συνοδεία

[Ενότητα Κινήσεις]

Συνοδεία

Αυτό που περιμένουμε από στιγμή σε στιγμή,

(Κάτι σα να ’χουμε ξεχάσει – κάτι γυρίζει μες στο νου.
Κοιτάζουμε παντού, παιδεύουμε την ανάμνηση,
Ανάβουμε φως να βλέπουμε και να βλεπόμαστε).

Αυτό που περιμένουμε μέσα στο αύριο,
Στο κάθε επόμενο άνθισμα των αριθμών,
Μπορεί να ’ναι μια χειρονομία ή ένα χαμόγελο,
Που έρχεται κι είναι παρόν στο δρόμο που πηγαίνουμε,
Όταν κινούμε πρωί απ’ το σπίτι μας μέσα στη μέρα,
Όταν γυρίζουμε πίσω κυρτοί απ’ τον άνεμο.

Μπορεί να ’ναι σε κάθε στάση που στεκόμαστε,
Στην κάθε πόρτα που χτυπάμε να μας ανοίξουν.
Στο ποτήρι που πίνουμε, στο κάθισμα που καθόμαστε.

Χαμογελάτε καθώς διαβαίνετε ανάμεσα στα πράγματα.

Μπορεί να είστε ο ήλιος που περιμένουν ή ένας ενάλιος θεός
Που έρχεται μες απ’ την πάχνη να τα κυλήσει
Σε νέες κοίτες, σε καινούργιους αριθμούς.
Μπορεί να πηγαίνετε και να γυρίζετε μέσα στην μνήμη τους.

Χαμογελάτε ο ένας στον άλλο, χαμογελάτε στον εαυτό σας.

Όταν συναπαντιέστε μονάχοι, όταν σωπαίνετε,
Όταν προσεύχεστε, θυμάστε, ή αφουγκράζεστε.

Χαμογελάτε στον ξενιτεμένο και στον άγνωστο,
Χαμογελάτε στους νεκρούς που προπορεύονται.

Από τη συλλογή Συνομιλίες (1953) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Advertisements

Γιώργος Θέμελης, Φάτνη

[Ενότητα Αθύρματα]

III. Φάτνη

Μέσα μας γίνεται η Γέννηση.
Έξω στέκει το σχήμα της –
Μας φανερώνεται.

Εδώ που στήσαμε τη φάτνη,
Εδώ που κρεμάσανε το άστρο,
Είναι σα μια μεγάλη πέτρα –
Πέτρα υψηλή, μετέωρη.
Ένα πυκνό σημείο αιωνιότητας.

Το Βρέφος, ο Ιωσήφ και η Μαρία,
Τ’ αγαθά ζώα. Οι άγγελοι
Σταματημένοι σε μια πτήση
Ψηλά, στη σιωπή, παίζοντας όργανα.

Άρπα, κορνέτα, βιολί και φυσαρμόνικα.

Ακίνητοι σαν από πορσελάνη,
Με σιωπή απόλυτη, μουσική.

(Η Νύχτα απλώνεται σαν την ηχώ
Αυτής της μουσικής, της σιωπής,
Της μουσικής των Αγγέλων μέσα μας, έξω μας).

Αν στέκουν εδώ, πετούν εκεί,
Στον άλλο χώρο∙ αντλούν
Αίμα σκληρό απ’ το αίμα μας,
Αγάπη απ’ την αγάπη μας.

Παίρνουν τα όνειρά μας και τα ψηλώνουν.

Η Μόνα στέκει κοντά τους ακίνητη,
Σαν από πορσελάνη, αγγίζει τα εύθραυστα πόδια τους.

Βλέπει το αόρατο στο μαγικό καθρέφτη του ορατού.

Τι τώρα, τι πάντα.

Ω καθαρότατη ψυχή,
Άμωμη, αμόλυντη, ανυπόκριτη.

Ο χρόνος ανοίγει σαν το φεγγίτη που μας φωτίζει.

Τα παίρνουμε και τα πλαγιάζουμε
Μέσα σ’ ένα κουτί να κοιμηθούν
Πάνω σε χάρτινο άχυρο να μη ραγίσουν.

Από τη συλλογή Η Μόνα παίζει (1961) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Φωτοσκιάσεις (Χ)

[Ενότητα Φωτοσκιάσεις]

Χ

Αγαπημένη πλάνη, αγαπημένη ματαιότητα.

Ίσως καθρέφτισμα, ίσως μουσική,
μια μουσική παράξενη, μαρμαρωμένη.

Τι κι αν ξυπνήσουμε κάποτε κι ανοίξουν
τούτα τα μάτια σε μια άλλη αυγή.

Λιπόσαρκοι, γυμνοί και πεινασμένοι.

(Πώς να σε δω, Θεέ μου, να σε γνωρίσω,
πώς να κοιτάξω το πρόσωπό Σου,
χωρίς μάτια, δίχως πρόσωπο).

Εγώ αγαπώ τη γη, τη μάταιη γη,
είμαι από γη∙ εγώ αγαπώ το φως,
εγώ αγαπώ τη θλίψη την απέραντη,
τη θλίψη της γης, του ήλιου και του αγέρα.

Εγώ αγαπώ το σώμα και το αίμα,
το τίμιον αίμα, τ’ άγιο σώμα.

Τον έρωτα εγώ αγαπώ, το θάνατο.

Από τη συλλογή Φωτοσκιάσεις (1961) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Μελέτη ψυχής (VI)

Μελέτη ψυχής

VI

Το στοιχειωμένο είμαι σπίτι το ετοιμόρροπο,
Που στέκει εδώ σαν το φυτό και γέρνει πέρα.

Διαμονή παλιών ψυχών, κατοικητήριο φαντασμάτων.

Υπάρχω, είμαι,
Ως να μην ξέρω,
Πως το χτισμένο τούτο σπίτι
Είναι σα μια κλωστή,
Ένας ψυχρός άδειος αγέρας
Ανάμεσα σε μένα
Και το θάνατο.

Υπάρχω, είμαι γεμάτος,
Η βαρύτητά μου με φοβίζει.

Πράξεις βαριές, ασήκωτες, μάταιες,
Πράγματα συντριπτικά, καθώς ένα τσουβάλι πέτρες.

Πώς θα με πάρουν να με σηκώσουν,
Ένα βαρύ φορτίο γεμάτο απ’ την ουσία του.

(Πίσω, Θεέ μου, πίσω, απ’ την αρχή).

Από τη συλλογή Φωτοσκιάσεις (1961) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Χειμωνιάτικη φωτιά

[Ενότητα Το Δίχτυ των ψυχών, II]

Χειμωνιάτικη φωτιά

Με είχε προφτάσει καταμεσής στο δρόμο
Απ’ τ’ αδειανό μου πίσω σπίτι στ’ άλλο σπίτι,
Η Νύχτα,
Με είχε σκεπάσει το σύθαμπο.

Το ετοιμόρροπο σώμα σαν ένας επερχόμενος σκελετός,
Δέντρο ρικνό απ’ τον άνεμο.

Έπεφτε το αίμα του ήλιου
Έπεφτε, λίμναζε μέσα στη Δύση.

Τα μάτια μάθαιναν τη θάμπωση,
Τα δάχτυλα την παγωμένη αφή.

Και φάνηκε η Αγάπη,
Πρόφτασε πάνω στο σύνορο,
Πρόφτασε, στάθηκε, σταλμένη από μακριά.

Μάζεψε φλόγα κι άναψε μια χειμωνιάτικη φωτιά.

Από τη συλλογή Το Δίχτυ των ψυχών (1965) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Αναζήτηση

[Ενότητα Κινήσεις]

Αναζήτηση

Δεν θ’ ακουστούν τα βήματά μας σε συνάντηση.

Σα να ’χουμε χάσει τον εαυτό μας και τον γυρεύουμε
Σε δρόμους που περάσαμε, σε κατοικίες που διανυκτερεύσαμε.

Σα να γυρίζουμε απ’ έξω κι ανάβουμε το φως
Και μιλούμε, όπως μιλούσαμε, βηματίζουμε,
Ή στεκόμαστε ν’ αφουγκραστούμε κάποιο θόρυβο.

Είμαστε θόρυβοι και θορυβούμε.
Είμαστε μικρά φτερά και χτυπούμε στον άνεμο.

Αγγίζουμε ο ένας τον άλλο και σωπαίνουμε ώρα πολλή
Σκύβοντας μέσα στα πρόσωπά μας να γνωριστούμε.

Η γνωριμία μας είναι μια μυστική υπόθεση που δεν τελειώνει.

Έρχεται σιγά σιγά ο ύπνος και μας τυλίγει.

Τα πρόσωπα που γνωρίσαμε, τα πράγματα που αγγίξαμε,
Φυσιογνωμίες, συναπαντήματα, χαμένες αστραπές,
Η γη που σπιθοβολούσε στην καρδιά μας,
Μπαίνουν μες στη γυμνή ψυχή μας, τη μοιράζονται.

Δεν ξέρω, αν είναι ο άνεμος που σηκώσαμε,
Που τον γεμίσαμε με τη μικρή βοή μας και μας θρηνεί
Στους δρόμους που περάσαμε, στις κατοικίες που διανυκτερεύσαμε.

Δεν ξέρω αν είναι χιόνι που έρχεται να μας σκεπάσει.

(Πού θα βρεθούμε το πρωί, σαν θα σημάνουν οι καμπάνες).

Από τη συλλογή Συνομιλίες (1953) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Οδοιπόροι

Μάνος Χατζιδάκις & Μάνος Ελευθερίου, Η μπαλάντα του οδοιπόρου
(ερμηνεία: Γιάννης Δημητράς / έργο: Ο οδοιπόρος, το μεθυσμένο κορίτσι και ο Αλκιβιάδης (1974))

[Ενότητα Σημεία και σύμβολα]

Οδοιπόροι

Όταν περνώ τον εαυτό μου,
Σαν μέσα σ’ ένα άλλο ένδυμα,
Βγάζοντας τα καθημερινά κουρέλια,
Το φως
Ανατέλλει και δύει στο πρόσωπό μας.

Η τύχη του κρέμεται μετέωρη,
Σαν από κάποιον ήλιο δικό μας.

Λέμε το φως ημέρα, το σκότος νύχτα,
Μοιράζουμε ονόματα: άστρα, φυτά και ζώα.

Είμαστε δίχως τάφο και πατρίδα,
Σαν τους πλανόδιους μουσικούς.
Τραγουδούμε, χορεύουμε, παίζουμε όργανα.

Η μουσική μας είναι η ομιλία μας, ο έρωτας το μυστικό μας.

Οδοιπορείτε, ακούραστοι οδοιπόροι, μιλάτε.
Τι στοιχίζει μια λέξη ακόμα, ένα όνομα.
Ένα χαμόγελο ή μια χειρονομία.

Από τη συλλογή Φωτοσκιάσεις (1961) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Οι απόντες

[Ενότητα Έρωτος εγκώμια]

Οι απόντες

Δεν είναι ο έρωτας, δεν είναι ο Θεός
Αυτό που μας λείπει∙ εμείς
Λείπουμε και μας λείπει,
Έχουμε φύγει κι είναι απών.

Τον γυρεύουμε τάχα ή μας γυρεύει
Και δε μας βρίσκει; Τον ποθούμε ή μας ποθεί
Και δε μας βλέπει το πρόσωπό του;

Εμείς έχουμε πεθάνει, ο θάνατός μας
Είναι ο μέγας θάνατος, δεν πέθανε ο Θεός.

Εμείς είμαστε οι απόντες απ’ το δείπνο,
Αυτοί που λείπουν και δεν είναι, κλείστηκαν έξω,
Δεν πρόφτασαν να ’ρθουν, τρέχουν στους δρόμους,
Και σκουντουφλούν στη γη, χτυπούν την πόρτα.

Δεν έχουν πρόσωπο, δεν έχουν φως.

Από τη συλλογή Φωτοσκιάσεις (1961) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Αντανάκλαση

Μάνος Χατζιδάκις & Βrian Corrigan, Love her
(ερμηνεία: New York Rock & Roll Ensemble / δίσκος: Reflections (1970))

[Ενότητα Το Δίχτυ των ψυχών II]

Αντανάκλαση

Το πρόσωπό μου δεν είναι πια
Μονάχο κι έρημο
Σαν αφημένο στο σκοτάδι.

Το πρόσωπό μου είναι ωραίο.

Γιατί το βλέπεις ωραίο είναι ωραίο
Το πρόσωπό μου,
Γιατί το δείχνει
Ωραίο το πρόσωπό σου, φαίνεται ωραίο.

Γιατί το δέχεται, γιατί το αντανακλά
Το πρόσωπό μου, το πρόσωπό σου.

Από τη συλλογή Το Δίχτυ των ψυχών (1965) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Υμέναιος

[Ενότητα Έρωτος εγκώμια]

Υμέναιος

Τέλεια, πυκνή, αναπόδραστη μοίρα του έρωτα
Και του θανάτου∙ κατάκτηση πρώτα, ύστερα παραίτηση.
Ανάβαση πρώτα, ύστερα κατάβαση,
Πτώση του σώματος και θλίψη της ψυχής,
Καθώς ανοίγει η μοναξιά και καταπίνει
Ταπεινωμένα κόκαλα και σωριασμένα.

Έρχεται ο έρωτας και μας εμπαίζει,
Ένας θεός ή ένας δαίμονας.
Μας γδύνει χωρίς ντροπή και φόβο.
Μας αφήνει γυμνούς για να κρυώνουμε,
Νηστικούς για να πεινούμε,
Καθώς στην έσχατη κρίση.

Πεινούμε την πείνα του, κρυώνουμε τη γύμνια του.

Έρχεται ο έρωτας και μας αλλάζει.

Σκιές μες στη σκιά,
Σιωπή μέσα στην άλλη σιωπή.

Τα χείλη μας μυρίζουν άνοιξη
Και χωματίλα, τα στήθη μας ώριμο μήλο.

Μέσ’ απ’ τους κήπους των νεκρών έρχεται ο έρωτας.
Τα μέλη μας τρέμουν και τα σπλάχνα.
Έχουν τον πυρετό μιας πυρκαγιάς,
Τρομαγμένα πετάγματα, ζώα που τρέχουν,
Και τον αναπαλμό μιας υψωμένης θάλασσας,
Υπόκωφα κύματα καμπυλωτά
Και το βαθύ νυχτοκολύμπι του ψαριού.

Λαμποκοπούνε τα μαλλιά επάνω στα προσκέφαλα,
Φέγγουν τα χέρια μες στο πάθος της αγάπης,
Δάχτυλα ψάχνοντας τυφλά μέσα στη σάρκα.

Από στήθος σε στήθος φτάνει στις ψυχές
Ο έρωτας, καθώς πάνω σε κλίμακα.

Οι ψυχές δε μπορούν να μιλήσουν.
Δεν έχουν γλώσσα, έχουν σιωπή,
Έκπληξη απόρρητη και θλίψη,
Ανάμνηση και τρόμο του κενού.

Ν’ αντιφεγγίσουν μόνο μπορούν,
Να κινήσουν τα δάχτυλα,
Ν’ ανοιγοκλείσουν τα μάτια και τα χείλη.

Να κοιταχτούν, η μια την άλλη, σαν σε καθρέφτη.

Από τη συλλογή Φωτοσκιάσεις (1961) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Φωτοσκιάσεις (I)

[Ενότητα Φωτοσκιάσεις]

I

Τα μάτια μου είναι από πηλό κι ανταύγεια.

Δεν το ’ξερα πως είναι τόσο ωραίο το φως.
Μέσα σε τόση λάμψη τόση απάτη.

