Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου, Οι Κυκλάδες της αγάπης

Οι Κυκλάδες της αγάπης

Ωκεανός του χάους
Λήθη
Γνωριμία
Απιστία
Αδιαφορία
Επικοινωνία
Φθορά
Κορεσμός
Συνήθεια
Πέλαγος του φωτός
Ενδιαφέρον
Θάλασσα της ζωής
Ευτυχία
Λατρεία
Έκσταση
Πέλαγος του αέρα
Εκτίμηση
Συμπάθεια
Αγωνία
Χαρά
Τρυφερότητα
Μέθη
Επιθυμία
Πέλαγος του νερού
Αγάπη
Έρωτας

Μελίτα Καραχάλιου
Κως, 1980

Από τη συλλογή Ιδεογράμματα (1997) της Μελίτας Τόκα-Καραχάλιου

Σημείωση της ποιήτριας στο τέλος του βιβλίου:
2. Οι Κυκλάδες της αγάπης: Η ιδέα του ποιήματος αυτού ξεκίνησε από μια φράση του Ν. Καζαντζάκη, που αναφέρεται στο βιβλίο του «Βραχόκηπος» και λέει: «Από το χάος ερχόμαστε, στο χάος πηγαίνουμε, το μεσοδιάστημα το λέμε ζωή». Πήρα τα στοιχεία που συνθέτουν τη ζωή: φως, αέρας, νερό και δημιούργησα τα δικά μου Κυκλαδονήσια.

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου

Advertisements

Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου, Τα επτά χρώματα της ίριδας

Τα επτά χρώματα της ίριδας

Από τη συλλογή Ιδεογράμματα (1997) της Μελίτας Τόκα-Καραχάλιου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου

Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου, Στην αντίπερα όχθη

Στην αντίπερα όχθη

Στην αντίπερα όχθη σάς αντάμωσα
να λούζετε τα μαλλιά σας
στο φως «του ήλιου του πρώτου»,
όπως λεν,
στο διάβα των αιώνων.

Καίτη, λάμψη χλόης υπερήφανης
δάκρυ πετρωμένο στα γαλάζια ρήγματα.

Κατινάκι, ξέσπασμα σαντουριού μελαγχολικό
στους μαύρους καπνούς άλλων καιρών.

Κατίνα, άρωμα τζιτζιφιάς ερεθιστικό
στις ρίζες της σκόρπια φυλάγει ρουμπίνια.

Αικατερίνη, ολοπόρφυρη ανεμώνη θαλασσινή
μέτοικος στων ίσκιων την καλημέρα.

Όλες αυτές είσαι εσύ
μοναδική και μία
φλόγα, ιστορία, θύμηση.
Μία φωτογραφία

Από τη συλλογή Η νύχτα γεννιέται υγρή (1997) της Μελίτας Τόκα-Καραχάλιου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου

Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου, Θα κρύψω

Θα κρύψω

Σαν μοσκοβολιά διάχυτη
από παλιό σεντούκι φιλντισένιο
θα κρύψω μέσα στις φλέβες μου
τη θλίψη του χριστουγεννιάτικου δέντρου.
Η γιορτινή νύχτα κομματιάζεται
με αναρίθμητους πένθιμους ήχους.
Οι ώρες τρίζουνε στις ρωγμές του τοίχου.
Η πιο στερνή ανάσα, αδέξια δοξαριά,
πάνω στα τζάμια τρεμοπαίζει.
Τα ξέπνοα λόγια κουρνιάζουνε
στων ματωμένων κλαριών την άκρη.
Το ναυαγισμένο καράβι
με το ιστίο του
μια μεγάλη ανοίγει οπή
στο στιλπνό υδάτινο έδαφος
τη χώρα της θύμησης να κατοικήσει.

Από τη συλλογή Η νύχτα γεννιέται υγρή (1997) της Μελίτας Τόκα-Καραχάλιου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου

Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου, Η νύχτα γεννιέται υγρή

Γιάννης Σπανός & Λίνα Νικολακοπούλου, Κι ήταν πάντα η νύχτα
(τραγούδι: Άλκηστη Πρωτοψάλτη / δίσκος: Έξοδος κινδύνου (1984))

Η νύχτα γεννιέται υγρή

Μέσα από δέσμες
κάθε λογής ήλιου πέρασες
Όλβια κυλούσαν τα νερά
φραμπαλάς άνοιξης γαλάζιας.
Γυρτές οι μέρες των κελαηδισμών
στην πλάστιγγα του χρόνου.
Τώρα η καταιγίδα μάχεται
ρίζες χαράς πολύκλωνης.
Του γλάρου η κραυγή
τα μάτια τ’ ουρανού τρυπάει
Η νύχτα γεννιέται υγρή.
Ο ορίζοντας κλείνει.
Ασάλευτη στις φυλλωσιές του ύπνου εσύ,
στο αδιάφανο σιγογλιστράς μονοπάτι,
σε κάμπους με ασφοδίλια που οδηγεί.

Από τη συλλογή Η νύχτα γεννιέται υγρή (1997) της Μελίτας Τόκα-Καραχάλιου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου

Θέμης Λιβεριάδης, Ο θάνατος του ζώου

Ο θάνατος του ζώου

Μέχρις εδώ την έβγαλα
Σαν άλογο κούρσας
Κράτησα με τα δόντια
Τη φόρμα όπως αυτοί την εννοούν
Δεν έτρεχα όμως πάντα
Ίσως δε χρησιμοποιήθηκα όπως θα ‘πρεπε
Ένοιωθα τη φροντίδα
Η τροφή ήταν ζυγισμένη
Αυτοί που με καβάλησαν
Χωρίς ιδιαίτερο βάρος
Τα άλλα ζώα
Έδειχναν κατανόηση
Άλλοτε φθόνο
Δε θα ’λεγα αγάπη
Ώσπου ήρθε το παϊτόνι
Ένας σταβλίτης με έσυρε παράμερα
Και με πετάλωσε
Κάρφωσε δηλαδή τα πόδια μου
Κι αυτό δεν έδινε πια πόνο
Στην πόρτα όμως
Διέκρινα τη σιλουέτα του Πατέρα
Με οίκτο τελετουργικό
Γέμιζε το περίστροφο.

Από τη συλλογή Ο θάνατος του ζώου, 1988-1996 (1997) του Θέμη Λιβεριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θέμης Λιβεριάδης

Θέμης Λιβεριάδης, Εξομολόγηση

Άκης Πάνου, Θέλω να τα πω
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Θέλω να τα πω (1982))

Εξομολόγηση

Πάτερ… τρέμω σύψυχος.
Νομίζω πως είμαι στο Κλειδί της Αμαθείας. Επιπλέον δεν έχω ποτέ μου προβεί σε εξομολόγηση, εξόν από μια-δυο ερωτικές.
Δεν μου αρέσει η κοιλιά ούτε το λιγωμένο βλέμμα σου, αλλά θα προσπαθήσω.
Μου είπανε πως έχεις την χάριν Του.
Αυτοί που πρόλαβαν να με δουν είναι πια σιωπηλοί από καιρό κι απόμεινα με τους τυφλούς που ντύθηκαν εχθροί.
Δε νήστεψα το πάθος και ζήλεψα το φως των μακρινών μου.
Εμοίχευσα με την Ελευθερία και έκλεψα: πήρα απ’ το σεντούκι της Μάνας όλα τα ελαττώματα του Πατέρα.
Αμφισβητώ τους επερχόμενους. Μετά τον πόλεμο, κάθε βδομάδα σκοτώνω δύο φυσιογνωμιστές, έναν κατακρυψία και πολυάριθμους εκφωνητές.
Φοβάμαι πως χάνω ολοένα την Πίστη μου. Είναι στιγμές που βρίσκομαι σε ξέφραγο αμπέλι, κυκλωμένος από γαϊδούρια που έχουν δεμένα με σχοινί μόνο τα μπροστινά τους πόδια.
Αρνήθηκα τον Πέτρο όταν ελάλησε τρίτη φορά και υπήρξα ψευδομάρτυρας στη δίκη του Καραϊσκάκη.
Είμαι εξ αγχιστείας συγγενής με το όνειρο και ζιγκολό της γερασμένης Ομορφιάς. Παλαιότερα και επί χρόνια αυνανιζόμουν με τη σκέψη της.
Προχθές μπήκα σε μια φωτογραφία: δεν ήμουν μόνος, ούτε στην πλώρη. Καθόμουνα με τους πολλούς πίσω στην, πώς την λένε… πρύμνη, βλέποντας να μικραίνει ολοένα η Πατρίδα, ώσπου σηκώθηκα και βύθισα ιστό και θαλασσινή σημαία κάθετα στο μυαλό. Έμεινα έτσι καρφωμένος τρεις νύχτες και δυο μέρες. Ο καπετάνιος, λέει, περίμενε να «κόψει ο καιρός» για να με ταξιδέψει στο πιο εφήμερο νοσοκομείο κάποιας Σμύρνης.
Ξαναδιαβάζω τους αρχαίους για να σκουπίζω στωικά τον εμετό τον καθημερινό, προσπαθώντας να δεχθώ πως «μίσος δ’ εστίν δυνάμεως παράδειγμα, η δε φιλία ασθενείας δηλούμενον…»
Τελευταία, έκανα ένδεκα ασκήσεις ετοιμότητας, μα αν και εσύ νομίζεις πως δε φτάνουν, πες μου:

Να γράψω εκατό φορές πως τα αδέλφια μου είναι καλοί, αγγελικά πλασμένοι δεν είναι κωλοέλληνες.
Να ανέβω και να κατεβώ με τα γόνατα εβδομήντα επτά φορές τα μαρμαρένια τα σκαλιά μιας βίλας στην Ελάκη.
Να αποστηθίσω όλους τους στίχους του γεράσημου.
Να έκτιζα ξανά τον Παρθενώνα.

Παπά μου,
πάρε αυτό εδώ, για τους πτωχούς της ενορίας των πνευμάτων. Σ’ ευχαριστώ.
Ευχαριστώ. Είμαι πιο ήσυχος τώρα, ό,τι μου πεις.
Είμαι πιο ήσυχος. Έχω ησυχάσει και φιλώ το χέρι σου με τα βρόμικα νύχια.

Από τη συλλογή Ο θάνατος του ζώου, 1988-1996 (1997) του Θέμη Λιβεριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θέμης Λιβεριάδης

Θέμης Λιβεριάδης, Test κοπώσεως

Test κοπώσεως

Μου λείπουν λέξεις.
Δε μπόρεσα να μάθω περισσότερες
Εφτακόσιες μπορεί και οκτακόσιες
Όσες μιλάει ο τσομπάνης στο Γράμμο
Τόσες καταλαβαίνει εκπαιδευμένο το λυκόσκυλο
Σα να μην έφθανε αυτό
Με βάλανε και τρέχω σε διάδρομο
Που φεύγει αποκάτω μου με αυξανόμενη ταχύτητα

Κλειώ, μπορεί να ήσουν Μούσα
Λυπάμαι που σε έδιωξα
Ετύλιξα προσεκτικά τις γάμπες σου
Μέσα στα πρακτικά

Στο σώμα μου φυτεύσαν ηλεκτρόδια
Τα άνθη τους καρπίζουν μες στις μηχανές
Αυτές και τα φωτάκια τους τα ερμηνεύουνε ξένοι
Φοράνε μπλούζες πράσινες και ψεύτικα χαμόγελα
Όταν με πλησιάζουνε κρυώνω – είναι η εξουσία
Αυτή που καθορίζει επιτόκια συντάξεις και αναπηρίες
Τους νιώθω δίπλα μου ν’ αλλάζουν χειραψίες
Και να συνομιλούνε με τους φονιάδες του παππού

Κύριε διευθυντά των τραπεζών
Παρακαλώ δεχθείτε τούτη την εγγύηση
Όσο για τ’ άλλα
Certus quam incertus quanto.

Από τη συλλογή Ο θάνατος του ζώου, 1988-1996 (1997) του Θέμη Λιβεριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θέμης Λιβεριάδης

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Ένας ευήθης μαλώνει τα δέντρα

Ένας ευήθης μαλώνει τα δέντρα

«Δε λέω, έχετε δίκιο. Όμως κι εσείς τι κάνατε ως τώρα για ν’ αποτρέψετε τις πυρκαγιές;
Μήπως κινητοποιηθήκατε καθόλου;
Μήπως δημιουργήσατε ομάδες πυρασφάλειας;
Μήπως ελέγχετε τους ύποπτους που σας πλησιάζουν;
Δεν καταλάβατε λοιπόν πως δε μπορείτε να αφήνεστε παθητικά στον οποιονδήποτε τυχόντα;
Και πώς καταλογίζετε σε μας αδιαφορία, όταν εσείς όχι μόνο κοιμάστε όρθια αλλά μας λέτε από πάνω:
«Μα τι θέλετε επιτέλους;
Πώς κινητοποιείται ένα δέντρο;
Τι άλλο μπορούμε να κάνουμε εκτός από λουλούδια και καρπούς;»»

Από τη συλλογή Νεκρή πιάτσα | νεώτερα ποιήματα [1990-1996] (1997) του Ντίνου Χριστιανόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ντίνος Χριστιανόπουλος

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Τι κέρδισα

Τι κέρδισα

Δυο χρόνια τώρα έδινα, και τίποτα δεν έπαιρνα.
Ενώ εκείνος, χωρίς να βάζει κρέας, έβγαζε κιμά.
«Τι κέρδισα;» αναρωτιόμουν κάθε λίγο πικραμένος.
Μέχρι που η απάντηση ήρθε απ’ τον ίδιο τον Καβάφη:
«Κέρδισες το πιο τίμιο, τη μορφή του».

Από τη συλλογή Νεκρή πιάτσα | νεώτερα ποιήματα [1990-1996] (1997) του Ντίνου Χριστιανόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ντίνος Χριστιανόπουλος

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Το πεινασμένο σκυλί

Το πεινασμένο σκυλί

Μια διαδήλωση κατεβαίνει στην Τσιμισκή. Ο κόσμος βρήκε θέαμα. Μονάχα ένα κοπρόσκυλο δε δίνει σημασία. Πέτυχε ένα κόκαλο σε μια σακούλα και προσπαθεί να την ξεσκίσει. Δείχνει ευτυχισμένο. Δεν περιμένει τίποτα απ’ τις ιδεολογίες.

Από τη συλλογή Νεκρή πιάτσα | νεώτερα ποιήματα [1990-1996] (1997) του Ντίνου Χριστιανόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ντίνος Χριστιανόπουλος

Σταύρος Ζαφειρίου, Με τις σκιές (ιγ’)

[Ενότητα Με τις σκιές]

ιγ’

Να το πάλι των ματιών το ανάκρουσμα
πίσω απ’ τα βλέφαρα, μην κρυώνουν στο φως.

Εκεί που κουρνιάζει φοβισμένο το ποίημα,
ένα παλιό, ακίνδυνο πιστόλι.

Από τη συλλογή Τα κατοικίδια (1997) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Με τις σκιές (ιβ’)

[Ενότητα Με τις σκιές]

ιβ’

Περίσσεψαν οι σκέψεις στο γραφείο.
Πρέπει να βάλω τάξη,
να μη σκοντάφτω απάνω τους.
Την κάθε μια στο φάκελό της,
άλλες στο αρχείο, άλλες για ενέργεια,
άλλες —πριν γίνουνε πληγές— στην ανακύκλωση.

Κι ας λεν∙ «πάει κι αυτός, καπνός του κόσμου»,
οι συνάδελφοι.

Από τη συλλογή Τα κατοικίδια (1997) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Με τις σκιές (ια’)

[Ενότητα Με τις σκιές]

ια’

Επιμένω στα ηλεκτρόφωνα
και στα παλιά τραγούδια.
Ρίχνω το κέρμα στη φωτιά, ακούω.
Τρίζει η βελόνα —ο χρόνος—
σαν το ξερό κλαδί.

Αποκαΐδια λόγια στον αέρα.

Από τη συλλογή Τα κατοικίδια (1997) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Με τις σκιές (θ’)

[Ενότητα Με τις σκιές]

θ’

Φαρμάκι γριάς μάγισσας το ποίημα.
Ανακατεύεις λέξεις και ελλέβορους
–σπόρους και ρίζες και φύλλα τρυφερά–
σκόνες από ερείπια εποχών.
Τρίβεις τα έντομα που αρπάζει η αράχνη
(το μάτι σου).

Σιγά-σιγά συνηθίζεις με δόσεις μικρές.
Σιγά-σιγά.
Μέχρι το χτύπημα στη φλέβα.

Από τη συλλογή Τα κατοικίδια (1997) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου