Ρία Φελεκίδου, Θαλασσινό παραλήρημα

Κώστας Χατζής & Σώτια Τσώτου, Όλος ο κόσμος είσαι εσύ (με τη Μαρινέλλα)

Θαλασσινό παραλήρημα

Στη σιωπή πετροβολώ τις ώρες
που μου ’λειψαν καθώς μεγάλωνα.
Θάλασσα κι ουρανός
καιρός άγριος στην κάψα του
καλοκαίρι δαιμονικό στην όψη.
Στον αφρό των κυμάτων
σπάνε γυάλινες θύμησες.
Στον αχό της άμμου
προσκυνάνε νέες επιθυμίες.
Στο εκτόπισμα των βοτσάλων
παραμονεύεις εσύ ανίκητος
Αεικίνητος
Ρευστός
Αειφόρος
Ερπετός
Αειθαλής
Εσύ
Καινούριος και παλιός
Εσύ
Στη σκιά της μέρας
Στον παφλασμό της νύχτας
Στων άστρων το πήδημα στον απολεσθέντα χρόνο
Εσύ.

Από τη συλλογή Τελεία και παύλα (2005) της Ρίας Φελεκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ρία Φελεκίδου

Μάτση Χατζηλαζάρου, Σφήκες


Adult wasp feeding on nectar (wikipedia)

σφήκες

Κουκκίδα καϊκιού ταλαντεύεται πάνω στη γραμμή τού ορίζοντα φορτωμένο ψάρια και καρπούζια

μα είναι δυνατόν αλλού και την ίδια ώρα τα χώματα με τις πετζεμένιες σκιές και τις πυκνές νωθρότητες της ομίχλης να στολίζονται πάντα με τα κυκλάμινά τους αυτό τώρα που ο ήλιος πλένει το κατάστρωμα με μεγάλους κουβάδες αντηλιάς και που μονάχα δυο σφήκες βουίζουνε ακόμα

κι είναι οι σφήκες τα μάτια σου για μένα που πετάνε και ζυγιάζονται πάνω στις λέξεις γραμμή τού ορίζοντα τα δυο σου μάτια που πιάνουνται και μπερδεύουνται μες στα μαλλιά μου προτού σιμώσουνε εκείνο το καΐκι το φορτωμένο ψάρια και καρπούζια και τούτες οι σφήκες τα μάτια σου στριφογυρίζουνε στους ακραίους δεσμούς μας χαρακώνουνε φλέβες άλλου αίματος τα μάτια σου βέλη και καμάκια τα μάτια σου βάρκα πάνω στη θάλασσα όπου ορθώνεται ένα πρόσωπο πολύ μελαχρινό

Από τη συλλογή La Frange de Mots (Τα λόγια έχουν κρόσσια) (1954) της Μάτσης Χατζηλαζάρου [Η συλλογή είναι αφιερωμένη στον Javier Vilató, ζωγράφο, τότε σύζυγο της ποιήτριας και ανιψιό του Πάμπλο Πικάσο.]

Πηγή: Μάτση Χατζηλαζάρου, Ποιήματα 1944-1985 (εκδ. Ίκαρος, 1989)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μάτση Χατζηλαζάρου

Μάτση Χατζηλαζάρου, Αφιέρωση

αφιέρωση

Πόσοι χώροι και χρόνια
με αντικείμενα
με ορέξεις
και με δάση με άγριες βιολέτες
εσύ αγγίζεις με τη ζωγραφική τα όρια
που χρωματίζεις τα πράματα και τα ονόματά τους
και τους σπαραγμούς τους μια αχτίδα
είναι η ριπή τής ορμής σου με τον ρυθμό και τον
σφυγμό και τη βραχνή φωνή του έρωτα που κρατιέται
κάποτε ψηλά και κάποτε χαμηλά πάνω σε γκάμες έξω
από κάθε γραμμή είμαι πάντα μαζί σου.

Από τη συλλογή La Frange de Mots (Τα λόγια έχουν κρόσσια) (1954) της Μάτσης Χατζηλαζάρου [Η συλλογή είναι αφιερωμένη στον Javier Vilató, ζωγράφο, τότε σύζυγο της ποιήτριας και ανιψιό του Πάμπλο Πικάσο.]

Πηγή: Μάτση Χατζηλαζάρου, Ποιήματα 1944-1985 (εκδ. Ίκαρος, 1989)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μάτση Χατζηλαζάρου

Μάτση Χατζηλαζάρου, Άσμα

άσμα

Σήμερα νομίζω
τελευταία φορά
θα σε τραγουδήσω γιατί
εσύ είσαι
ο οίστρος και ο σφυγμός και η βραχνή φωνή του έρωτα που κρατιέται άλλοτε ψηλά και άλλοτε βαθιά σε χορδές
έξω από κάθε γραφή γιατί
ένα Ζήτω με ψηφία
και λίγες πούλιες
μαύρες ή τριανταφυλλιές
μες στο χρώμα της αρένας
δε σπαρταράνε βέβαια όπως
η δράση
η σάρκα
που είσαι
όταν μου μαθαίνεις την ξένη πόλη
κατάκαρδα
είπα τι χρειάζεται
και λέω δεν πειράζει
δεν πειράζει πετάμε όλα τα λόγια
όπως να ’ναι
η αγάπη
ξεντύνει τα κορμιά
εσύ μ’ ανοίγεις παράθυρο
με κλείνεις
με στολίζεις φυτά
και τα περιποιέσαι
με μυρίζεις
με διψάς
με κρατάς
ξαφνικά
με λύνεις
και γελάω ακόμα ακόμα
πάμε ερχόμαστε μες στα κρύα και τις ζέστες και τις σκόνες που
μετά λασπώνουνε κι έχουνε για νήμα τα φύλλα του φθινόπωρου
άνοιξη αντικριστήκαμε τότες που ζητούσα να πεθάνω
γνωρίσαμε από κείνη την ημέρα
χρόνους και χώρους πολλούς
με αντικείμενα
με ορέξεις
με δάση με άγριες φράουλες
με ζωγραφική
εσύ αγγίζεις τα όρια που χρωματίζουνε τα πράγματα και τα ονόματά τους και τη φθορά τους
τι άλλο
είναι ο κύκλος
από την ίριδα του ματιού σου
ακτίνα μελαχρινή
ριπή
της ορμής
τι άλλο
είναι η ύπαρξή μου
από μια νέα σφαίρα
με τα έπιπλα
με τη φύση
όταν μ’ αγαπάς
μικρή εικόνα στρογγυλή
μες στην ίριδα του ματιού σου
είμαι
σ’ ένα δωμάτιο ασβεστωμένο
κοντά στη θάλασσα
άσπρο το αλάτι της
ξεραίνει άγκυρες μόλους σκοινιά
αισθάνουμαι τον ήλιο μαύρο
και τα μάτια σου
άλλοτε είμαι
λαχανιασμένη
σκύβω το πρόσωπο
χιονίζει δυνατά
ό,τι οριζόντιο φέγγει κατάλευκο
μονάχα λίγα κάθετα μαυρίζουν πάλι
και η ίρις του ματιού σου
που με ζυγιάζει έχει μαγικές αξίες
κουκκίδα είναι αϊτού πέταμα
και διαγράφει πράξεις
τοπία
ή ζωές
έτσι θυμάμαι
τι σχήματα αφήνει
όποιος ξεριζώνει δέντρα
και όποιος χτίζει γιοφύρια
γιατί εσύ είσαι
ο οίστρος και ο σφυγμός και η βραχνή φωνή του έρωτα που κρατιέται άλλοτε ψηλά και άλλοτε βαθιά σε χορδές
έξω από κάθε γραφή γιατί
εσύ μ’ ανοίγεις παράθυρο
χαμογελάς
και μου τάζεις
κάτι γοβάκια
από δέρμα μανταρινιού
μου σιγοψιθυρίζεις καιρούς
σαν άγρια άλογα
λίμνες βαθιές στρώνεις χάδια
ρίχνεις παράξενα ζάρια
με δυο γαρίφαλα αίμα της καρδιάς σου
φυτρώνουν τα λόγια
ανάμεσα μια νυχτερίδα
στα σμιγμένα φρύδια
με τη σελήνη
τι είναι ο ύπνος τι είναι ο ύπνος
και το βλέμμα σου
είναι πάντα σήμερα το βλέμμα σου
με μένα

Από τη συλλογή Κρυφοχώρι της Μάτσης Χατζηλαζάρου (εκδ. Τετράδιο, Αθήνα, 1951) [με τέσσερις χαλκογραφίες του Javier Vilató]

Πηγή: Μάτση Χατζηλαζάρου, Ποιήματα 1944-1985 (εκδ. Ίκαρος, 1989)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μάτση Χατζηλαζάρου

Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη, Ο γύρος του κόσμου

Δημήτρης Λάγιος, Να ονειρεύομαι
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Ερωτική πρόβα (1991))

Ο γύρος του κόσμου

[Α’ Μέρος: Ο δραπέτης στο δέντρο (1965-1972)]

Να ταξιδεύω με το κορμί σου
σ’ ένα τοπίο υπερφωτισμένο
μέσα σε ηδονές
που κυλούν
σαν παχύρρευστα μέταλλα:
αργά
και βαριά
κι αθεράπευτα.

Από τη συλλογή Ο δραπέτης στο δέντρο (1972) της Λίας Μεγάλου-Σεφεριάδη

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Στις κρύπτες του χρόνου (εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 1997) της Λίας Μεγάλου-Σεφεριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη

Φανή Αθανασιάδου, Κυριακή προσευχή

Κυριακή προσευχή

Η ιστορία διέκρινε τις αμυχές στο κορμί της
ό,τι προσπάθησε να περισώσει στο βλέμμα της
ήταν το σκοτεινό του αποχαιρετισμού.
Ξεγέλασε τους γύρω της
με ένα αμήχανο χαμόγελο
και μια περιπαικτική διάθεση
για το απρόσμενο
ή το αναμενόμενο για κείνη.
Όταν γύρισε να δει απ’ το παράθυρο
είχε αρχίσει να χαράζει∙
η νύχτα έδινε τη θέση της στην επομένη
της Κυριακής προσευχής.

Από τη συλλογή Δελτίου καιρού (2010) της Φανής Αθανασιάδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Φανή Αθανασιάδου

Γιώργος Θέμελης, Ars Poetica (3)

Ars Poetica

3

Το ποίημα συγγενεύει με τη φωτιά

Όπως συγγενεύει το Ρόδο με τον Ουρανό, ο Χαρταετός
με τον Άνεμο
Και συ, το σώμα σου, με το ποτάμι.

Το σωστό Ποίημα, το αληθινό

Αυτό που έρχεται ανεβαίνοντας μέσ’ απ’ την Ποίηση
κι είναι καρπός της
Σπινθήρας που ξέφυγε απ’ την
πυρακτωμένη ουσία της μες σε μια έκρηξη

Πώς ανεβαίνει επάνω στα χείλη το φιλί βαθιά το στήθος σχίζοντας.

Για τούτο το Ποίημα φέγγει

Όπως τα σπάνια μετέωρα που ξαφνιάζουν τον ουρανό
και κάνουν νύχτα μέρα αλλάζοντας τα οπτικά
πεδία των ματιών.

Το Ποίημα κοιμάται μες στην πληρότητά του

Σαν τα νήπια που χόρτασαν το μητρικό τους γάλα
κι έγιναν πλήρη
Σπιθίζοντας ευφροσύνη κάτω από τα
βλέφαρά τους–

Κρύβοντας μέσα του την αναμμένη φλόγα του, το αίμα του,
Τη λάμψη του λάμποντας, λάμψη για λάμψη, στην ερημία.

Το Ποίημα πρέπει να το ξυπνάς

Σιγά σιγά, μην εκραγεί και σε γεμίσει εγκαύματα και
μείνεις ο σημαδιακός, ο καυστικά στιγματισμένος,
και σε πετροβολούν

Μπορεί να σ’ αναφλέξει όλον μεμιάς να καίγεσαι
και να καπνίζεις ως το τέλος,
ώσπου να γίνει η σάρκα σου φως

Πώς καίγεται και λιώνει η αναμμένη λαμπάδα και γίνεται δέηση.

Είναι σάρκα και σάρκα,
Σάρκα πυκνή
Και σάρκα ανάερη,
Εκθαμβωτική
Φως
Ως ιμάτιον

Αμφίεση Σκιών κι Ενσάρκωση Ασωμάτων.

Το Ποίημα σε ποιεί,
Δεν το ποιείς
Μην το παραβιάζεις.

Από τη συλλογή Ars Poetica (1974) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Ars Poetica (1)

Ars Poetica

1

Αν είναι κάτι το Ποίημα,
Είναι κάτι που δεν πιάνεται,
Όπως το νόμισμα ή το πουλί

Το Ποίημα σε παίρνει,
Δεν το παίρνεις
Μην το παραβιάζεις.

Το Ποίημα είναι σαν την Αγάπη,
Την Αγάπη την αναπάντεχη,
Όταν σου κόβει τη μιλιά,

Σαν την Αγάπη, σαν τη Μουσική

Μια συνοδεία παντοτινή,
Μια λάμψη ακαταθάμπτωτη

Σ’ ακολουθεί παντού το Ποίημα,
Σε σκοπεύει
Μην το παραβιάζεις.

Είναι κατάφωτο το Ποίημα

Αδιάρρηκτο, καθρεφτικό,
Σαν το αγλαό φεγγάρι
Όταν γεμίζει το δίσκο του

Το Ποίημα δεν είναι πράγμα σου,
το πράγμα είσαι συ

Σε βγάζει στο φως,
Σε φανερώνει
Μην το παραβιάζεις.

Από τη συλλογή Ars Poetica (1974) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Ευτέρπη Κωσταρέλη, Ανοχή

Ανοχή

Σπασμένη μοιάζει η ραχοκοκαλιά
των ονείρων μου
καθώς τ’ αστέρια παλεύουν
να στολίσουν με αισιοδοξία
το κέντημα του αύριο.
Θυμάμαι είχα γεννηθεί
υγιές παιδί
με νου χορτάτο από ταξίδια
και ψυχή εύκολη στο «πλανάσθαι».
Μα κάπου ίσως χτύπησα
κι η μνήμη φύλαξε
την αίσθηση του πόνου.
Το σώμα κράτησε το σημάδι
κείνης της συνάντησης.
Έπαψα να πιστεύω στις σεισμικές δονήσεις.
Και απ’ όνειρα κράτησα
τα μόνα ανεχτά,
τα περιτυλίγματα της μετριότητας.

Από τη συλλογή Βερντάντι (2013) της Ευτέρπης Κωσταρέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτέρπη Κωσταρέλη

Γεωργία Τρούλη, Μετρώντας ανάποδα

Μετρώντας ανάποδα

Να σκοντάφτεις πάνω σε δυο-τρεις σελίδες συνοδευτικές
Να οπισθοχωρείς αβέβαια
Και τα αγκαθωτά φιλιά να έχουν σφηνώσει πάνω στα χέρια σου
Και μ’ αυτά σφιχτοδεμένο πλεκτό να φτιάχνεις με άμμο
Και μ’ αυτήν να μετράς τον χρόνο κουκκίδα-κουκκίδα ασημαντότητας
Και μ’ αυτόν να ξεπλένεις τα δάχτυλα και πάλι να ξορκίζεις δύο βασισμένες στη ράχη σκέψεις
Και μ’ αυτές να κάνεις συναισθήματα που δεν έχουν λογική αλληλουχία — μόνο θύμο αδένα
Και από εκεί να εκκρίνεις το τελευταίο γλαφυρό ερωτηματικό όλο καμπύλη
Και μ’ αυτήν να βάζεις στρατσόχαρτο και σιγά-σιγά να προκαλείς οξύνσεις σφυριχτές
Και μ’ αυτές να φτιάχνεις γωνίες να τρυπώνεις τις φυγές
Και τις αυταπάτες

Και οι σελίδες οι συνοδευτικές
Που με όλα τα προηγούμενα έχουν τσαλακωθεί
Και αυτές να τις ξετυλίξεις σιγά-σιγά
Και με μουρμουριστό γυροφάνι ν’ αρχίζεις
Αμφιταλαντεύσεις στο νόημα
Και ο χρόνος να γυρνάει σαν ανάποδο μέτρημα
Από το εκατό και κάτω
Και με αυτόν να φτάνεις στην κουκκίδα
Και με αυτήν να σημαίνεις
Τέλος
Τέλος

Από τη συλλογή ακρογωνιαία πορεία στο και (2012) της Γεωργία Τρούλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γεωργία Τρούλη

Λήδα – Βασιλική Θέμελη, Στο διπλανό φράχτη

Στο διπλανό φράχτη

Στο περιβόλι
φύτεψα αμαρτίες
κι οι αγκαθιές που φύτρωσαν
φρόντισα να μην πληγώσουν
του διπλανού φράχτη

τα τριαντάφυλλα.

Από τη συλλογή Κρίσιμες στιγμές (2010) της Λήδας – Βασιλικής Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Λήδα – Βασιλική Θέμελη

Ιωάννα Λιούτσια, Λανθάνω

Δημήτρης Ζερβουδάκης, Λήθη
(τραγούδι: Δημήτρης Ζερβουδάκης & Σοφία Γεωργαντζή / δίσκος: Πώς να αναπνεύσω (2009))

[Ενότητα Συνομιλίες σε Μη+ (Ζωή)]

γ. Λανθάνω

Το λάθος είναι ένα.
Οι αλήθειες είναι πολλές.
Ή μήπως ανάποδα;

Λανθάνω θα πει: «Διαφεύγω της προσοχής».
Άρα λάθος τι θα πει;
«Κάνω κάτι χωρίς να προσέχω.»
Αν πρόσεχα, θα ήταν σωστό.

Και αλήθεια τι θα πει;
«Παραδέχομαι το λάθος μου.»
Δεν πρόσεξα και τώρα το φωνάζω.

Έπειτα έρχεται η λήθη.
Η λήθη τι είναι;
«Ξεχνάω το λάθος που έκανα.»
Ή ξεχνάω που δεν πρόσεξα.

Και ποιο πονάει πιο πολύ;
Το λάθος;
Η αλήθεια;
Ή η λήθη;

Από τη συλλογή Συνομιλίες σε Μη+ (2013) της Ιωάννας Λιούτσια

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ιωάννα Λιούτσια

Στέλλα Τιμωνίδου, Ευρώπη

Ευρώπη

Η γηραιά κυρία πλήττει από ανία
και βρίσκεται σε πλήρη αμηχανία.
Δέχεται στωικά τα σημάδια
του αδυσώπητου χρόνου, αλλά
διαπιστώνει πως δεν σηκώνει
άλλη αναβολή και καθυστέρηση
κι αρχίζει ν’ αντιδρά σπασμωδικά.

Τη μια κάνει lifting προσώπου,
την άλλη βάφει τα μαλλιά της μπλε.
Μα κάποιος πρέπει να της μιλήσει
για τα παλιομοδίτικα μοντελάκια της.

Ριζικές αλλαγές κι ανανεώσεις στη στόφα,
στο στιλ, στο χρώμα και στις αποχρώσεις.
Επιστροφή στο πνεύμα της σημερινής εποχής
με άμεση αλλαγή στάσης και πλοήγησης αν
θέλει να κρατά ακόμα τα ηνία του ταύρου της.

Από τη συλλογή ατελείωτες νύχτες (2008) της Στέλλας Τιμωνίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Στέλλα Τιμωνίδου

Κάρολος Τσίζεκ, Το άθραυστο ποτήρι

Το άθραυστο ποτήρι

Το πράσινο ποτήρι, όπως και τ’ άλλα σκεύη
με το ίδιο χρώμα, που είχανε πρόσφατα αγοραστεί,
ήταν άθραυστο, ωστόσο, το αδόκητο συνέβη:
έσπασε. Χτες τη νύχτα, ενώ έπινα κρασί,
ξάφνου με πήρε ο ύπνος και μου έπεσε απ’ το χέρι.

Θέλω να πω ότι, όσο κι αν πιστεύει,
αυτός που ξέρει
επαγρυπνεί.

Θαρρώ πως συμφωνείς με αυτό που λέω:
δεν αναιρεί την πίστη το τυχαίο,
απλώς συμβαίνει ξαφνικά.

Ό,τι κι αν κάνεις είναι ανώφελο μετά,
ήταν της μοίρας, το τυχαίο, η μαρτυρία.
Ποτέ σου δεν θα βρεις άλλη ευκαιρία
αν και η καρδιά σου, μια ζωή, θα την αναζητά.

Από τη συλλογή Στίχοι έρωτα και αγάπης (2005) του Κάρολου Τσίζεκ

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κάρολος Τσίζεκ

Μαρία Τζίκα, (Κάτι σαν) φιλανθρωπία

(Κάτι σαν) φιλανθρωπία

Ενσωματώνω
στον άχρηστο καιρό μου
ηρωισμούς,
καινούρια μέλη
κραδαίνοντας ο νους
ανστηλώνει
ανάπηρα σημεία του χάρτη,
εκεί που ζουν παιδιά με χαλινούς λαιμούς
κι ωρολογιακά χέρια
γυναίκες
σκαλωμένες σε χρωματιστές κρεμάστρες
άντρες που βούλιαξαν στο φθαρμένο μπατζάκι τους,
έχουν αφήσει από καιρό το πόδι τους
στα σκουλήκια.

Κρατάω πάντα από ευγένεια
ένα μοιρασμένο χαρτονόμισμα
κι ένα καλοντυμένο γεύμα
ακουμπώ στην πλάτη των μυρίων πόνων τους,
δέκα χαμόγελα όλα κι όλα
που περισσέψανε από προσωπικά παθήματα
φεύγω υψηλότερη της πράξης
ενώ από την άκρη του παγκόσμιου οφθαλμού
φεγγρίζουν ακόμη
παιδιά που γηράσκουν με μιαν άγουρη νεκρότητα
γυναίκες που έμαθαν να αισθάνονται
στην απάθεια της μοναξιάς,
άντρες που κατεργάζονται ζωή
θαμμένοι στην αδελφική τους πέτρα.
Χάνονται όλοι ολοένα πιο βαθιά
στις αλληλέγγυες
φαντασιοπληξίες μου,
στη γενναιότητα της κοιμωμένης μου
θέασης.

Από τη συλλογή Ελαττωματικό χώμα (2015) της Μαρίας Τζίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Τζίκα

Μαρία Ψωμά, Ισόβια θητεία

Γιάννης Μαρκόπουλος & Μάνος Ελευθερίου, Κι είδα γυναίκες
(τραγούδι: Λάκης Χαλκιάς / δίσκος: Θητεία (1974))

Ισόβια θητεία

[Ενότητα Της αναζήτησης]

Ισόβια θητεία
η έρημος που βρεθήκαμε.
Η ξηρασία στεγνώνει τις φωνές.
Το ίδιο τίποτα
μαραίνει τις κινήσεις.
Τις νύχτες σκάβουμε όπως-όπως
τρύπες στους βράχους για κατάλυμα
μα, έκθετοι ξανά τα πρωινά,
διψασμένοι
νομίζουμε
πως η όαση της ανακούφισης σιμώνει,
ενώ, ιδέα εκείνη,
όλο μετατίθεται
για την επόμενη παραίσθησή μας…

Από τη συλλογή Ισόβια θητεία (2006) της Μαρίας Ψωμά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Ψωμά

Δώρα Κασκάλη, Επιστολογραφία

Επιστολογραφία

[Ενότητα Ο έρως έχει ύπαρξη]

Δε θέλω να σου γράψω σ’ αυτή την άχαρη οθόνη.
Garamond των 12. Αυτό είμαι.
Τόσο λίγο.
Θέλω να σου στέλνω εκείνους τους αεροπορικούς φακέλους
γαλαζόασπρη ρίγα σα γιακαδάκι γύρω-γύρω.
Ν’ ακουμπάω τη γλώσσα στην κόλλα πάνω, να σγουραίνει
από τη γλύκα το χαρτί, ένα μικρό tattoo στα χείλια
που πήραν του ονόματός σου το μόνιμο σχήμα.

Είμαι άγραφη όπως η άσπρη κόλλα. Με γεμίζω με λέξεις.
Πόσες λέξεις να καλύψουν
την άκαρδη απόσταση ανάμεσά μας;
Κι όταν θα παίρνεις στα χέρια σου
αυτό το γράμμα το παλιομοδίτικο,
θα ξέρω ότι οι παλάμες σου σφραγίζουν
τ’ αχνά μου αποτυπώματα.
Δεν θέλω να είναι εμφανή,
να δείχνουν την παράδοσή μου τόσο εύκολα.
Μετά θα ξεφλουδίσω μόνη μου τα λίγα προσχήματα.
Θα σε τρομάξω;

Οι δράκοι μου είναι στο κουτί με τα παιδικά μου παιχνίδια.
Μια να τους κάνω, μικρά
κομμάτια, γαλάζια, κόκκινα lego.
Κι εκείνη η ουλή στο φρύδι της αριστερής μου ρώγας
σου είπα ψέματα, ένα μικρό αθώο ψέμα,
είναι το ξόδεμα μιας παμπάλαιας πληγής
που δεν δουλεύει πια από μέσα.

Εσύ άγγιξε το χαρτί, βάλε το μες στην τσέπη σου, τσαλάκωσέ το,
να νιώσω τον ιδρώτα που την παλάμη σου μουσκεύει
ακούμπησέ το τυχαία στα μαλλιά σου
που θέλω τώρα τόσο με τα δάχτυλά μου να χτενίσω
να ζήσω απ’ τα μετάξια τους.
Αυτή τη στιγμή είμαστε ακόμη νέοι,
αρυτίδωτα τα «σε λατρεύω», αγαπημένε μου,
καιγόμαστε και γινόμαστε την ίδια ώρα
φρέσκοι μέσα στο χαμό.
Να φυλάξεις τα γράμματά μου,
στο μαύρο κουτί της μνήμης σου.

Να με φυλάξεις, γιατί είμαι γυμνή κι αθώα.

Από τη συλλογή Ανταλλακτήριο ηδονών (2014) της Δώρας Κασκάλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δώρα Κασκάλη

Αναστασία Γκίτση, Γλυκό του κουταλιού από καιρό φυλαγμένο

Στάμος Σέμσης & Μιχάλης Μπουρμπούλης, Είσαι γλυκό του κουταλιού
(τραγούδι: Μελίνα Κανά / δίσκος: Γενναίοι έρωτες (1997))

Γλυκό του κουταλιού από καιρό φυλαγμένο

Αχνάρια σμιλεύουν τα όνειρα μας
πρωινές έγνοιες μας ταλανίζουν
τα βράδια σαν γείρουμε ακάλεστοι
στην πικρία της νύχτας.

Με γλυκό του κουταλιού βιώσαμε
την ευτυχία κόντρα στο απόλυτο σκοτάδι
που αναδύουν κάτι παλιά σκονισμένα
στις σελίδες τους βιβλία.

Παραμάσχαλα θα σε πάρω κόσμε
να σου μάθω να χαμογελάς
στα πιο δύσκολα.

Ελπίζω μοναχά
να φτάσει το γλυκό του κουταλιού
π’ από καιρό σου ’χω φυλάξει.

Από τη συλλογή Ξέρω! Είναι κάπως αργά… (2000) της Αναστασίας Γκίτση

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστασία Γκίτση

Γιώργος Θ. Γιαννόπουλος, Ο φίλος

Ο φίλος

του Χρήστου Φλωρόπουλου

Κι έπειτα ήρθε και με βρήκε
σε ξέρω, μου είπε, σε ξέρω από πάντα.
Δεν το πίστεψα κι όμως έπρεπε να το φανταστώ
είχα δει το ίδιο ρεύμα στη γραφή
εκεί που πάνε να φτιαχτούν τα γράμματα
κι είναι έτοιμα να σπάσουν

Έπρεπε να το φανταστώ κι από το βλέμμα
με κοίταζε κατευθείαν στα μάτια
σε ξέρω, μου είπε, σε ξέρω από καιρό

Έπειτα κατάλαβα.
Εγώ είμαι, επέμενε, πώς και δεν με αναγνωρίζεις;
Ήρθα από τον κόσμο των νεκρών για να σε συναντήσω.
Θυμάσαι την τελευταία φορά
σου είχα γράψει με το αίμα μου
γιατί ήξερα ότι κατά βάθος δεν με πιστεύεις.

Κι όμως με βλέπεις τώρα, είμαι μπροστά σου
μπορείς να με αγγίξεις αν θέλεις
ή πάλι να αρκεστείς στο χαμόγελό μου
ή και στο βλέμμα μου.
Μα δεν θυμάσαι το βλέμμα αυτό,
αυτό που έλεγες πως άναβε πυρκαγιές;

Μη σε παραξενεύει η μορφή μου,
συνέχισε.
Πώς να εμφανιζόμουν μπροστά σου
τώρα που από ολάκερο το κορμί μου
έχουν μείνει τα φρικτά του κόκαλα;

Ξέρω, συνέχισε,
ο κόμπος που νιώθεις να σε πνίγει
είναι απ’ τη συγκίνηση.
Και τη χαρά. Γιατί με ξέρεις, με θυμάσαι, έτσι δεν είναι;
Και μη σε μπερδεύει η εμφάνισή μου.
Εμείς δεν πιστεύουμε στους αγγέλους αλλά στη φιλία.

Την έβλεπα μπροστά μου. Το στήθος της ήταν μικρό
στα χέρια μου σαν το μανταρίνι της ποίησης.
Τα δόντια της είχαν ματώσει στις σάρκες των νεκρών
το αίμα της χαλκός και μέλι
κι όπως την αγκάλιαζα
τίναζε απ’ τους ώμους της
την τέφρα της οδύνης.

Εγώ είμαι, μου είπε
εγώ είμαι, η Ζωή
ξέφυγα από τον κόσμο
του σκότους
ήρθα εδώ μέσα από έναν βράχο
είμαι η κόρη που σήκωσε
την αγάπη όλη

Ο φίλος σου είδε την καρτερία μου και με βρήκε.
Μη ζηλέψεις. Με κυρίευσε μόνο για να σε συναντήσει.
Εξάλλου στον κόσμο των νεκρών δεν υπάρχει
ο έρωτας. Μόνον η απόλυτη νοσταλγία
γι’ αυτά που χάνονται για πάντα.
Άκουσε την καρδιά μου…

Είχα μπει μέσα της και την έσκαβα βαθιά.
Είχα μια λύσσα στα χέρια και ένα μάτι θολό,
ακόρεστο
κι αμετανόητο…

Μη με κομματιάσεις τώρα, αγάπη,
την άκουσα να μου λέει.
Άφησα τα εγχειρίδια αιμόφυρτος.
Μου άγγιξε τα χέρια.
Μέσα στον λουτήρα του Άργους ίδρωναν.

Από τη συλλογή Λόγια θανάτου και αγάπης (2015) του Γιώργου Θ. Γιαννόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Γιαννόπουλος

Μαρία Πολίτου, Ανθρωποθυσία

Σοφοκλέους Αντιγόνη (ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα (1961) με την Ειρήνη Παππά και τον Μάνο Κατράκη)

Ανθρωποθυσία

Καλό προσωπείο, σε δύσκολους καιρούς, ο μύθος.
Γιάννης Ρίτσος

Σύννεφα καπνού από σάρκα και αίμα
φτάνουν στο ουράνιο παλάτι.
Μαύρισε γύρω η πλάση.
Και οι πανάρχαιες κολόνες.
Ό,τι απέμεινε απ’ τον παλιό καιρό.
Το δοξασμένο.
Σάπισαν οι ρίζες τους απ’ των καιρών
το ανόσιο γλεντοκόπι.

«Σφάγια σε θεϊκό βωμό θα ‘ναι το δίχως άλλο»,
με θλίψη συλλογιέσαι.
«Μα ποιον αθάνατο ζητούν να κατευνάσουν;
Δε χόρτασαν οι ολύμπιοι από ανθρωποθυσίες;»
«Ποιο μίασμα την πολιτεία λυμαίνεται»,
αναρωτιέσαι,
«και της σφαγής το διάταγμα
ποιος το αναλαμβάνει;»

Μα είναι τόσοι
οι τύραννοι στην πόλη.
Όπου κι αν δεις τριγύρω σου
οι Κρέοντες
περισσεύουν.

«Κι οι Αντιγόνες»,
με ρωτάς,
«το δίκαιο δεν κρατήσαν;»

«Αυτές τα σφάγια»,
σου απαντώ.

Μες στο βωμό και τη φωτιά
των αργυρίων
χαθήκαν.

Κι οι Ιούδες
αμετάπειστοι
από τη φλόγα τρέφονται
και με τις στάχτες παίζουν.

Από τη συλλογή Εφήμερη στην πένα του θεού (2014) της Μαρίας Πολίτου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Πολίτου

Βασίλης Αμανατίδης, Η οικογένεια που όλο ψάχνει κάτι ανώτερο

Η οικογένεια που όλο ψάχνει κάτι ανώτερο

[Ενότητα Ι. Παιδική ηλικία]

Πάντα έβαφαν το σπίτι τους λευκό.

Μια μέρα ο μπαμπάς έκανε μεταπτυχιακό.
Η μαμά έκανε κι αυτή μετά.
Το κορίτσι ακολούθησε με επιτυχία την παράδοση.
Το αγοράκι λέει Εγώ;

Βάψαν πάλι το σπίτι τους λευκό.
Υπήρχε μία κόκκινη καμινάδα.
Αγαπούσαν ολόκληρο το σπίτι -ήταν
σπίτι τους, όμως
βαφότανε λευκό, αύριο κοκκίνιζε

Ο μπαμπάς είπε Ας κάνω λοιπόν διδακτορικό.
Η μαμά Να κάνω ένα κι εγώ.
Το κορίτσι λέει Θα κάνω ό,τι και η μαμά.
Το αγοράκι Μου αρέσει αυτή η καμινάδα…

Πήγαν το καλοκαίρι στη θάλασσα διακοπές:
Κολυμπάει ο μπαμπάς, η θάλασσα είναι μοβ
κολυμπάει η μαμά, η θάλασσα είναι πράσινη
και το κορίτσι στο τέλος, βεραμάν

Το αγόρι λέει Εγώ
δεν ξέρω κολύμπι σε θάλασσα πράσινη μοβ
βεραμάν. Ξέρω κολύμπι μόνο σε θάλασσα μπλε. Κι αν…
(Και θάφτηκε αμέσως στην άμμο)

Λέει τότε ο μπαμπάς Ας κάνουμε κάτι ανώτερο.
Λέει τότε η μαμά Τι άλλο όμως μας μένει;
Το κοριτσάκι Πάμε στο σπίτι μας γρήγορα
Να βάψουμε το σπίτι
πάλι

(Το σπίτι τους δεν βρήκανε
Μα βρήκανε την Καμινάδα

Άσπρη.)

Είπαν Τουλάχιστον είναι λευκό. Μα
Πώς θα χωρέσουμε εδώ;

Από τη συλλογή Τριαντατρία (2003) του Βασίλη Αμανατίδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Βασίλης Αμανατίδης

Μαρία Αρχιμανδρίτου, Law and order

Νικόλας Άσιμος, Εγώ με τις ιδέες μου
(τραγούδι: Σωτηρία Λεονάρδου & Νικόλας Άσιμος / δίσκος: Το φανάρι του Διογένη (1987))

Law and order

Τις νύχτες μου τα σύμφωνα ακονίζω
μην τρίξουνε στο δέσιμο
και τα φωνήεντα με λάδι αλείφω
ολόσωμα
έτσι σας φαίνονται αθόρυβες οι λέξεις μου
την ευταξία αυτού του ποιήματος τηρώντας.

Από τη συλλογή Ευεξία χρωμάτων (1998) της Μαρίας Αρχιμανδρίτου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Αρχιμανδρίτου