Σταύρος Ζαφειρίου: Ο κ. Επιθεωρητής

Ο κ. Επιθεωρητής

[Ενότητα Στάσιμα]

Ας ήτανε να σώπαινε ο κουτός∙
μηχανικός του δημοσίου δήθεν
κι επιθεωρητής έργων οδοποιίας
μ’ εξουσιοδοτήσεις κι εντολές

— Ένα μικρό δρομάκι το παλεύετε
χρόνους κι αιώνες τώρα.
Τόνους το σκύρο και την άμμο
να ψήνονται στην πίσσα.
Τόσες μελέτες κι εργολάβοι
κι επιβλέποντας και μειοδοτικές
δημοπρασίες για μια σταλιά
δρομάκι όλο κι όλο που ακόμα
να παραδοθεί στο γενικό καλό.

Κι άλλα, κι άλλα πιο σχολαστικά
για την κατασπατάληση των πόρων,
την ακηδία των τοπικών αρχών.

Εντέλει κάτι έγραψε
στο φύλλο του με τις παρατηρήσεις
(υπέδαφος σαθρό, κακοτεχνίες,
ευθύνες μεσαζόντων ρεμβαστών
ή κακοπληρωμένων μισθοφόρων)
και αποχώρησε με το υπηρεσιακό
δημοσιοϋπαλληλικά εκνευρισμένος.

Δεν του ’κοψε του αφελή
–πώς να του κόψει άλλωστε–
πως τούτο το ελάχιστο δρομάκι
δεν προορίζεται για χρήση
απ’ τους πολλούς ούτε εξυπηρετεί
κοινά συμφέροντα.

Διασχίζει της αράχνης τον ιστό
κι ενώνει μόνον
ό,τι μπορεί να ενωθεί στη χάραξή του∙
το δίχτυ από όριο σε όριο
και ανάμεσά του
το εκκρεμές των θηραμάτων.

Κι αν μένει ατέλειωτο χρόνους
κι αιώνες τώρα, είναι που αλλάζουν
συνεχώς τα βήματά μας,
μπερδεύοντας το προς με το από.

Είναι που μια στενόχωρη βροχή,
όταν ξεσπάει,
κάνει το χώμα μαλακό και να βουλιάζει.

Από τη συλλογή Χωρικά (2007) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Η τέταρτη διάσταση

Η τέταρτη διάσταση

[Ενότητα Έξοδος]

Και οι εποχές αντέγραψαν η μία την άλλη
με τα ίδια κενά στις αράδες ανάμεσα,
με τις ίδιες ανορθόγραφες λέξεις,
τους δικούς της θνητούς κάθε μια
που τους είπε αθάνατους,
τους δικούς της σαλούς
που τους είπε προφήτες,
νικητές που κυρίεψαν έθνη αλλόδοξα,
ηττημένους που αντάλλαξαν τη ζωή με την πίστη.

Με αριθμούς τρομερούς
που οιωνίζονται φόβητρα,
με σφραγίδες που ανοίχτηκαν
μία προς μία, συνάζοντας τα όρνια
τ’ ουρανού για τον μεγάλο δείπνο.

Ευτυχής είναι αυτός
που διαβάζει τα μέλλοντα
και τα μέλλοντα λόγια μιλά,
ότι θα πάψουν οι γιορτές κι οι νουμηνίες
και θα στεγνώσει το αίμα στον βωμό∙

και αυτός που με οδύνη ασκείται
στην πτώση του, μετανιωμένος πλέον
για τη γνώση, καθώς συντρίφτηκαν
τα σκεύη από πηλό και ομολογήθηκαν
τα ονόματα της πλάνης.

Κι απ’ τους αιώνες διαλέχτηκαν χρόνια χίλια
μέχρι την πρώτη ανάσταση,
όπου κατά τα έργα τους κρίθηκαν οι νεκροί∙
και άλλοι εβλήθησαν στη λίμνη του πυρός
και άλλοι εξάλειψαν τα δάκρυα απ’ τα μάτια.
Και τα πάντα γεννήθηκαν νέα.

