Βασίλης Φαϊτάς, Χαμόγελο

Χαμόγελο

Κοριτσάκι
της φτωχογειτονιάς χαμόγελο
πάνω απ’ την πόλη τους γαλάζιους κύκλους σαν κοιτάζαμε
τα μάτια σου έχανα
κι άκουγα τη φωνή μου ψηλά να περιπλανιέται
ανέβαινες
και μέσα στ’ άστρα σ’ αναζητούσα.

Κοριτσάκι
της φτωχογειτονιάς χαμόγελο ανέμελο κι αθώο
σκάλωναν άστρα και προσευχές στα ξέπλεκα μαλλιά σου
και γέμιζαν τα χέρια μου απ’ τις μπούκλες σου
και τα αθώα δεκαπέντε σου χρόνια.

Από τη συλλογή Άποικοι της νύχτας (1966) του Βασίλη Φαϊτά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Βασίλης Φαϊτάς

Advertisements

Βασίλης Φαϊτάς, Τύψη

Τύψη

Πήγα και κάθισα κάτω απ’ το κόκκινο φανάρι
στη στροφή του δρόμου με τους στεναγμούς
η βροχή έκανε ποτάμι τ’ άστρα.
Άνοιγε μέσα μου ο κύκλος.
Το ρολόι έδειχνε δώδεκα και πίκρα.
Ήρθαν και με βρήκαν
απ’ τις τέσσερις γωνίες της νύχτας
με αλλόκοτους ψίθυρους
και κλειδώθηκαν βαθιά στο αίμα μου
οι πέτρες με τα γαλάζια μάτια
τα πουλιά με τα γαλάζια νύχια
και μάτωσαν τη συνείδησή μου.

Από τη συλλογή Άποικοι της νύχτας (1966) του Βασίλη Φαϊτά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Βασίλης Φαϊτάς

Βασίλης Φαϊτάς, Το άστρο

Το άστρο

Τούτη τη νύχτα
ένα άστρο λάμπει μες στο στήθος μου
φωτεινό σαν τη ζωή
σιωπηλό σαν την αγάπη.
Στην πλάτη μου νιώθω τα μεγάλα μάτια του ανέμου
και τις άψυχες ώρες να χτυπούν.

Τούτη τη νύχτα
είμαι πιο πάνω
από τα παιδιά που πηγαίνουν να πεθάνουν
στις μακρινές φτωχογειτονιές
το ατέλειωτο πλήθος της μοναξιάς.
Τα τραγούδια των ανθρώπων
έρχονται από πολύ μακριά
σα θρήνος σαν παράπονο.

Από την πύλη
της αγαπημένης μου πολιτείας
ένα-έφυγαν τ’ άστρα
κι έμεινε μόνο
ένα άστρο μες στο στήθος μου
φωτεινό σαν τη ζωή
σιωπηλό σαν την αγάπη.

Από τη συλλογή Άποικοι της νύχτας (1966) του Βασίλη Φαϊτά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Βασίλης Φαϊτάς

Βασίλης Φαϊτάς, Πορεία

Πορεία

Μετά από χίλιους αιώνες
θα με δεις να κλαίω
αναζητώντας
το χαμένο δισκοπότηρο
ψηλά μέσα στα σύννεφα
ν’ ανεμίζω
την πεντάστικτη σημαία μου.
Την απεραντοσύνη έχω δέσει
με τις αλυσίδες μου.
Μ’ ένα καράβι
θα με δεις να φεύγω
μαύρο σαν τη νύχτα
όταν ανθίζει ο κάμπος
σ’ ανθρώπους που ξεχάσαν πια τον πόλεμο
σ’ άλλες χώρες
στην αγάπη.

Από τη συλλογή Άποικοι της νύχτας (1966) του Βασίλη Φαϊτά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Βασίλης Φαϊτάς

Βασίλης Φαϊτάς, Ο κήπος

Ο κήπος

Σε κάποιες μυστικές γωνίες του κήπου μας
τις νύχτες σπέρνουμε τα όνειρά μας.
Κοιμόμαστε νωρίς για να ονειρευτούμε περισσότερα όνειρα
κόκκινους ήλιους κι άσπρα σύννεφα
παιδιά με μεγάλα μάτια
παιδιά με ρυτίδες
να ψηλαφούν το άπειρο στις πλατιές λεωφόρους.

Από τα ψηλά κατάρτια των καραβιών
στέλνουμε προσευχή
στα λιμάνια με τους γυάλινους φάρους
στα λιμάνια με τους απόκρυφους παλμούς
χαράζουμε πορεία ανατολικά
με το φλάμπουρο της ελπίδας υψωμένο
μη σπάσουν οι γυάλινες καρδιές
μη σβήσουν οι γυάλινες φωνές
και το πρωί χαθούμε στους ανέμους.

Από τη συλλογή Άποικοι της νύχτας (1966) του Βασίλη Φαϊτά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Βασίλης Φαϊτάς

Βασίλης Φαϊτάς, Νυχτερινό

Νυχτερινό

Το άστρο του Νότου
μικρό πουλί
με τα πληγωμένα του δάχτυλα
τρέχει μέσα στο σύμπαν.
Η αιχμή της νύχτας
γυμνή έφθασε στην καρδιά μου
σαν τον άνεμο
που έρχεται ξαφνικά
στο παράθυρό μου.

Είναι αδιάβατοι οι δρόμοι, μητέρα…

Από τους πρόποδες της βροχής
ήρθε κι έφυγε
ουράνιο τόξο
το παλικάρι
πλημμυρισμένο
νερό και φως
ανεμίζοντας
μια αγκαλιά χρυσάνθεμα.
Ακούς, μητέρα
μια αγκαλιά χρυσάνθεμα.

Είναι αδιάβατοι οι δρόμοι, μητέρα…

Ο αγγελιοφόρος πέρασε
με τα αιθέρια τοιχώματα της φωνής του
τρέχοντας κάτω από τα σύννεφα
κι ούτε γύρισε να κοιτάξει.

Ο καβαλάρης της χαραυγής
χελιδόνι
που στα φτερά του
χαράζαμε τα παιδικά μας χρόνια
έφυγε πίσω από το τζάμι μου
στον αδιαπέραστο άνεμο.
Στην απεραντοσύνη
με τα χίλια χρώματα
με τα χίλια μάτια
ο γλάρος
κι η χαμηλόφωνη κουβέντα
αναμοχλεύουν
αυτό το πρωινό
εκείνα που είχα αγαπήσει.

Στην ερημιά
κυματίζει
ένα ξερό κλαδί
ένα παιδί που κλαίει.

Είναι αδιάβατοι οι δρόμοι, μητέρα…

Από τη συλλογή Άποικοι της νύχτας (1966) του Βασίλη Φαϊτά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Βασίλης Φαϊτάς

Βασίλης Φαϊτάς, Μεταίχμιο

Μεταίχμιο

Αυτό το αμφίβολο φως
σχήματα και ιδέες μέσα σε μιαν ακινησία
όπως ένα σταματημένο απόγευμα
σε μια τομή του χρόνου.

(Είμαι ένα άδειο αντηχείο
ένα τέλμα από αντανακλάσεις.)

Αυτό το κοιμητήριο των αισθήσεων
τα δάκρυα
που λάμπουν μες στο χάος
επιδεινώνουν τη μοναξιά
συνθλίβουν τη θέληση.

Από τη συλλογή Άποικοι της νύχτας (1966) του Βασίλη Φαϊτά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Βασίλης Φαϊτάς

Βασίλης Φαϊτάς, Καλοκαιρινή ιστορία

Καλοκαιρινή ιστορία

Ένα αμφίβολο καλοκαίρι
κρυβόταν πίσω από τη φωτιά και τα σύννεφα.
Κατηφορίζαμε το λόφο.
Αριστερά και δεξιά
οι νεκροί είχαν ξαπλώσει πάνω στη γη τους
στην κόκκινη χλόη
τα μάτια τους κοίταζαν τους καπνούς
που ανέβαιναν στον ουρανό.
Προχωρούσαμε σκυφτοί σιωπηλοί
άντρες που έκαναν αγάπη τον πόλεμο
αγόρια που ξέχασαν ανοιχτά τα βιβλία τους
μικροί γιοι του πολέμου.

Ο αφρικανικός άνεμος
σκόρπιζε το καλοκαίρι πάνω στα μαλλιά της άμμου
αντίκρυ
τα σκοτεινά μάτια της Ασίας μας παρακολουθούσαν
και μεις κατηφορίζαμε
ένα μικρό απόσπασμα ελπίδας.

Από τη συλλογή Άποικοι της νύχτας (1966) του Βασίλη Φαϊτά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Βασίλης Φαϊτάς

Βασίλης Φαϊτάς, Ζωή

Ζωή

Όταν θα πεθάνω
μιαν άσπρη μέρα
πλάι στο βοριά
στο πλατύ ποτάμι
των αρχαγγέλων η φωνή
και η δροσιά του Αυγούστου φτάνει.

Όταν θα πεθάνω
σύννεφο της νυχτιάς μου
στις όχθες τ’ ουρανού
θες να με δεις και πάλι
μες στο τραγούδι των πουλιών
και τη φωνή του ανέμου.

Από τη συλλογή Άποικοι της νύχτας (1966) του Βασίλη Φαϊτά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Βασίλης Φαϊτάς

Βασίλης Φαϊτάς, Εξομολόγηση

Εξομολόγηση

Εγώ δεν έχω τίποτα
ούτε ένα καλοκαίρι
μια πέτρα να γείρω το κεφάλι.

Εγώ δεν έχω κανέναν
ούτε μια φυσιογνωμία ν’ αγαπήσω
ένα φιλικό χαμόγελο να κρατηθώ.

Μέσα σ’ ένα κοχύλι έκλεισα τη ζωή μου
στις άδειες του κάμαρες καθρεφτιζόμουν.

Από τη συλλογή Άποικοι της νύχτας (1966) του Βασίλη Φαϊτά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Βασίλης Φαϊτάς

Βασίλης Φαϊτάς, Ανταύγειες

Ανταύγειες

Ο δρόμος
το πέλαγος
ο ανεμοδείχτης
ψηλά στη γέφυρα τ’ ουράνιου τόξου
η αγάπη με τη σιωπή της
η νύχτα με τ’ ακρογιάλια της
λάμπουν μακριά μας
σαν τ’ άνθη
σαν τον άνεμο.
Το άστρο
η βροχή
το καράβι
φέρνουν από μακριά
ένα τραγούδι
ένα θρήνο
σαν παραμύθι
σαν το παιδί που κλαίει.

Από τη συλλογή Άποικοι της νύχτας (1966) του Βασίλη Φαϊτά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Βασίλης Φαϊτάς

Τόλης Νικηφόρου: Οι άταφοι (IV)

Οι άταφοι

IV

είδωλα
στης πεθυμιάς το κάτοπτρο
η λύση και η λύτρωση
τέλος η πολιτεία δεν έχει

να ετοιμαστούμε τώρα πρέπει
αντίο
αδίσταχτα να αρθρώσουμε
τις φλέβες των παλαμαριών
χέρι ασυγκίνητο
σκόρπιες
να υγραίνονται θ’ αφήσει

ίχνη αγάπης
θα ψηλαφίσω μέσα μου
όντας το κλάμα αδύνατο
των φωτεινών επιγραφών
τα δάκρυα θα μαζέψω
τις νύχτες που βρέχει
στα έρημα σοκάκια θα πλανηθώ
δίχως πουκάμισο
και χίμαιρες
κατάμονος και ταπεινός
ποτάμια να οργώσουν το στήθος μου
με το πικρό μαστίγιο του άνεμου
εξαγνισμένος την αυγή
να κινήσω για σένα

είναι καιρός που ανέλπιδα σε αποζητώ
κι απόψε
με κεραύνωσε το όραμα της αγάπης σου
και μέθυσα

πασίχαρη η γη
απ’ το χαμένο ορίζοντα της παραλίας
διάφανο πρόσωπο
στραμμένο στ’ αργά βήματά μου
δειλή προσδοκία
γραμμένη στο μέτωπο
μαλλιά λουσμένα
στα πάμφωτα πέλαγα των ματιών σου
της χτεσινής οδύνης τέλος

τα χέρια θ’ αγγίσουμε
οι τελευταίοι ζωντανοί
οι τελευταίοι φυγάδες
οι τελευταίοι λεύτεροι
την ψυχή μας
θα ξαναβρούμε

ποια γαλάζια σημαία ονείρου
φτεροκοπάει στη σκέψη μας
ποια ελπίδα
ποιες πασχαλιές λησμονημένες
ανθίσανε πέρα απ’ τη θάλασσα και μυρώσανε
και στην άκρη μάς καλούν του κόσμου;

ένα σιδερένιο καράβι
στην πλατεία μάς περιμένει
καρφωμένο
με λεπρούς ναύτες χωρίς μάτια
αμίλητοι θα ταξιδέψουμε
η ζωή μας θα γλιστράει δίπλα
αφήνοντας την ψευδαίστηση της κίνησης

Από τη συλλογή Οι άταφοι (1966) του Τόλη Νικηφόρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τόλης Νικηφόρου

Τόλης Νικηφόρου: Οι άταφοι (III)

Οι άταφοι

III

ανήλεος μια νύχτα ο θάνατος
την τραγικότητά του θ’ απαιτήσει

τη νύχτα εκείνη
αόρατο
της πολιτείας το ρολόι
της κάθαρσης την ώρα
θα σημάνει

τα όνειρα που αμβλώθηκαν
το μίσος μας που γέρασε
παράλογη μια πολυτέλεια
σ’ εφημερίδες τυλιγμένα
θα καούν
ενώ λοξές τροχιές διαγράφουνε
αυτόματα επιψευδαργυρωμένα

τα καταχθόνια στυλώματα θα υποχωρήσουν
οι πινακίδες θα αναστραφούν
και τα εμπορεία θα καταρρεύσουν
σηκώνοντας κονιορτό μεγάλο
τα πώματα των τάφων θ’ αποκοχλιωθούν
πτώματα σ’ αποσύνθεση
τους δρόμους θα καταλάβουν
όπου και η κατοικία τους
τα χέρια οι διαβάτες στο πρόσωπο θα φέρνουν
της πραγματικότητας μη αντέχοντας τη συνείδηση
αργά όμως πολύ θα είναι
οι ουράνιοι υδατοφράχτες θα διαγραφούν
φλέματα φθισικών
και ρυπαρά χαρτονομίσματα
στ’ ανοιχτά στόματα μιας διαμαρτυρίας άτοπης

εύνοια οι γυναίκες θ’ αποζητήσουν
τα αιδοία όπως πάντα
θυσία προσφέροντας
για την απατηλή τα κορίτσια αγνότητα
σωτήριο θα γυρέψουν πλειοδότη
μάταια
αφού ο σπασμός ανήδονος
και η σπορά δίχως έρεισμα απόμεινε
πλήθη αλλόφρονα
των ισχυρών την προστασία θα ικετέψουν
καταπώς είναι στην πολιτεία συνήθειο
ασφυχτικά οι ναοί θα πληρωθούν
των πλαστών θεών το έλεος
πρηνείς οι θνητοί να εκλιπαρήσουν
χωρίς απόκριση καμιά
στρόβιλοι παλιρροϊκοί
σιελόστιχτα εικονίσματα
και δαφνοφόρες φωτογραφίες
στη θάλασσα θ’ αποχετέψουν
τα νήπια εγκαταλειμμένα
στο κλάμα θα σπαράξουν
της αθωότητάς τους δώρο
η λύση

τα πάντα τότε θα γαληνέψουν
ανάγλυφος ήλιος
πυραχτωμένος
στα κράσπεδα θ’ ακουμπήσει
της συμφοράς καταυγάζοντας τα σημάδια
και την πολιτεία ρευστοποιώντας

πανέρυθρα σύννεφα
το κουφάρι θα καλύψουν
έσχατο τεράστιο σάβανο
στο βυθό σέρνοντάς το
προορισμό οριστικό
κι αμετάλλαγο

ένα δειλό παιδί
απορημένο
μια χούφτα φως
ένα δάκρυ τραγούδι
του πόνου η ανάμνηση
ανεξίτηλη
στου χαμού τον τόπο
σπέρματα μιας γενιάς καινούριας

στην καρδιά θα τα φυτέψει
ο ποιητής
χώρος απέραντος
να γεννήσει επιτέλους η στείρα γης
το μέλλον

Από τη συλλογή Οι άταφοι (1966) του Τόλη Νικηφόρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τόλης Νικηφόρου

Τόλης Νικηφόρου: Οι άταφοι (II)

Οι άταφοι

II

πορεύομαι στον πήλινο κόσμο
απ’ την καρδιά στους δρόμους χελιδόνια
κάθε μου βήμα της ζωής τους τέλος
πορεύομαι σε αστραφτερούς καθρέφτες
που κίβδηλα προβάλλουν είδωλα
πίσω από κάτασπρες κουρτίνες
πορεύομαι σε πανοπλίες ατσάλινες
σπαθιά στο πρόσωπο χαράζουν
τα σημάδια των γκρίζων ανθρώπων

πήρα τις πλατιές λεωφόρους
κάτω από στύλων θαμπές αγχόνες
έκκληση αναπόκριτη
κίνησα με της πολιτείας το λήθαργο
κατάντικρυ στ’ άδειο φεγγάρι
περιδίνηση άμετρη
απώλειας αίστηση πριν την απόχτηση
όραση σκορπισμένη στο γυαλί
βγήκα στους δρόμους που δεν οδηγούν
το χτες
το σήμερα
το αύριο
διαχωρισμούς κουτούς ν’ αναζητήσω

μίλησα
και τα λόγια μου
στων μεγαφώνων τις κραυγές
παραμορφώθηκαν
άγγιξε
η λαμαρίνα
η λάσπη
η σάρκα
αντίγραφα

στα τραπεζάκια
της ανανέωσης ξεψύχησε η προσπάθεια
στην αγωνία του σπέρματος
τα χνώτα της αγάπης σβήσαν
όνειρα
στο μπετόν
συνθέτουν τα όριά τους
πόθοι χαρταετοί
πλανεύουνε
και πίσω μένουν
ενώ παράλογα η ζωή
δεν προχωρεί

σκαρφάλωσα στα τείχη
μέσα κι απέξω δρόμοι
καρατομημένοι

τους φίλους μου αποζήτησα
ονόματα της νιότης
φύγαν μαζί της
ναυάγησε η φαντασία τους
για μια στολή
μια υπόληψη
και δυο δεκάρες

συνάντησα της πολιτείας την επανάσταση
νιότη που ευνουχίστηκε
με χορούς
ντυσίματα
κρυφές φοβέρες κι αμοιβές

όσοι ασυμβίβαστοι
στις βίγλες άφιξη
μέρα και νύχτα άγρυπνοι περίμεναν
σαπίσανε
με χειροπέδες στο τσιμέντο μπρούμυτα
όσοι τολμήσανε
πήξανε πια τα αίματα
και σαν λαδομπογιές φαντάζουν
άψυχο κρέμεται στο παραπέτο το κεφάλι
άλλων η μέση τσακισμένη
όσοι την άνοιξη πιστέψαν
λεπτοδείχτες
σ’ άξονα ρολογιού σπασμένο

Γενναίοι δεν υπάρχουν πια

στης αγωνίας το μήκος
ό,τι ποτέ κι αν τραγουδήθηκε
παράφωνα αντήχησε
τόπο εδώ δεν έχουν τα τραγούδια
της ποίησης τα σύμβολα
άοσμο κουνουπίδι
και καρκίνος

διάπυρο φουγάρο
απ’ της φωτιάς την προσμονή
πού να στεγάσω
τις κρήνες που στάζουν
ρόγχο μακρόσυρτο;

όμως να κλείσει ο κύκλος πρέπει
να βρουν οι τύποι εκπλήρωση
ν’ αποδιωχτεί η συναίστηση
με απολαύσεις
μα η πολιτεία είναι νεκρή
με καθαρό πουκάμισο
γραβάτα
κι όπως η γέψη έντονη
οι φωταψίες
οι κραυγές
τα κύμβαλα
τα βροντερά πυροτεχνήματα
δε ξεγελούν

Από τη συλλογή Οι άταφοι (1966) του Τόλη Νικηφόρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τόλης Νικηφόρου

Τόλης Νικηφόρου: Οι άταφοι (I)

Οι άταφοι

I

κατάγγιχτα στη νύχτα και την άσφαλτο
τα τείχη
η θάλασσα
οξυγώνια κτίσματα λογχίζουν τον ουρανό
καράβια σταχτωμένα από σιγή
της πολιτείας τα νεφελώματα
ρομφαίες στο νερό
μυριόχρωμες
βραχνές φωνές
αποχαμένες πριν την άρθρωση
στου μπετόν τους σπόνδυλους
γαλήνη
πηχτό το μαζούτ
πέτρα ο κάμπος
κάτω από του βορρά τον άνεμο
ως τα τεφρά βουνά
σφραγίδες του ορίζοντα

καμπάνες τοξεύουν την ατμόσφαιρα
οι θόρυβοι αναθρώσκουν
απ’ όλες τις μεριές
πάνω από δέντρα
σπίτια
διαφημίσεις
μέχρι το θόλο του καπνού
πόρτες σ’ εναλλαγή
άνθρωποι βιαστικοί
πυκνώνουν στου τέλματος τις όχτες
με μάτι αδίσταχτο

το άγαλμα του χρυσού θεού
στον ήλιο μεγαλόπρεπα απαστράφτοντας
αγέρωχο
γιομάτο υποσχέσεις κι απαιτήσεις

όλες της πολιτείας τις μέρες
τις νύχτες τον ανήσυχο ύπνο
η απόχτησή του βασανίζει
καθώς ο νους τους μηχανεύεται
τρόπους το τέλμα να διαβούνε

με τους αγκώνες
προχωρούν
με της παλάμης την ανάστροφη
σκουπίζονται
βούρκος το πρόσωπο
τυφλώνουν με λασπόνερα τους άλλους
κέρδος η καθυστέρησή τους

και του χρυσού θεού το άγαλμα
αστράφτει
ηλεχτρίζει
έλκει
μεθά
θαμπώνει

στο τέλος λίγοι
αστμαίνοντας
ηδονικά το μέτωπο αποθέτουν
στου αγάλματος τα πέλματα
ως ο χρυσός θεός
αμόλυντοι
δάχτυλα που στην άκρη της αχτής
γαντζώνονται
λιώμα στις αδυσώπητες πατούσες
στο βούρκο απολαχτίζουν
φωνές θριάμβου και κραυγές
ραπίσματα

απόγεμα
σκιές απ’ το παράθυρο
πρόσκαιρα σχήματα στο πάτωμα
στο λιθόστρωτο της επιστροφής
κατάκοπο το βήμα
της προσμονής αγκάλες ανοιχτές
υποδοχή
απόγεμα ως το βράδυ
λάφυρα στο τραπέζι και λεπίδες
καθαρά ρούχα
αλλαγή προσωπίδας
έξοδος

στη μήτρα της μνήμης
η τύψη αμβλώθηκε

αλαλαγμοί οι μέρες
για κάποιο αύριο
μέρας ωστόσο αλλιώτικης
ξημέρωμα

τα λάβαρα πολύχρωμα στον άνεμο
πολεμικοί παιάνες
για θαμασμό τα πλήθη
παιδιά με το ασπρογάλαζο της νίκης φόρεμα
μέρα γιορτής
στο στήθος περηφάνια αγκιστρωμένη
ορθά τα μέτωπα μετά την κλίση
τάξη απόλυτη
δεμένη με σκοινί
ζητωκραυγές
μέρα γιορτής το δίχως άλλο
άλογα
πλοία
πουλιά
ατσάλινα
λουλούδια στα μπαλκόνια
χαρά η πολιτεία ολάκερη

με δίχως όραση
για σάλπιγγες
ούτε ακοή
ύφος στις περιστάσεις άπρεπο
τέσσερις
κι άλλοι δυο
με εργαλεία κατάλληλα
βαθιές στους ώμους χαρακιές
στη μέση στέκονται
γυμνό το φέρετρό τους
ν’ αποθέσουν

λάθος
στοιχεία ενδειχτικά
περίφραξη
ανύπαρχτα
τα κυπαρίσσια λείπουν
ανώφελος ισχυρισμός
φως εκτυφλωτικό
προθήκες χρυσοποίκιλτες
μεγάλο λάθος
η πολιτεία τέλος τέλος
γιορτάζει σήμερα

και πάλι οι απροσάρμοστοι κινούνε
καλά ωστόσο ξέροντας
πως κοιμητήρι άλλο δεν υπάρχει
άκαμπτοι οι τρελοί
στις βίγλες κι άγρυπνοι
μια κάποιαν άφιξη προσμένουν
άταφοι
μες στους άταφους

πού ο ανείδωτος θεός
ήλιος επώδυνος
τα όνειρα απειροβαθή
και τα φάσματα της αγάπης
πού τ’ ανοξείδωτα χείλη
και των δαχτύλων ο μαγνητισμός
πού η ανάσα και πού η μετάγγιση
και της νιότης το γλαυκό φόρεμα;

Από τη συλλογή Οι άταφοι (1966) του Τόλη Νικηφόρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τόλης Νικηφόρου

Θεοδώρα Ντάκου, Υγρό φεγγάρι

Υγρό φεγγάρι

Σ’ όλους τους δρόμους τρεμοσβήνει η φωνή σου
μέσα στον θόρυβο που πότε δυναμώνει
και πότε χάνεται βαθιά στην υγρασία
τόσο πνιχτά που κρύβει το παράπονο
και μένει η ζωή σκέτος ρυθμός.

Και η φωνή σου ξεχωρίζει μες στο νύχτωμα
επίμονη και μόνη, σα χαμόγελο
μέσα στα διαλυμένα σύννεφα που φεύγουν

κι όλα να σταματούνε στην καρδιά μου
κι όλα να αφουγκράζονται ελπίδες.

Από τη συλλογή Δευτέρα πρωί (1966) της Θεοδώρας Ντάκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θεοδώρα Ντάκου