Γιώργος Θέμελης: Δενδρόκηπος (VII, β. Ιντερμέδιο)

Δενδρόκηπος

VII

β. Ιντερμέδιο

Τι να ’σαι, τι να μην είσαι,
Τι ν’ αγαπάς, τι να πεθαίνεις,
Όνειρο ίσκιου ή μια εικόνα,
Πάθος και πρόσωπο ενός άλλου.

Σε δείχνει το φως, σε κρύβει το σκοτάδι.

Συχνά περνάς σα μια σκιά,
Σκιά σκιάς εκείνου που είσαι.

Συχνά περνάς σαν ένα φάντασμα
Και σβήνεις, πας μες στο σκοτάδι σου.

Συχνά παλεύεις να σταθείς,
Τα χέρια σου επιπλέουν.

Όταν μεθώ, θυμάμαι τα παλιά.
Γυρίζει ο νους μου και μου φέρνει
χρόνια χαμένα, ξεχασμένα.

Όταν μεθώ, δεν έχει τώρα,
Δεν έχει χθες, παρόν και μέλλον,
Έχει νεκρά κι αναστημένα.

Όταν μεθώ, αγαπώ να βγαίνω
Έξω στη νύχτα και να τραγουδώ.
Ακούω, ακούγομαι, σωπαίνω, αντιλαλώ.

Όταν κοιτάζομαι, δεν φαίνομαι άγγελος.
Δεν είμαι ωραίος για να πεθάνω νέος.

Δεν έχω στήθος ν’ ακουμπήσω
Δεν έχω πρόσωπο ν’ αγαπηθώ.

(Είμαι σαν ένα ξύλινο ομοίωμα
Μες στη βιτρίνα μου τη φωτισμένη.)

Όταν συστέλλομαι μες στο μικρό μου τίποτα,
Υπάρχω μη υπάρχοντας, ακούω τη μουσική.

Είναι μια πέτρα στην καρδιά,
Είν’ ένα μέταλλο μες στην ψυχή.

Μια μακρινή καμπάνα που χτυπά.

Όταν μ’ αφήνει ο έρωτας, αρχίζω και κρούω,
Γίνομαι κύμβαλο αλαλάζον.

Όταν γυρίζει, με πνίγει η σιωπή.

Όταν σωπαίνω και δε σημαίνω, μη με λυπάστε,
Αρχίζει η μεγάλη είσοδος: προσευχηθείτε.

***

Ο Έρωτας μας μοιράζει το σώμα,
Λάβετε, φάγετε.
Ο Έρωτας μας προσφέρει το αίμα,
Λάβετε, πίετε.

Από τη συλλογή Δενδρόκηπος (1955) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Advertisement

Γιώργος Θέμελης: Δενδρόκηπος (VI)

Δενδρόκηπος

VI

Το σώμα, πρέπει να πεις, δεν είναι το σώμα σου.
Πρέπει να στολίζουμε τους νεκρούς μ’ ένα τριαντάφυλλο στο στήθος,
Μ’ ένα στεφάνι από μυρτιά.
Αγαπήσωμεν αλλήλους,
Το σώμα του άντρα ας μη φοβάται
Το σώμα της γυναίκας, εν ομονοία, εν σιωπή,
Αγαπήσωμεν αλλήλους,
Το σώμα της γυναίκας τρέμει και πλησιάζει.

Μας προστατεύει πίσω η σκιά,
Μας φοβίζει ο έρωτας, μας ταξιδεύει ο ύπνος,
Εν ομονοία, εν σιωπή,
Μας παίρνει τέλος ο θάνατος, αγαπήσωμεν αλλήλους,
Και μας τοποθετεί μες στο ερμάρι του.

(Πρέπει να το προσέχεις το σώμα κι όταν είναι άνοιξη
Να ετοιμάζεις την εορτή του μ’ ένα τριαντάφυλλο στο στήθος,
Μ’ ένα στεφάνι από μυρτιά.)

Εκεί ’ναι τα χέρια με τ’ ακίνητα δάχτυλα.
Εκεί τα μάτια κι όσα κρύβουν τα μάτια
Κλεμμένα από το φως, όπως άδεια κοχύλια.
Τα χείλη τα κατάκλειστα και ραγισμένα.

(Δε θα ζητούμε τίποτα, που δεν μπορεί να δοθεί,
Και δε θα ρωτούμε: θα ’μαστε η απόκριση.)

***

Κάποτε βαριέσαι να ’σαι άνθρωπος,
Να περπατείς και να ελπίζεις.
Ούτε χέρι ούτε πόδι ούτε πρόσωπο.
Θα ’θελες να ’σαι σκουλήκι ή μια ρίζα
Χωμένος στη λάσπη σου, θα ’θελες να ’σαι ένα πουλί.
Βαριέσαι τα παπούτσια που φορείς, τη σκόνη που σέρνουν,
Τη λεκάνη, τον βρόμικο ρύπο από το δέρμα
(Και ο Θεός βγάζει τη λάσπη από τα χέρια του),
Τα χέρια κρέμονται και σου θυμίζουν
Φτερά κομμένα, τρέχει το αίμα τους.
Βαριέσαι το αίμα σου που τρέχει.
Τα μαλλιά μεγαλώνουν κάθε νύχτα, το σώμα πεινάει.

Κάποτε βαριέσαι το ίδιο σου το πρόσωπο που σε τρομάζει.

***

Μικρός μ’ άρεζε να κουβαλώ νερό: χαιρόμουν
Με τη βρύση που βούιζε μέσα στη στάμνα,
Με τη στάμνα που βάραινε σαν την καλή γυναίκα.
(Το παλαιό δέντρο επάνω μάς σκίαζε και μας έκρυβε.)
Κάποτε αφαιρέθηκα σαν μέσα σ’ ένα όνειρο
(Που έρχεται και κουβαριάζει τον χρόνο)
Κι η στάμνα μού ξέφυγε απ’ το χέρι, όπως
Σου ξεγλιστρά η αγαπημένη σου παίζοντας.
Το νερό το ήπιε η γη, όπως πίνει το αίμα
Που χύνεται, για να ποτίζει τους νεκρούς.
Έσκυψα πάνω στα σκόρπια μέλη
Μιας δροσερής αγάπης, έσκυψα κλαίοντας.
Τα μάζεψα ένα ένα να ξανακάμω την αγάπη μου.

(Ποιος θα μαζέψει τα σκόρπια μέλη μας, ποιος θα τα συνθέσει.)

Από τη συλλογή Δενδρόκηπος (1955) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης: Δενδρόκηπος (V)

Δενδρόκηπος

V

Τα κορίτσια ψιμυθιώνονται να μη φανούν
Στο καθαρό φως, κρύβοντας την ψυχή,
Το γαλάζιο αίμα της ωραιότητος. Δεν ονειρεύονται
Να ζήσουν, διαβάζουν μυθιστορήματα και κάποτε δακρύζουν.
Θα ’θελαν ν’ αυτοκτονήσουν φτάνοντας ως ένα όνειρο.
Θα ’θελαν να σβήσουν όλα τα χαμόγελα
Στον χιλιοθώρητο καθρέφτη, όπως
Τριαντάφυλλα σε ναρκισσιακά νερά. Κανείς δεν πέφτει να πνιγεί,
Εκεί στο βάθος που περνούν εξαίσια είδωλα
Παλαιών πνιγμών: η Ηλιογέννητη, η Μαργαρίτα…

Άραγε υπάρχουμε;

Υπάρχουν ακόμα κάποιες εικόνες;
Αυτήν εδώ δεν τη βρίσκει το δοξάρι του Έρωτα,
Καθώς είπε κάποιος, έχει μια υφή αγοριού,
Θυμίζοντας τον Ερμαφρόδιτο. Αυτή εκεί
Μοιάζει με ξένη που ήρθε από μακριά και δε γνωρίζει
Τη γλώσσα, τα ονόματα των λουλουδιών.
Αυτή μαθαίνει τα φώτα να λάμπουν,
Καθώς είπε κάποιος, έχει ένα δικό της φως,
Που μεταδίδεται και πληθαίνει, δεν μπορείς να πλησιάσεις.
Κι αυτή εδώ έχει κάτι από σκοτάδι
Στο πρόσωπο, από κείνο που θαμπώνει
Τα μάτια, τα κάνει να βυθίζονται
Μες σ’ ένα μαύρο φως που ψάχνει το δέρμα.

***

Ωραίος είναι ο άνθρωπος, όταν κοιμάται
και τον κοιτάζεις — έρχεται η ανάμνηση.

Ωραίο είναι ο άνθρωπος, όταν γυρνά τα μάτια
Και σε κοιτάζει — έρχεται η ανάμνηση.

Όταν χτυπά την πόρτα σου σαν ένας ξένος,
Που τον περίμενες — έρχεται η ανάμνηση.

Όταν κοιτάζει μέσα του να σε γνωρίσει
Ανάμεσα στις εικόνες του — έρχεται η ανάμνηση.

Όμοια με χέρι αγαπημένης ανάβοντας το φως,
Να βλέπουμε και να βλεπόμαστε.

(Η πιο τέλεια ομορφιά είναι η απογύμνωση,
Όταν τα χέρια θα ’χουν μείνει χέρια καθαρά.)

Από τη συλλογή Δενδρόκηπος (1955) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης: Δενδρόκηπος (IV)

Δενδρόκηπος

IV

Πρέπει να ’χεις περάσει από χαρτοπαίγνιο
Και να ’χεις αγρυπνήσει νύχτες πολλές,
Για να μπορείς ν’ αλλάζεις την τύχη,
Όπως αλλάζει κανείς χειρόκτια.

Τα χειρόκτια είναι, αλήθεια,
Από τα πιο σημαντικά πράγματα του κόσμου,
Όπως τ’ άδεια κοχύλια, τα πετράδια, τα κλειδιά.

Αγαπώ απ’ όλα τούτα πιο πολύ
Τα χειρόκτια, για τη συγγένεια
Με τ’ αληθινά χέρια και την τυφλή θεά.

Έχουν σχέση βαθιά τα χέρια, τα χειρόκτια κι η τύχη,
Ο ύπνος και το ξημέρωμα,
Η γέννηση κι ο θάνατος.

Παίζοντας με τραπουλόχαρτα είναι σα να ξιφουλκείς
Να σκοτώσεις τ’ αντρείκελα που παίζουν.
Μα το ξίφος σου είναι ξύλινο και δεν μπορείς,
Γίνεσαι αντρείκελο και συ και παίζεις με την ψυχή σου.

Σαν χάσεις την ψυχή σου, δεν έχεις να παίξεις
Με ποιον — παίζεις με τον εαυτό σου,
Μόνος, αντικριστά, ενώπιος ενωπίω.

Σαν χάσεις τον εαυτό σου, δεν έχει να παίξεις
Με ποιον — έρχεται ο άγνωστος,
Έχοντας δέσει τ’ άλογό του στο κρικέλι σου.
Τραβάς το ξύλινο σπαθί κι αυτός σαν κυπαρίσσι.
Στήθος γυμνό κι αυτός με σιδερένια πανοπλία.

Πόσες φορές κάναμε πανιά, πόσες
Φορές ναυαγήσαμε: να παίζεις, να παίζεις,
Ν’ αλλάζεις τραπουλόχαρτα: μέτρα τα πράγματα
Με τη χαρά που τα ομορφαίνει: μπορείς να ελπίζεις
Πως κι αύριο θα ξημερώσει: μπορείς να είσαι,
Το φως πέφτει επάνω σου: μπορείς να βλέπεις
Στα πρόσωπα των ανθρώπων το πρόσωπό σου.

***

Ωραία είναι τα πράγματα, ωραία κι όταν πεθαίνουν,
(Σαν σε βαθύ καθρέφτη ονείρων απατηλότερα)
Γιατί πεθαίνουν, γιατί θ’ αναστηθούν
Μαζί μας, γιατί πεθαίνουν τον δικό μας θάνατο,
Είναι ωραία: διηγούνται τη δόξα μας.

Είναι ο ουρανός μας, ο δικός μας ουρανός,
Το καθαρό άγρυπνο καθρέφτισμά μας.

***

Ο Θεός αγρυπνεί εν σιωπή — βλέπει τον άνθρωπο.
Ο Θεός ως εν εσόπτρω — βλέπει τον Θεό.

Μας έδωσε το πρόσωπο — Του μοιάζουμε.
Μας έδωσε τον έρωτα — Τον πλησιάζουμε.
Μας έκρυψε το μυστικό του — Τον γυρεύουμε.

Από τη συλλογή Δενδρόκηπος (1955) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης: Δενδρόκηπος (III, α. Ιντερμέδιο)

Δενδρόκηπος

III

α. Ιντερμέδιο

—Μου δίνετε την ταυτότητά σας;
—Να σας ανοίξω την καρδιά μου.

Ο αριθμός μου είναι αριθμός μου.

Δεν είμ’ αυτός, δεν είμ’ εκείνος.
Να σας χαρίσω την ψυχή μου.

Ο καθρέφτης μου είναι ο καθρέφτης μου.

Μη με κοιτάτε μες στα μάτια,
Κοιτάξτε με ως εν εσόπτρω.

Όπου πηγαίνω, σέρνω και τη μοίρα μου
Μαζί με την ταυτότητά μου και τ’ όργανο που παίζω.

Όπου πηγαίνω, δένω το καράβι μου
Μαζί με το σκυλί μου και το μαχαίρι μου.

Όπου πηγαίνω, βάζω τα παπούτσια μου
Μαζί με την καρδιά μου και το καπέλο μου.

Όπου πηγαίνω, παίρνω και τον ίσκιο μου
Μαζί με τη φωτιά μου και τα τσιγάρα μου.

Όπου πηγαίνω, ανοίγω και ψάλλω
Των παθών μου τον ύμνο, την ταφή.

Όπου πηγαίνω, βλέπω τον καιρό,
Κοιτάζομαι ως εν εσόπτρω.

Κάθομαι αντίκρυ μου και τον ακούω που παίζει,
Σαν ένα ορφανό παιδί τη φυσαρμόνικά του.
Ως να την παίζω εγώ, ως να ’μ’ εγώ, και βγάζω
Τον πιο δικό μου αντίλαλο που ακούστηκε ποτέ,
Κάτω απ’ το στόμα που φυσάει μες στις χορδές μου.

Είμαι ένα όργανο πνευστό που με φυσά ένα στόμα.

***

Η θλίψη είναι μια ευκολία, μην αφεθείς
Σε πρόχειρη λύση, μέτρια ηδονή.

Όταν είναι να κλαις, να τραγουδάς∙
Να τινάζεις τη σκόνη απ’ τα παπούτσια σου.

(Όταν δινόμαστε, σα να θρηνούμε∙
Όταν δοθούμε, μας παίρνει η σιωπή.)

Δίψασα πολύ το φως στα σκοτεινά.

Αντίο, χλωμή μου θλίψη, αντίο, αγαπημένη,
Σου γυρίζω το δαχτυλίδι να με θυμάσαι
Στ’ όνειρό σου, μες στο πένθος σου.

Σήκω επάνω, πικραμένε μου Άγγελε, σήκω.

Αισθάνομαι ένα άρωμα από ανθισμένα γιασεμιά,
Ως να ’ναι ο καιρός ν’ ανοίξει την αυγή.
Έγινε μέσα μου μια φωτεινή γαλήνη αποβροχάρικη.

Μην είδατε την ψυχή μου;

Μπορεί να ’χει διψάσει τις πηγές, μπορεί
Να ’χει ανάψει τη λυχνία της και φωτίζει τους διαδρόμους,
Να περάσουν οι μοναχικές ψυχές να κάμουν σύναξη,
Όσες προδόθηκαν πικρά και καρτερούν τον Έρωτα,
Τον ουράνιον Έρωτα, τον Παντοκράτορα.

(Χαίρε κλίμαξ… Χαίρε στάμνε… Χαίρε ποταμέ…)

Αφήστε με, δε θέλω να πάω να κοιμηθώ:
Έτσι σκέφτομαι να πω, σταυρώνοντας τα χέρια,
Όταν θα ’ρθουν να μου ζητήσουν την ψυχή.

Από τη συλλογή Δενδρόκηπος (1955) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης: Δενδρόκηπος (II)

Δενδρόκηπος

II

Είναι μια πολιτεία με πολύ φως.

Είδες ποτέ σου σπίτια μαρμαρωμένα
Στον ύπνο σου ή στον ξύπνο;
Εύθραυστα όλα σαν από πορσελάνα,
Με πόρτες αυτόματες που ανοιγοκλειούν.

Κάνεις να κινήσεις το χέρι σου και σπάνει.

Γεμάτα πολυελαίους στις αίθουσες των κατόπτρων,
Πολλαπλασιάζουν το φοβερό φως, το διασπούν
Στα δάπεδα, όπου κολυμπούν ζωγραφισμένοι κύκνοι,
Ωραίες γυναίκες, με γοφούς και στήθη που κοιτούν
Την όψη τους μες στα νερά και καρτερούν τους κύκνους.

Κανένας δεν τα κατοικεί, έχουν όλοι
Ταφεί σε μαρμαρένιους τάφους.

Μπορείς να τους επισκεφθείς,
Όπως επισκέπτεσαι τα Μουσεία.
Έχει ο καθείς τ’ όνομά του στην ετικέτα,
Τον αριθμό του, το είδος του, τα όνειρά του.

Υποφέραμε από πολύ φως, στεγνό καλοκαίρι,
Μα ήταν ωραία, πολύ ωραία.

***

Τώρα που πηγαίναμε παντού — πού να σταματήσουμε.

Όταν κινήσεις για να ’ρθεις, άλλαξε τα μαύρα
Πανιά, το σήμα του πένθους, και μη
Θυμάσαι τις πολιτείες που γνώρισες.
Κλείσε τα μάτια και πες πως είσαι ένας νεκρός
Που ταξιδεύει, μίλησε με τους νεκρούς,
Που καρτερούν μες στην κατοικημένη θάλασσα.

Εδώ γεννηθήκαμε, εδώ γυμνώθηκε η ψυχή μας,
Μες στα νερά τα δοξασμένα.
Εδώ καθίσαμε και κλάψαμε.

(Έρχονται οι αλλόφυλοι και μας γυρεύουν την ψυχή.)

Θέλω να πω, πως είμαι σαν ένα πλοίο
Με το μικρό του φως μες στα νερά της πολυάστερης Μεσογείου
Εκεί που η γη τεντώνει από παντού
Δαρμένα γυμνά χέρια να κρατήσει τη θάλασσα.
(Είναι ένας πανάρχαιος χωρισμός από μια γέννα
Ή ένα θάνατο βαθύ που συγκλονίζει.)
Εκεί ’ναι οι αυλητρίδες που θρηνούν
Κι αντηχούν οι βυθοί και τ’ ακρογιάλια.
Φωνές γυναικών και βουλιαγμένοι κοπετοί,
Όταν η νύχτα μεσουρανεί να ακούσει
Τον επιτάφιο θρήνο ενός θεού,
Ωραίου, γυμνού, στεφανωμένου με υακίνθους.

Μέσα μου κλαίνε οι αυλητρίδες και χτυπούν τα στήθη,
Μέσα μου πεθαίνει ένας θεός.
Ένας θεός πεθαίνει — γεννιέται ένας θεός.
Οι θρήνοι περνούν προς την αυγή κι αρχίζει ο ύμνος των Αγγέλων.

(Κατεβαίνουν πάνοπλοι και συ ’σαι γυμνός.)

Ιώ γενεαί βροτών ακούς να σου φωνάζει,
Ως να ’σαι συ ο ζητιάνος, και κείνος ο πλούσιος —
Κουρελής και πληγιασμένος, γυρεύοντας να χορτασθείς
Απ’ τα ψιχία της τραπέζης του, μες από δρόμους σκοτεινούς
Και νεκρική ερημία, που τίποτα δεν την ταράζει,
Γάβγισμα σκύλου, βήμα ή μουσική —
Εκτός απ’ την επίμονη επωδό ιώ γενεαί βροτών.
Δεν μπορείς να ξεφύγεις: υπόμενε και προχώρει.
Μπορεί να ’σαι συ ο τυφλός που τραγουδεί το φως
Και δεν το ξέρεις, δεν το ’χες προβλέψει,
Έχοντας ζήσει μέσα σου όλες τις ζωές.

(Μπορεί να σε σκοτώσουν, να σου βγάλουν την ψυχή.)

Δε γίνεται να γυρίσουμε πίσω, εδώ που φτάσαμε,
Στη μέση του δρόμου, δε γίνεται
Να σταματήσουμε∙ μη στρέφεις πρόσωπο και μην αποκρίνεσαι,
Σ’ όποιον σου κράζει, σ’ όποιον σ’ αγγίζει με το δάχτυλο.
Είναι οι παλαιές ψυχές που σέρνεις μες στην ψυχή σου.
Ρίχνε τους λίγα ψίχουλα και πέρνα.

(Να τη γυμνώσουν, να της φορέσουν ψευδή πορφύρα.)

Είσαι σαν ένας αλλοτινός αντίλαλος και πας,
Ανοίγεις δρόμο προς την πρωία,
Με το έμφυτο κέφι, με το πανάρχαιο
Ήθος μιας φωτεινής ευγένειας.
Κατατομή από σκαμμένο μάρμαρο, λύρα ο θυρεός,
Μ’ ένα δελφίνι θαλασσοτίναχτο στη πλώρη.

Όταν θέλεις γίνεσαι δαίμονας, όταν θέλεις άγγελος.

Μη σταματάς, προχώρει γοργά
Μες απ’ εκρήξεις μεταμορφώσεων.

Χτύπα την πόρτα και περίμενε.
Χτύπα, ξαναχτύπα, φώναξε δυνατά,
Να σπάσουν οι αρμοί, ν’ ακούσουν οι πεθαμένοι.

(Να την διαπομπεύσουν, κι ύστερα να της περάσουν τα καρφιά.)

Ακούω φωνές απ’ το λιμάνι,
Φωνές πνιγομένων και δε λυπάμαι.
Να πνιγούν οι πνιγμένοι, να εκβραστούν.

(Τας θύρας!… Τας θύρας!…)

Από τη συλλογή Δενδρόκηπος (1955) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης: Δενδρόκηπος (I)

Δενδρόκηπος

I

Κανείς δεν έρχεται να μας φιλήσει,
Να μας κλάψει, να μας καλωσορίσει
Σας καρτερούσε, σας είχε στην καρδιά.
Έβγαινε στον εξώστη και σας φώναζε.
Όπως στο σπίτι σας, καθίστε.
Απόψε αναπαυθείτε κι αύριο βλέπουμε.
Αποκοιμήθηκε με τ’ όνειρό σας.
Μπορείτε να βγάλετε τα παπούτσια σας,
Μπορείτε να πλύνετε τα πόδια σας.
Τριζοβολούν τα θυρόφυλλα καθώς τα σπρώχνουμε.
Μην ενοχλείσθε για τίποτα.
Κάμετε τον σταυρό σας. Καλή νύχτα.

Είναι κάτι παλαιά πορτρέτα που θαρρείς θα σου μιλήσουν.

Εδώ ήταν μια δίφυλλη πόρτα,
Εδώ, ένας καθρέφτης.
Εδώ μια παλιά κορνίζα σκαλισμένη.

Μπορείτε να μου πείτε τι έγινε
Κάποιος που καθόταν εδώ;
Πού τον έχουν βάλει, πού τον έχουν θάψει;

***

Το ταξίδι που τελείωσε δεν έχει τελειώσει,
Συνεχίζεται μέσα μας όπως η μουσική.
Δεν είσαι πια εκείνος που ήσουν.

Μη με ρωτάτε, δεν ξέρω ποιος είμαι
Και πού πάω, έχασα το σπίτι μου.
Δεν έχω τόπο να ταφώ, γυρίζω
Στον εαυτό μου κυκλωμένος από θάλασσα,
Ποντισμένος, διασχισμένος από θάλασσα.
Μπαίνουν τα νερά και με πατούν ως την ψυχή.

Θέλω να μιλήσω και να πω
Μια ιστορία σα μια εικόνα.
Ένα ταξίδι συγγενεύει με τον θάνατο.
Κι εδώ κι εκεί σε παίρνουν και σε παν.
Είχα πεθάνει κι έχω αναστηθεί.
Κι εδώ κι εκεί σε μνημονεύουν.
Δεν είναι μόνο ο δρόμος που κόβεις.
Κι εδώ κι εκεί σου κάνουν κενοτάφιο.
Είναι που γίνεσαι δρόμος εσύ, μια λεωφόρος,
Με φωνές, αμάξια και μεθυσμένους.

