Γιώργος Χρονάς, Όχι δεν πρέπει

Μέρος του ποιήματος μελοποιήθηκε τη δεκαετία του 1970 από τον Γιάννη Μαρκόπουλο και η πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού ανήκει στον Θέμη Ανδρεάδη.
Στο βίντεο τραγουδούν ο Μάριος Φραγκούλης και ο Γιώργος Περρής (από την εκπομπή της ΝΕΤ «Στην υγειά μας»).

Όχι δεν πρέπει

[Ενότητα Οι Εβραίοι τής Νέας Υόρκης]

Όχι δεν πρέπει να συναντηθούμε
Πριν από τη δύση του ήλιου
Στο δάσος με τις άδειες κονσέρβες
Γιατί οι επιθυμίες μας είναι πλοία
Που θ’ αράξουν μια νύχτα τού χειμώνα
Απέναντι στη Σαλαμίνα ενώ εμείς
Θα ζητάμε τις νυχτερινές βάρδιες
Της Βηρυτού, της Όστιας

Όχι δεν πρέπει να συναντηθούμε
Πριν από τη δύση του ήλιου
Στο δάσος με τις πεταμένες καπότες
Γιατί οι επιθυμίες μας είναι ταβέρνες πρόστυχες
Στο Πέραμα
Που τις νύχτες διαιωνίζουν το είδος με ζεϊμπέκικο
Ενώ εμείς ναύτες σιωπηλοί και δυνατοί
Της θάλασσας παιδιά και του έρωτα
Κατεβαίνουμε αργά τα σκαλιά τού πλοίου

Στις μέσα κάμαρες εκεί που περνούν
Οι υπόνομοι των νεκρών επιθυμιών
Στις μέσα κάμαρες εκεί που περνούν
Οι υπόνομοι της Νέας Υόρκης
Στις μέσα κάμαρες εκεί που περνούν
Η μάνα σου, η μάνα μου στα μαύρα
Στις μέσα κάμαρες εκεί που οι χαμένοι
Παίζουν στην πρέφα και στο τάβλι
Για ένα τσιγάρο
Για έναν καφέ
Τις νεκρές επιθυμίες τους

Εγώ διαλύομαι
Εγώ τεμαχίζομαι
Και συ με καλείς με πρόσκληση
Ανάμεσα σε επισήμους
Να παρακολουθήσω από την εξέδρα
Την κηδεία μου
Το δείπνο
Με τα μέλη τα διάσπαρτα του σώματός μου

Όχι προτιμώ να μην πάω στο δάσος
Με τις άδειες κονσέρβες
Όχι δε θα πάω στο δάσος
Με τις πεταμένες καπότες
Θα μείνω στις μέσα κάμαρες
Εκεί που αδιάκοπα περνούν
Οι υπόνομοι
Οι υπόνομοι της Νέας Υόρκης
Η μάνα σου, η μάνα μου στα μαύρα
Όχι δε θα πάω στο δάσος

Μπορείς λοιπόν
Απόψε να βγεις με τους Εβραίους της Νέας Υόρκης.

Από την ποιητική συλλογή Βιβλίο 1 (1973) του Γιώργου Χρονά

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γιώργος Χρονάς, Τα ποιήματα (1973-2008) [εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα, 2008]

Γιώργος Χρονάς, Τετάρτη

Τετάρτη

[Ενότητα Αρνητικά ειδώλων]

Την πρώτη φορά αγαπηθήκαμε
Σε έρημους δρόμους
Πάνω από ένα σκεπασμένο ποτάμι
Βρώμικο
Σε ακατανόητους χωματόλοφους
Των οδών Καισαρείας, Περιστάσεως, Κοζάνης
Και των λοιπών.

Την πρώτη φορά αγαπηθήκαμε
Σε άδειους δρόμους
Πάνω από την παλίρροια των επιθυμιών μας
Σε γωνίες σκοτεινές
Πίσω από τρίκυκλα
Πίσω από φορτηγά
Σχολικά λεωφορεία
Και μπουλντόζες.

Ήταν Τετάρτη.

Από την ποιητική συλλογή Βιβλίο 1 (1973) του Γιώργου Χρονά

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γιώργος Χρονάς, Τα ποιήματα (1973-2008) [εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα, 2008]

Γιώργος Χρονάς, Ίβυκος

Ίβυκος

[Ενότητα Αρνητικά ειδώλων]

Όπως η ψυχή τον πέταξε σαν ανάσα σε πνευστό
από τα χείλη στα δέντρα που πράσινα στο χώμα της Κορίνθου
τη μουσική από μόνα τους τριγύρω έφτιαναν
τους γερανούς στον ουρανό βαριά είδες να πετούν σαν άστρα
όταν το μαχαίρι μπαίνοντας βαθιά άνοιγε ζωή στο θάνατο.

Οι μέρες πέρασαν αφήνοντας τα κουμπιά ανοιχτά στο πουκάμισο
Οι γερανοί του Ιβύκου — είπαν
Τους γερανούς βαριά στον ουρανό να πετούν σαν είδαν.
Οι μέρες πέρασαν. Μα το πουκάμισο έμενε ανοιχτό.

Από την ποιητική συλλογή Βιβλίο 1 (1973) του Γιώργου Χρονά

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γιώργος Χρονάς, Τα ποιήματα (1973-2008) [εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα, 2008]

Γιώργος Χρονάς, Πάντα είναι Αύγουστος

Πάντα είναι Αύγουστος

[Ενότητα Αρνητικά ειδώλων]

Πάντα είναι Αύγουστος
Το χώρισμα ανάμεσα στα δωμάτια
Ξύλο μαυρισμένο.
Πάντα η φωτογραφία στον κίτρινο τοίχο
Δείχνει τη συνάντηση στο ποτάμι
Την ώρα που ο ήλιος μετέωρος ανάμεσα
Από δέντρα και άμμο ναρκισσεύεται
Στο νερό.
Πάντα φτάνει το τραίνο στο σταθμό
Οι πρώτες φωνές στους διαδρόμους, το πρώτο τσιγάρο, τα μεγάφωνα
Οι απίστευτες ματιές της Κυριακής για ένα ταξίδι στη μυθολογία
Το πλήθος, τα χέρια, τα μέλη, τα μάτια των υπνωτιστών.
Πάντα είναι Αύγουστος
Η μητέρα σου στο διπλανό δωμάτιο ξερνάει και συ αγωνίζεσαι
Για τη μετατόπιση ανάμεσα από λίμνες, έλη, νεκρούς
Σε βιβλία χημείας και φυσικής που τα οφείλεις τον Σεπτέμβρη
Σε σώματα απέραντα ανέπαφων
Που διατηρούνται στη ζωή
Με τη μυθολογία του Αυγούστου

– Ο πατέρας σου υπέγραψε πριν από λίγο
Δεν μπορείς να φύγεις
Είναι Αύγουστος.

Από την ποιητική συλλογή Βιβλίο 1 (1973) του Γιώργου Χρονά

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γιώργος Χρονάς, Τα ποιήματα (1973-2008) [εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα, 2008]

Γιώργος Χρονάς, Πέραμα

Πέραμα

[Ενότητα Αρνητικά ειδώλων]

Κάθε φορά που η αίσθηση της παρουσίας
μέσα στην ανώνυμη κάμαρα προσπαθεί να συλλάβει
στο κλάσμα του δευτερολέπτου την ηδονή
ξεπροβάλλει σπαραχτικά μόνο το Πέραμα
όπως το είδαν τα παιδιά εκείνη την Κυριακή
που ο φωτογράφος έξω από τις ταβέρνες
με τα γραμμόφωνα και τον τραγουδιστή
με τη χωρίστρα στη μέση
στις επτά το πρωί φωτογράφιζε τη μάνα
του Νέρωνα και του Αλκιβιάδη
με φόντο τη Σαλαμίνα, τα καρνάγια
και τις βάρκες που σαπίζαν στα νερά.

Από την ποιητική συλλογή Βιβλίο 1 (1973) του Γιώργου Χρονά

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γιώργος Χρονάς, Τα ποιήματα (1973-2008) [εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα, 2008]

Γιώργος Χρονάς, Αύρα

Μάνος Λοΐζος & Μανώλης Ρασούλης, Τίποτα δεν πάει χαμένο
(τραγούδι: Λιζέτα Καλημέρη, Μανώλης Ρασούλης & Παντελής Θεοχαρίδης /
πρώτη εκτέλεση από τη Χαρούλα Αλεξίου στον δίσκο Τα τραγούδια της Χαρούλας (1979))

Αύρα

Όταν θα φτάσεις στο σταθμό
μην κάνεις τίποτα το περιττό
Μην κινηθείς προς το περίπτερο
στους πωλητές καπνού ή φρούτων
Κάτω από τη μεγάλη πόρτα να σταθείς
ακίνητος μέσα στο φως της μέρας
αφήνοντας τη σκόνη του κόσμου στα παπούτσια
στις κλειστές γραμμές των χεριών σου
Γιατί εμείς από μακριά
θα σε αναγνωρίσουμε
κάτω από το ρολόι που θα σημαίνει
χαμένην ώρα.

Από την ποιητική συλλογή Ο αναιδής θρίαμβος (1984) του Γιώργου Χρονά

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Γιώργος Χρονάς, Τα ποιήματα (1973-2008) [εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα, 2008]

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Τίποτα δεν μου ανήκει

Τίποτα δεν μου ανήκει

Καθώς πια τίποτα δεν μου ανήκει μέσα στ’ ανάκτορα
ούτε καν το χρυσάφι της οροφής και τα μάρμαρα
και οι κονσόλες παγώσανε και τα μαλλιά σου σέρνονται πίσω από τα σφιγμένα κρύσταλλα
και οι πλαφονιέρες σταλάζουν την τέφρα του χειμωνιάτικου ήλιου
καθώς οι λειμώνες δε βρίσκουνε πια την παλιά τους λαλιά

Βλέπω πως λάθεψα γυρίζοντας έξω από θέρετρα
στο πυκνό δάσος των πολυκατοικιών δίπλα στη θάλασσα
όπου βυθίζομαι για να σ’ αγγίξω μόλις
επειδή σ’ αγαπώ περισσότερο απ’ όλα τα κτίσματα
και αν δε σε γνώριζα θα ’ταν όλα εφήμερα
γιατί οι βιτρίνες είναι μια λάσπη, τα εργοστάσια μια θλίψη και η πόλη
αφήνει να πέσουν οι κάλυκες της πλαστικής μου καρδιάς
πάνω σε φύλλα από δάκρυα

Τίποτα δεν μου ανήκει, καμιά παλινόρθωση
τα μάγουλά σου στο χιονισμένο αυχένα των βουνών
καθώς η ματιά μου βυθίζεται στην άπειρη έκταση
αφήνοντας πια τ’ αυτοκίνητα στα δικά τους τραγούδια

Γιατί η δίψα για το ατόφιο χρυσάφι είναι τα μάτια σου
και η πείνα για καθαρό αλουμίνιο τα χέρια σου
φιλιόμαστε σε σκοτεινές δισκοθήκες και σου εξηγώ
Κι όταν χαράζει πως τάχα θα πάμε αντίθετα
θα γυρίζουμε με ρούχα παλιά στα νεόχτιστα
μια άσπρη κορνίζα, βιβλία και θέρμανση στις γωνιές

Από τη συλλογή Ωδές στον Πρίγκιπα (1981) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Περαία

Περαία

Ένα γυμνό σώμα μακραίνει ακόμα στην άμμο, Άρχοντα
συστρέφεται, σφαδάζει μες στο φθινοπωριάτικο φως
δεν είναι δικό μου, μήτε δικό σου. Δεν το χρειαζόμαστε.
Ποιο άφθαρτο πλάσμα θρυμματίζεται μέσα μας και πεθαίνει
όπως τότε που σε αγκάλιαζα δίπλα στη θάλασσα κι έκαιγα
μέσα στους λυπημένους όρμους και δε σου μιλούσα
ποιος μας αρνιέται το δίκιο να ζήσουμε πια εν ειρήνη
σχεδόν ανέλπιδα

Συσπάται, αιωρείται γεμίζοντας βελονισμούς το κορμί
και μας κάνει να βλέπουμε θολά πια τα δάκρυα
μη κάμνοντας τίποτε τρεμίζει στο φως
ανήμπορο πια για ελπίδες και θαύματα
μη θέλοντας τίποτε

Από τη συλλογή Ωδές στον Πρίγκιπα (1981) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου: Ω, διορισμένε Πρίγκιπα, πόσο σε νιώθω

Ω, διορισμένε Πρίγκιπα, πόσο σε νιώθω

Ω, διορισμένε Πρίγκιπα, πόσο σε νιώθω
δεν υποφέρω το ραγισμένο χαμόγελο σε κατάπληκτα πλήθη
υπογράφεις διαγγέλματα που δε διάβασες, απαγγέλλεις τα ποιήματα που δεν θέλησες, προφασίζεσαι τύψεις
οι πεθαμένοι σού υπαγορεύουν τώρα τη δική τους φωνή

Καλέ μου Άρχοντα, τώρα ισχυρίζεσαι πως δήθεν δεν ένιωσες
το δάκρυ του μικρού οικοδόμου Δευτέρα πρωί
καθώς θα πεθάνει εργάτης, τάχα δεν πρόσεξες
το αίμα του λαβωμένου στις μισόφωτες αυλές
πάλι δεν έτρεξες
στο βογκητό του μουσικού λαού σου σε υπόγεια κτίσματα
και προφασίστηκες αιώνια άνοιξη, αυτό τ’ ορκίζεσαι

Παιχνίδι αυτών που έσκυψαν στο πέρασμά σου ευλαβικά
Πρίγκιπα, πώς δεν άκουσες γέλια ή ψιθύρους των παιδιών
τώρα τις αποφάσεις τους δε γίνεται, πια δεν μπορεί
να τις εγκρίνεις

Από τη συλλογή Ωδές στον Πρίγκιπα (1981) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου: Πρίγκιπα, η μέρα αργοσβήνει

Πρίγκιπα, η μέρα αργοσβήνει

Πρίγκιπα, η μέρα αργοσβήνει στις χιονισμένες πλαγιές
κι εσύ οδεύεις ψηλότερα. Τα χέρια σου αγκάλιασαν
το τιμόνι. Τα μάτια σου πάγωσαν λίμνες και δάση
κοιτούν κουρασμένα τις άσπρες κορυφογραμμές
ώσπου ο ουρανός ν’ αστράψει τη νύχτα της Γέννησης
χρωματιστά παιδάκια στη δακρυσμένη σου σκέψη

Κι εμένα με στέλνεις στις λασπωμένες ακτές. Να εξάψω
τις φωλιές της αντίστασης στα χωριά και τα πνεύματα
μιας ηλιόλουστης χειμωνιάτικης μέρας. Μεθυσμένος
από μιαν ολονυχτία σε μισοφώτιστα μπαρ
να ορκιστώ πίστη κι ύστερα να πεθάνω
για σένα

Πρίγκιπα, γύρισα κι είδα τον άρρωστο ήλιο στις πορτοκαλιές
είδα τα νυχτολούλουδα στο παλάτι σου και τις κατάκλειστες γρίλιες
και τ’ άλογά σου συλλογισμένα να βόσκουν στη χλόη.
Γιατί τα κτήματα δόθηκαν για το τίποτα, τα οικόσημα
της αιώνιας βασιλείας σου στο εφήμερο αίσθημα.
Στις μαρμάρινες σκάλες, στα ανάκλιντρα μιας επίχρυσης δόξας με πήραν τ’ αναφιλητά
το αίμα σου μας δόθηκε, Πρίγκιπα, δε μας ανήκει

Από τη συλλογή Ωδές στον Πρίγκιπα (1981) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Στους κήπους της έπαυλης

Στους κήπους της έπαυλης

Η θέση σου είναι στην Αθήνα, Πρίγκιπα

Το όψιμο φθινόπωρο στους κήπους της έπαυλης σε ξεγελά
και οι πικροδάφνες σου φυλλορροούν στο πέτρινο κλιμακοστάσιο, σε ξενίζουν
ακούς τα παραδείσια πουλιά μες στις λακκούβες του νερού
χτυπάει εντός σου η μηχανική καρδιά της πόλης

Λες αύριο θα εκφωνήσω τον επικήδειο των ποιητών – και το αναβάλλεις
μικρές θαλάσσιες εκδρομές και τα βραδάκια λικνίζεσαι στις δισκοθήκες
η καρβουνόσκονη μόλις αγγίζει τα παιδιά της δυτικής ακτής
σήμαντρα δειλινού και άνθη λεμονιάς
μες τους δασώδεις λόφους της Αιώνιας Πόλης

Κι όμως η θέση σου είναι στην Αθήνα, Άρχοντα
μόλις ακούγεσαι μες στα παράσιτα και τους πομπούς
σ’ άκουσα χθες με άλλη μουσική να θρηνωδείς
η φωνή σου δεν άλλαξε, την ξέρω απ’ τον καιρό της διαδοχής
η νύχτα πέφτει

Από τη συλλογή Ωδές στον Πρίγκιπα (1981) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Στο φθινοπωρινό ξενοδοχείο

Στο φθινοπωρινό ξενοδοχείο

[Ενότητα Ποιήματα της τελευταίας άνοιξης (1969-1971)]

Σ’ αυτό το φθινοπωρινό ξενοδοχείο, έγραφες
που αγαπηθήκαμε τα περασμένα χρόνια
γυρίζω πάλι στις ταράτσες του και σκέφτομαι
βλέποντας φώτα εργοστάσια μες στη συννεφιά
πόσο το πεθαμένο αίσθημα επιζεί
ανήμπορο για μια σταγόνα αίμα

Κι όμως δεν τα λυπάμαι τα εργοστάσια, δεν τα σκέφτομαι
δε με μεθούνε πια το απόβραδο οι μηχανές
ούτε και η μνήμη σου, ξέθωρη πια πάνω στα τζάμια

Μόνο το γείτονά μου, αυτόν δεν τον ξεχνώ
φυματικός και συνταξιούχος έμπορας
κρεμάστηκε στα δέντρα αυτά
άνοιξη 1951

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Ο δύσκολος θάνατος (Αθήνα, εκδ. Νεφέλη, 1985) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Κοιτάζοντας ένα ερωτευμένο σιντριβάνι

Κοιτάζοντας ένα ερωτευμένο σιντριβάνι

[Ενότητα Ποιήματα της τελευταίας άνοιξης (1969-1971)]

Μια νύχτα θα ταξιδέψω για πάντα. Θ΄αγκαλιάσω με τα χέρια την πόλη και θα πνιγώ στη δίνη των χρωματιστών νερών

Θα ’ναι μια νάρκωση ή ο θάνατος, δεν ξέρω να πω. Μέσα στα δάκρυα δε θα καταλαβαίνω πια γιατί το θέλησα ούτε πού αστόχησα. Οι αποσκευές μου θα παρασύρουν το σώμα μέχρι τη θάλασσα, ως τους υφάλους, έξω απ’ τον παλιό σταθμό. Άμμος και ξερολίθια

Σφυρίγματα των τραίνων κι ο κάμπος ολόγυρα και δε θα μπορέσω να καταλάβω γιατί ήσουν και καταδότης και συνεργός

Μες στη νεροσυρμή δε θα σε ξαναδώ ποτέ. Μια νύχτα θ’ αγαπηθούμε για πάντα. Καθώς θάλασσα και ουρανός

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Ο δύσκολος θάνατος (Αθήνα, εκδ. Νεφέλη, 1985) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου: Ό,τι για πάντα με μουδιάζει

Ό,τι για πάντα με μουδιάζει

Ό,τι για πάντα με μουδιάζει κι οδηγεί
εσένα στο χαμό κι αδιαφορεί για μένα
κρατώντας μου τα χέρια και το νου
αναποφάσιστα, σε ένοχη απραξία
βλέποντας καταδίκους να περνούν
απ’ το βαθύ το χάραμα ως τη νύχτα
μες στις γνωστές μου γειτονιές, και το χειρότερο
να περιφέρεσαι ανάμεσα εσύ, ξέρω πως δεν μπορεί
να είναι ο θάνατος. Γιατί χωνεύει
ανάσες μες στη μουσική του ύπνου, αφοπλίζει
καημούς και συμφιλιώνει τ’ όνειρο
με την πυρακτωμένη μνήμη κι όλα γίνονται
λαμπρή σκηνοθεσία
Ό,τι χρόνια με κράτησε
άπραχτο και φιλάσθενο, σχεδόν ανυπεράσπιστο
με το μαλάκωμα της μακριάς αρρώστιας, είναι
προσήλωση τυφλή σε ομοιώματα κι ακόμα
παράξενη επιμονή να καταναλωθούμε

Από τη συλλογή Ο θάνατος του Μύρωνα (1960) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Ο δύσκολος θάνατος (Αθήνα, εκδ. Νεφέλη, 1985) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Σ’ ακούω να έρχεσαι

Σ’ ακούω να έρχεσαι

[Ενότητα Αισθηματική ηλικία (1946-1949)]

Σ’ ακούω να έρχεσαι

Φέρνεις τη μνήμη των άδειων ημερών
μαλλιά που δε δόθηκαν σε προσφορά
χέρι που δεν καταχτήθηκε

Μορφή θαμπή
τα μάτια μου βουρκώνουν
στο λαιμό μου χωνεύονται λυγμοί
που δεν πήρανε σώμα

Τώρα βυθίζεσαι σε κάθε μου ρωγμή

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Ο δύσκολος θάνατος (Αθήνα, εκδ. Νεφέλη, 1985) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Οι κερασιές ανθίζουν


Vincent van Gogh, Kirschbaum
Frühjahr
1888, Öl auf Leinwand (72,4 x 53,3 cm)
The Metropolitan Museum of Art (Mr. and Mrs. Henry, Ittleson Jr. Fund, 1956), New York
Source: wikipedia

Οι κερασιές ανθίζουν

Οι κερασιές ανθίζουν πάλι. Πρόσκαιρες
έρχονται και περνούν με τη βροχή
βλασταίνουνε με το φιλί κι ύστερα σβήνουν

Γι’ αυτό τις ψηλαφίζω και πικραίνομαι
φυτοζωούν για λίγο κι ύστερα εξατμίζονται
μαζί με το φιλί σου, χάνονται
για πάντα μες στο ρεύμα του καιρού

Από τη συλλογή Ποιήματα για ένα καλοκαίρι (1963) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Ο δύσκολος θάνατος (Αθήνα, εκδ. Νεφέλη, 1985) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Καμιά αφίσα ή τοίχος

Καμιά αφίσα ή τοίχος

Καμιά αφίσα ή τοίχος δε θα μαρτυρεί
το ελαφρό σου πέρασμα στη φλέβα

Πέφτεις σα σιγανή βροχή ανύποπτη
ανάμεσα στα ξεραμένα φύλλα

Καμιά σκαπάνη μουσικού δε θα σε βρει
τόσο βαθιά στο αίμα

Από τη συλλογή Ποιήματα για ένα καλοκαίρι (1963) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Ο δύσκολος θάνατος (Αθήνα, εκδ. Νεφέλη, 1985) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Νοσοκομείο εκστρατείας

Νοσοκομείο εκστρατείας

[Ενότητα Νοσοκομείο εκστρατείας (1964-1968)]

Άδειασε το στρατόπεδο η καντίνα
και τα παλιά μου πάθη μια συνήθεια

Σηκώνεται άνεμος, πέφτουν τα σάπια φύλλα
μας κουβαλούν κοπαδιαστά στα χειρουργεία

Τα σύνορα είναι κλειστά — τι περιμένω

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Ο δύσκολος θάνατος (Αθήνα, εκδ. Νεφέλη, 1985) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Καρπάθια Όρη

Καρπάθια Όρη

[Ενότητα Ποιήματα της τελευταίας άνοιξης (1969-1971)]

Τι γίνεται όταν με τα χρόνια σε νεκρώνουν όλοι
των άλλων τα λακτίσματα, τάχα μια λάμψη μες στο νου
κι ένας λυγμός στ’ άδεια δωμάτια σε αποπαίρνει

Χιόνι λεπτό, φαρμακεροί εναγκαλισμοί
προς τις εξόδους των μεγάλων δρόμων έρπεις
παγώνεις με την άνοιξη, το φως της σε ταλαιπωρεί
κι η πόλη σού είναι ξένη

Με ρίζες, σκέψη και καρδιά παλιά
ανήκοντας σε όλη τη γη, φτωχός κι αδέσποτος
στα παγωμένα δάση του ουρανού πεθαίνεις

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Ο δύσκολος θάνατος (Αθήνα, εκδ. Νεφέλη, 1985) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Εκκοκκιστήρια Β’

Εκκοκκιστήρια Β’

[Ενότητα Νοσοκομείο εκστρατείας (1964-1968)]

Προχωρούσαμε με το Δημήτρη αμίλητοι προς το μικρό σταθμό. Αφήναμε τη Βέροια πίσω μας στην καταχνιά
και κοιτάζαμε άφωνοι τους καπνούς στο μισοφώτιστο βράδυ

Εκεί, μες στην ερημωμένη έκταση, ακούγαμε τα εκκοκκιστήρια να κελαηδούνε. Υπόκωφη στην αρχή, η βουή δυνάμωνε με τον καιρό, μας είχε σχεδόν παρασύρει. Φώτα και μηχανές μέσ’ απ’ τα τζαμωτά μάς άφηναν να ιδούμε τον αποχωρισμό. Ο καθαρός καρπός γλιστρούσε και σωριάζονταν δίπλα μας μέσα σ’ ένα σύννεφο σκόνης. Ακόμα θυμάμαι τα μάτια του, σα να είχαν δακρύσει

Τότε κατάλαβα πως πέρασε πια η εποχή της συγκομιδής. Και πως ό,τι μπορούσαμε να δώσουμε το είχαμε σχεδόν σκορπίσει

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Ο δύσκολος θάνατος (Αθήνα, εκδ. Νεφέλη, 1985) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Κι αν είσαι άνθρωπος

Κι αν είσαι άνθρωπος

Κι αν είσαι άνθρωπος κι αν είσαι εργοστάσιο
κι αν είσαι μια ξανθή μοντέρνα πόλη

Είσαι για μένα κούραση το βράδυ
μια μηχανή που σώπασε
μια ετοιμόρροπη φωνή

Είσαι η στάμνα μου για ένα καλοκαίρι

Από τη συλλογή Ποιήματα για ένα καλοκαίρι (1963) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Ο δύσκολος θάνατος (Αθήνα, εκδ. Νεφέλη, 1985) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Πρατήριο βενζίνης

Πρατήριο βενζίνης

Είμαι η έρημη ασφαλτωμένη δημοσιά που αφήνεται
σα μεθυσμένη ανηφορίζοντας με τις μοτοσυκλέτες
αισθαντικό, ολονύχτιο φως που αγρυπνά
σ’ ερημικό πρατήριο βενζίνης — γιατί βλέπω
τα ολόκλειστα αυτοκίνητα σαν παίρνουν τη στροφή
με τις σβηστές τους μηχανές, γιατί τα βλέπω
μες στο εκτυφλωτικό τους φως να σου ανάβουν
εξαίσια υπερκόσμια μουσική — κι ακόμα, είμαι
το ξαφνικό μελάνιασμα στο καθαρό λουσμένο φως
η κλειδωμένη μου φωνή μέσα στα δάχτυλα
μέσα στο σώμα

Κι εγώ μετεωρίζομαι σα φλέβα
καλοκαιριού, σα να ’χω σβήσει όλα
τα φώτα μου και περιμένω ακόμα

Από τη συλλογή Ο θάνατος του Μύρωνα (1960) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Ο δύσκολος θάνατος (Αθήνα, εκδ. Νεφέλη, 1985) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου