Μάνος Ελευθερίου, Παραμονές Δεκαπενταύγουστου

Παραμονές Δεκαπενταύγουστου

Σαν τη λαίδη Μακμπέθ σε υπνοβασία
πιτσιλισμένη απ’ τον ασβέστη
στα μαλλιά και το φόρεμα.

Και τα δωμάτια μοσχοβολούσαν
παραμονές Δεκαπενταύγουστου.
Οι φωτιές της ροδιάς. Η αυλή με τη βρύση.

Τα μυρμήγκια που τρέχουν για να γλιτώσουν.

Τα σκούπιζες και τα ’ριχνες στο κηπάκι
για να σωθούν.

Ώρα έξι το απόγευμα και μάζευες
την άγκυρα να ελευθερωθεί το σπίτι.

Μάζευες τα σκοινιά κι άναβες τις μηχανές
να φύγει το σπίτι, να σαλπάρει το σπίτι
και να ταξιδέψει
στο άσπιλε, αμόλυντε, άφθορε, άχραντε
και σ’ εκείνο το θεόνυμφε που υποσχόταν δόξες.

Από τη συλλογή Η πόρτα της Πηνελόπης (2004) του Μάνου Ελευθερίου

Advertisements

Μάνος Ελευθερίου, Γονατιστή σε πόδια Αγγέλων

Γονατιστή σε πόδια Αγγέλων

Είναι καιρός που ζεις μες στις υπέργειες κρύπτες
και πως για μένα κλαις και πως πενθείς το ξέρω.

Κι όμως η μάνα σου φρενιάζει στο παράθυρο και αφρίζει.
Με τα μαλλιά της ξέπλεκα σε τάζει στους αγίους
αφού εσύ τρέχεις γυμνή μες στα νεκροταφεία

–ξερό κορμί ξερό ψωμί
σαν την Πολωνέζα Ματωμένη Ρόζα–

σ’ ερειπωμένα σιδεράδικα και σε λιμάνια που φεύγουν πίσω απ’ τα καράβια.
Και καρβουνιάζεις τα σκυλιά και φαρμακώνεις τα πηγάδια.
Γονατιστή σε πόδια Αγγέλων εστεμμένων
και με κονιάκ να τρίβεις τις κοιλιές των μεθυσμένων.

Ποιος κυνηγός σε ονόμασε πουλί και σε βαλσάμωσε
και τρίζεις τ’ ανεκτίμητα διαμάντια των δοντιών σου.

Από τη συλλογή Η πόρτα της Πηνελόπης (2004) του Μάνου Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου, Οδοιπορία σε ναρκοπέδιο

Οδοιπορία σε ναρκοπέδιο

Νομίζει πως περιπολεί μέσα σε ναρκοπέδιο.
Άδικη εποχή αχάριστη πατρίδα.

Στην άραχλη επαρχία
πώς αποχαιρετά κανείς τον εαυτό του.

Ελάχιστοι του απάντησαν για τα ποιήματά του.
Σαν να του στέλνανε συλλυπητήρια.
Ο κάθε κάλπης του ’δινε μια θέση
για τη λησμονιά.

Κι όμως γι’ αυτά έφτυσε αίμα να τα γράψει.
Του καίγονταν τα χέρια μόλις τ’ άγγιζε.
Στην Κόλαση περπάτησε να βρει την κάθε λέξη.
Με τους Αγγέλους οδοιπόρησε και

(αυτό κι αν είναι αλήθεια)

πολλοί απ’ τους αγίους τού υπαγόρευαν
σεβαστικά και τι και πώς θα γράψει.

Από τη συλλογή Η πόρτα της Πηνελόπης (2004) του Μάνου Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου, Γυναίκες με φιλιά εγκαύματα

Γυναίκες με φιλιά εγκαύματα

Ανοίγω συρτάρια που έμειναν χρόνια κλεισμένα.
Βγαίνουν γυναίκες.
Κάθονται δίπλα μου ήσυχες και άγριες.
Μυρίζουν κλεισούρα και νύχτες.
Τα φιλιά τους εγκαύματα.

Μου μετρούν τον σφυγμό και μου κάνουν ενέσεις.
Μου δροσίζουν με ξίδι το μέτωπο
και διαβάζουν ευχές.

Ανασαίνω οινόπνευμα και πρακτικά μυρωδικά.
«Θα ησυχάσεις», μου λένε.

Από τη συλλογή Η πόρτα της Πηνελόπης (2004) του Μάνου Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου, Η υπόσχεση της ομορφιάς

Η υπόσχεση της ομορφιάς

Ακυρώνει τα χρόνια η στιγμή στο ξαφνικό
τηλεγράφημα: «Ασθενεί βαρέως φθάσε».

Πέφτει η βελόνα απ’ το χέρι που ράβει το στρίφωμα.
Πέφτουν οι βελόνες απ’ τα χέρια που πλέκουν δαντέλες.
Τα χέρια που στύβουν λεμόνια.
Όταν ανάβουν τη λάμπα και γυαλίζουν μπακίρια.
Όταν απλώνουν σεντόνια στο σκοινάκι
που θα σε πνίξει χρόνια μετά.
Όταν πλένουν με φύλλο συκιάς τα ποτήρια.
Να σιδερώνουν πουκάμισα. Να καθαρίζουν λεκέδες
με το βρασμένο δεντρολίβανο.
Η σταγόνα το αίμα απ’ το δάχτυλο που χτύπησε
σ’ ένα αόρατο καρφάκι.

Τα χέρια που χειροκροτούν πλανόδιους θιάσους
καθώς γυαλίζουν οι πούλιες και σκοτεινιάζουν τα φτερά
κι αστράφτουν τα πόδια τα θεϊκά μιας χορεύτριας
μες στα ερείπια μιας ζωής που θα συρθεί ως τον σταυρό.

Αχ πόσο πόσο η ομορφιά είναι υπόσχεση θανάτου.

Από τη συλλογή Η πόρτα της Πηνελόπης (2004) του Μάνου Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου, Τα χρόνια έξω απ’ τα παράθυρα

Τα χρόνια έξω απ’ τα παράθυρα

Όσα βρήκε μέσα στα συρτάρια της
τ’ άπλωσε πάνω στο τραπέζι και τα κοίταζε.

(Δαχτυλίδια, καδένες, σκουλαρίκια
μπουκαλάκια παλαιά των αρωμάτων
βαφές για τα μαλλιά, κραγιόν τριών χρωμάτων
τράπουλες για τη μοίρα
πομάδες και μυροδοχεία
κρέμες νυκτός και συνταγές για ξόρκια και για μαγικά
χρυσές τραχηλιές, ασημένιες πόρπες και χτένες
κι άλλα με σμάλτο και διαμαντικά.
Και τις παλιές του ερωτικές επιστολές δεμένες με κορδέλες)

Χαρτιά βιβλία συνταγές και οδηγίες πλεύσεως.
Λογαριασμοί πληρωμένοι και απλήρωτοι.
Όλα θα γίνουν ζωή ανυπεράσπιστη.

Όλα μυρίζαν το άγγιγμά της.

Τα χρόνια περνούσαν έξω απ’ τα παράθυρα.
Στους διαδρόμους οι φρουροί φορούσαν πένθος.
Οι σημαίες στους εξώστες μεσίστιες.
Οι αυλικοί ακροπατώντας συζητούσαν έντρομοι.
Πώς να γίνει επανάσταση με τέτοια συμφορά.
Ή μήπως είναι τώρα η κατάλληλη στιγμή.

Κράτησε μόνο τις δικές του επιστολές και όλα τ’ άλλα
είπε να τα χαρίσουν στις κυρίες της αυλής
στις νοσοκόμες που την κοίταξαν τις τελευταίες ώρες της
και στις παραδουλεύτρες. «Εκεί θα πιάσουν τόπο», είπε.

Από τη συλλογή Η πόρτα της Πηνελόπης (2004) του Μάνου Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου, Ζωή ανυπεράσπιστη

Ζωή ανυπεράσπιστη

Ό,τι αφήσεις ανυπεράσπιστο εδώ θα μείνει.

Θα τα σκυλεύσουν όλα. Θα πεταχτούν. Θα πουληθούν.

Χαρτιά βιβλία συνταγές και οδηγίες πλεύσεως.
Λογαριασμοί πληρωμένοι και απλήρωτοι.
Όλα θα γίνουν ζωή ανυπεράσπιστη.

Θα βρουν βιβλία με δέρμα εποχής.
Χαλκογραφίες οξειδωμένες και μεταφράσεις
λατινικές –με τις ακμές χρυσωμένες–
λιμενοδείκτης στοιχειώδης του σώματός σου.
Με τον αναδιπλούμενο άτλαντα να δείχνει
τις αρρώστιες σου.

Στις άκρες οι λεκέδες από πιοτά και καφέδες.
Το τσιγάρο να ’χει κάψει την ερημιά σου.
Στοιχειωμένα τα ταξίδια κι οι πορείες σου.
Κι άλλες φθορές ξανά φθορές και κομμένες
σελίδες (τι ήθελες να μη βλέπεις;)

Και κάτω κάτω σ’ ένα συρτάρι κάποιο χαρτί
λαβωμένου αγωνιστή
που ζητά την ύστατη προστασία από αδιάφορους
προκρίτους και δημογέροντες.

Από τη συλλογή Η πόρτα της Πηνελόπης (2004) του Μάνου Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου, Η τέχνη του θανάτου

Η τέχνη του θανάτου

Το τηλέφωνό σου θα χτυπάει μερόνυχτα.
Εσύ θα ’σαι νεκρός.
Μια γυναίκα θα σου στέλνει δώρα λουλούδια.
Εσύ θα ’σαι νεκρός.
Κάπου ένας άγνωστος θα ορκίζεται στο όνομά σου.
Ένας άλλος με αηδία θα φτύνει στο όνομά σου.

Το χιόνι το χιόνι σαν νύχτα λυσσασμένη Χριστουγέννων.
Κι εσύ θα ’σαι νεκρός.

Η τέχνη του θανάτου; Μια τέχνη παρακμής.
Με τα γνωστά εκείνα μοχθηρά και άδικα.
Μέσα σε τρόμους πυρετούς και παραισθήσεις.

Θα ’χεις αποτοξινωθεί από τις λέξεις.
Θα πετάς θα ’σαι ακίνητος συνεπής και ανώνυμος
μέσα στην πάμφωτη ελευθερία.

Όλα τα ωραία και τα ένδοξα τίποτα
πένθη για τίποτα
τα μάταια τίποτα και τα μεγάλα του κόσμου –
τίποτα πια για σένα.

Κανείς δε θα πεθάνει για σένα.
Εσύ προσωρινά θα ’σαι νεκρός.

Από τη συλλογή Η πόρτα της Πηνελόπης (2004) του Μάνου Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου, Ο δρόμος προς την Πετρούπολη

Ο δρόμος προς την Πετρούπολη

Μνήμη Γιώργου Αχ. Κατσαρού

Όλοι οι δρόμοι προς την Πετρούπολη κλειστοί.
Κι εσύ συγκάτοικος σ’ ένα νοσοκομείο.

Ο θάλαμος μυρίζει αιθέρα και κολόνιες.
Οινόπνευμα και ιώδιο ποτίζει το αεράκι.
Σκιές σωμάτων κλαίνε κρυφά σπαρακτικά.

Διάδρομοι οδηγούν σε τρομερά υπόγεια
σε μηχανήματα που πάντα στάζουν αίμα.

Όλα τα μάταια μυστικά σαν αναμνήσεις.
Όλα τα μάταια μυστικά ταγμάτων γυναικείων
που λούφαξαν μες στα Χειμερινά Ανάκτορα.

Όλοι οι δρόμοι προς την Αγία Πετρούπολη
για πάντα και για πάντοτε κλειστοί.

Από τη συλλογή Η πόρτα της Πηνελόπης (2004) του Μάνου Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου, Οι τρεις Μοίρες

Οι τρεις Μοίρες

Οι Μοίρες έρχονται πάντοτε νύχτα. Γι’ αυτό
αφήνουν οι μητέρες τα παράθυρα ανοιχτά.

Στο τραπέζι της σάλας τρία ποτήρια με νερό.
Τρία πιατάκια με γλυκό του κουταλιού
κι ό,τι χρυσό υπάρχει μες στο σπίτι –
ένα σταυρουδάκι ή μια βέρα.

Όλα τις Μοίρες περιμένουν επί σαράντα νύχτες
για να μοιράνουν το παιδί μετά τη γέννησή του.

Όταν περνούν αόρατες οι Μοίρες μες στους δρόμους
τα μαγαζιά απ’ τον φόβο τους ανοίγουν μοναχά τους
και λύνονται οι κλειδαριές και σπάνε τα λουκέτα.
Θάνατο ιδρώνει το χορτάρι που πατήσανε.

Και τα σκυλιά που πριν αφρίζανε
τώρα σωπαίνουν άρρωστα στις σκοτεινές γωνιές.

Αν έχουν κέφι θα δώσουν την ευχή τους
και θα χαρίσουν στο παιδί χρόνια και ευτυχίες.
Αν είναι θυμωμένες ούτε που αγγίζουν το γλυκό.
Ούτε που θέλουν το νερό μήτε το μάλαμα.

Έτσι από πάντα.
Κανείς να μη γλιτώνει από το παρελθόν.

Από τη συλλογή Η πόρτα της Πηνελόπης (2004) του Μάνου Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου, Ο γέρος και το σπίτι

Ο γέρος και το σπίτι

Στον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο

Ένας γέρος στέκεται μπροστά σ’ ένα σπίτι.
Πρώτη φορά το βλέπει. Δεν του θυμίζει τίποτα.
Στέκει πολύ καιρό με βροχή και με χιόνι.

Δεν τρώει και δεν πίνει και δεν κοιμάται.

Στο σπίτι κανείς δεν κατοικεί ή έτσι νομίζει
γιατί ποτέ δεν είδε φως μήτε σκιά ανθρώπου.
Ο δρόμος είναι άδειος. Κανείς δεν πέρασε ποτέ.

Τι να σημαίνουν άραγε όλα ετούτα.

Θαρρεί πως όλα γίνονται στον ύπνο του
και πως δήθεν είναι γέρος μπροστά σ’ ένα σπίτι.

Από τη συλλογή Η πόρτα της Πηνελόπης (2004) του Μάνου Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου, Παράπονα γέρου ερημικού ποιητή στα 1988

Παράπονα γέρου ερημικού ποιητή στα 1988

Σαν φύλλο τριαντάφυλλου σέρνει τον θάνατό του –
πένθη και λάθη και χαμένες συναντήσεις.
Ο ίδιος φταίει για όλα –ξέρει πια τον εαυτό του–
δεν ξεχωρίζει την ψυχή απ’ τις αισθήσεις.

Τον έπνιξαν, τον βρόμισαν των άλλων τα σκουπίδια.
Δεν υπολόγισε, δεν είδε τις αιρέσεις
πώς λέει κάποιος: «Με τα ψεύδη και με τα στολίδια
ακόμη και να γκρεμιστείς, αρκεί ν’ αρέσεις».

Δεν άκουσε τι του ’λεγε μήτε η διαίσθησή του
και βγήκε παίζοντας μονάχος δύο ρόλους.
Με ανύποπτη την ερημιά σε τέτοιες παρορμήσεις
επόμενο ήταν να στραφεί στους μονολόγους.

Από τη συλλογή Το νεκρό καφενείο (1997) του Μάνου Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου: Εν Ερμουπόλει…

Εν Ερμουπόλει…

Σκιές του Άδη – ρούχα του νερού
βομβαρδισμένο σκοτεινό τοπίο
μιας εποχής του κόσμου τ’ αλμυρού
και μιας αποκριάς το προσωπείο.

Το πλοίο γι’ άλλους κήπους ξεκινά.
Μεγάφωνα σκορπούν την «Κομπαρσίτα».
Το έξωμό σου φόρεμα πεινά.
Θα γίνουν όλα απόψε, αυτή τη νύχτα.

Τρελή Σελήνη, μάγισσα γριά,
σαν φάντασμα στου Μάκβεθ τα λιβάδια
που τρώει τα σπασμένα τα γυαλιά
και τα σκυλιά χορταίνει με σμαράγδια.

Μητρόπολη, παρέλαση, φωνές
κι η μπάντα με χάλκινα στο χιόνι.
Αρχαίοι συγγραφείς, περγαμηνές,
της τέχνης μου θα γίνουν οι δαιμόνοι.

Πικρά νησιά κοχύλια της ψυχής.
Αισθήματα που ζουν μες στη φορμόλη.
Μια πιστολιά στην άκρη της ζωής.
Γράμμα στερνό που αρχίζει: Εν Ερμουπόλει…

Από τη συλλογή Το νεκρό καφενείο (1997) του Μάνου Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου, Το μάτι της βελόνας

Το μάτι της βελόνας

Στην Ευδοξία Ελευθερίου

Ο κυνηγός που πιάνει το ελάφι
μονάχα στις μπογιές της ανασαίνει.
Του δίνει αιθέρα, λάβδανο και θειάφι.
Την πινελιά τραβάει την αγιασμένη
να σβήσει τη ζωή που πήγε στράφι –
στην όψη που ευλογεί αγριεμένη.
Κοιλοπονά, μα πώς να ξεγεννήσει
τους δράκους που την έχουνε γεννήσει.

Ταΐζει μ’ άστρα κι αίμα τα σκυλιά της
και γυάλινα τα κρύβει στις βιτρίνες.
Στην τελετή που βάφει τα μαλλιά της
τραβάει απ’ άκρη σ’ άκρη τις κουρτίνες.
Στο στήθος η παλιά δεντρογαλιά της
αόρατη δαγκώνει αιμοσφαιρίνες.
Τι σχέση εγώ, εσύ κι ο Ενδυμίων.
Ο κόσμος είναι μόνο των δημίων.

Εργάτες ταπεινοί φορώντας ντρίλι
κι εργάτριες παλιές χρυσές αράχνες
–νερό της ερημίας και τριφύλλι–
τα βήματά μου ανάσαιναν στις πάχνες.
Ποτέ στη γη δεν ήταν τέτοιοι φίλοι
σαν μάρμαρο που το στολίζουν δάφνες.
Γιατί δε μας το λέγαν όσο ζούσαν
εκείνοι που κρυφά μας αγαπούσαν;

Ρούχα παλιά. Μυρίζει ναφθαλίνη.
Το μπάλωμα θυμίζει αστυνομίες,
κυνηγητά, συλλήψεις και στρυχνίνη,
επίφοβες παλιές αδυναμίες,
πασατέμπο, στραγάλια, ασετιλίνη,
υπεύθυνες δηλώσεις. Ατιμίες.
Γονάτισε στο Μαύρο, το δικό της,
κι ευθύς επαύθη το χερουβικό της.

Αφίσα: Παίζουν Μαυρέας-Βερώνη.
Παλτό καφέ καμηλό και λουστρίνι.
Μάλλον καστόρι παπούτσια και ζώνη.
Εγώ με καπέλο. Κρατά φιγουρίνι.
Δε διακρίνω καλά στην οθόνη.
Ο Ταρζάν. Το χαρέμι. Κοκαΐνη.
Από σκοινί, μαχαίρι και τσιγκέλι
αυτοκτονούν στα χέρια της αγγέλοι.

Δεν κλαιν μόνο τα μάτια – και τ’ αυτιά μας,
τα δόντια και τα νύχια μας θρηνούνε.
Μα κλαίνε πιο πολύ τα κόκαλά μας
όταν με πόνο αργό συναντηθούνε.
Το δέρμα, οι κλειδώσεις, τα μαλλιά μας
των ουρανίων γλώσσα ομιλούνε.
Μιλούν όπως τα έπιπλα και τρίζουν
γι’ αυτό όταν κλαίνε πάντοτε ραγίζουν.

Ξερνούν οι μεθυσμένοι στα σανίδια
καρφίτσες που μαζεύει ο μαγνήτης
κι ο θάνατος φυσάει ροκανίδια.
Φυσάει χιονιάς στη ραπτομηχανή της.
Σκουλαρίκια, κολιέ και δαχτυλίδια
σ’ ένα πηγάδι ριγμένα μαζί της.
Τ’ άλογά της, τ’ άλογά της στο κρύο.
Στο κρύο, τ’ άλογά της, καφενείο.

Ένα γράμμα. Λεφτά. Κάτι που ανάβει
και σβήνει, το φτερωτό μαύρο φίδι.
Ρουμάνοι, Βούλγαροι και Γιουγκοσλάβοι
χαλίκια σπάζουν. Εκλογές. Φτιασίδι
ενός που– Ζω σ’ ένα καράβι
που μένει ακίνητο, σάπιο ταξίδι.
Τους πόνους ράβει και πόνους γαζώνει
και τους μοιράζει στον κόσμο για ζώνη.

Βρέχει. Σκυλί. Πλατεία επαρχίας.
Ιώδιο μυρίζει και αιθέρας.
Όλα συμπίπτουν. Σκηνές ναυμαχίας.
Τοπίο ακαθόριστης ημέρας.
Του χρόνου τα παιχνίδια κι ευτυχίας
γλυκό του κουταλιού, παλιός αγέρας
που σβήνει τόσα σπίρτα μες στο βράδυ.
Το κόκκινο στα χείλη είναι σκοτάδι.

Γυαλί τριμμένο. Παράσταση. Χιόνι.
Σαν να ’τανε γιορτή και καρναβάλι.
Αγόρασα οινόπνευμα. Οι πόνοι
στα δόντια μου κι αξύριστος. Σπατάλη.
Ο Τσέχοφ. Το πιοτό μου και τ’ αφιόνι,
τα χρέη της καρδιάς, κακό κεφάλι.
Ντύνομαι Άμλετ. Βάφομαι. Η μπέρτα
σκεπάζει ξίφος και μοτοσικλέτα.

Διαμάντια στην καρδιά. Την πίεσή της
ο Λόρκα με τ’ αηδόνια του ανεβάζει
(Αυτόν, πώς τον θυμήθηκα μαζί της;)
Τραγουδά: «Ένας σκύλος που σπαράζει».
Μ’ ενοχλεί που αναβλύζει η ψυχή της
πορφυρές μυρωδιές και διαβάζει
το γυάλινο ψάρι κορμί μου.
Χωρίς γυαλιά πώς να δω την ψυχή μου.

Το βράδυ την ακούω που καρφώνει
το ακουστικό επάνω στο αυτί της.
Τηλεφωνεί ξανά στην Περσεφόνη
ρωτά και ορίζει τη συνάντησή της.
Ληστείες, απεργίες (τόσοι φόνοι)
αδιαφορεί να μάθει το κορμί της.
Τα ψάρια καίγονται. Καίει το τηγάνι.
Θυσία στους αθάνατους τα κάνει.

Κάτι μου λέει. Τραυλίζει. Το στόμα
στραβώνει. Ο γιατρός απατεώνας.
Το ασθενοφόρο αργεί. Βγαίνει βρόμα
κι απ’ τα φτερά της. Χτυπάει κυκλώνας.
Τιμωρημένο δέρμα, κούφιο σώμα
περνάει από το μάτι μιας βελόνας.
Μια μέρα πριν, μου λέει τ’ όνειρό της.
Χαρά! της λέω. Μαυρίζει το είδωλό της.

Σιρόπια, χάπια, υπόθετα, ενέσεις,
των γιατρών συνταγές, σημειώσεις.
Σ’ ένα βουνό χρειάζεται να δέσεις
το σπίτι, το δωμάτιο να σηκώσεις.
Κουμπιά, δαντέλες, κόπιτσες. Θα πέσεις.
Θα σηκωθείς. Πεθαίνοντας με δόσεις.
Θα σηκωθείς αποκεφαλισμένη
να ράβεις, να κεντάς και πεθαμένη.

Από τη συλλογή Το νεκρό καφενείο (1997) του Μάνου Ελευθερίου