Θέλω ν’ αρχίσω και να πω:
Δεν παίρνει τέλος, δεν έχει αρχή.

Η ξενιτιά είναι μια δύσκολη αγγαρεία.
Σηκώνεις τα ερείπιά σου, σέρνεις τα ερείπιά σου.

Να ζεις και να μη ζεις: ν’ απουσιάζεις.

Η ξενιτιά είναι σαν τη γυναίκα
Την κακιά: σε τρώει η ηδονή, σε τρώει η τύψη,
Σου κόβει μ’ ένα ψαλίδι τα μαλλιά.

Μια ξένη ψυχή μέσα στο σώμα.

Η ξενιτιά είναι τα μάτια των ανθρώπων,
Άγνωστα μάτια, καταθλιπτικά.
Σε κοιτάζουν χωρίς να σε βλέπουν.

Είναι ακόμα και κάτι συναντήσεις
Νεκρών, που έρχονται και μπερδεύουν
Τα λόγια τους με τα δικά σου, με τη σάρκα σου.

Ύστερα είναι τα λογής χέρια: παίρνεις-δίνεις.
Χίλια χέρια, χίλια μυστικά.

Κάποιο σε κυνηγά σαν ένα τραγούδι
Παράφορο, δεν ξέρεις πού να πας.

Άλλο περνά απαλό σα λουλουδένιο,
Αφήνοντας στη φούχτα σου τη γύρη μιας ψυχής.

Άλλο σε προκαλεί, σου υπόσχεται,
Σε κάνει μ’ ένα του άγγιγμα όργανο μουσικής.

Επιφυλακτικό εκείνο, ανεξιχνίαστο,
Όμοια με πάχνη νοτίζοντας τα δάχτυλα.

Τούτο βαρύ από ουσία, όπως μια πέτρα,
Μπορεί να σε βαραίνει για πάντα.

Διάφανο τούτο από μια στέρηση, μαρτυρικό,
Σε απασχολεί, σου αφήνει μια λάμψη.

Είμαστε πιο πολύ απ’ το πρόσωπο στο χέρι.
Εκεί πηγαίνει ό,τι μας ξεχωρίζει.
Σημείο αρχαίου φτερού.

Ελάτε κοντά να ζεστάνουμε τα χέρια μας,
Ελάτε να πιαστούμε χέρι με χέρι.

Μετά από κάθε πράξη και συνάντηση
Μας απασχολούν τα χέρια μας, τα πλένουμε∙
Μετά από κάθε κοίταγμα μέσα στα μάτια.

(Ποιος θα σηκώσει τα σταυρωμένα χέρια μας
Και τα κατασχισμένα φορέματά μας.)

Η ξενιτιά είναι σαν την αγρύπνια,
Όταν αργεί να ξημερώσει,
Όταν σηκώνεσαι και πέφτει, πέφτεις και σηκώνεσαι.

Πληθαίνουν τα καθημερινά μας ερείπια, γεννιούνται τα μυστικά μας
Και μεγαλώνουν, γίνονται ανυπόμονα,
Όπως παιδιά που παίζουν και πηδούν.
Ανυπομονησία περνά μέσα στα χέρια,
Όπως ένα όργανο που δοκιμάζεται
Και ποτέ δεν τελειώνει, δε φτάνει το μελλοντικό του ανάστημα.

Τίποτε δε βολεί να πάρει τέλος.
Βαρύς έρχεται ο θεός και κουρασμένος.

Από νύχτα σε νύχτα γυρεύοντας το φως.

Ποιος είν’ αυτός που μας προφταίνει στην πόρτα,
Κατάκοπος και σιωπηλός, γυρίζοντας απ’ το ταξίδι του,
Με λασπωμένα χέρια και όψη σκοτεινή.

Ως να γυρίζει το βαρύ κλειδί και μπαίνει,
Χωρίς να ρωτήσει, ακούμε τα βήματά του,
Με τα παλιά χοντρά παπούτσια σέρνοντας τον ίσκιο του.
Ακούμε σπίρτο που χτυπά ν’ ανάψει τη λάμπα του.

Η ξενιτιά είναι σαν ένας ξένος που έρχεται.

Από τη συλλογή Δενδρόκηπος (1955) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης