Σαράντος Παυλέας, Τα κοιμητήρια των μικρών θαλασσινών χωριών

Τα κοιμητήρια των μικρών θαλασσινών χωριών

«… Το πλοίο ονειρεύτηκε ένα καινούριο ωκεανό…»
Ρωξάνη Παυλέα

Εκείνα τα κοιμητήρια στα πολύ μικρά χωριά
σχεδόν ήταν άφρακτα κι ήταν σα ν’ αφήναμε
τη θάλασσα έτσι όπως ήταν
τόσο κοντά στα κύματά της
σα να φώναζαν τους θαλασσινούς μας
ναυτικούς, σα να θέλαν να τους άρπαζαν
σαν να τους ζητούσαν επίμονα αφρισμένα∙
δε σταματούσαν, πολύ κοντά τους έφταναν
σα να τους ζητούσαν, σαν να τους έπαιρναν
τους πεθαμένους, σα να τους σήκωναν
από τον παντοτινό τους, σαν να τους ξυπνούσαν τον ύπνο
έτσι όπως ήταν ενταφιασμένοι κοντά, πολύ σιμά
οι θαλασσινοί μας στα μικρά τους χωριά
στην κάποτε την αγαπημένη τους
των ταξιδιών τη θάλασσα.

Το συγκεκριμένο ποίημα του Σαράντου Παυλέα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ευθύνη (τεύχος 343, Ιούλιος 2000).

Πηγή: http://genesis.ee.auth.gr/dimakis/Euthini/343/5.html

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας

Advertisements

Σαράντος Παυλέας, Το δέντρο και το νερό

Το δέντρο και το νερό

«… Εγώ φεύγω
τρέχω στη γραμμή του Σύμπαντος»

Ρωξάνη Παυλέα

Μόνο το δέντρο γνώριζε και σώπαινε βαθιά, ασάλευτο
σαν άγαλμα θαρρούσες όταν έβγαινε από μια νύχτα
θερινή θαυμάσια πολύαστρη γεμάτο έκσταση∙
γι’ αυτό σα να ’χε ακούσει την προπατορική
τη θεϊκή μουσική την απαράμιλλη.
Μόνο το δέντρο και το νερό ήξεραν καλά
με τα κύματα της θάλασσας
και τα φύλλα συναδερφωμένα
το κυλιόμενο τραγούδι τους να τραγουδούσαν.
Μόνο το δέντρο και το νερό είχαν της υπομονής
τη μεγάλη δύναμη και την περιεκτική
τη δεκτικότητα που χαρακτήριζαν
τη διάρκεια και τη γλυκιά την αιωνιότητα.

Από τη συλλογή Συμπαντική ιθαγένεια (1998) του Σαράντου Παυλέα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας

Σαράντος Παυλέας, Συνήθεια

Συνήθεια

«Ο κήπος της άσπρης θάλασσας μοιάζει σαν πεδιάδα με μαργαρίτες»
Από τα «Καρφωμένα ελάφια», Ρωξάνη Παυλέα

Εμείς δε χωρούσαμε σε σπίτια∙
προτιμούσαμε της εξοχής τον ανοιχτό τον άνεμο
τον καλό τραγουδιστή της δρυός
με το τραχύ της σκούρο πράσινο φύλλωμα.
Τη λάσπη του ήθελε ο κροκόδειλος
και το βαλτονέρι του ο μακρουλός όφις
και η καλή μας αρκούδα έψαχνε
αγριόμελο σε δεντροκυψέλη
και το λινάρι ψήλωνε και γαλάνιζε
κι εμείς ζούσαμε με την αρμύρα του Θεού
βαθιά μέσα μας, όπως το ψάρι
κυκλοφορούσε μέσα στης θάλασσας
την αρμυρή της συνήθεια.

Από τη συλλογή Συμπαντική ιθαγένεια (1998) του Σαράντου Παυλέα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας

Σαράντος Παυλέας, Η Διδασκάλισσα

Μάνος Χατζιδάκις & Ιάκωβος Καμπανέλλης, Ρίχνω την καρδιά μου στο πηγάδι
(τραγούδι: Λάκης Παππάς / δίσκος: Ματωμένος γάμος / Παραμύθι χωρίς όνομα (1965))

Η Διδασκάλισσα

«… Σφαίρα είναι η σελήνη
γι’ αυτό οι θάλασσες είναι κυρτές…»

Από τα «Παραλειπόμενα από την άλλη όψη»

Λίγο να χαμογελούσε ο πεντάγνωμος ήλιος του Μάρτη
χαμογελούσε και της πεταλούδας το πέταγμα πανάλαφρο. Με κλειδιά
δεν ανοιγόταν κανένας ουρανός, γιατί μόνο τα φυσικά φτερά της ψυχής
τον ουράνιο παράδεισο ξεκλείδωναν.
Μέσα μας ένας ήλιος άναβε καλός
και όταν αδειάζαμε τον εαυτό μας από άγνοια
τον ξαναβρίσκαμε κι ένα γέλιο από μέσα μας
ανέβαινε βαθύ και δροσερό σαν νερό κατάκρινο
από βαθύ πηγάδι το καλοκαίρι
με χιούμορ εμπαίζοντας τις ανοησίες μας όλες
τις δαπανηρές κι ανώφελες. Και η δαμασκηνιά μάς κοίταζε
ανάμεσα στα πρώτα φύλλα της και στ’ άνθη της
που σιγά-σιγά αποχωρούσαν.
Πολλά μας δίδασκε η φύση∙
μας μάθαινε την τρυφερότητα της αγάπης,
της εμπιστοσύνης τη δύναμη την ακέραια
για να ’μασταν γιορτινοί και να δεχόμασταν
ό,τι επρόσφερναν για να μας γύμναζαν
οι σωστές εποχές γεμάτες σύνεση
με την αντοχή που κέρδιζε ένα δέντρο
μέσα στη νυχτερινή θύελλα
βρίσκοντας μέσα στην αυγή πάλι την όρθια του θέση,
με την υπομονή την μεγάλη του
την καλή και σοφή διδασκάλισσα.

Από τη συλλογή Συμπαντική ιθαγένεια (1998) του Σαράντου Παυλέα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας

Σαράντος Παυλέας, Ακρόαση

Ακρόαση

«… Τα παγωμένα νερά του ξεροπόταμου
αρμενίζουν στη γαλανή θάλασσα»

Από τα «Άνθη της λήθης», Ρωξάνη Παυλέα

Ο καθένας μας ένα σύμπαν «εν συνόψει».
Εφαρμόζαμε την καθημερινή μας εσωτερική ακρόαση
και γευόμασταν της ύπαρξης τη γλυκιά μας αιωνιότητα.
Παντού ο μουσικός της ύπαρξης, εύθυμος ο ρυθμός του Θεού.
Στο βάλτο του έζη ο φασιανός
μ’ όλα τα φυσικά του χρώματα στολισμένος
καλά ήταν εκεί και τα κλουβιά δεν ήθελε.
Γιατί πρώτη ελευθερία και ομορφιά και αγάπη
ήταν ο Θεός.

Από τη συλλογή Συμπαντική ιθαγένεια (1998) του Σαράντου Παυλέα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας

Σαράντος Παυλέας, Χτισμένα σημεία

Brendan Behan & Μίκης Θεοδωράκης, Άνοιξε λίγο το παράθυρο (απόδοση στα Ελληνικά: Βασίλης Ρώτας)
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / δίσκος: Ένας όμηρος (1966))

Χτισμένα σημεία

Είπαμε να μην τσακίζουμε, να μην ισοπεδώνουμε τα παράθυρα.
Κανένα παράθυρον όσο σκληρό κι αν έχει φως, το φως γνωρίζει να γιατρεύει.
Γυρεύαμε τα παράθυρα, δε μας αρκούσαν τα παράθυρα,
γιατί θέλαμε πολύ φως για να διαλύουμε το κάθε μας σκοτάδι.
Γι’ αυτό ψάχναμε για παράθυρα σα να ’μασταν διαρκώς χτισμένοι.
Παντού ψηλαφούσαμε για φως, θέλαμε τα παράθυρα, προσπαθούσαμε
να ελευθερώνουμε όλα τα χτισμένα τους σημεία, σχηματίζαμε ρωγμές
κι ανοίγματα, να πετύχουμε ένα τέλειο παράθυρο
όπου το φως συνέχεια κι άφθονο να φτυαρίζεται μέσα του
απέναντι στο απέραντο το Σύμπαν.

Από τη συλλογή Τ’ όνομά μας ήταν ενοχή (1983) του Σαράντου Παυλέα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας

Σαράντος Παυλέας, Το μαύρο κουβάρι

Το μαύρο κουβάρι

Μέσα στο μαύρο κουβάρι της άγνοιας τυλιγόμασταν
κι ας λέγαμε πως είμασταν γεμάτοι γνώση.
Είμασταν ένα τρομαγμένο διαρκώς κουβάρι,
συνεχώς αγνοούμενοι που κανένας δε ζητούσε με κανένα ραδιόφωνο
στις αναζητήσεις του Ερυθρού Σταυρού την επάνοδό μας.
Δεν είχαμε κάνει τα βήματά μας πουθενά όρθια και σταθερά.
Σα να ’μασταν από στοιχειώδη περιστατικά υποσκελισμένοι
πηγαίναμε στους σταθμούς όπου τα τρένα σφύριζαν συνέχεια
και δε σταματούσαν να μας πάρουν έστω και χωρίς αποσκευές.
Τι να τις κάναμε τις αποσκευές;
Σα να μην είχαμε κανένα είδος εμπορεύματος
ν’ ανάβουμε της ψυχής τη ζεστή κάποτε φωτιά,
σα να ’χαμε λησμονήσει πως κάποτε περπατούσαμε όρθιοι
έστω και με τα ερείπιά μας ντυμένοι.

Από τη συλλογή Τ’ όνομά μας ήταν ενοχή (1983) του Σαράντου Παυλέα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας

Σαράντος Παυλέας, Τ’ όνομά μας ήταν ενοχή

Λαυρέντης Μαχαιρίτσας & Ισαάκ Σούσης, Η ενοχή των αμνών
(ερμηνεία: Λαυρέντης Μαχαιρίτσας / δίσκος: Η ενοχή των αμνών (2010))

Τ’ όνομά μας ήταν ενοχή

Συγχώρησέ με, Θεέ μου, που δεν κατόρθωσα
να δω τον κόσμο αυτό τον επίγειο σαν ένα πανηγύρι
και να τον διασκεδάσω σαν ένας πανηγυριώτης.
Πώς θα γινόμουν, Θεέ μου, ένας πανηγυριώτης, αφού γιορτάζαμε
το έτος του παιδιού κι ύστερα πηγαίναμε και βάζαμε το μεσονύχτι
δυναμίτιδα στις κατοικίες των προσφύγων και τους ξεθεμελιώναμε
μαζί με τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους;
Πώς να καυχόμουν, Θεέ μου, πως όλος ο κόσμος ήταν ένα πανηγύρι,
αφού πορευόμασταν στα βαρβαρικά μας μεσονύχτια και σκοτώναμε
πάνω στον ύπνο τους, γέροντες, γυναίκες και παιδιά μικρά, αγόρια και κορίτσια
και ύστερα για να εξαφανίζουμε από ενδεχόμενους υποκριτικούς παρατηρητές
το σκοτωμένο ψυχομέτρι περνούσαμε πάνω τους
με τις ματωμένες εκείνες μπουλντόζες μας και μεταμορφώναμε
το έγκλημά μας σ’ ένα κόκκινο πολτό, σ’ ένα πολτό
τ’ αθώα παιδιά και τα κορίτσια μας σ’ ένα κόκκινο πολτό;

Από τη συλλογή Τ’ όνομά μας ήταν ενοχή (1983) του Σαράντου Παυλέα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας

Σαράντος Παυλέας, Σ’ αγαπούσα

Σ’ αγαπούσα

Τ’ άστρα λάμπανε και τα φύλλα σφύριζαν σαν κοτσύφια
δεμένα με τα κλαδιά τους και τη ρίζα τους και σ’ αγαπούσα.
Το κοίλο κύμα στην αμμουδιά του στόλιζε μ’ άσπρα,
πυκνά θροΐζοντα άνθη και σ’ αγαπούσα.
Απέραντες ακρογιαλιές έπαιρναν το φεγγάρι το γεμάτο
και το ’καναν άσπρα κομματάκια φρέσκο ψωμί
και το μοίραζαν ευλογημένον αντίδωρο της θείας Ακολουθίας και σ’ αγαπούσα.

Από τη συλλογή Τ’ όνομά μας ήταν ενοχή (1983) του Σαράντου Παυλέα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας

Σαράντος Παυλέας, Ο χρόνος

Ο χρόνος

Άνθιζεν όλος ο πυρακτωμένος ήλιος, άνθιζε, όταν σ’ έβλεπα
τους χτύπους τους μουσικούς η καρδιά μου άνθιζε
κι εγώ ξεχνούσα πολεμιστές που έμεναν ακίνητοι στα μονοπάτια
με τα ρούχα τ’ άδεια ντυμένοι να τους τρώει ο χρόνος
και μια σαρκοβόρα βροχή.
Άνθιζεν η καρδιά όταν σ’ έβλεπα, άνθιζα ολόκληρος κι εγώ.
Πάνε πια χρόνια και χρόνια που έχασα εκείνο τον καιρό.
Μα σ’ έχω γράψει πάνω στης καρδιάς μου το ρυθμό
και δε σε λησμονώ σαν το ελάφι που δεν ξεχνάει
την ταχύτητά μου τη γοργή.

Από τη συλλογή Τ’ όνομά μας ήταν ενοχή (1983) του Σαράντου Παυλέα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας

Σαράντος Παυλέας, Λάμψη

Σταμάτης Σπανουδάκης & Μανώλης Ανδρικάκης, Έφυγες νωρίς
(τραγούδι: Ελευθερία Αρβανιτάκη / δίσκος: Κοντραμπάσο (1986))

Λάμψη

Κάθε πουλί έλεγα έχει αναμμένη την άνοιξη μέσα στην καρδιά του
κι έλαμπε όλος ο δρόμος όταν σε είδε και περνούσες
κι έπειτα όταν έφυγες έμενε ο δρόμος άδειος κι άχαρος
κι ας είχε τόσο πλήρη τον ήλιο του κι ας σήμαιναν τα ξερά
κουκουνάρια στα πεύκα πάνω σαν καμπάνες από φως
τραβηγμένες από το σχοινί του ανέμου.

Από τη συλλογή Τ’ όνομά μας ήταν ενοχή (1983) του Σαράντου Παυλέα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας

Σαράντος Παυλέας, Αρκούδες του Κόντιακ

Sir Anthony Hopkins, Alec Baldwin & a Kodiak bear (film: The Edge (1997) by Lee Tamahori)

Αρκούδες του Κόντιακ

Από τα πιο μικρά μου χρόνια,
είδα θρονιασμένη στο σπίτι μου την πιο σκληρότερη αρκούδα στον πλανήτη μας,
την αρκούδα του Κόντιακ.
Μεγάλωσα και προσπαθούσα να νικήσω
βάζοντας στον ένα δίσκο της ζυγαριάς το βάρος του έρωτα.
Μα όπου κι αν πήγαινα του Κόντιακ μ’ ακολουθούσε η σκληρή αρκούδα.
Παντού μου κατασκεύαζε η κοινωνία τις αρκούδες του Κόντιακ.
Ύστερα κι εγώ άρχιζα μέσα μου να εγκαθιστώ και να ιδρύω του Κόντιακ τις αρκούδες.
Έτσι σιγά-σιγά τις παραδέχτηκα όλες
τις εσωτερικές και τις εξωτερικές του Κόντιακ τις αρκούδες
χαϊδεύοντας την ωρυγή τους την εξωτερική και την εσωτερική,
για να σώζομαι και να σώζονται
οι σκληρές κι αυθεντικές του Κόντιακ αρκούδες.

Από τη συλλογή Τ’ όνομά μας ήταν ενοχή (1983) του Σαράντου Παυλέα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας

Σαράντος Παυλέας, Το πιο φτερωτό φέρτε μου άλογο

Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Κώστας Βίρβος, Ένα αμάξι με δυο άλογα
(ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος: Μικροί καημοί (1975))

Το αραχνάκι

Θέλω να υπακούσω στην κλήση του ταξιδιού μου.
Το πιο φρέσκο, το πιο γοργό φέρτε μου άλογο.
Πηγαίνω προς τη νίκη μου και την τελειοποίησή μου
το πιο αστραφτερό φέρτε μου άλογο,
να το ανεβώ έτσι αφρισμένο όπως θα ‘ναι
μέσα στη μαύρη νύχτα
το πιο γοργό, το πιο αφράτο φέρτε μου άλογο,
να φτάσω στον καιρό μου πριν γίνει ο καλός του πλοίου μας απόπλους.

Το πιο γοργό, το πιο αφράτο φέρτε μου άλογο.
Δε θα φύγω σαν ένας Αννίβας
για μιαν έρημη παραλία της Θάψου. Δεν ακολουθεί τη φυγή μου
κανένας Σκιπίωνας, καμιά Ζάμα.
Πορεύομαι σε τροπαιούχον άλλο βίο.
Το πιο φτερωτό φέρτε μου άλογο,
να κάμω γρήγορο το τέλος των χιλιομέτρων μου
που με χωρίζουν από το Καράβι της Απεραντοσύνης μου.
Το πιο φτερωτό φέρτε μου άλογο.

Από τη συλλογή Ποιητικοί συνειδησιακοί διάλογοι, Β (1981) του Σαράντου Παυλέα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας

Σαράντος Παυλέας, Τα σπίτια του Νότου

Λαυρέντης Μαχαιρίτσας & Ισαάκ Σούσης, Νότος
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας & Μάριος Φραγκούλης / δίσκος: Ζωντανή ηχογράφηση στην Ιερά Οδό II (1998))

Τα σπίτια του Νότου

Ο θάνατος θυμάμαι, εκεί στα σπίτια του Νότου ήταν ένα σκοτεινό γεγονός,
ίσως γιατί υπήρχε πολύς ήλιος παντού, γυμνός, άφθονος.
Κλείνονταν τα παράθυρα όταν του νεκρού περνούσε η ακολουθία
κάτω από τα σπίτια τα παλιά και οι ένοικοι την πομπή
πίσω από τις κατεβασμένες κουρτίνες κρυφά παρακολουθούσαν.
Κάποια μεσημέρια ασάλευτα, φωνές από μοιρολογίστρες

τη χλιαρή τους έκοβαν άνεση σα μαχαίρια ακονισμένα.

Στα σπίτια εκείνα του Νότου ο νεκρός ήταν μέσα στο σκοτάδι του αιώνια βυθισμένος,
στους μικρούς του ληστές, τα σκουλήκια του αφιερωμένος,
μακριά από το αστραφτερό φως, που ντύσιμο δε δεχότανε κανένα.

Εκεί, στα σπίτια του Νότου, οι νεκροί ερχόνταν πάλι
και ζητούσανε τα κρεβάτια τους με το στεναγμό του ανέμου,
μ’ άδεια μάτια, ενώ τα ποντίκια ροκάνιζαν
μέσα στα μεσάνυχτα τα πατώματα τα φαγωμένα από το σαράκι,
τις κατάκλειστες ντουλάπες του ταξιδεμένου, εκεί στο Νότο όπου οι μυγδαλιές

πολύ γρήγορα ανθούσανε τ’ άνθια τους
σαν κύματα σ’ ακρογιάλι αφρισμένα.

Από τη συλλογή Ύμνος στον ήρωα Κωνσταντίνο Δαβάκη (1979) του Σαράντου Παυλέα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας

Σαράντος Παυλέας, Το αραχνάκι

Σταμάτης Κραουνάκης & Λίνα Νικολακοπούλου, Αράχνη
(τραγούδι: Άλκηστη Πρωτοψάλτη / δίσκος: Ανθρώπων έργα (1993))

Το αραχνάκι

Σε μια ξερή πευκοβελόνα και σ’ ένα φύλλο τεφρό πεσμένο
το νήμα του στηρίζει ένα μικρό αραχνάκι.
Πηγαίνει κι έρχεται, επίμονο κι ακούραστο μες στη γλυκιά προσωρινότητά του.
Δεν το προσέχει ο μικρός άνεμος και το πουλί που τραγουδεί
στον ταπεινό του θάμνο.
Εικόνα του ελαχίστου, σκιά της ύπαρξης,
ψίχουλο από το συμπόσιο και τη γιορτή του Κόσμου,
σοφό κι ελεύθερο μες στην υπακοή του,
το γαλάζιο του δόλου του το ύφασμα
σχεδόν αθώρητο,
σαν ώριμο καρπό παρασκευάζει.

Πηγή: ελληνική ανθολογία της νέας ποιήσεως (εκδ. Άγκυρα, 1974)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας

Σαράντος Παυλέας, Το κουνάβι και τα περιστέρια

Το κουνάβι και τα περιστέρια

Στην αρχή μετά τη σωτηρία τους από του σώματος τα πάθη
μένουν οι ψυχές αγνώριστες πολύ-πολύ παιδεμένες, τρομαγμένες
μέσα σ’ αυτό το καπνισμένο κλουβί, το σώμα μας,
που καίγεται από πανικούς και πόθους. Στέκονται οι ψυχές αλαφιασμένες,
δεν ξέρουν πού να πάνε, παγίδες άλλες υποπτεύονται, στα νέα
θέλγητρα δυσπιστούν, νέα δεσμά δε θέλουν. Πετούν σαν
περιστέρια φοβισμένα τη νύχτα από το κουνάβι,
που κατέβη κι έπνιξε δέκα αδερφάκια τους και τώρα μέσα
στο φως της μέρας ησυχάζουνε και στις σκεπές των σπιτιών τη νύχτα του κουναβιού τους ξετρομάζουν.
Χρειάζονται πιο στερεά κλουβιά, πιο πυκνό το δέλεαρ του δεσμού και της λήθης να κουρνιάσουν πάλι.

Από τη συλλογή Αναγωγή στη μονάδα (1965) του Σαράντου Παυλέα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας

Σαράντος Παυλέας, Μη μου αφαιρείτε

Οδυσσέας Ελύτης & Γιάννης Μαρκόπουλος: Ω αμάραντο πέλαγο!
(τραγούδι: Μαρία Δημητριάδη, ανάγνωση: Γιάννης Φέρτης / δίσκος: Ήλιος ο πρώτος (1969))

Μη μου αφαιρείτε

Έχω ακόμα το παράπονο του πεύκου με τα χοντρά κλωνάρια,
το αλύχτημα της αλεπούς στο σκοτεινό το δάσος
που λες μοιάζει φώκιας φωνή σ’ ακρωτήρι αφροπεριχυμένο,
έχω τ’ αλλάγματα του ποταμιού απ’ την πηγή ως την εκβολή του,
τις πρασινοσπηλιές με τις νεροκοπέλες να υφαίνουν εκεί το εξαίσιο τους στημόνι,
και στου χειμάρρου το γκρέμισμα να λούζονται, τη νύχτα να χορεύουν,
έχω της ελπίδας το φως και του χελιδονιού το μουσικό πριόνι του αιθέρα,
το μικρό έχω που παίζει στα τζάμια μου εφέτος πρωτοβρόχι
κλαίγοντας σε φυλλοσυρμή ή σε φωλιά κενήν αφημένη.
Έχω για να σώζομαι τα παιδικά σας μάτια.

Από τη συλλογή Αναγωγή στη μονάδα (1965) του Σαράντου Παυλέα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας

Σαράντος Παυλέας, Παρηγοριά

Παρηγοριά

Έχω ακόμα το παράπονο του πεύκου με τα χοντρά κλωνάρια,
το αλύχτημα της αλεπούς στο σκοτεινό το δάσος
που λες μοιάζει φώκιας φωνή σ’ ακρωτήρι αφροπεριχυμένο,
έχω τ’ αλλάγματα του ποταμιού απ’ την πηγή ως την εκβολή του,
τις πρασινοσπηλιές με τις νεροκοπέλες να υφαίνουν εκεί το εξαίσιο τους στημόνι,
και στου χειμάρρου το γκρέμισμα να λούζονται, τη νύχτα να χορεύουν,
έχω της ελπίδας το φως και του χελιδονιού το μουσικό πριόνι του αιθέρα,
το μικρό έχω που παίζει στα τζάμια μου εφέτος πρωτοβρόχι
κλαίγοντας σε φυλλοσυρμή ή σε φωλιά κενήν αφημένη.
Έχω για να σώζομαι τα παιδικά σας μάτια.

Από τη συλλογή Θαλασσινή φήμη (1958) του Σαράντου Παυλέα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας

Σαράντος Παυλέας, Επιθυμία

Επιθυμία

Να ’χα κάπου να προσορμίζουμαι όταν η θύελλα ανάβει το θυμό της,
όπως στο δάσος το πουλί πετάει και προστατεύεται ώσπου η μπόρα να περάσει,
σαν τις πεταλούδες με τα πολυχρωμάτιστα στίγματα στα φτερά τους
που βρίσκουν κάποιαν απανεμιά και σώζονται και μνήσκουν,
να ’χα κι ένα αργυρό ραβδί και να ’γγιζα τη λύπη
να μεταλλάζω το κλάμα σε χαρά
σε σπίτι ψηλόχτιστο
με την ανησυχία της γιορτής του στα κελάρια,
μ’ ένα πλατύ στη σάλα τραπέζι φωτοστόλιστο
για τους προσκαλεσμένους χαροκόπους,
να ’ρχονται τα φαρμάκια μας και κρασί να τα κερνάμε,
να ’ρχονται και τα πάθια μας και να γελούν και κείνα!

Από τη συλλογή Θαλασσινή φήμη (1958) του Σαράντου Παυλέα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας

Σαράντος Παυλέας, Ακινησία

Ακινησία

Σήμερα η θάλασσα είναι ήσυχη σα να ’ναι ζωγραφισμένη,
ατάραγη σαν ένα κομμάτι μάρμαρο, γαλάζια μακριά απλωμένη
κι είναι τα πλοία ακίνητα στο φως παραδομένα
μόλις να μισοφαίνονται σαν ονείρατα στο βάθος,
είναι οι θαλασσαετοί στεκάμενοι στους αχνούς βράχους
όπου το κύμα αφρομαρμάριζε, ροχθούσε∙
περπατάει τα πετράδια του το κύμα το μικρό
στην επιφάνειά του απάνω,
το χταπόδι βγαίνει από τη θαλάμη του και τη λεία του ερευνάει,
μένει ο ψαράς ακούνητος στο δίχτυ του σκυμμένος
και καρτεράει στα ρηχά ο κέφαλος να περάσει.
Κι είναι στα παράθυρα του γιαλού ανοιχτά μάτια
να προσμένουν τους ξενιτεμένους.

Από τη συλλογή Θαλασσινή φήμη (1958) του Σαράντου Παυλέα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας

Σαράντος Παυλέας, Το τραγούδι του όρθρου (Ι)

[Ενότητα Το τραγούδι του όρθρου]

Ι

Ω νύχτα πόσες φορές δεν κατεβήκαμε
μέχρι το τελευταίο σκαλί την άβυσσό σου!
πόσες φορές δεν είχαμε μια δέηση στα μάτια,
μια φλόγα που άναβε τα βλέφαρα!
όρθρε, γλυκύτατε όρθρε της χαράς
πόσες φορές δεν πλάσαμε μες στα θεμέλια της νύχτας τ’ όνειρό σου!

Χαμογέλασε πάνω από τα ποτάμια μας.
Φώτισε το σκοτάδι μας μ’ ένα πάμφωτο λύχνο,
άγρυπνες για σένα κρατούσαμε την ακοήν την όρασή μας.
Χτύπησε τις βασανισμένες μας πύλες και θα σ’ ανοίξουμε,
αλαφροπάτησε τα σκαλοπάτια μας να βγούμε να σ’ υποδεχτούμε.
Γίνε περιστέρι μ’ ένα κλωνάρι της ελιάς στο ράμφος του,
να σ’ ιδούνε τα παιδιά μας να γελάσουνε,
να σ’ ιδούν τα κορίτσια μας να τραγουδήσουν!

Από τη συλλογή Η συμφωνία της χαράς (1950) του Σαράντου Παυλέα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας