Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου: Ντου μπι ντου μπι ντου…

Bert Kaempfert (μουσική) – Charles Singleton & Eddie Snyder (αγγλικοί στίχοι), Strangers in the night (με τον Frank Sinatra, 1966)

Ντου μπι ντου μπι ντου…

Κατά την πρωινή επίσκεψη
άγνωστοι κύριοι
με μακροχρόνιες σπουδές στην τρομερή
οφθαλμαπάτη της ζωής
κι άνθη βανίλιας ανάμεσα στα δόντια τους
μιλούσαν χαμηλόφωνα
για την τύχη που θα είχαν
οι ανομολόγητες αμαρτίες
τώρα που η σκάλα γινόταν επικίνδυνη
και η Αποκαθήλωση δε σήκωνε αναβολή.

Οι άλλοι μετά θα προσπαθούσαν
ν’ αποσιωπήσουν το συμβάν
και φυσικά μιλώ
για κείνη την Πρωτοχρονιά
που έγειρες απαλά για μια στιγμή στο πλάι
κι ανεξιχνίαστο έμεινε έκτοτε το αίνιγμα.

Πώς δηλαδή
ενώ ήξερες τόσο καλά ν’ ανακατεύεις χρώματα
επέλεξες το συμπαγές λευκό
κι όπως απότομα διακόπτεται η ταινία
και λες
τώρα θα πέσουν γράμματα
τώρα θ’ ακούσω μουσική

όμως ο ήρωας tableau vivant
θαρρείς και αφαιρείται
ή δεν μπορεί να θυμηθεί τα λόγια του.

Γιατί αλήθεια δεν είναι εύκολη υπόθεση
εκεί που προχωράς κι εσύ μαζί
μ’ άλλους σακατεμένους
ξάφνου στο βάθος ν’ αστράφτουν προβολείς
ο κύριος με το επίσημο κοστούμι
ν’ αφήνει το μικρόφωνο
να ’ρχεται κατά πάνω σου
το χέρι να σου απλώνει φιλικά
με λένε Φράνκι να σου λέει
το «Strangers in the night»
έμαθα σας αρέσει
.

Από τη συλλογή Όροφος μείον ένα (2008) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Advertisements

Ανδρέας Καρακόκκινος, Λεμονανθοί στο πέλαγο

Μίκης Θεοδωράκης & Λεωνίδας Μαλένης, Χρυσοπράσινο φύλλο
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / έργο: Χρυσοπράσινο φύλλο (1966))

Κλεμμένο πορτοκάλι

[Ενότητα Λεμονανθοί στο πέλαγο]

Γεννήθηκα σε χώματα νησιωτικά
απλωμένοι λεμονανθοί στο πέλαγο
στην πλώρη ένα ποδήλατο
άφηνε πεταλιές στο αύριο
κι ο ποδηλάτης στο κατάρτι
αγνάντευε τα βάθη των ονείρων
η θάλασσα λαμπύριζε πράσινη
κι έσμιγε με τις λεμονιές
και τις βιολέτες της αυλής
που σε μεθούσαν άνοιξη.

Στις πίσω σελίδες των βιβλίων
ζωγραφίζαμε με ξυλομπογιές
εικόνες της παιδικής μας φαντασίας
ξεχνώντας την αιώνια αδυσώπητη μοίρα
η αβάσταχτη αρμονία των αρωμάτων
δεν άντεξε στο χρόνο
η γης χαράχτηκε σε δυο κομμάτια
κι εμείς αναζητάμε στίχους
να χτίσουμε μια γέφυρα ανάμεσα

Από τη συλλογή Λεμονανθοί στο πέλαγο (2013) του Ανδρέα Καρακόκκινου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανδρέας Καρακόκκινος

Μαρία Ψωμά, Τα κορίτσια

Διονύσης Σαββόπουλος, Τα κορίτσια που πηγαίνουν δυο-δυο (δίσκος: Φορτηγό (1966))

Τα κορίτσια

[Ενότητα Της αναζήτησης]

Οι παλιές συμμαθήτριες
συναντιούνται αραιά και πού
στα καφέ, στις κοσμικές εκδηλώσεις,
ανάμεσα απ’ τ’ ανέμελα χαμόγελα,
το κουβεντολόι, τη χαλαρή ευθυμία,
ανήσυχη η ματιά ερευνά
τα πρόσωπα, τα σώματα,
να επιβεβαιώσει αγωνιά
τη γλυκιά πλάνη,
πως αυτές ο χρόνος τις εξαίρεσε,
παραμένουν κορίτσια.

Από τη συλλογή Ισόβια θητεία (2006) της Μαρίας Ψωμά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Ψωμά

The Beatles: Eleanor Rigby

Eleanor Rigby

Μουσική & στίχοι: John Lennon & Paul McCartney
Τραγούδι: The Beatles (1966)

Aah, look at all the lonely people
Aah, look at all the lonely people

Eleanor Rigby picks up the rice in the church where a wedding has been
Lives in a dream
Waits at the window, wearing the face that she keeps in a jar by the door
Who is it for?

All the lonely people
Where do they all come from?
All the lonely people
Where do they all belong?

Father McKenzie writing the words of a sermon that no one will hear
No one comes near
Look at him working. Darning his socks in the night when there’s nobody there
What does he care?

All the lonely people
Where do they all come from?
All the lonely people
Where do they all belong?

Aah, look at all the lonely peopleAah, look at all the lonely people

Eleanor Rigby died in the church and was buried along with her name
Nobody came
Father McKenzie wiping the dirt from his hands as he walks from the grave
No one was saved

All the lonely people
Where do they all come from?
All the lonely people
Where do they all belong?

Curly Putman: Green, Green Grass Of Home (by Tom Jones)

Green, Green Grass Of Home

Μουσική & στίχοι: Claude «Curly» Putman, Jr.
Τραγούδι: Tom Jones (1966)

The old home town looks the same as I step down from the train
and there to meet me is my Mama and Papa
Down the road I look and there runs Mary
hair of gold and lips like cherries
It’s good to touch the green, green grass of home
Yes, they’ll all come to meet me, arms reaching, smiling sweetly
It’s good to touch the green, green grass of home

The old house is still standing tho’ the paint is cracked and dry
and there’s that old oak tree I used to play on
Down the lane I walk with my sweet Mary
hair of gold and lips like cherries
It’s good to touch the green, green grass of home
Yes, they’ll all come to meet me, arms reaching, smiling sweetly
It’s good to touch the green, green grass of home

Then I awake and look around me, at four gray walls that surround me
and I realize that I was only dreaming
For there’s a guard and there’s a sad old padre
arm in arm we’ll walk at daybreak
Again I touch the green, green grass of home
Yes, they’ll all come to see me in the shade of that old oak tree
as they lay me neath the green, green grass of home

Γιώργος Ιωάννου, Έβρεχε δίχως λόγο

Μίμης Πλέσσας & Άκος Δασκαλόπουλος, Βρέχει πάλι απόψε
(ερμηνεία: Γιάννης Πουλόπουλος / δίσκος 45 στροφών του 1966)

Έβρεχε δίχως λόγο

Έβρεχε δίχως λόγο όλη τη νύχτα.
Έκλαψα – χόρτασε η ψυχή μου.
Σ’ έφερα πιο κοντά.
Κράτησα επιτέλους τη μορφή σου.

Χαράζει τώρα στις μηλιές
κείνο σου το χαμόγελο.

Από τη συλλογή Τα Χίλια Δέντρα (1963) του Γιώργου Ιωάννου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Ιωάννου

Γιώργος Καφταντζής, Θύμηση

Brendan Behan | Βασίλης Ρώτας) & Μίκης Θεοδωράκης, Τον Σεπτέμβριο θυμάμαι
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / έργο: Ένας όμηρος (1966))

Θύμηση

Θα τους θυμάμαι πάντοτε από σκιές δεμένους
στα σκοτεινά δρομάκια του Κουλέ-Καφέ.
Από τότε άλλαξαν πολλά
σβήστηκαν τα ονόματα
τα σύννεφα πνίγουν τα καράβια και τα τρένα
το αίμα τους δεν κοιμάται τρομάζει το βράδυ τα παιδιά.

Από τη συλλογή Περίπλους (1991) του Γιώργου Καφταντζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Καφταντζής

Σαράντος Παυλέας, Χτισμένα σημεία

Brendan Behan & Μίκης Θεοδωράκης, Άνοιξε λίγο το παράθυρο (απόδοση στα Ελληνικά: Βασίλης Ρώτας)
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / δίσκος: Ένας όμηρος (1966))

Χτισμένα σημεία

Είπαμε να μην τσακίζουμε, να μην ισοπεδώνουμε τα παράθυρα.
Κανένα παράθυρον όσο σκληρό κι αν έχει φως, το φως γνωρίζει να γιατρεύει.
Γυρεύαμε τα παράθυρα, δε μας αρκούσαν τα παράθυρα,
γιατί θέλαμε πολύ φως για να διαλύουμε το κάθε μας σκοτάδι.
Γι’ αυτό ψάχναμε για παράθυρα σα να ’μασταν διαρκώς χτισμένοι.
Παντού ψηλαφούσαμε για φως, θέλαμε τα παράθυρα, προσπαθούσαμε
να ελευθερώνουμε όλα τα χτισμένα τους σημεία, σχηματίζαμε ρωγμές
κι ανοίγματα, να πετύχουμε ένα τέλειο παράθυρο
όπου το φως συνέχεια κι άφθονο να φτυαρίζεται μέσα του
απέναντι στο απέραντο το Σύμπαν.

Από τη συλλογή Τ’ όνομά μας ήταν ενοχή (1983) του Σαράντου Παυλέα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας

Τάσος Κουράκης, Η μετακόμιση

Brendan Behan (απόδοση στα Ελληνικά: Βασίλης Ρώτας) & Μίκης Θεοδωράκης, Το γελαστό παιδί
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / δίσκος: Ένας όμηρος (1966))

[Ενότητα ΙΙ. Οι κληρονόμοι]

Η μετακόμιση

Ήταν που το κυπαρίσσι στην
άκρη του χωριού πριν το ρέμα
άνοιξε κι άφησε τη φωνή που
φώλιαζε μέσα του να πέσει σα
σιωπή –με το αθέατο περίγραμμά της–
πάνω στο δρόμο μας καθώς
σκονισμένοι περνούσαμε από μπροστά του

Οι άλλοι συνέχιζαν. Εγώ καθώς
σκόνταψα πάνω στον ήχο
αφουγκράστηκα με τα μάτια τη
σταματημένη αγωνία ενός νέου που
αναίτια πριν
δυο χρόνια μετακόμισε στη φυλλωσιά

* Στη μνήμη του μικρού Σέρβου μαθητή που σκοτώθηκε από Έλληνα αστυνομικό το 1998 στη Θεσσαλονίκη.

Από τη συλλογή Λέξεις λάμνουν αεί θάλλουν (2002) του Τάσου Κουράκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τάσος Κουράκης

Κατερίνα Καριζώνη, Υποχώρηση

Heinz Meier & Johnny Mercer, Summer wind (τραγούδι: Frank Sinatra (1966))

Υποχώρηση

Μόνη μου ιδεολογία
είναι αυτό το καλοκαίρι
που στήνει οδοφράγματα αναμονής
σημεία αναμέτρησης
ελλοχεύει σε γωνίες αγάπης.

Μόνη μου προπαγάνδα
είναι αυτή η εγκαρτέρηση
τα όσα ως τώρα είπαμε και δεν είπαμε
τα όσα ονειρευτήκαμε από παλιά
και μας βαραίνουν.

Είναι ο θάνατος
που δίνει νόημα σ’ αυτό το καλοκαίρι
τα άγονα μάτια σου
που αυτομολούν στην αναζήτηση
τα αυγουστιάτικα φαντάσματα
που σ’ οδηγούν κοντά μου
και μακριά μου
κι αυτή η υποχώρηση
που δεν μπορεί πια να μας διδάξει.

Από τη συλλογή Αναπάντεχο καλοκαίρι (1978) της Κατερίνας Καριζώνη

Πηγή: ανθολόγιο Ρεσάλτο (2009) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κώστας Πλαστήρας, Συνομήλικοι

Διονύσης Σαββόπουλος, Οι παλιοί μας φίλοι (δίσκος: Φορτηγό (1966))

Συνομήλικοι

[Ενότητα Η ακολουθία]

Αυτοί οι συνομήλικοι
οι πρώην συμμαθητές
είναι που παιδεύουν τώρα.
Αυτοί που ανακάλυψαν όψιμα τις ιδεολογίες
που έγιναν οι πιο φανατικοί
διώκτες του κατεστημένου.

Άραγε πού κρύβονταν τόσα χρόνια
σε ποια κόχη
αφανείς περίμεναν την ευκαιρία.

Από τη συλλογή Παγκλήρως (1976) του Κώστα Πλαστήρα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κώστας Πλαστήρας

Θανάσης Φωτιάδης: Ο μηλότοπος [Κάθε άνοιξη ανθίζανε…]

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Δέντρο το δέντρο
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / έργο: Ρωμιοσύνη (1966))

Κάθε άνοιξη ανθίζανε, το καλοκαίρι κάρπιζαν, το φθινόπωρο τρώγαμε τα μήλα και το Φλεβάρη, γύρω στις δεκαεφτά, πήγαινα κι έβλεπα πόσο μεγάλωσαν, πόσο ρυτίδωσαν, πόσο τις αγαπούσα και μ’ αγαπούσαν

κάθε καινούργια μηλιά που φύτευα, στην εποχή που πρέπει, είχε και τ’ όνομά της, με τη σειρά, τρίτη Κατίνα, Φρόσω, Μπέττη, Βάσω, Αφροδίτη, Βασιλική, Ελένη, και φυσικά, Ερατώ

κάθε καινούργια και τη φροντίδα της, δεν φτάνει να φυτεύεις ένα δέντρο, θέλει και την αγάπη σου, θέλει πολλά, όποιος το καταλαβαίνει

κάθε καινούργια και την κόρη της, άλλη κοντούλα κι άλλη ξέμαλλη, άλλη στοχαστική κι άλλη ξοδεύονταν, εκείνη φούσκωνε τον κορμό, και λίγο κάρπιζε, κι η πιο πέρα – τόσο τρελά λουλούδια και τίποτα καρπό

δεν προλαβαίναμε να τις φωτογραφίσουμε, είτε χαλούσε η ταινία, βλέπεις ήταν υλικά του πολέμου και ψάχναμε αναγκαστικά σ’ άλλες φωτογραφίες.

Από το ποίημα Ο μηλότοπος (1980) του Θανάση Φωτιάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θανάσης Φωτιάδης

Χρυσούλα Βακιρτζή, Ελιγμός

Brendan Behan & Μίκης Θεοδωράκης, Άνοιξε το παράθυρο
(απόδοση στα Ελληνικά: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / έργο: Ένας όμηρος (1966))

Ελιγμός

Δεν άντεχε άλλο να αντικρίζει
το εκτυφλωτικό φως του ήλιου
που έμπαινε από το παράθυρο,
γι’ αυτό έκλεισε ερμητικά
το παντζούρι.

Δεν είχε περιθώρια
για άλλον ελιγμό.

Από τη συλλογή Σε χρόνο διαγώνιο (1996) της Χρυσούλας Βακιρτζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χρυσούλα Βακιρτζή

Σταύρος Ζαφειρίου, Κάποιο άνοιγμα

Διονύσης Σαββόπουλος, Τα κορίτσια που πηγαίνουν δυο δυο
(δίσκος: Φορτηγό (1966))

Κάποιο άνοιγμα

Τα χείλη ανοίγουν διάπλατα. Παγανιστική λατρεία των κάτασπρων δοντιών, βουρτσισμένων επιμελώς με οδοντόκρεμα, εμπεριέχουσα MFP φλουοράιντ.
Η αίσθηση του ιδρώτα ανάμεσα στις δυο ενωμένες παλάμες. Η αίσθηση των χρωμάτων πίσω απ’ το κρύσταλλο του ποτηριού. Διατεταγμένα σώματα. Η σιωπή των διάφανων βολβών. Η λάμψη. Βίωσε την ηδονή της μυστικής συνουσίας. Το ρόπτρο κινείται μηχανικά. Κανένας ήχος. Η αντίφαση. Το ποδήλατο. Η καθαρίστρια στις σκάλες. Η μοναξιά σαν ηθικός προσανατολισμός μέσα στο χώρο. Ο φόβος την ώρα που σβήνει το τελευταίο κίτρινο φως και οι μάσκες πέφτουν για ύπνο. Το αλκοόλ. Η αποκάλυψη. Η ηδυπάθεια. Παροξυσμοί εξομολόγησης. Οργισμένες μαθήτριες προσπερνούν σφυρίζοντας απουσίες. Υγρές πεταλούδες ξεφεύγουν μέσα απ’ τα σκέλια τους κι αυτοχτονούν, αγγίζοντας τα καλώδια του ηλεχτρικού. Ο έρωτας συνωστίζεται στο σεντόνι. Ούτε μια φράση χωρίς περιστροφές. Το κορμί της ελευθερίας αιωρείται ρυθμικά στο τσιγκέλι της αυταπάτης. Κατέβασε τους νεκρούς απ’ τις κρεμάστρες. Το απρόοπτο γέλιο. Η μαγεία του ανέλπιδου κλάματος. Το τασάκι με το σβησμένο τσιγάρο. Το κραγιόν πάνω στο φίλτρο. Εξορυγμένα τα μάτια των θαμώνων τσακίζονται στο τραπέζι. Ξεχειλίζει ο τρόμος των καθημερινών αντικατοπτρισμών. Περίμενε πίσω από την πόρτα. Την έξοδο. Τη λαχτάρα. Το πάθος στο τρίξιμο του μεντεσέ. Τα περασμένα μεγαλεία θα ξανάρθρουν εποχούμενα, κορνάροντας την αγάπη και την άρνηση. Προσεχτικά τ’ ανάγλυφα αγγελάκια των τοίχων ξεφλουδίζονται. Πέφτουν. Τα ζεστά τους μάγουλα συντρίβονται στο ξύλινο πάτωμα. Ερωτισμός στα γυμνά τοπία της πόλης. Μαγνητοταινίες σιδηροχρωμίου αναπαράγουν χωρίς παραμόρφωση τις καραμπόλες του μπιλιάρδου στα σφαιριστήρια της ασφάλειας. Οι φύλακες περιφέρονται ανάμεσα στ’ αγάλματα. Ρευστότητα ακίνδυνων και διαρκών οργασμών. Δολοφόνησε το φως από νέον. Τα ακόρντα του κοριτσιού διαπερνούν το παράθυρο. Καρφωμένα φιλιά στα μαλλιά της Μονρόε το βλέμμα του Τσάπλιν, το χαμόγελο του Ντην, τα άλματα του Λένον στον ουρανό του ροκ εν ρολ. Οι μονόλογοι του κοριτσιού διαπερνούν το παράθυρο. Η ζωή αρχίζει τα μεσάνυχτα με ψευδώνυμα και μεταμφιέσεις. Στο εισιτήριο της επιστροφής καρφιτσωμένο το τραπουλόχαρτο που θα εξιλεώσει την πασιέντζα. Μια φράση. Τρυφερότητα χωρίς συμβολισμούς. Αγωνία χωρίς δραπετεύσεις. Η σκιά απομακρύνεται ακροπατώντας. Στα δάχτυλά της η λάσπη της θάλασσας. Στο πουκάμισό της το αίμα των γκαρσονιών. Μοναχικά ταξίδια με αστραφτερά αυτοκίνητα. Με τον Ρεμπώ να παλινδρομεί και ν’ απαγγέλλει το τέλος του ορίου ταχύτητας. Ο τρελός του χωριού ψιθυρίζει την ομορφιά. Χτύπησέ τον πριν τη φωνάξει. Υποταγή στην ανάγκη. Κουρασμένα παιδιά περιπλανιούνται με νυχτερίδες κρεμασμένες στις μασχάλες. Σκιαγραφούν ευχαριστίες και χειραψίες. Βαρυσήμαντες λέξεις θρησκευόμενων επισήμων. Τα μπράβο των θεατών και τις ολόσωμες υποκλίσεις των θεατρίνων στις παραστάσεις τις φορτισμένες με γαρίφαλα. Κυοφόρησε τα καινούρια ποιήματα. Οι άπραγοι ήρωες αγναντεύουν γύρω-γύρω τους επιβήτορες των καλλιτεχνών, τους ξυπόλητους νέγρους που μιλούν κι αγκαλιάζουν τη γη. Μικρές αράχνες κεντούν λεπτούς, ακίνδυνους τίτλους. Ο χρόνος μιλάει αργά και καθαρά. Τα χοντρά χείλη της φαλακρής τραγουδίστριας τυπωμένα στα χαρτομάντιλα, σήμα κατατεθέν της αγάπης της.

Λίγο αργότερα… πολύ αργότερα, δεκάδες μισόγυμνα κορίτσια θα καπνίζουν αμέριμνα, καθισμένα στα παγκάκια του πάρκου, τις τρυφερές γαλάζιες ανεμώνες που θα φυτρώνουν στα στήθη τους, με όλους τους προβολείς στραμμένους στα ελαφρά, μεταξωτά τους εσώρουχα.
Λίγο αργότερα… πολύ αργότερα, χιλιόμετρα ασπρόμαυρου φιλμ θα προβάλλονται, κομματιασμένες εικόνες, στα ερείπια των ντισκοτέκ και των σούπερ μάρκετ.

Αύριο, θα λεν οι παλιοί, θα φορέσει την καινούρια του πανοπλία.

Από τη συλλογή … και να μπλοφάρουμε στο όνειρο (1984) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου