Κατερίνα Γώγου: [Κανείς δε θα γλιτώσει…]

18

Κανείς δε θα γλιτώσει.
Κι αυτό το μακέλεμα δε θα ’χει
ούτε μισό μισοσβησμένο Όχι.
Θα βουλιάζουμε –βουλιάζουμε–
κατακόρυφα με 300 και βάλε
σε συφιλιδικά νερά χωρίς τέλος
με αφορισμούς και χτυπήματα στο κεφάλι
από διαμαντένιους σταυρούς τραβεστί πατέρων
γλείφοντας
υπογράφοντας
ικετεύοντας
κι ουρλιάζοντας ξεφτιλισμένα ΝΑΙ ΝΑΙ ΝΑΙ ΝΑΙ.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Advertisements

Κατερίνα Γώγου, Κίνηση Δημοκρατικών Γυναικών

18

Κίνηση Δημοκρατικών Γυναικών

Βαράγαν στο ψαχνό.
– Στον αέρα ρίχνουνε είπαν αυτές
Ύστερα γέμισε αίμα η λακκουβίτσα στη στάση.
– Πλαστικές είναι είπαν αυτές.
Ύστερα έπεσα κάτω.
– Λιποθύμησε είπαν αυτές.
Ύστερα έμεινε ακίνητος
είχανε ξεκινήσει. Έμεινε ακίνητος
είχανε πάρει το τρόλεϊ, φύγανε. Πάνε αυτές.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [Η λιτανεία έρχεται από πέρα μακριά…]

17

Η λιτανεία έρχεται από πέρα μακριά απ’ τα νησιά. Κάθε σαν σήμερα μεγάλη Παρασκευή Απριλίου / ο χριστός σαλεύει ανάμεσα σε βαριά λιβάνια πρεζάκηδες ξενηστικωμένα παιδιά παστρικές πουτάνες και φαγωμένους επισήμους.
Κάθε χρόνο τέτοια μέρα γριές μοιρολογίστρες αδελφές κρατάν καλάθια με άσπρα και σκούρα άνθια / ραίνουν τ’ αγόρια και το λείψανο με βαμμένα άτσαλα βλέφαρα κάτω από μαύρες δαντελένιες πλερέζες και κάλτσες με ραφή.
Φαρδείς παπάδες σκουντάνε σκληρά τα παιδιά που φοράνε γυαλάκια και κρατάν τα ξαπτέρυγα / αυτά / με τσαλακωμένη αξιοπρέπεια / πατάνε σπρώχνουνε / σκουντάνε μπροστά τη λυπημένη φιλαρμονική / χάνουν όλοι το τέμπο τη μεγάλη Παρασκευή ο χριστός με μακριά νευρένια πόδια σταυρωμένα καρφωτά τουμπαρισμένα μάτια / σπασμένη ραχοκοκαλιά / αίμα πηγμένο γερμένο κεφάλι / όμορφος σαν τρομοκράτης ζωντανός σα σε κρίση / κάποιος κάποτε θα του τραβήξει το ζωνάρι να φανεί το φύλο του όταν άλλοι με κατεβασμένα τα ρολά στα καφενεία θα κρεμάνε τον βαλέ
όταν άλλοι
θ’ ανοίγουνε διάπλατες τις πόρτες των ψυχιατρείων
και τις φυλακές
Θα ξεκρεμάσουν τους ληστές
κι η Λιτανεία θα βρει τον σωστό
τον Νέγρικο ρυθμό της
τον πολεμικό
τον θάνατο που άλλοι Ανάσταση τον λένε.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [Αν καμιά φορά με πιάσεις να λέω ψέματα…]

16

Αν καμιά φορά με πιάσεις να λέω ψέματα
–σταμάτα να σου πω–
μη βιάζεσαι και με λες ψεύτρα.
Είναι τώρα που δεν μπορώ να ξεχωρίσω πια
και μπερδεύω πού σταματάει τ’ όνειρο
και πού αρχίζει η αλήθεια…

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [Είπανε για κείνο τον αρχάγγελο…]

15

Είπανε για κείνο τον αρχάγγελο
που ’πεσε ξαφνικά στο μπαλκόνι μας
την Τρίτη 21 Μαΐου 78
πως ήταν αλκοολικός.
Περνούσε λέει άμα νύχτωνε
απ’ όλα τα μπαρ της Αθήνας
και γινότανε φέσι.
Και το πρωί σαν χάραζε είπανε
γύριζε λέει στους συναγγέλους του
και στ’ άστρα ματιασμένος.
Λέγανε ακόμα οι άνθρωποι
πως ήτανε αναρχικός.
Γι’ αυτό άλλωστε και είχε και μαύρες φτερούγες.
Η αλήθεια είναι
πως ούτε εγώ ούτε η Μυρτώ τρομάξαμε
παρόλο που για πρώτη φορά μας
βλέπαμε αγγέλους.
Εγώ ντροπιάστηκα μόνο
που είχα τις γλάστρες απότιστες
και τα γόνατα του παιδιού λερωμένα.
Με ρώτησε θυμάμαι γελαστός
αν πίστευα στα μάτια μου αν πίστευα στους αγγέλους.
Και γω του είπα σοβαρά πως όχι.
Ε τότε –μου είπε– δε θα πετάξεις ποτέ.
Και μου ’βαλε ένα δαχτυλίδι στο χέρι
να με θυμάσαι άμα νυχτώνει μου είπε
Έκανε έπειτα καναδυό φορές έτσι
για να ζεστάνει τις φτερούγες του ανοίξανε
και χάθηκε πάνω απ’ την πόλη.
Από κείνη την Τρίτη λοιπόν
ένιωσα πιο μόνη μου απ’ όλα τα χρόνια.
Κι ούτε που ξαναμίλησα με τους ανθρώπους πια.
Κι αν δεν ήταν το δαχτυλίδι στο χέρι μου
και τα φώτα ν’ αναβοσβήνουν σαν την καρδιά μου
θα ’λεγα πως έφτιαξα πάλι σενάριο
με το κουρασμένο μυαλό μου.
Τη νύχτα θα ξαναπάρω σβάρνα τα μπαρ.
Μπορεί να τον τρακάρω…

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: Ν. Υόρκη

14

Ν. Υόρκη

Το πρακτορείο Ηνωμ. Τύπος ανακοίνωσε ότι ο Τζόνι Βαϊσμίλερ, γνωστός στους παλιότερους ως Ταρζάν, κάθε που πέφτει ο ήλιος ανοίγει το στόμα του και βγάζει ααααααΑΑΑ την κραυγή του ρόλου του. Το πρακτορείο στη συνέχεια αναφέρει ότι δε συντρέχει ουδείς λόγος ανησυχίας. Ο Ταρζάν είναι στα τελευταία του. Ακίνδυνος.

Από την περασμένη Δευτέρα
τα πούμα
κι οι ελέφαντες
με σηκωμένες προβοσκίδες
έρχονται.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [Πετώντας αργά πάνω απ’ τις στέγες…]

13

Πετώντας αργά πάνω απ’ τις στέγες
οι μονάδες καταστολής
πήρανε θέσεις σιωπηλή
στα καλώδια της ΔΕΗ
παρατάχτηκαν αθόρυβα στους διαδρόμους του ΙΚΑ
πιάσαν την έξοδο απ’ τα φροντιστήρια
και το έμπα στα γήπεδα.
Οι θόρυβοι στις ταινίες και στα όνειρα είναι εκκωφαντικοί
μόνο στον φόβο και στη ζωή
οι πόρτες κλείνουν αθόρυβα πίσω.
Το φιλμ στις ταινίες είναι χρωματιστό.
Στη ζωή μαυρόασπρο
και κάποιος έσπρωξε απρόσεχτα την καρέκλα
που ’χε ανεβεί ο μικρός του μπακάλικου
να παίξει τον κρεμασμένο
Οι βασιλιάδες πεθαίνουν από αλλιώτικους θάνατους
έχει φρακάρει το ψυγείο.
Στην κουζίνα –ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ;– 47 μέρες κράτησα. Πεινάω.
Ένας με άσπρη νοσοκομειακή μπλούζα μυωπικά γυαλιά
και μαύρα λαστιχένια παπουτσάκια χωρίς νούμερο
που ποδένουν τους νεκρούς σα για να φύγουν
σκαλίζει τις φωτογραφίες στο συρτάρι μου
λέει τη μια πως είναι εισαγγελεύς
και την άλλη ο γιατρός του σωματείου
Κάποτε… το φως φεύγει σταλιά σταλιά από πάνω μου…
νυστάζω… τα βιβλία λέγανε πως οι στρατιώτες
περνάγανε με τους κόκκινους
κρυώνω… έξω από την πόρτα μου παρκάρει επαναληπτικά
μια ατέλειωτη κηδεία ειδικά εκπαιδευμένων αστυνομικών
σπρώχνουν απ’ τη χαραμάδα το φέρετρο μέσα
κεφαλάκια φιδιών
ρίχνουν τιμητικούς πυροβολισμούς
Άντρες πηδάνε ανεμίζοντας την κάρτα ανεργίας και φεύγουνε
απ’ τις ταράτσες λαϊκών ξενοδοχείων. Πρέπει να τους προλάβ.
Με περιμένουνε.
Αντίο Αντίο Αντίο.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [… τραλαλάμ… τραλαλάμ τι ώρα να ’ναι…]

12

… τραλαλάμ… τραλαλάμ τι ώρα να ’ναι
όλη τη νύχτα χτύπαγα το κουδούνι σου
μα δεν ήσουνα πάνω.
Μη σε νοιάζει… όταν ο κόσμος περνούσε
έκανα πως ψάχνω την τσάντα μου. Ξέρω γω…
έτσι έκανα πάντα
Δεν ήτανε τίποτα σοβαρό δεν ήθελα να σε τρομάξω πάλι
ήθελα μονάχα να σου πω να πάμε να παίξουμε.
Από την άλλη μεριά δεν περνάν αυτοκίνητα
αλήθεια σου λέω
μονάχα καρότσια την πρωτομαγιά κι ακόμα
είναι Νοέμβρης
πάρε αν θες και τ’ άλλα παιδιά μην τους αφήσουμε γέρους
πίσω απ’ το ταχυδρομείο –σκύψε να σου πω–
είναι μια ξύλινη γέφυρα που ενώνει τ’ αστέρια
άμα με πάρεις καβάλα στους ώμους σου
θα κατεβάσω μερικά.
Αν έχεις δουλειά αυτόν τον καιρό δεν πειράζει.
Πάμε μια άλλη φορά.
Μόνο μη βγεις να κοιμηθείς νωρίς
να ξεκινήσουμε πρωί
πριν βγει ο ήλιος
Πριν πιο πριν τότε που βγαίνουνε οι αθλητικές
εφημερίδες
αν θες είναι καλύτερα –καλύτερο–
να κοιμηθούμε αγκαλιά
δε θα βήχω τη νύχτα
δε θα τραβάω τα σεντόνια
θα λουστώ
θα ’μαι φρόνιμη
ακούνητη
θα ’μαι σαν πεθαμένη
μη με ξεχάσεις όμως το πρωί
γιατί έχω ακούσει πολλούς ανθρώπους έτσι
που το ’καναν για να μην ενοχλούν τους δίπλα
ή κι έτσι γι’ αστείο
και δεν ξαναξυπνήσανε
κι ούτε που παίξανε
ποτέ.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [Ώρε φιλάρα!]

11

Ώρε φιλάρα!
Στο τηλέφωνο δε λέγονται…
Άμα κατέβεις από δω
θα σου δείξω κάτι μεγάλα φτερά που μου φυτρώσανε
Θα σου δείξει
πόσο ανάλαφρα πέταγα
πηγαίνοντας στην απαγορευμένη συγκέντρωση
γιατί σφύριζε στο χέρι μου
μια βαριά αλυσίδα.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [Άνοιξα τσακ! απότομα τα μάτια μου…]

10

Άνοιξα τσακ! απότομα τα μάτια μου απ’ την φασαρία που ’κανε το ταβάνι άγρια μεσάνυχτα / λύνοντας τα σκοινιά απ’ τους 4 τοίχους κι έφυγε παίρνοντας μαζί του τη σκεπή και τις κουβέρτες μου. Ευκάλυπτοι / σακουλάκια λεβάντας και βατομουριές ήρθανε και ξαπλώσανε στα δόντια μου στο μαξιλάρι μου και στα μαλλιά μου. Μ’ ένα σφύριγμα βαποριού σαλπάρισε η πόρτα / κι απ’ το πέρασμα μπήκαν με μικρά πηδηματάκια / η μάνα μου κι ο πατέρας νιόνυμφοι / με κερασάκια στ’ αφτιά και τα κορδόνια τους αντικριστά δεμένα. Από πίσω η γιαγιά απ’ το χωριό με τσεμπέρι κατεβασμένο απ’ το στόμα. Κατόπιν η γιαγιά Αθηναία με γούνα που δαγκωνόταν στον λαιμό και το στόμα βαμμένο μ’ ένα περίεργο κόκκινο μεταξωτό χαρτάκι –το ’χω– ο Γιώργος με τη Μυρτώ ευτυχώς είχαν ζήσει. Ίχνος πουθενά από βουβά τηλέφωνα και συνταγές και στον καθρέφτη που γυαλίστηκα ήμουνα όμορφη. Όχι όμως έτσι σαν άνθρωπος / ήμουνα μισό Βαρδάρης-μισό άσπρο πουλί –περίεργο άσπρο– κι ο ταξιτζής που μ’ είχε δείρει μια νύχτα πολύ μου ’δωσε ένα ματσάκι μιγκέ απ’ αυτά που δίνουνε για την πρώτη φορά τους στις νύφες. Κουβεντιάζανε γρήγορα γρήγορα και σιγά σα να γουργουρίζανε νανουρίσματα σ’ ανακάλυφτη γλώσσα. Ένας Μάης 68 μ’ ένα πανί δεμένο στο κεφάλι σαν αβγό έκανε ΧΑ! στο τζάμι και το χνότισε / κι ένα δάχτυλο σκέτο / ένα ολομόναχο δάχτυλο σκέτο / έγραψε ένα ολόκληρο ποίημα με αριθμούς. Έκανε τ’ όνειρο πράξη. Λες να κάνουνε την επανάσταση οι αριθμομηχανές… σκέφτηκα… Όπου κι αν με βάλουν προσαρμόζομαι ξανασκέφτηκα
καλό να ’ν’ αυτό ή κακό
είχα αρχίσει να χάνω και χρώμα
είχε αρχίσει να μπαίνει και μουσική
είχαν αρχίσει όλοι να νυστάζουνε…
να χασμουριούνται… αποκοιμήθηκαν…
… Έβαλα το μαύρο καλτσόν μου και τις σουβλερές σιδερένιες καπιταλιστικές μου μπότες Είμαι / Περπατάω στην Ιουλιανού / όπου θες τώρα πάω / μπαίνω σ’ όλα τα γήπεδα τις Κυριακές παίζω παιχνίδι κατενάτσιο μέχρι να βρούμε άκρη Ένας με φουλ φέις της τάχα αριστεράς πάει να με ξεκάνει ουρλιάζω Ζήτω τα εργατικά συμβούλια ζήτω η εργατική τάξη / χώνομαι στον τηλεφωνικό θάλαμο να σωθώ κι η πόρτα κλείνει έτσι που δεν ξανανοίγει πια.
Έχω αντοχή μέσα απ’ το τζάμι.
Έχω εμπιστοσύνη παρόλ’ αυτά στο είδος μου.
Υπερρεαλιστές ποιητές όμοιοι με σταλινικούς ήρωες
ξεφτίλες βάσανα παρακάλια πείσμα υπομονή
τέτοιοι είμαστε.
Έτσι είναι οι άνθρωποι.
Κάποιος θα θελήσει να τηλεφωνήσει.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [Να δώσεις μια…]

9

Να δώσεις μια και να βγεις όξω απ’ την πόρτα.
Πάρε φόρα και βρόντα την πίσω σου.
Στήσου απέναντι και δες το πατρικό σου να σωριάζεται
τα παιδικά σου χρόνια δες τα καλά
να τη φουντάρουν απ’ τους φεγγίτες μουγκρίζοντας
σαν τα βόδια που τους πατάνε πυρωμένο σίδερο
και τα μαρκάρουνε
θρησκευτικές τελετές ξόρκια χρυσά σταυρουδάκια
μποδίζουν στο κατάστημα
στήσου απέναντι και κοίταξε
πόρτες και παράθυρα έχουν το σχήμα του σταυρού
τίποτα δεν είναι τυχαίο
Σάπιο η φωνή του αίματος
το κληρονομικό δίκαιο το κρατάει
την ώρα που θα πέφτει το τελευταίο καδρόνι
πέρα μακριά ανεμίζουν πουλιά
βάλε τα χέρια στις άδειες τσέπες σου
άνοιξε βήμα μη νοιαστείς για την ώρα
άνοιξε το στόμα σου ξύπνα τους ένοικους της γης
βάλε λόγια και δική σου μουσική
ξελαρυγγιάσου με την αγριοφωνάρα σου
– Η ζωή –
δεν είναι ένα κλειστό ταξίδι
που ήταν
α-α-αταξίδευτο.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [Σάπια…]

8

Σάπια. / Σάπια θέματα / μουχλιασμένοι τόμοι ύπουλες βιβλιοθήκες
λέξεις τσανακογλείφτες λέξεις δούλες / στημένες μηχανές
λέξεις κομπίνες
εδώ η ζωή μας ταύρος με καρφωμένα χιλιάδες
φασιστικά μαχαιράκια
ξερνάει μαύρα τα αίματά μας
και σεις ζωγραφίζετε νεκρές φύσεις
σε κλιμακτήριες εκδόσεις να κονομάει ο ΕΟΤ.
Κόμματα – σημεία στίξης
οικολογία – αρχαίοι πρόδρομοι μας δείχνουν δρόμους
μονάχα με την όπισθεν
παραχωμένοι σε βαθιούς λάκκους οι καλοί
δημόσια έργα και τζίφρες επιφανών
περνάνε άσφαλτο πάνω τους
ένα μεγάλο στρογγυλό κουτί σαν κάλπη η γη
να ρίχνουμε την ψήφο μας
ό,τι χρώμα και να παίρνει η σαλαμάντρα
δεξιά είναι
Κάτι ψόφιες γαζίες αναλάβανε την άνοιξη
οι ρίζες δεν είναι για να γυρίζουμε πίσω
είναι για να βγάζουνε κλαριά
άμα δε βγάζουνε
είναι παλούκια καυσόξυλα
οδοφράγματα Μπροστά Μπροστά κι άλλο!
τόσο θέλει
απ’ την υποταγή στην εξέγερση
απ’ το όλοι ή κανένας
απ’ το όλα ή τίποτα
και μεις / μας μπάζουνε απ’ την είσοδο υπηρεσίας
στο πόδι τρώμε τ’ αποφάγια τους
παλιομοδίτικο φουλάρι φοράμε στον λαιμό μας
την ψόφια γάτα του πολιτισμού
τώρα δεν είμαι μονάχη μου πια
έχω έπιασα επαφή
δε φοβάμαι κανένανε
καμώνομαι πως ζω αυτή τη ζωή κι ετοιμάζω την άλλη
μέρα ντάλα μεσημέρι θ’ αρπάξω πινέλα και κουβά
θα σηκώσουμε τα πλακόστρωτα
θα κάνω μια μεγάλη βροχή με προκηρύξεις
συνθήματα προτροπής
σφαίρες – λέξεις στο χαρτί
γράμματα με πέτσες κι αίμα
η ποίησή μας ψυχοσωματική –
κανένας σας πια δεν μπορεί να μας χωρίσει
και τη ζωή μου
κι όποιος κοτάει ας κάνει προς τα δω χειροβομβίδα
με τραβηγμένη περόνη.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [Πόσο νωρίς φεύγει το φως…]

7

Πόσο νωρίς φεύγει το φως απ’ τη ζωή μας αδερφέ μου…
Μέσα απ’ τ’ αλλεργικά μας βλέφαρα
αργά στα νύχια πατάει η ζωή
μπας και την πάρουμε πρέφα
μακραίνει χάνεται… κοίτα έγινε κουκκίδα στρίβει γωνία… πάει…
Σκοτεινιάααα!
Αρνητικά φωτογραφίας κοιτάω και είναι λέει άνθρωποι
κόκκινα φωτιά τα μάτια τους παγιδευμένων λύκων
νύχια δανεικά –πώς τους κατάντησαν έτσι– ξένες μασέλες
βδέλλες κολλάνε στο λαρύγγι μας τραβάνε τα κουμπιά μας
μπας και τη βγάλουνε λιγάκι ακόμα.
Είναι εκείνου του τρένου –τους θυμάμαι καλά–
που όταν κανονίσαμε το πρώτο μας όνειρο να πάμε εκδρομή
μας πέταξαν στις τεντωμένες ράγες του ηλεκτρικού
σαν άδεια σακιά σ’ αφύλαχτη διάβαση
για υπερβάλλον βάρος.
Όσοι «ζήσαμε» γραμμένο με εισαγωγικά
χιλιάδες κάννες κεντράρουνε πάνω μας
απ’ την ταράτσα του ΟΤΕ
κρύο κρύο και μελό με το μακό μας φανελάκι
κάνουμε τάχα πως έχουμε παλτό
κι ένα –είδες, όλοι μας το ’χουμε–
βυσσινιό νεύρο κάτω απ’ το μάτι μας βαράει ακόμα.
Πόσο ακριβή είν’ αδερφέ μου η ζωή
πόσο φτηνήνανε τα είδη κουράγιο ρε.
Μερικές φορές –μα δεν το βάζω κάτω–
έρχονται τούμπα τα αντικαταθλιπτικά
και γέρνει η παλάτζα
δεν έχει άλλο μπρος
σκύβω τότε και παίρνω στα δόντια μου
το ματωμένο μου μυαλό και πάω πίσω πίσω
γυρίζω πίσω να σωθώ
κι ύστερα δε βρίσκω τον δρόμο
γιατί και κει είναι σκατά –σα να μην το ’ξερα–
παντού σπασμένες σιδεριές και θραύσματα οβίδας
τρομάζω τα χάνω με το παραμικρό δεν έχω πού να πάω
μονάχα η πόρτα της ΥΠΕΡΑΓΟΡΑΣ είν’ ανοιχτή
και χώνομαι μέσα
κοιτάω σαν αρπαχτικό πού πάνε τα λεφτά
και την αξία χρήσης
Ντελίριουμ Τρέμενς το λέν’ αυτοί ΕΓΩ ΘΕΛΩ ΝΑ ΚΛΕΨΩ
Βάζω τότε μπροστά όλα τα στερεοφωνικά να παίζουν μαζεμένα
κάθε μάρκα κι άλλο σκοπό
και τα μεγάφωνα στο φουλ να σπάνουνε τ’ αφτιά τους
κι ύστερα μ’ ένα Σίγγερ ψαλιδάκι καλό
κόβω γύρω γύρω το στόμα τους το μεγαλώνω
κολλάω εκεί πάνω την ψυχή μου φιλί του θανάτου
και μέσα τους αδειάζω τα ψυχοφάρμακα
τα φαρμακεία τους και τους φαρμακοποιούς τους μαζί
Θάνατος στο Βυζάντιο σιχτίρ οι δυναστείες
το διάφραγμα της φίλης μου τις ειρηνικές επεμβάσεις
οι πουλημένες τραβηχτικές Kodak και Γ. Σταύρου
να πάνε να πεθάνουν
Θάνατος στους Αθάνατους
μαύρες σημαίες και κόκκινο το φως ανοίγει
–Θ’ ΑΝΟΙΞΕΙ– ο δρόμος το στόμα
τα μάτια η καρδιά και το μυαλό.
Έτσι να κάνουμε θα πέσει η πόρτα.
Κι η μηχανή με το αρχαίο φιλμ. Μη. Μη συνέχεια οι άνθρωποι
μαύρα αρνητικά και μεις ΚΑΜΕΝΟΙ ΗΛΙΟΙ.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [Είμαι ένας βλάκας…]

6

Είμαι ένας βλάκας.
Οι άνθρωποι για διάφορους λόγους
κάνουνε διάφορες κινήσεις για διάφορες πράξεις.
Εγώ λοιπόν βλέπω την καλή.
Τους δίνω τα λεφτά μου
τα ρούχα μου και τα παιχνίδια μου
εμένα δε με νοιάζει να μην έχω τίποτα
ίσα ίσα μάλιστα. Γιατί αλλιώς
θα ντρεπόμουνα κιόλας.
Προχθές το βράδυ λοιπόν που ’κανε κατακλυσμό
βγήκα στον καιρό
ήθελα να κάνω κλακέτες στην άσφαλτο
τραγουδώντας στη βροχή
το ’χα δει παλιά που οι άνθρωποι
με τις χρωματιστές ομπρέλες τους
κοντοστεκόντουσαν και κοίταζαν τον Τζιν Κέλι χαμογελαστοί.
Έτσι κι έγινε.
Ήρθε πρώτος ένας με σιδερένιο ραβδί
και με χτύπησε με φόρα από πίσω κάτω απ’ τα μαλλιά.
Μετά ο άλλος μου σήκωσε τη φούστα
και μου ’ριξε μ’ ένα μυτερό παπούτσι κλοτσιά
στη δεξιά σάλπιγγα ήμουνα έγκυος κι έπεσα κάτω.
Μετά ήρθε ο τρίτος και είπε: αφήστε ρε κάτω την κοπέλα
είναι καλό παιδί δε φταίει σε τίποτα. Να σας πάω στο σπίτι.
Του ’πα ευχαριστώ. Άνοιξα με το κλειδί
κι ανέβηκε πρώτος τη σκάλα.
Κοίταξε ποιοι άλλοι μένουνε δω
ένα παιδί και μια γιαγιά
έβγαλε το βρακί του κι είπε: θα κοιμάμαι εδώ
για να σας προστατεύω.
Αυτός ήτανε ένας άνθρωπος που δεν έπαιζε στο
τραγουδώντας στη βροχή
ήτανε που έσπρωχνε σε μια ταινία
αυτούς που πόναγε το κεφάλι τους από τα τζάμια.
Τώρα κάνει πως κοιμάται κι εγώ πως γράφω.
Και που λέω πως είμαι βλάκας
είναι γιατί κι αυτό μπορεί να το συνηθίσω
να το πάρω για καλό λυπάμαι πολύ
αγαπάω και τους δολοφόνους λέω τι είναι η ζωή
τι είναι ο θάνατος τι είναι η σχιζοφρένεια τι είναι ο δικαστής
και τι είναι ο καταδότης τι είναι έρωτας τι είναι
μια καρτούλα από ξένη χώρα τι είναι το επιχείρημα
και τι η αντοχή πρέπει ν’ αγοράσω μια μεγάλη
όλο τρύπες μπλε ομπρέλα να μας χωράει όλους.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου