Μάνος Λοΐζος & Γιάννης Νεγρεπόντης, Ο γερο-νεγρο-Τζιμ

Ο γερο-νεγρο-Τζιμ

Μουσική: Μάνος Λοΐζος
Στίχοι: Γιάννης Νεγρεπόντης
Τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη
Δίσκος: Μάνος Λοΐζος | Τα νέγρικα (1975)

Ο γερο-νεγρο-Τζιμ
σ’ ολόκληρο το Χάρλεμ
ε, γερο-νεγρο-Τζιμ
κορνέτα δεύτερη
δεν είχε σαν εσένα

Μέσα στη νύχτα ούρλιαζε η κορνέτα
λευκοί και νέγροι δίνανε τα χέρια
ε, γερο-νεγρο-Τζιμ

Γιατί να καίν’ στο νότο τη σοδειά
όταν πεινάν στον κόσμο τα παιδιά
ποιοι και γιατί σκοτώσανε τον Τζον
τι θέλουν τα παιδιά μας στα Βιετνάμ

Ο γερο-νεγρο-Τζιμ
σε βρόμικο χαντάκι
ε, γερο-νεγρο-Τζιμ
τώρα η κορνέτα
πιο δυνατά ουρλιάζει

Μέσα στη νύχτα ουρλιάζει η κορνέτα
λευκοί και νέγροι δίνουνε τα χέρια
ε, γερο-νεγρο-Τζιμ

Γιώργος Σεφέρης & Μίκης Θεοδωράκης, Λίγο ακόμα

Λίγο ακόμα

Ποίηση: Γιώργος Σεφέρης (από τη συλλογή «Μυθιστόρημα» (1935))
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη
Κύκλος τραγουδιών: Μυθιστόρημα (1968)

Λίγο ακόμα θα ιδούμε
λίγο ακόμα θα ιδούμε
τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν
τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν
τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν

Λίγο ακόμα θα ιδούμε
λίγο ακόμα θα ιδούμε
τα μάρμαρα να λάμπουν
να λάμπουν στον ήλιο
κι η θάλασσα να κυματίζει

Λίγο ακόμα, να σηκωθούμε
λίγο ψηλότερα λίγο ψηλότερα λίγο ψηλότερα
λίγο ακόμα να σηκωθούμε
λίγο ψηλότερα λίγο ψηλότερα λίγο ψηλότερα

Μάνος Χατζιδάκις & Νίκος Γκάτσος, Ο εφιάλτης της Περσεφόνης

Ο εφιάλτης της Περσεφόνης

Ποίηση: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη
Δίσκος: Τα παράλογα (1976)

Εκεί που φύτρωνε φλισκούνι κι άγρια μέντα
κι έβγαζε η γη το πρώτο της κυκλάμινο
τώρα χωριάτες παζαρεύουν τα τσιμέντα
και τα πουλιά πέφτουν νεκρά στην υψικάμινο

Κοιμήσου, Περσεφόνη
στην αγκαλιά της γης
στου κόσμου το μπαλκόνι
ποτέ μην ξαναβγείς

Εκεί που σμίγανε τα χέρια τους οι μύστες
ευλαβικά πριν μπουν στο θυσιαστήριο
τώρα πετάνε αποτσίγαρα οι τουρίστες
και το καινούργιο πάν’ να δουν διυλιστήριο

Κοιμήσου, Περσεφόνη
στην αγκαλιά της γης
στου κόσμου το μπαλκόνι
ποτέ μην ξαναβγείς

Εκεί που η θάλασσα γινόταν ευλογία
κι ήταν ευχή του κάμπου τα βελάσματα
τώρα καμιόνια κουβαλάν στα ναυπηγεία
άδεια κορμιά, σιδερικά, παιδιά κι ελάσματα

Κοιμήσου, Περσεφόνη
στην αγκαλιά της γης
στου κόσμου το μπαλκόνι
ποτέ μην ξαναβγείς

Μίκης Θεοδωράκης & Κώστας Καρτελιάς, Το τραγούδι των Σειρήνων

Μίκης Θεοδωράκης & Κώστας Καρτελιάς, Το τραγούδι των Σειρήνων

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ενορχήστρωση: Irina Valentinova
Ποίηση: Κώστας Καρτελιάς
Τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη
Δίσκος: Οδύσσεια (2007)

Φεύγω κρυφά
μια ζαβολιά μ’ έχει πληγώσει σαν τα παιδιά
τώρα που ο άνεμος φυσά ένα τραγούδι που δε λέει να τελειώσει
και σε μια θάλασσα με παίρνει μακριά

Είναι πολλές οι μουσικές να τις αντέξεις
όταν το πέλαγο βαλθεί να τραγουδά
χίλιες φωνές για να μη ξέρεις να διαλέξεις
κι ούτε κατάρτι να δεθείς ούτε σχοινιά

Θα πάω ψηλά με τα φτερά μου που θα ανοίξω
στου παραδείσου τα παράξενα νησιά
λύσ’ τα μαλλιά σου να σε δω να σε γνωρίσω
λύσ’ τα μαλλιά σου να σε δω στα σκοτεινά
λύσ’ τα μαλλιά σου να σε δω να σε γνωρίσω
μέσα στου κόσμου τ’ αδιέξοδα στενά
μέσα στου κόσμου την απέραντη ερημιά
λύσ’ τα μαλλιά σου για να ’ρθω να σου μιλήσω

Φεύγω κρυφά
μια ζαβολιά μ’ έχει πληγώσει σαν τα παιδιά
τώρα που ο άνεμος φυσά ένα τραγούδι που δε λέει να τελειώσει
και σε μια θάλασσα με παίρνει μακριά

Νίκος Δόικος, Ανάλογων αντιστροφή

Zülfü Livaneli & Αγαθή Δημητρούκα, Βρύση της Ανατολής
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / δίσκος: Η μνήμη του νερού (2005))

Ανάλογων αντιστροφή

Ροδίζουν οι φωτιές στις παρυφές των Πιερίων
τα δειλινά,
ορίζουν τους ορίζοντές της,
την έκταση του τιμαρίου,
έτσι όπως αρχοντεύει την Λεωφόρο
και πάσαν την Πόλιν,
από τα Ευόσμια όνειρα
ως τις Πυλαίες υπεραξίες
κι από τις Επταπύργιες νοσταλγίες
ως του Πύργου τα δεσμωτήρια,
δεσμώτις κατ’ επιλογήν κι αυτή, ψηλά
στο νεοκλασικό πολυτελές κι ευρύχωρο κελί της,
απ’ όπου ως προφητάνασσα οιωνίζεται,
με κάποιαν οίηση είναι αλήθεια,
τις τύχες των υποτακτικών της:
αν δικαιούνται να ονειρεύονται,
αν θα μπορούν να ελπίζουν,
μήπως ματαίως ξεροσταλιάζουν,
στον ηλιακόν εξώστην από κάτω,
αναπολώντας ράνισμα γαρδένιας,
γιατί καταδικάστηκαν τελεσιδίκως,
οι ανόητοι αρνησίδωροι,
σε ισόβιο διάπλου ιστοσελίδων;

Πόσο πονούν τα δειλινά
στις κορυφές των Πιερίων
– εύφλεκτες υπομνήσεις απουσίας.

Χαράμι κύλησε η ζωή μας.
Ανάλογων αντιστροφή.
Πρόθυμη όταν ενδοίαζα
κι αδιάφορη τώρα που λαχταρώ.

Από τη συλλογή Γενιά του Νοέμβρη (2010) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Κλείτος Κύρου, Κραυγή δέκατη ένατη

Μίκης Θεοδωράκης & Κώστας Τριπολίτης, Αν
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / δίσκος: Ο επιβάτης (1981))

Κραυγή δέκατη ένατη

Απευθύνομαι πάλι σε σας ζητώ να μ’ ακούσετε
Για τελευταία φορά το ζητώ δε χωρεί αναβολή
Τώρα που είναι ακόμη καιρός τώρα που η μέρα
Αρχίζει πάλι και ξαναμικραίνει τώρα που κι αυτό
Το καλοκαίρι λιγοθυμάει μέσα στις χούφτες σας
Κι η κάθε λέξη γίνεται βαριά κι ασήκωτη

Σας προσφωνώ και πάλι με τα ίδια όπως τότε ψευδώνυμα
Τα ‘χετε ως κι αυτά λησμονήσει πάνε τόσα χρόνια
Πού να θυμάστε τώρα τις βραδινές συγκεντρώσεις
Τις ασκητικές σας μορφές κάτω από το σπασμένο φως
Πιστεύατε με φανατισμό θέσει και πράξει επιδοκιμάζατε
Υστερικά τον κάθε ομιλητή διεκδικούσατε την αποκατάσταση
Της φωτιάς της δικής σας φωτιάς που ζητούσε μια διέξοδο
Αναποδογυρίζοντας ουρανούς καταβροχθίζοντας κόκαλα

Δε θέλω να κουράσω τη μνήμη σας μικρό θα ‘ναι το όφελος
Μεγάλος ο κόπος ποιος τόλμησε ποτέ να ταράξει
Τον ύπνο της λάβας τώρα έχετε απομακρυνθεί απ’ το πεδίο βολής
Επαναπαύεσθε μακάρια πάνω στα τρόπαια των αστικών μαχών
Γυμνάζοντας αρνητικά τις αισθήσεις σας αποταμιεύοντας όνειρα
Κάθε μέρα γίνεσθε και πιο εκλεκτικοί αλλάζετε
Τις μάρκες των τσιγάρων αλλάζετε τα ρούχα σας αλλάζετε
Συνήθειες διασκεδάσεις κλίμα σπίτια και γυναίκες αλλάζετε
Τα δόντια σας και την καρδιά σας και τους λυγμούς
Ακόμη της καρδιάς σας τους αλλάζετε που δεν μπορώ
Να τους ξεχάσω γιατί με κυνηγούν κυκλοφορούν στο αίμα μου
Σαν ψάρια σκοτεινά που χάσαν τα νερά τους

Σας υπενθυμίζω πως για να φτάσετε στην αποθέωση
Θα πρέπει να ταπεινωθείτε πρώτα ν’ αρχίσετε από την τριβή
Που σιγοκαίει στα δάχτυλα σεις από φυσικού σας
Δεν ήσασταν αγέρωχοι όπως οι Άλλοι που ρουφήχτηκαν στη γη
Προτιμήσατε τη συναλλαγή απλώνοντας το χέρι στον ήλιο
Μείνατε στατικοί μέσα στο χρόνο αγάλματα του δισταγμού σας
Συνωστισμένοι μπρος στις εξόδους κινδύνου στην καμπή του δρόμου
Εκεί που χωρίσαμε οριστικά παρασυρμένοι από έξαλλα πλήθη

Μην απορείτε λοιπόν για τη σημερινή σας προκάλυψη
Μη διαστέλλετε τα έκθαμβα μάτια σας μπροστά
Στο άνοιγμα που μας χωρίζει το ξέρετε πως δεν μπορεί
Να κλείσει με σχήματα νεκρών πια περιπτύξεων
Σας κατηγορώ δίχως τύψη καμιά σεις οι ίδιοι
Επισπεύσατε τη μελλούμενη αναπόφευκτη πτώση σας

Από τη συλλογή Κραυγές της νύχτας (1960) του Κλείτου Κύρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κλείτος Κύρου

Χρυσούλα Βακιρτζή, Πρωινό

Ελένη Καραΐνδρου & Κ. Χ. Μύρης, Αυτοί που ξαγρυπνάνε
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / έργο: Η μεγάλη αγρύπνια (1975))

Πρωινό

Ξημέρωσε…
Το κατάλαβα
από το χρώμα του ουρανού,
είχε πάρει την ίδια απόχρωση
με το κοντομάνικο θαλασσί σου
πουκάμισο∙ το θυμάσαι;
πέρασε πολύς καιρός από τη μέρα
που το φορούσες
(ήταν ανάλαφρο
και σου «πήγαινε» πολύ).
Η καμαρούλα ακατάστατη…
Στο πάτωμα σκόρπια χαρτιά
τσαλακωμένα,
απομεινάρια μιας άγρυπνης νύχτας
και πάνω τους, μετουσιωμένο σε στίχους,
το μεγαλείο του Πόνου
(η ψυχή είχε και πάλι
ακατάσχετη αιμορραγία).
Στην απόκρυφη Άγια Τράπεζα
της καρδιάς,
φώλιασε ξανά η ιερή Ανάμνηση
του μεταξένιου καλοκαιριού.
Ώρα να συγυρίσω το δωμάτιο…
Καλημέρα.

Από τη συλλογή Σε χρόνο διαγώνιο (1996) της Χρυσούλας Βακιρτζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χρυσούλα Βακιρτζή

Μανόλης Αναγνωστάκης, Μιλώ…

Μανόλης Αναγνωστάκης & Μίκης Θεοδωράκης, Μιλώ
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / δίσκος: Νύχτα θανάτου (1974))

Μιλώ…

Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχή
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουνε δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους
Μιλώ για τις ξυπόλητες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους
Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα κατώφλια
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες
Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ των μελλοθανάτων.

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
Π’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι οι σύντροφοί τούς φτύνανε και τους σταυρώναν
Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει

Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.

Από τη συλλογή Η συνέχεια 2 (1956) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Χρυσούλα Βακιρτζή, Ελιγμός

Brendan Behan & Μίκης Θεοδωράκης, Άνοιξε το παράθυρο
(απόδοση στα Ελληνικά: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / έργο: Ένας όμηρος (1966))

Ελιγμός

Δεν άντεχε άλλο να αντικρίζει
το εκτυφλωτικό φως του ήλιου
που έμπαινε από το παράθυρο,
γι’ αυτό έκλεισε ερμητικά
το παντζούρι.

Δεν είχε περιθώρια
για άλλον ελιγμό.

Από τη συλλογή Σε χρόνο διαγώνιο (1996) της Χρυσούλας Βακιρτζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χρυσούλα Βακιρτζή

Νίκος Κούνδουρος, Τραγούδια της φωτιάς (1975)

Νίκος Κούνδουρος, Τραγούδια της φωτιάς (Songs of fire)

Σκηνοθέτης: Νίκος Κούνδουρος
Διεύθυνση φωτογραφίας: Νίκος Αδαμόπουλος, Νίκος Γαρδέλης, Συράκος Δανάλης, Νίκος Καβουκίδης, Αριστείδης Καρύδης Fuchs, Σάκης Μανιάτης, Παύλος Φιλίππου
Μοντάζ: Αριστείδης Καρύδης Fuchs
Ηχολήπτης: Θανάσης Γεωργιάδης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης, Μάνος Λοΐζος, Γιάννης Μαρκόπουλος, Σταύρος Ξαρχάκος
Ποίηση/Στίχοι: Μανόλης Αναγνωστάκης, Νίκος Γκάτσος, Μάνος Ελευθερίου, Μίκης Θεοδωράκης, Μάνος Λοΐζος, Κ. Χ. Μύρης, Λευτέρης Παπαδόπουλος, Γιάννης Ρίτσος, Γιώργος Σκούρτης
Τραγούδι: Αλέκα Αλιμπέρτη, Χαράλαμπος Γαργανουράκης, Μίκης Θεοδωράκης, Αντώνης Καλογιάννης, Μαρίζα Κωχ, Μάνος Λοΐζος, Μελίνα Μερκούρη, Λιζέτα Νικολάου, Γιώργος Νταλάρας, Νίκος Ξυλούρης, Κώστας Σμοκοβίτης, Μαρία Φαραντούρη, Λάκης Χαλκιάς, Λιλή Χριστοδούλου
Διεύθυνση παραγωγής: Φοίβη Σταυροπούλου
Ειδικοί συνεργάτες: Γ. Αθανασιάδης, Στέφανος Αλεξάνδρου, Παύλος Ζάρας, Τάσος Ζωγράφος, Γιάννης Καμπανάρης, Κώστας Καραμανίδης, Μίμης Κασιμάτης, Μίμης Κιμωλιάτης, Τάκης Κούνδουρος, Λάκης Κυρλίδης, Ερρίκος Μερόντης, Θανάσης Μπερμπεράκης, Γιώργος Μπουκλάκος, Μαρία Πάουελ Κουμαριανού, Θανάσης Σβορώνος, Κώστας Φέρρης
Παραγωγή: Finos Film, Νίκος Κούνδουρος, Κυπριακός Αγών
Ταινία: Τραγούδια της φωτιάς (πολιτικό ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους, 1975)

Σύνοψη της υπόθεσης:
Ένα ντοκιμαντέρ που αποτυπώνει την αντίδραση του ελληνικού λαού στη χούντα των συνταγματαρχών, και τους πανηγυρισμούς μετά την πτώση του μισητού καθεστώτος. Παρουσιάζονται οι δύο συναυλίες που έγιναν το 1974 για την υποστήριξη του αγώνα των Κυπρίων, οι πορείες του 1974 για την επέτειο του Πολυτεχνείου, η αναπαράσταση των βασανιστηρίων στα οποία υποβλήθηκε ο αγωνιστής του ΠΑΜ Χρήστος Ρεκλείτης και η κηδεία του Κύπριου Δώρου Λοΐζου.

Τι έχει πει για την ταινία ο Νίκος Κούνδουρος:
Τα «Τραγούδια της Φωτιάς», το μόνο ντοκιμαντέρ που έχω φτιάξει, είναι μια ταινία συντεθειμένη από φωνές και αιτήματα όπως αυτά διαμορφώθηκαν στους δρόμους της Αθήνας αμέσως μετά την παλινόρθωση της Δημοκρατίας. Μία ταινία ωδή στη λευτεριά. Αυτό, τίποτε άλλο.

Η ταινία έχει ως κύριο άξονα δύο συναυλίες, στο στάδιο Καραϊσκάκη με τον Μίκη Θεοδωράκη και στο γήπεδο της λεωφόρου Αλεξάνδρας με τον Γιάννη Μαρκόπουλο. Και οι δύο συναυλίες έγιναν το 1974, λίγο μετά την πτώση της χούντας.

Πηγές πληροφοριών:
Ταινιοθήκη της Ελλάδος
Ιστολόγιο «Τίποτα το σημαντικό»
Finos Film

Το «Πνευματικό εμβατήριο» του Άγγελου Σικελιανού μελοποιημένο από τον Μίκη Θεοδωράκη

«Άκου ξανά το «Πνευματικό εμβατήριο» του Σικελιανού όπως το μελοποίησε ο Μίκης και κυρίως το 8ο και τελευταίο σκέλος του. Ίσως σου δώσει ιδέες για να γράψεις κάτι, μέρα που είναι σήμερα», μου είπε χτες το μεσημέρι ο μέγας αρχιμουσικός μας Κώστας Παπαδόπουλος.

Tου τόνισα ότι ουδεμία διάθεση για γράψιμο έχω αυτές τις σκοτεινές μέρες του φετινού Ιουνίου για τον τόπο μας, πλην όμως υποσχέθηκα ότι θα το ξανακούσω. Καλύτερα, όμως, να το ξανακούσουμε όλοι μαζί.

Πληροφορίες για το ποίημα του Άγγελου Σικελιανού

Αντιγράφω από τον ιστότοπο του συναδέλφου Νίκου Σαραντάκου τις πολύτιμες πληροφορίες που έχει θέσει στη διάθεση όλων μας για το ποίημα:

Το Πνευματικό Εμβατήριο δημοσιεύτηκε στο 3ο τεύχος του περιοδικού «Ελεύθερα Γράμματα», στις 19.5.1945. Συνοδεύεται από σημείωμα του ποιητή, που λέει: «Είχα μόλις απαντήσει στην προχθεσινή συνέντευξη, όταν αυτή η ίδια μώγινε άξαφνα αφορμή για τη μετάβασή μου, πάνω στο ίδιο θέμα, στην ολοκληρωμένη μορφή του Ποιητικού Λόγου που δίνω παρακάτου». Πράγματι, στο πρώτο τεύχος του περιοδικού είχε δημοσιευτεί συνέντευξη με τον Σικελιανό με θέμα την «πνευματική Ελλάδα εμπρός στο δράμα της Κατοχής».

Στο Διαδίκτυο κυκλοφορεί το ποίημα, αλλά σε κείμενο που φαίνεται να βασίζεται στη μελοποίηση Θεοδωράκη, που παραλείπει μερικές λέξεις σε σχέση με τη μορφή που βρήκα στο περιοδικό. Επίσης, το κείμενο που κυκλοφορεί έχει ευπρεπιστεί γλωσσικά σε μερικά σημεία· ο Σικελιανός έγραφε «σκέψες, πνέμμα, η άμπελο», όχι «σκέψεις, πνεύμα, η άμπελος» της σημερινής, μετά την ήττα, δημοτικής. Διόρθωσα σε μερικά σημεία την ορθογραφία (π.χ. το φωτογόνι το έκανα φωτογώνι).

Πνευματικό εμβατήριο

Σαν έριξα και το στερνό δαυλί στο φωτογώνι
(δαυλί της ζωής μου της κλεισμένης μες στο χρόνο)
στο φωτογώνι της καινούργιας Λευτεριάς Σου Ελλάδα,

μου αναλαμπάδιασε άξαφνα η ψυχή, σα να ’ταν
όλο χαλκός το διάστημα, ή ως να ’χα
τ’ άγιο κελί του Ηράκλειτου τριγύρα μου
όπου χρόνια,
για την Αιωνιότη εχάλκευε τους λογισμούς του
και τους κρεμνούσε ως άρματα
στης Έφεσος το Ναό·
γιγάντιες σκέψες
σα νέφη πύρινα ή νησιά πορφυρωμένα
σε μυθικόν ηλιοβασίλεμα
άναβαν στο νου μου,
τι όλη μου καίγονταν μονομιά η ζωή
στην έγνια της καινούργιας Λευτεριάς σου Ελλάδα!

Γι’ αυτό δεν είπα:
Τούτο είναι το φως της νεκρικής πυράς μου.
Δαυλός της Ιστορίας Σου, έκραξα, είμαι,
και να, ας καεί σα δάδα το έρμο μου κουφάρι,
καταβολάδα του Εμπυραίου,
με την δάδα τούτην,
ορθός πορεύοντας ως με την ύστερη ώρα,
όλες να φέξουν τέλος, τις γωνιές της Οικουμένης
ν’ ανοίξω δρόμο στην ψυχή, στο πνέμμα, στο κορμί Σου, Ελλάδα!

Είπα κι εβάδισα
κρατώντας τ’ αναμμένο μου συκώτι
στο Καύκασό Σου
και το κάθε πάτημά μου
ήταν το πρώτο, κι ήταν, θάρρευα, το τελευταίο
τι το γυμνό μου πόδι επάτει μέσα στα αίματά Σου
τι το γυμνό μου πόδι εσκόνταβε στα πτώματά Σου
γιατί το σώμα, η όψη μου, όλο μου το πνέμμα
καθρεφτιζόταν σα σε λίμνη, μέσα στα αίματά Σου.

Εκεί, σε τέτοιον άλικο καθρέφτη, Ελλάδα,
καθρέφτη απύθμενο, καθρέφτη της αβύσσου
της Λευτεριάς Σου και της δίψας Σου, είδα τον εαυτό μου
βαρύ από κοκκινόχωμα πηλό πλασμένο,
καινούργιο Αδάμ της πιο καινούριας πλάσης
όπου να πλάσουμε για Σένα μέλλει, Ελλάδα!

Κ’ είπα:
Το ξέρω, ναι, το ξέρω, που κ’ οι θεοί Σου
οι Ολύμπιοι, χθόνιο τώρα γίνανε θεμέλιο,
γιατί τους θάψαμε βαθιά-βαθιά να μην τους βρουν οι ξένοι.
Και το θεμέλιο διπλοστέριωσε, κι ετριπλοστέριωσε όλο,
μ’ όσα οι οχτροί μας κόκαλα σωριάσανε από πάνω.
Κι ακόμη ξέρω, πως για τις σπονδές και το τάμα
του νέου Ναού π’ ονειρευτήκαμε για Σένα Ελλάδα,
μέρες και νύχτες, τόσα αδέλφια σφάχτηκαν ανάμεσό τους
όσα δε σφάχτηκαν αρνιά ποτέ για Πάσχα!

Μοίρα· κ’ η μοίρα Σου ως τα τρίσβαθα δική μου!
Κι απ’ την Αγάπη, απ’ τη μεγάλη δημιουργόν Αγάπη,
να που η ψυχή μου εσκλήρυνεν, εσκλήρυνε και μπαίνει
ακέρια πια μέσα στη λάσπη και μες στο αίμα Σου να πλάσει
τη νέα καρδιά που χρειάζεται στο νιο Σου αγώνα Ελλάδα!
Τη νέα καρδιά που κιόλας έκλεισα μέσα στα στήθη,
και κράζω σήμερα μ’ αυτή προς τους Συντρόφους όλους:

«Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από την Ελλάδα,
ομπρός βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο!
Tι ιδέτε, εκόλλησεν η ρόδα του βαθιά στη λάσπη,
κι ά, ιδέτε, χώθηκε τ’ αξόνι του βαθιά μες στο αίμα!
Ομπρός παιδιά, και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος,
σπρώχτε με γόνα και με στήθος, να τον βγάλουμε απ’ τη λάσπη,
σπρώχτε με στήθος και με γόνα, να τον βγάλουμε απ’ το γαίμα.
Δέστε, ακουμπάμε απάνω του ομοαίματοι αδερφοί του!
Ομπρός, αδέρφια, και μας έζωσε με τη φωτιά του
ομπρός, ομπρός κ’ η φλόγα του μας τύλιξε, αδερφοί μου!»

«Ομπρός, οι δημιουργοί… Την αχθοφόρα ορμή Σας
στυλώστε με κεφάλια και με πόδια, μη βουλιάξει ο ήλιος!
Βοηθάτε με και μένανε αδερφοί, να μη βουλιάξω αντάμα!
Τι πια είν’ απάνω μου και μέσα μου και γύρα
τι πια γυρίζω σ’ έναν άγιον ίλιγγο μαζί του!
Χίλια καπούλια ταύροι τού κρατάν τη βάση
δικέφαλος αητός κι απάνω μου τινάζει
τις φτέρουγές του και βογγάει ο σάλαγός του
στην κεφαλή μου πλάι και μέσα στη ψυχή μου
και το μακρά και το σιμά για με πια είν’ ένα!
Πρωτάκουστες, βαριές με ζώνουν Αρμονίες! Ομπρός συντρόφοι
βοηθάτε να σηκωθεί, να γίνει ο ήλιος Πνέμμα!

Σιμώνει ο νέος ο Λόγος π’ όλα θα τα βάψει
στη νέα του φλόγα, νου και σώμα, ατόφιο ατσάλι.
Η γη μας αρκετά λιπάστηκε από σάρκα ανθρώπου!
Παχιά και καρπερά, να μην αφήσουμε τα χώματά μας
να ξεραθούν απ’ το βαθύ τούτο λουτρό του αιμάτου
πιο πλούσιο, πιο βαθύ κι απ’ όποιο πρωτοβρόχι!
Αύριο να βγει ο καθένας μας με δώδεκα ζευγάρια βόδια,
τη γην αυτή να οργώσει την αιματοποτισμένη.
Ν’ ανθίσει η δάφνη απάνω της και δέντρο της ζωής να γένει,
και η Άμπελό μας ν’ απλωθεί ως τα πέρατα της Οικουμένης.

Ομπρός, παιδιά, και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος.
Σπρώχτε με γόνα και με στήθος, να τον βγάλουμε απ’ τη λάσπη,
σπρώχτε με στήθος και με γόνα, να τον βγάλουμε απ’ το γαίμα,
σπρώχτε με χέρια και κεφάλια, για ν’ αστράψει ο ήλιος Πνέμμα!»

Έτσι σαν έριξα και το στερνό δαυλί στο φωτογώνι
(δαυλί της ζωής μου της κλεισμένης μες στο χρόνο)
στο φωτογόνι της καινούριας λευτεριάς Σου, Ελλάδα,

αναψυχώθηκε άξαφνα τρανή η κραυγή μου, ως να ’ταν
όλο χαλκός το διάστημα, ή ως να ’χα
τ’ άγιο κελί του Ηράκλειτου τριγύρα μου, όπου, χρόνια
για την Αιωνιότη εχάλκευε τους στοχασμούς του
και τους κρεμνούσε ως άρματα
στης Έφεσος το ναό, ως σας έκραζα, συντρόφοι!

Πληροφορίες για τη μελοποίηση του ποιήματος από τον Μίκη Θεοδωράκη

Όλο το ποίημα μαζί απαρτίζει τη σύνθεση «Αρκαδία V», όπως διαβάζουμε στον ιστότοπο Πυξίδα:

Αρκαδία V (Πνευματικό Εμβατήριο)
(σε ποίηση Άγγελου Σικελιανού)
Σύνθεση: Φεβρουάριος 1969, Ζάτουνα
1. Σαν έριξα και το στερνό δαυλί
2. Γιγάντιες σκέψες
3. Κι είπα
4. Μοίρα
5. Ομπρός, βοηθάτε
6. Ομπρός, οι δημιουργοί
7. Σιμώνει ο νέος Λόγος
8. Έτσι, σαν έριξα και το στερνό δαυλί

Αρκαδία V – Ηχογραφήσεις
1970. Γαλλία, Πνευματικό Εμβατήριο – Ζωντανή ηχογράφηση από το Albert Hall του Λονδίνου – Polydor – 2490101. Μαρία Φαραντούρη, Αντώνης Καλογιάννης, Γιάννης Θεοχάρης. Παίζει η London Symphony Orchestra υπό τη διεύθυνση του συνθέτη.
2000. Ελλάδα, Πνευματικό Εμβατήριο – Ζωντανή ηχογράφηση από το ΑΠΘ. Έφη Σταμούλη, Μακαρία Ψιλιτέλλη, Παναγιώτης Καραδημήτρης, Κώστας Μιχαλακόπουλος, Ορχήστρα & Χορωδία του ΑΠΘ.
2002. Ελλάδα, Πνευματικό Εμβατήριο – Ζωντανή ηχογράφηση από το Ηρώδειο – Minos-Emi – 724358088625. Ανδρέας Κουλουμπής, Γιάννης Κότσιρας, Ιωάννα Φόρτη. Παίζει η ορχήστρα «Μίκης Θεοδωράκης» μαζί με την Ορχήστρα Σύγχρονης Μουσικής της ΕΡΤ υπό τη διεύθυνση του Ανδρέα Πυλαρινού.
2005. Γερμανία, Αυστρία, Ελλάδα, Resistance – Intuition – INT33782. Πνευματικό Εμβατήριο, Ντοκουμέντο σύνθεσης στη Ζάτουνα με το συνθέτη να τραγουδάει και να παίζει πιάνο.

Και στον ιστότοπο της Μαρίας Φαραντούρη διαβάζουμε για την πρώτη ζωντανή ηχογράφηση των περισσότερων από τα τραγούδια του έργου στο Λονδίνο το 1970:

Τίτλος: Πνευματικό Εμβατήριο & Οιδίπους Τύραννος
Έτος Κυκλοφορίας: 1970
Συνθέτης: Μίκης Θεοδωράκης
Ποιητής: Άγγελος Σικελιανός
Εταιρεία: POLYDOR 2383023 LP

Πνευματικό Εμβατήριο: 
Ζωντανή ηχογράφηση στο Albert Hall του Λονδίνου με τη Μαρία Φαραντούρη, τον Αντώνη Καλογιάννη, τον Γιάννη Θεοχάρη, τη London Symphony Orchestra, τη Χορωδία της New Opera London και Ανδρική Χορωδία Ουαλών Ανθρακωρύχων, υπό τη δ/νση του ίδιου του Θεοδωράκη. Ο Θεοδωράκης συνέθεσε το Πνευματικό Εμβατήριο τον χειμώνα του 1969, στην ορεινή Ζάτουνα της Αρκαδίας, όπου βρισκόταν σε εξορία από το δικτατορικό καθεστώς. Πολλά από τα έργα που συνέθεσε εκεί τα ονόμασε Αρκαδίες και το συγκεκριμένο έχει τον γενικό τίτλο Αρκαδία V. 
Στο ημερολόγιο του περιγράφει τις στιγμές της δημιουργίας του έργου, όταν σε κατ’ οίκον περιορισμό, κάλεσε τους φρουρούς του να τον συντροφεύσουν: Έξω χιονίζει. Είμαι μόνος. Οι φρουροί τουρτουρίζουν. Τους φωνάζω. Μέσα έχω ζεστασιά. Τους κερνώ τσικουδιά, καρύδια και σύκα. Βγάζουν τις χλαίνες. Κάθομαι στο πιάνο και συνθέτω. Γουρλώνουν τα μάτια. -Για ξαναπαίχτο… Το ξαναπαίρνω από την αρχή και προχωρώ. Κερνώ τσικουδιά. Το χιόνι σκέπασε τις καρυδιές. Σταματώ και γράφω στο χαρτί. Νυχτώνει. -Δεν θα πάμε στο καφενείο; … Μπαίνουμε στο καφενείο. -Γιάννη, κερνώ όλον τον κόσμο. -Τι έπαθες; Παντρεύεις κανένα; μου λέει ο Χρόνης -Πάντρεψα τη μουσική μου με τον Σικελιανό. -Ομπρός βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο, λέει ο φρουρός! 


Αργότερα, η ηχογράφηση αυτή κυκλοφόρησε σε cd μαζί με την Κατάσταση Πολιορκίας.

Οιδίπους Τύραννος:
 Ωδή για Ορχήστρα Εγχόρδων, διάρκειας 14 λεπτών. Η σύνθεση έγινε στο Παρίσι μεταξύ των ετών 1956 – 1958.

Ι. Σαν έριξα και το στερνό δαυλί – Μ. Φαραντούρη
ΙΙ. Γιγάντιες σκέψες – Αντ. Καλογιάννης
ΙΙΙ. Κι είπα – Γ. Θεοχάρης
IV. Ομπρός βοηθάτε – Μ. Φαραντούρη
V. Ομπρός οι δημιουργοί – Μ. Φαραντούρη
VI. Σιμώνει ο νέος Λόγος – Αντ. Καλογιάννης
VII. Έτσι, σαν έριξα και το στερνό δαυλί – Μ. Φαραντούρη

Δεν μένει τώρα παρά να ακούσουμε αυτή την ιστορική πρώτη ηχογράφηση για να τηρήσω την υπόσχεσή μου στον Κώστα Παπαδόπουλο. Το βίντεο προέρχεται από το αρχείο του George Vidakis στο YouTube.

Η εκδίκηση του προσώπου μου (Πάνος Θασίτης)

Μίκης Θεοδωράκης & Κώστας Τριπολίτης, Επιβάτης
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / έργο: Ο επιβάτης (1981))

Η εκδίκηση του προσώπου μου

Μάτια και χέρια αναπαμένα πάνω σ’ αυτό το ήμερο λιβάδι
Πάνω σ’ αυτό το πρόσωπο.
Αισθήματα κι απάτες που αμέριμνα το σημαδεύουν
Φιλίες παλιές και μίση σίγουρα για τη γνώση τους και τη ζωή τους.
Η συνήθεια του καθρέφτη
Κι η πανάρχαιη δύναμη της μέρας
Η μνήμη
παντοδύναμη σοφία των μικροαστών.
Ατέλειωτος ύπνος βολεμένος πάνω στο πρόσωπό μου.

*

Μάτια που αναποδογυρίζουν και πέφτουνε μες στα κρανία τους
Χέρι που σπαράζει κάτω απ’ το καρφί.
Μέρα ντροπιασμένη
Γνώση που κλαίει για την αφέλειά της
Μνήμη που δε μπορεί τίποτα να θυμάται
Σύγχυση, τρόμος στους καθρέφτες και στα ειδύλλια
Επιδημία και θάνατος
Απέραντος εφιάλτης πάνω στο πρόσωπό μου
Τώρα που σκίζεται
Κι από μέσα του πηδά
Εβένινο
Απελπισμένο
Αμολόγητον έρημο τ’ αληθινό μου πρόσωπο
Καθώς το φως σφυρίζει και καταστρέφεται πάνω του
Σ’ εκατομμύρια λυσσασμένα βεγγαλικά.

Από τη συλλογή Δίχως κιβωτό (1951) του Πάνου Θασίτη

Πηγή: Πάνος Θασίτης, Τα ποιήματα 1946-1979 (Θεσσαλονίκη, εκδ. Παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Πάνος Θασίτης

Κώστας Βάρναλης & Μίκης Θεοδωράκης, Η μπαλάντα του Αντρίκου (με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση)

Η μπαλάντα του Αντρίκου

Ποίηση: Κώστας Βάρναλης
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Μαρία Φαραντούρη & Αντώνης Κλειδωνιάρης [Πρόκειται για την πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού το 1964 στο έργο «Πολιτεία Β’».]
Δίσκος: Γρηγόρης Μπιθικώτσης [50 χρόνια] / Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγουδά Μίκη Θεοδωράκη Νο 1 [1960-1964] (2005)

Είχε την τέντα ξομπλιαστή
η βάρκα του καμπούρη Αντρέα
γειρμένος πλάι στην κουπαστή
ονείρατα έβλεπεν ωραία

Η Κατερίνα κι η Ζωή
τ’ Αντιγονάκι η Ζηνοβία
ω! τι χαρούμενη ζωή
χτυπάς, φτωχή καρδιά, με βία

Τα μεσημέρια τα ζεστά
τη βάρκα παίρνανε τ’ Αντρέα
για να τις πάει στ’ ανοιχτά
όλες μαζί τρελή παρέα

Η Κατερίνα κι η Ζωή
τ’ Αντιγονάκι η Ζηνοβία
ω! τι χαρούμενη ζωή
χτυπάς, φτωχή καρδιά, με βία

Ήρθ’ ο χειμώνας ο κακός
και σκόρπισε η τρελή παρέα
κι εσένα βήχας μυστικός
σ’ έριξε χάμω, μπαρμπ’ Αντρέα

Η Κατερίνα κι η Ζωή
τ’ Αντιγονάκι η Ζηνοβία
ω! τι χαρούμενη ζωή
χτυπάς, φτωχή καρδιά, με βία