Βουνά βουνών και δέντρα δέντρων,
Δέντρα βουνά, καθρεφτισμένα
Σαν μες σε μια αντανάκλαση.
Ετοιμόρροπα σπίτια, μυθικά φυτά.

Βλέπε το φως, ψυχή μου.

Είναι ωραίο, πολύ ωραίο,
Ένα ωραίο ψέμα αληθινό.

Το φως το αμφίβολο, το απόκρημνο.

Το ’χεις απάνω σου, το περπατείς,
Στα ρούχα σου, στη σάρκα, το σηκώνεις.
Το γεύεσαι, μάτια και χείλη, τ’ ανασαίνεις.

Αισθάνομαι να ’μαι από σκιά και φως, αντανακλώ.

Από τη συλλογή Φωτοσκιάσεις (1961) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Ιωάννου, Δούλος ιερός του έρωτα (III)

Δούλος ιερός του έρωτα

III

Μόνο το σπίτι μου υπάρχει,
όλα τ’ άλλα χάθηκαν.
Είσαι μέσα εσύ, είσαι εντός,
με καρτεράς που έρχομαι.
Περνάς απ’ τις πολύξερες τις κάμαρες,
τη σκόνη παίρνεις, τη φριχτή σκουριά,
το τόσο χνούδι που κρυφομαζεύτηκε.

Το μεσημέρι με τη λήξη της δουλειάς,
χυμάω σαν το σίφουνα ερχόμενος.
Τρία ποτάμια διασχίζω ολοφούσκωτα.
Ούτε ο Έβρος είναι, ούτε ο Αξιός,
ούτε ο Αλιάκμονας, δικός μας ποταμός:
Σταδίου, Πανεπιστημίου και Ακαδήμειας.

Συμπλέκομαι με άλλους βιαστικούς,
δεν ξέρω αν το κάνουνε επίτηδες.
Κοιτάω στην πλατεία τους αναρχικούς,
τις κλούβες πιο εκεί κι αντιπαρέρχομαι.
Καιρό δεν έχουμε γι’ αυτά,
κοιτάω το μπαλκόνι φλογιζόμενος.

Αχ, βάζω το κλειδί όπως στον έρωτα.
Το σπίτι ευωδιάζει απ’ την ανάσα σου,
τα μέλη σου ανθούνε στο ημίφωτο.
Έλα και τύλιξέ με, δε ζητώ φαΐ,
δεν θέλω ύπνο, μιας στιγμής ξεκούραση.
Ακούμπα με, με το κορμί σου ντύσε με.

Κλειστά τα παραθύρια,
πεσμένα όλα τα παραπετάσματα.
Δεν μας χρειάζονται τα ξένα βλέμματα,
ούτε οι φωνές, ούτε τα ξένα βήματα.
Χαμηλωμένο ας μένει το τηλέφωνο.
Στα μάτια κοίταξέ με, καταδέξου με.

Από το ποίημα Δούλος ιερός του έρωτα (1980) του Γιώργου Ιωάννου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Ιωάννου

Γιώργος Ιωάννου, Δούλος ιερός του έρωτα (II)

Δούλος ιερός του έρωτα

II

Κλεισμένος είμαι
καρτεράω το μήνυμα.
Κι άλλα σινιάλα μάζεψα που έκανες∙
το χέρι που απάνω μου ξεχάστηκε,
θερμό ιδιαίτερα της χειραψίας σου το σφίξιμο,
και το φιλί αποχαιρετισμού δεν έμοιαζε.

Κάποιο σημείωμα,
κάποιο βαθύ ξεμακρισμένο τηλεφώνημα
από το δορυφόρο θα χυμήξει επάνω μου.
Του βλέμματός σου θα ’ναι η αντανάκλαση,
λάμψη μεταλλική στο αεροδρόμιο,
την ώρα που περνούσες απ’ τον έλεγχο.

Γελούνε γύρω, για κορόιδο μ’ έχουνε.
Ούτε για πασατέμπο τέτοια δεν τους φτάνουνε.
Μα εγώ τραβάω στις λεωφόρους σαν αόμματος,
ζέστα βαθιά ανακαλύπτω μέσα μου,
καθώς μ’ όλα τα ράκη μου τυλίγομαι
και εισχωρώ μες στην καρδιά της χόβολης.

Το νιώθω τώρα πως θα ’ρθεις,
αν έχει, φτάνει μόνο που με κοίταξες,
εμένα τον ουτιδανό, τον άσχημο,
τον τιποτένιο, το φριχτό και τον απαίσιο.

Αχ, θέλω να τ’ ακούσω από το στόμα σου,
μια γεύση κι εγώ να ’χω απ’ το μαρτύριο.

Ευτυχισμένος πέφτω στο κρεβάτι μου,
δε νιώθω πια την επανάσταση της σάρκας μου.
Εσύ με νοιάζεις και θα έρθεις κάποτε.
Μπορώ να περιμένω χρόνους άπειρους,
να περπατώ και να μη βλέπω γύρω μου.
Έστω για να με φτύσεις, έλα κάποτε.

Από το ποίημα Δούλος ιερός του έρωτα (1980) του Γιώργου Ιωάννου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Ιωάννου

Γιώργος Ιωάννου, Δούλος ιερός του έρωτα (I)

Δημήτρης Παπαδημητρίου & Κώστας Φασουλάς, Βαθύ ποτάμι ο έρωτας
(τραγούδι: Παντελής Θαλασσινός / δίσκος: Έτσι ξαφνικά (2005))

Δούλος ιερός του έρωτα

I

Γυρνώντας από το ταξίδι
θα βρω έναν έρωτα.
Πηγαίνοντας στο ταξίδι
θα βρω έναν έρωτα.
Καλύτερα στο γυρισμό να βρω τον έρωτα,
να τον φέρω γρήγορα στο σπίτι.

Περπατώντας στην Πατησίων
θα σκοντάψω στον έρωτα,
Θα ’ναι μια τρύπια δεκάρα,
δε θα τη μαζεύει κανείς.
Θα πάρω μια αλυσιδίτσα,
θα την κρεμάσω στο λαιμό μου.

Όλο στο σπίτι μέσα
θα περιμένω τον έρωτα.
Σηκώνοντας το ακουστικό
θα ορμάει της λεωφόρου ο θόρυβος.
Πάνω και κάτω βηματίζοντας
του κουδουνιού θα προσμένω το χτύπημα.

Θα πλαγιάζω μαζί με τον έρωτα.
Το ξυπνητήρι θα βάζω του έρωτα.
Θα ψήνω καφέ, θα βάφω παπούτσια κατάμαυρα.
Υποχείριος θα ’μαι του έρωτα.
Ποτέ μονάχος πια,
δούλος ιερός του έρωτα.

Ομίχλης σύννεφο στο σπίτι ο έρωτας.
Με φώτα θα διέρχομαι τους διαδρόμους του.
Σαν μαξιλάρι πουπουλένιο ο έρωτας,
για πνίξιμο αθόρυβο κατάλληλος.
Αχ, μουλιασμένος με λαγνείας οράματα
περπατώ στης Αθήνας τα κράσπεδα.

Από το ποίημα Δούλος ιερός του έρωτα (1980) του Γιώργου Ιωάννου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Ιωάννου

Γιώργος Ιωάννου, Υποψία

Υποψία

Γελούσαν πολύ στη γιορτή∙
γελούσαν ύστερα στο δρόμο.
Κάτι ψιθύρισαν στ’ αυτιά.
Ωρίμασε κάτι στα μάτια.

Δεν έχω τίποτε απάνω μου, θαρρώ.
Τίποτε απολύτως δεν το δείχνει
το πυρωμένο εκείνο σίδερο,
που όλο τις γιορτές με κυνηγάει
και η καρδιά μου λαχταράει να μη φωνάξει.

Αφού γελούσαν όμως, το κατάλαβαν κι αυτοί.

Από τη συλλογή Τα Χίλια Δέντρα (1963) του Γιώργου Ιωάννου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Ιωάννου