Ευτυχής είναι αυτός που αγρυπνά
και φυλά ό,τι κατέχει,
τις διαβάσεις, τ’ αξόδευτα θαύματα,
τη φιάλη τη χρυσή των μυστηρίων
και τους θεμέλιους λίθους των τειχών∙
τη γλώσσα που μιμείται όσα ειπώθηκαν
στις μέρες της φωνής
και όσα στη φωνή δεν βρήκαν ήχο∙

αυτός που αθροίζεται στον χρόνο του σωστά,
ενώ ο χρόνος έχει τελειώσει.

Και μετρήθηκαν πάλι το άπειρο
και οι ανοιγμένες πύλες του απείρου
κατά τις τέσσερις διευθύνσεις του ορίζοντα,
κατά τις τρεις διαστάσεις του νοητού.

Κι έμεινε αμέτρητη μόνον η τέταρτη διάσταση
κατά το μέγα,
το ελάχιστο του ανθρώπου.

Σημείωση του ποιητή:
Στ. 27: Βλ. Ιωάννου Αποκάλυψις, Κ’ 14.
Στ. 28: Βλ. Ιωάννου Αποκάλυψις, Κ’ 13.
Στ. 29: Βλ. Ιωάννου Αποκάλυψις, ΚΑ’ 4.
Στ. 42, 43: Βλ. Ιωάννου Αποκάλυψις, ΚΑ’ 13.

Από τη συλλογή Χωρικά (2007) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Η Άτροπος των Ημερών

Η Άτροπος των Ημερών

Τότε απλώθηκε ο λόγος σαν ιστός
και παγιδεύτηκε στο κέντρο του ο χώρος,
προσμένοντας την αδηφάγο αράχνη.
Εκείνη δρασκέλισε το νεύρο του πράσινου φύλλου,
εκεί όπου διάφανο φώλιαζε το νερό,
με πόδια εμπρός και πόδια πίσω ισορροπώντας,
σέρνοντας και προσθέτοντας το βδελυρό ένδυμά της,
ξεκίνησε από τον ίσκιο του λόγου,
κατεβαίνοντας στη μεριά μας,
μια και εμείς ορίζουμε τις διαστάσεις του χώρου
και ο χώρος υφαίνει το σχήμα του γύρω από εμάς,
μια και εμείς είμαστε ο ίδιος ο χώρος
και ο χώρος υπάρχει στον χώρο χάρη σ’ εμάς.

Από τη συλλογή Χωρικά (2007) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Επιτέλους τα σύνορα

Επιτέλους τα σύνορα

[Ενότητα Στάσιμα]

Και οι φυλές σκορπίστηκαν κατά την τάξη
των άστρων και τη φιλάνθρωπη ροή
των ποταμών∙ του Φισών που η λάσπη του
γεννά το χρυσάφι και του Ευφράτη
και του Τίγρη και του Αιθίοπα∙
κάθε μια εκπληρώνοντας τη δικιά της ευθεία,
τα δικά της σημεία που ερμηνεύουν τ’ αγγέλματα∙

τους καιρούς του ενιαυτού με το αλεύρι
το άζυμο, το αίμα το ακοίμητο
μετά τη λατρεία, το μύρο του χρίσματος,
το μαλλί, το ασήμι,
τον θερισμό και τη συγκομιδή.

Μέρες παλιές, σπίτια παλιά όπου γεννήθηκα,
ταβάνια χαμηλά όλες τις ώρες,
αφή του άχυρου, οσμή του χορταριού,
ανάμεσα σε αθήλαστους μαστούς
γεύση του ιδρώτα.

Νύχτες που η πάχνη ξάφνιαζε τα γερασμένα
μέλη, τα μάτια όμως γύρευαν
λίγο ακόμη φως, να μη λαθεύει πια
η ευλογία και βιαστικά χαρίζει
τη δροσιά των ουρανών
–ή το πλήθος της γης σε κρασί και σε λάδι–
στο λείον του δόλου αντί στο δασύ.

Με τις σκιές αθόρυβα να λύνουν τα μαλλιά τους,
αθόρυβα να ξεγλιστρούν απ’ το ασελγές της μνήμης∙
πάντα μια πράξη πέρα απ’ την αυλαία,
πάντα ένα βήμα έξω απ’ τη σκηνή,
χωρίς ποτέ να γίνουν παρουσία,
δίχως τη δύναμη ν’ αντέξουν τη μορφή.

Παίζοντας με την πλάτη στο κοινό,
ώστε να μένει χώρος μεταξύ τους
για ν’ αποφεύγουν τη συνενοχή,
την αγωνία εκείνης της στιγμής
που ο ρόλος γίνεται υπόσταση κι αιτία∙

που ακούγονται οι σάλπιγγες και οι αλαλαγμοί
και η βία των γλωσσών και οι διαθήκες.
Που φανερώνονται, ως από μηχανής,
του ήλιου το άδυτο,
οι παρελάσεις των στρατιών γύρω απ’ την πόλη,
οι ανηλεείς χειρονομίες των θεών.
Η τόση έπαρση, η τόση υποταγή,
τα τόσα σύνορα.

Σημείωση του ποιητή:
Στ. 3-5: Βλ. Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους Εβδομήκοντα, Γένεσις, κεφ. Β’, εδ. 10-14.

Από τη συλλογή Χωρικά (2007) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Succubus

Succubus

[Ενότητα Το σώμα]

Μαστάρι μαύρου φεγγαριού που το αρμέγει
η Σίβυλλα, να θρέψει μαύρη κόρη,
κορμί ολάκερο γυμνό
στο κέντρο του ιερού, ένυλη μνήμη
ο ξεδιάντροπος χορός, το φλογισμένο
φούσκωμα του στέρνου,
ριγώντας μες στο παρελθόν∙
απ’ το σκοτάδι του είχε προφητέψει
το πρόσταγμα του σώματος να γίνει αθανασία,
να σβήσει η ύβρις του άμετρου
και να γυρίσει ο κύκλος.

Δεμένος πάνω στον τροχό ο θηλυκός της
οίστρος, να διατρυπά την ύπαρξη
και να ξαναφωτίζει
οράματα ανυπόταχτα σε μια καινούρια τάξη,
σκύλα, γυναίκα αδέσποτη, που ξεψυχά
σαν θύελλα, καθώς γλείφει το αίμα
από την άλω του στερνού της εραστή∙

να ο κόσμος, νέος, άχρονος, χωρίς μπροστά και πίσω,
αληθινός σαν δωρητής, να ο αναγκαίος κόσμος,
φτιαγμένος απ’ το τίμημα, όχι από τη συγγνώμη.

Από τη συλλογή Σώματος λόγος (2004) του Σταύρου Ζαφειρίου

Η ξυλογραφία του Τάκη Τσεντεμαΐδη, η οποία ακολουθεί το ποίημα στο βιβλίο:

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Μεταστάσιμον

Μεταστάσιμον

[Ενότητα Το σώμα]

Το τέλος μου ανήκει στο τέλος σου Κύριε.
Στο άδυτο του σώματος καλείται τ’ όνομά σου,
μια πράξη πριν απ’ τη σιωπή, όπου η σκιά μου
θα πλάσει, με την άλλη της σκιά,
την πιο παλιά απεικόνιση του ομοιώματός σου.

Αυτός είναι ο δρόμος∙ τον ανίχνευσα,
σαν θηρευτής που αναζητά
των αγριμιών περάσματα, θαρρώντας
ότι ο θάνατος είναι η συνέχειά μου,
η αναγκαία πύλη που συνδέει τη ζωή
με την ανεξερεύνητη ουσία.
Για θαύματα ερμηνεύοντας τ’ απαρνημένα
πάθη, ποθώντας όσα μέλλονται,
συλλέγοντας τα πριν.

Αυτός είναι ο τόπος, πιο μικρός
απ’ την περιγραφή του,
ο αφημένος τόπος που εξαγόρασα
στ’ ανεστραμμένα σχήματα του ανθρώπου,
από τη μια του άκρη ως την άλλη μετρημένος,
από τη μια του εποχή στον μαρασμό της άλλης.

Αφύλαχτη ώρα κι άπραγη μες στην ηχώ
της μνήμης, σπίτια παλιά που απόμειναν
χαλάσματα, με τις μικρές τους κάμαρες,
με τ’ ανοιχτά παντζούρια
ασάλευτων αγρυπνιών, όπου το βλέμμα
ως το πρωί παγίδευε το γνώριμο όραμά του
–τα μάτια μου ήταν μάτια μοναχά–
και η παλάμη σκούπιζε στο παγωμένο τζάμι
το χνωτισμένο ρίγος τ’ ουρανού.

Αυτός είναι ο τόπος,
πιο ελαφρύς απ’ το κακό φτερούγισμα του αέρα
ανάμεσα στις σύντομες γραμμές, όπου για πάντα
όποιος απογυμνώνεται διαβαίνει
από το ένα σώμα του στο άλλο,
ανυπεράσπιστος και εκμηδενισμένος,
με την αστεία μάσκα των νεκρών,
με τα βουβά σβησίματα στην ενεστώσα σάρκα,
πιο ελαφρύς από το θάμβος των τυφλών.

Και ό,τι εκπληρώνεται θα μένει
στον αιώνα εκπληρωμένο,
κι ό,τι δεν ανασταίνεται στο φως,
απ’ του φωτός θα εξοντώνεται τη μήνι,
μέχρι που η εξέγερση της γελασμένης πίστης
να ταπεινώσει σε στάχτη τη φωτιά,
τη συντελή υποταγή σε τάξιμο
μιας άλλης ατελούς δημιουργίας.

Μέχρι που η συνείδηση του τελειωμένου χρόνου
δώσει όνομα στην πιο μικρή σταγόνα της βροχής,
στο πιο μικρό, απροσδόκητο τερέτισμα της κίχλης
κι η διφορούμενη φωνή των επιθυμιών σου
γίνει εντολή για μία θλιβερή συναλλαγή.

Ποιος θα φυλάξει τον απόμακρό μου ύπνο,
τον κάθιδρό μου πυρετό στο ανάλωτο σκοτάδι,
ξορκίζοντας την εμμονή του άνηβου παιχνιδιού.
Ένα κουβάρι η μάνα μου στην άκρη
του μαξιλαριού απολησμονημένη,
ένα κουβάρι σύμπαντος, άπιαστο σαν το σύμπαν,
«καλέ μου, πού ανεμίστηκες και σ’ άκουσε η αρρώστια
και λιώνει το κορμάκι σου σαν το λυγρό φεγγάρι».

Αυτό είναι το σώμα που διδάχτηκα,
τόσο εύκολα πληρώνοντας την κάθε χίμαιρά του,
πάτημα κούφιο σε άδεια γη, λίγο πριν κλείσουν
πάνω απ’ το πέρασμά του τα νερά,
τ’ όμοιο σώμα στο παρόν της συμφιλίωσή του
με την ενδιάμεση εμπειρία του υπαρκτού,
το τακτικό συμμάζεμα όλων του των τροπαίων∙
το ίδιο σώμα που ποτέ δεν θα επιστρέψει
απ’ το ασεβές της άλλης του μορφής
στην αγγιγμένη υπόσταση των πιο κοινών
πραγμάτων, στην άρρητη κληρονομιά
του ποθητού παντός.

Αυτό είναι το σώμα∙ το δοκίμασα
σαν ένα σώμα δεύτερο, για να σ’ αναγνωρίσω,
καρπός δυο κόσμων άσμιχτων στη διαστολή
του κόσμου, εκεί όπου όλα κρίνονται
στη στάθμη της διπλής δικαιοσύνης,
εκεί όπου χτίζεται ο ναός της αποθέωσής μου
και εισβάλλει το δεντρόφιδο στου μυωξού
την τρύπα, εκεί όπου μένει απείραχτο
το πρώτο ιχνογράφημα της κοσμικής μου πτώσης.

Μια νύχτα ακόμη που η ανάσα
αγκιστρωμένη στην κάπνα της ξυλόσομπας
πάσχιζε το πολύτιμο, εφήμερο άπειρό της,
και οι καθρέφτες να σκεπάζονται
ένας ένας, να μου ξεφεύγουν
τα πουλιά, η άκρη των φτερών τους
ντυμένη πάχνη λιβαδιών,
το ασφαλές λημέρι μου
ανάμεσα στα χαλαρά πυρότουβλα
του τοίχου, με τους κρυμμένους θησαυρούς
όλων μου των φυγών,
τη σβούρα με τον τυλιγμένο σπάγκο,
ένα χελωνοκαύκαλο ζωγραφισμένο μπλε,
χαρτάκια ποδοσφαιριστών, πολυανταλλαγμένα,
κώδικές και συνθήματα κατασκοπευτικά,
πάροδος πένθιμου χορού, σχηματισμός
του ελέους, πέτρα στην πέτρα κυκλικός
βωμός του αγνισμού μου,
αδιάκοπη επανάληψη αρχαίων κοπετών,
«πού πας αγόρι μου άφεγγο, ποιο μάτι σ’ έχει πιάσει,
ποια πούλια, ποιος αυγερινός φθόνησε τ’ άνθισμά σου».

Καθώς ταιριάζω του χεριού μου τις γραμμές
στην πιο έντιμη αποτύπωση της χωροθέτησής τους
κι απαριθμώ τη διάρκεια της άλλης διάστασής μου
ανάμεσα στον τροπικό και τον ορίζοντά της,
ανάμεσα στην εκλογή και το επιβεβλημένο,

κεριά βλασταίνουνε φωτιές σε σιταρένιες ρίζες,
γυναίκες επιδέξιες κομίζονται την έγνοια
ν’ αλλάζουν θέση διαρκώς ο κτίστης με το κτίσμα.

Καθώς τα κύματα σαρώνουν τις ακτές
κι αλάνθαστα φαντάσματα διασχίζουν
τοπία μιας γεμάτης λάθη μεταφυσικής,
στέκουν στα βράχια γελαστοί, με τα καλά τους ρούχα,
–κοστούμι σκούρο και πουκάμισο λευκό, γραβάτα μαύρη–
στη μια μεριά ο φόβος μου, στην άλλη ο σαρκασμός μου,
λέξεις αράγιστες κι οι δυο μέσα στην ίδια αράδα.

Στο τέλος μου είναι το τέλος σου Κύριε.
Στο τέλος μου τελειώνεται το τέλος των καιρών.
Κι αν κάτι από μένα είναι δικό σου
είναι αυτό που η γλώσσα μου καλεί
αιτιατό μαζί και αίτιό σου:
η εικόνα του ανθρώπου μου
η ανθρώπινη.

Από τη συλλογή Σώματος λόγος (2004) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Κεκραγάριον

Κεκραγάριον

[Ενότητα Ο λόγος]

Α Κύριέ μου, Κύριέ μου πώς μπορώ
το σώμα να νικήσω με το σώμα,
τη φλούδα τούτη της ψυχής∙ με τ’ όνομά της
στον Λόγο σου αντιστέκεται και υπάρχει ανάμεσά μας.
Πού σταματά η ανθρώπινή μου φύση,
αυτή που τόσο μοιάζει με θεό
κι ωστόσο τόσο αδυνατεί
την όψη του θεού ν’ αναγνωρίσει.
Πώς το μαρτύριο μπορεί
τη θεϊκή σου αλήθεια ν’ αποδείξει,
όταν το ίδιο μαρτύριο μες στη δική του αλήθεια
κυκλώνεται και κλείνεται
σημαίνοντας την πλάνη.

Περνά η σαΐτα σου το σύννεφο του νου,
σπαράζει η τύψη, νύχτα καμωμένη
με αβάσταχτα, συναλλαγμένα πάθη
κι ό,τι γυρνά, ασάλευτο στέκει στην κίνησή του,
σαν αρμονία της ατέρμονης ηχούς,
σαν μουσική των άτονων και τονισμένων άστρων,
παροξυσμός του αστείρευτού σου οίστρου,
όταν απ’ το σκοτάδι εμπνεύστηκες το φως
και στου φωτός το ξέσπασμα
μέτρησες το σκοτάδι.

Ζεστός αέρας μου μηνά μυρωδικά μαλλιών,
βάλσαμο της Γεννησαρέτ και δυνατή κανέλα.
Κάτω απ’ τον ήλιο αστράφτουνε κρύσταλλοι πασχαλιάς,
χρυσόσκονη της Βαασά και φίλντισι του Γάγγη
και μου θαμπώνουν το μυαλό κρυπτόβουλες εικόνες,
σαν αίσθηση, σαν άγγιγμα, σαν λύτρωση της μέθης∙
μια βάρκα να τανύζεται σε ποθητά νερά,
μια ακτή, για να φωλιάζουνε στρουθιά το μεσημέρι,
μια ελαφριά πατημασιά με γυμνωμένο πέλμα.

Α Κύριέ μου, Κύριέ μου,
όταν τους κύκλους χώριζες της γης
σε νοητό ουράνιο, σε νοητό θνητό
και μ’ άφηνες αφύλακτο, σαν δόλωμα του χρόνου,
στο παρελθόν και στο παρόν που είναι κιόλας
το εκφρασμένο μέτρο του αιώνιου,
ν’ αναζητώ την προβολή της νοητής μου εικόνας,
να δέχομαι στο σχήμα μου το κάθε τέχνασμά σου,
με ποιο όνομα με φώναξες και ποιαν αθανασία
με κάλεσες να ετοιμαστώ να μοιραστώ μαζί σου.

Πόσο ανυπόμονο άκορος
ικέτεψα τ’ αταίριαστα μεγάλα,
πόσο θεό λαχτάρησα στο δίστρατό μου σώμα,
να είμαι εκεί που είσαι κι εσύ,
σε όλες τις διαστάσεις
της ορατής και της αόρατης σκηνής,
ν’ αλλάξω τούτο το μηδέν με το δικό σου ένα,
να ευωχώ παράδεισους κι έφηβους ουρανούς.

Πόση ακατάληπτη άφεση και πόση καταδίκη
μπορούν ν’ αντέξουν, σώζοντας εκείνο που αγνοούν,
το δέντρο και η μέλισσα κι ο μεστωμένος κάμπος,
τα δάχτυλα του γητευτή στις τρύπες του αυλού,
η έπαρση του αετού πάνω απ’ το θήραμά του,
οι ανοιχτές αυλόπορτες στ’ άχραντα των παιδιών,
παροδικά όλα σε μια
παρούσα διαρκώς δημιουργία,
σαν το πυκνόστροφο σχοινί που δεν του λείπει κόμπος,
πλεγμένο με το χέρι σου σε ανύποπτη στιγμή,
για να δεθεί το πάντοτε στο διάδοχό του τώρα.

Τραγουδιστές με φορεσιές και κρόσσια απ’ την Παλμύρα
λικνίζουν τόπους θαλερούς, πέρα απ’ το λογισμένο
κι απάνω στο φορείο της, κόρφος μικρός του πόθου,
με βλασταράκια νιόκοπα στα παιδικά της χέρια,
μια νύφη που τα χείλη της κολλούν γλειμμένο μέλι.
Και γιορταστές με κιχλισμούς και χορευτές με σείστρα
δίνουν ρυθμό, κρατούν ρυθμό, τραβούν απ’ άκρη σε άκρη,
μες σε θροΐσματα πνοών, τους πέπλους των θαυμάτων.

Σιωπά το παν,
κι ό,τι ζητά και η σάρκα να σωπάσει
είναι της ευσπλαχνίας σου η σπορά,
είναι η γη, καρπίζοντας τον νόμο σου
στην ίδια μήτρα που αναπνέει η επιθυμία.
Είναι το βλέμμα του ήσυχου βοδιού
που οργώνει, πριν απ’ το άροτρο, το αναπαυμένο χώμα,
είναι του τζίτζικα τα διάφανα φτερά,
σαν ψαλμωδούν μονότονα τη μαζεμένη μνήμη.

Ναέ της άμμου, πύλη σκοτεινή,
κλείνοντας το απροσδόκητο
μες στο ατελείωτό μου,
της Θηβαΐδας έρημος και καλαμοκαλύβα,
παλιό ψωμί, τεφρό νερό σε πήλινο λαγήνι,
ψάθα πλεγμένη άτεχνα με νήματα από σπάρτο,
ρούχο από γιδοτόμαρο, τραχύ σαν ώρα μάχης,
όπου στον ίδιο θόρυβο χτυπιούνται τυφλωμένες
η αγωνία που έρχεται απ’ τον ένοικο καιρό
και η προσευχή μου η έκπληκτη για πράγματα
που υπάρχουν, συντρίβοντας στην πτώση τους
τις τέσσερις πανάρχαιες γωνίες της ανάγκης.

Νύχια με σκίζουν, με δαγκώνουνε πουλιά,
σκορπιών ευκίνητα κεντριά
στριφώνουν το κορμί μου,
στα σωθικά μου οι οχιές
καρφώνουν μαύρα δόντια.
Φυσά τη στάχτη ο δαίμονας
και στην καινούρια φλόγα
ορθώνεται ο ίσκιος του
σαν χώρα επαγγελίας.
Χτύπα λοιπόν, μπρος, δυνατά,
λουριά σφυρίζουν στα μπράτσα
και στη ράχη μου αναλυτό μολύβι,
να κροταλίσουν τα οστά,
να γυμνωθούν τα νεύρα,
ν’ αγκαλιαστούν στα χέρσα μου
το αίμα με το αίμα.

Α Κύριέ μου, Κύριέ μου
πόσο ακόμα θα γεμίζει τη σιωπή
η ταραχή της ψεύτικής μου πάλης,
το έξω τούτο πόσο θ’ αρνηθώ∙
όπου αν στραφώ είναι παντού
χωρίς να λιγοστεύει.

Από τους φθόγγους ξεκινώ και ξεπερνώ
τους φθόγγους, μ’ ένα κοπάδι πίσω μου
ζητιάνων και ληστών, να σέρνουν,
σαν πολεμιστές, ποτάμια ματωμένα,
βουλιάζοντας στο αμάρευμα
μιας ηττημένης πίστης.

Δεν μου απαντάς,
αν ό,τι ονόμασες τ’ ονόμασες για πάντα
κι αν ό,τι έχει ομοιωθεί
είναι κι αυτό για πάντα ομοιωμένο.

Δεν μου απαντάς. Αν σου χρωστώ
το σώμα μου και τη συνενοχή του,
άραγε εσύ ποιο εγένετο του Λόγου σου χρωστάς;
Δεν μου απαντάς.

Από τη συλλογή Σώματος λόγος (2004) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου