Θεοδώρα Ντάκου, Εάλω η πόλις

Εάλω η πόλις

Από αυτή την πόλη έφυγε ο νταλγκάς,
τις λέξεις ασελγούν ανήσυχοι οι νέοι
κάνοντας τουρισμό στα μπαρ, συνουσιαζόμενοι
σε λάθος στιγμές, σε λάθος δρόμους,
ροκανίζοντας με περιέργεια
τα τραγικά ερείπια των χνότων μας.

Από αυτή την πόλη έφυγε η σεμνότητα,
καλοί αστοί μας υποδούλωσαν στα ίδια μας τα λόγια
μας απολίθωσαν σε υποχρεωτικό αποκλεισμό,
μας πήραν οι μπουλντόζες τις γωνιές, κι οι κουλτουριάρηδες
καταγράφουν τους έρωτές μας για να τους παίζουν
με τα παιδιά, τα χαλασμένα απ’ το ψέμα και τη ζήτηση.

Κι όμως, πυρακτωμένοι γύφτοι και χωριάτες
στα πέριξ τραγουδούν με μια καινούριαν ομορφιά,
ανυποψίαστοι για μας τους πεθαμένους που, σπασμωδικά
περισώζουμε τις πληγές μας, μην έχοντας
τίποτα καλύτερο για μια υποθετική στιγμή,
έστω ελπίδα να βρεθούμε πάλι μεταξύ μας.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Η ηλικία του πανικού (19844) της Θεοδώρας Ντάκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θεοδώρα Ντάκου

Advertisements

Γιάννης Καρατζόγλου, Δρόμοι παλιοί

Δρόμοι παλιοί

Ακούστε αυτό που έχω να σας πω: αν σας μιλάω συνεχώς με άρθρα σε περιοδικά κι εφημερίδες με ηλεκτρονικά μηνύματα και λόγους μακροσκελείς στις συντροφιές για τα σβησμένα φουγάρα της πόλης και τα κλειστά της εργοστάσια για δρόμους που μετονομάστηκαν πλατείες που διανοίχτηκαν και νέα σχέδια παραλίας και κέντρου πόλης για σπίτια που γκρεμίστηκαν εν μία νυκτί για να χτιστούνε μεγαθήρια τετράγωνα τέρατα τσιμέντου και να περάσουν νέες λεωφόροι για τύπους των δρόμων τη Ρωσίδα τη Μάρω την κατσιβέλα τον Μιχαήλ τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου το παλιό γήπεδο μπάσκετ τον φιστικά με το κόκκινο πρόσωπο στις κερκίδες τα τραμ και τις σκαλομαρίες το Καραβάν-Σαράι το Αλκαζάρ τα υπόγεια σφαιριστήρια τα ζαχαροπλαστεία που μας μάζευαν τον Αλέξη που έφευγε συνεχώς μέχρι να φύγει οριστικά…

Είναι τα νιάτα μου που νοσταλγώ που φύγανε ανεπιστρεπτί και με βασανίζουν στον ύπνο και στο ξύπνιο, τα χρόνια που πέρασαν σαν νεράκι σαν ρυάκι και οδηγήσανε στο τώρα το τέλος κι εγώ τυφλός ήμουν και ανέβλεψα πως τώρα, στο τέλος, ζω μ’ αυτά μ’ αυτά που τώρα δεν υπάρχουν πια παρά μόνον σαν θολές φωτογραφίες στη μνήμη όμως μ’ αυτά αναπνέω…

Από τη συλλογή Εγγραφές κλεισίματος (2017) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Στην κεκαυμένη ζώνη

Στην κεκαυμένη ζώνη

Σε γνώρισα ως οικονομικός μετανάστης του Βορρά.
Ζήσαμε πέντε μύθους-χρόνια στην κεκαυμένη ζώνη της Αθήνας
στους δρόμους, τα δρομάκια, τις γωνιές κι όλες τις ρούγες
εσύ ένα σχολείο γεωγραφίας κι εγώ ένας μαθητής επιμελής
σε αμέτρητες πλατείες γειτονιές και μυστικά σοκάκια.

Όταν σιγά-σιγά θα σβήσει ο έρωτάς μας
και το νέο θα γίνει αντιληπτό στους ουράνιους θεούς
θά ’ρθει ένας άγγελος και θα μαζέψει όλα τα μέρη που αγαπήσαμε
τα μέρη που μας έκρυψαν, τα μέρη που φωλιάσαμε
τις αγιογραφίες του Κόντογλου στον Αϊ-Νικόλα στα Πατήσια
τη Δραπετσώνα, Κοκκινιά Επίδαυρο Καμίνια
το στέκι του Κόλια, ταβέρνες της Φιλαδέλφειας, πλατείας Παπαδιαμάντη
εκείνο το ατέλειωτο πήγαινε-έλα στο κορδόνι της Αχαρνών
τα καλαμάκια των Αλβανών, τους Πολωνούς της γειτονιάς μας
τον κουρέα κυρ-Παναγιώτη, τον Σαρίφ τον επιπλά, τη Βέρα απ’ το Ελμπασάν

και θα μοιράσει τα μέρη μας αυτά σε νέους οικονομικούς μετανάστες.

Από τη συλλογή Εγγραφές κλεισίματος (2017) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Ο χρόνος

Ο χρόνος

Ο χρόνος είναι χρήμα
Ο χρόνος είναι κλίμα
Ο χρόνος είναι σήμα
Ο χρόνος είναι κύμα
Ο χρόνος είναι σχήμα
Ο χρόνος είναι μνήμα
Ο χρόνος είναι ποίημα…

Σαν μανιασμένοι λύκοι χύμηξαν οι χιλιάδες αγανακτισμένοι διαδηλωτές προς τη Μεγάλη Πλατεία. Κρατώντας στα χέρια τους σφιχτά κασμάδες, σφυριά, σκεπάρνια, τσεκούρια, αυτοσχέδιους κόφτες, πριόνια, βαριοπούλες και καλέμια, συγκεντρώθηκαν γύρω απ’ το κατάλευκο μνημείο κι άρχισαν να το τεμαχίζουν όπως-όπως αποσπώντας μικρά και μεγάλα τεμάχια απ’ το σώμα του και φεύγανε κρατώντας ο καθένας το δικό του μικρό ή μεγαλύτερο κομμάτι μάρμαρο.

Στο μεταξύ κατέφθασαν οι κάμερες των τηλεοπτικών συνεργείων κι όσο περνούσε η ώρα οι διαδηλωτές πληθαίνανε ενώ στις μικρές πόλεις των επαρχιών οι τηλεθεατές παρακολουθούσαν εκστατικοί και με φθόνο. Πηγές της αντιπολίτευσης προέβησαν σε δηλώσεις που ανάγκασαν τον Υπουργό Τάξεως και Πειθαρχίας να κάνει ανακοινώσεις, τονίζοντας ότι η αστυνομία δεν θα επέμβει διότι προτιμά μερικά σπασμένα μάρμαρα από ένα σπασμένο κεφάλι.

Πέρασαν τρεις ώρες και ανάμεσα στους καπνούς των καπνογόνων οι αμερόληπτες κάμερες κατέγραψαν την εικόνα του τι είχε απομείνει: μόνον η μεταλλική βάση του αγάλματος και η μπρούτζινη επιγραφή επάνω της με τον τίτλο του μνημείου που έγραφε «ΧΡΟΝΟΣ».

Από τη συλλογή Εγγραφές κλεισίματος (2017) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Χρονοδιαφυγή

Χρονοδιαφυγή

Μετράει από δω, μετράει από κει, τα νούμερα δεν του βγαίνουν. Κάτι πρέπει να κάνει επειγόντως. Αν έσβηνε μερικές γιορτές, ας πούμε Θεοφάνια, δεύτερη μέρα του Πάσχα, της Παναγίας, Καθαρή Δευτέρα, Αγίου Πνεύματος; Μπα, δεν κερδίζει πολλά. Αν έσβηνε κάτι μήνες αδιάφορους, Φεβρουάριο, Μάρτιο, Νοέμβριο; Λίγο καλύτερα τώρα… Αν πάλι παρέκαμπτε κάτι άχρωμους παραθερισμούς, τις εθνικές επετείους, τα καλοκαιρινά φεστιβάλ, κάτι βαρετές συνάξεις με παλιούς συμμαθητές; Πρέπει να μελετήσει πώς θα καταχωνιάσει κι άλλες μέρες. Υπολογίζει, κοντά στις εκατό.
Πλησιάζει η ημερομηνία υποβολής της Χρονολογικής Δήλωσης, βιώνει αδιέξοδες ώρες και δεν έχει καταλήξει πόσο χρόνο θα αποκρύψει, τι βεβαιώσεις θα καταστρέψει, τι κωδικούς θα μπερδέψει, πώς θα χρονοδιαφύγει έστω και για λίγο καιρό από τον μέγα Έφορο του Ουρανού.

Από τη συλλογή Εγγραφές κλεισίματος (2017) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Οικονομικός μετανάστης

Οικονομικός μετανάστης

Όταν κατέβαινε με το σαράβαλο αυτοκίνητό του ως οικονομικός μετανάστης στην Αθήνα, αγόρασε απ’ την κοιλάδα των Τεμπών στο πάρκινγκ της Αγίας Παρασκευής δύο γουρουνάκια κουμπαράδες χρώματος ροζ με κατακόκκινα μαγουλάκια κι έβαζε κάθε τόσο τα ψιλά που του περίσσευαν για τις χειρότερες μέρες.

Τα επόμενα Χριστούγεννα που επέστρεφε Αθήνα αγόρασε άλλα δύο γουρουνάκια και τον άλλο χρόνο κι άλλα δύο. Σύνολο έξι.

Όταν την τέταρτη χρονιά οι χειρότερες μέρες ήρθαν, είπε να ανοίξει τους κουμπαράδες και να μετρήσει τα λεφτά. Όταν τα καταμέτρησε, διαπίστωσε ότι αυτά του έφταναν μόνο να αγοράσει μια Δημουλά, έναν Μέσκο, μια Μαρία Κουγιουμτζή και με τα υπόλοιπα μισό βιβλίο της Καρυστιάνη.

Από τη συλλογή Εγγραφές κλεισίματος (2017) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Τηλεφωνικοί θάλαμοι

Τηλεφωνικοί θάλαμοι

Χρόνια πριν, κατέβαινα στον άνυδρο δρόμο να αντλήσω φωνή απ’ την ηχώ σου γεμάτος ενοχές τα τυραννικά μεσημέρια εκείνα, σφάλιζα την πόρτα στον μαρμάρινο τηλεφωνικό θάλαμο του ΟΤΕ να μην ξεφύγει ούτε φθόγγος λόγου μυστικού απ’ τις χαραματιές του κόσμου μας.

Χρόνια μετά τα πάθη εκείνα τα άγια, δεν έχει πια κλειστούς θαλάμους ασφαλείς στα πεζοδρόμια της αγάπης μόνον κουβούκλια από πλαστικό που ευτελίζουν τον κρυφό λόγο αφήνοντας ανοιχτές τις λέξεις τις ένοχες –μα τόσο μοναδικές– στους περίεργους εχθρούς της σιωπής.

Κι ακόμα, πεζοδρόμια-τηλέφωνα που κινούνται μαζί με το σώμα και τον λόγο και μαρτυρούν τα πάντα, ασύστολα, σε αδιάφορους διαβάτες…

Από τη συλλογή Εγγραφές κλεισίματος (2017) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου: Λέγαμε «τα καλά τα λόγια»

Λέγαμε «τα καλά τα λόγια»

Γύρω στα μέσα Δεκεμβρίου περίμενα με λαχτάρα να έρθει η βραδιά με τα «καλά τα λόγια». Ήτανε τότε που με έπαιρνε ο πατέρας στα γόνατά του για να «τα πούμε», να μου διηγηθεί δηλαδή πώς θα ξεκινήσουμε το πρωί της παραμονής των Χριστουγέννων για να πάμε στον «Πετεινό», το κατάστημα με τα χρωματιστά παιδικά παιχνίδια για να διαλέξουμε το δώρο του Νέου Έτους. Δηλαδή το δώρο μου. Σαν να λέμε, ένα ξύλινο αυτοκινητάκι ή ένα ανατρεπόμενο ή κάποιο αλογάκι. Όταν ερχόταν η παραμονή, κατεβαίναμε στην Ίωνος Δραγούμη, φτάναμε στον «Πετεινό» κι εγώ εκστασιαζόμουνα απ’ το πλήθος και την γκάμα των παιχνιδιών της βιτρίνας. Όταν μπαίναμε στο μαγαζί, διάλεγα συνήθως κάτι εντυπωσιακό, ογκώδες και φασαριατζίδικο, άρα κάτι σχετικά ακριβό. Σε ένα μεγάλο κουτί ο πατέρας το έκρυβε κάτω από το δεντράκι. Παραμονή πρωτοχρονιάς κοιμόμουνα νωρίς. Οι γονείς μου βγαίνανε για ρεβεγιόν στη Λέσχη Τραπεζικών και επέστρεφαν μετά τον καινούριο χρόνο. Μόλις γύριζαν σπίτι, ο πατέρας έκανε το «ποδαρικό», έσπαγε στην πόρτα το ρόδι, έριχνε με δύναμη στο πάτωμα μια πέτρα κι έχυνε στην είσοδο νερό από ένα μπρούτζινο τάσι. Το πρωί ανοίγαμε τα δώρα. Απογοήτευση: το δώρο μου ήτανε συνήθως διαφορετικό από αυτό που είχα διαλέξει, ήτανε εκείνο που ανταποκρίνονταν στα ισχνά βαλάντια της οικογένειας. Το μεσημέρι πηγαίναμε επίσκεψη στη γιαγιά Μαργιορίτσα για να κόψουμε τη βασιλόπιτα και να φάμε τους λαχανοντολμάδες του εθίμου. Στον δρόμο ο πατέρας αγόραζε τη «Μακεδονία» για να δει τους αριθμούς του Λαχείου Συντακτών που κερδίζανε. Ποτέ δεν κέρδισε. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μου φαίνεται πως ήταν ηλιόλουστες οι Πρωτοχρονιές των χρόνων εκείνων, όμως πολύ κρύες, παγωμένες. Η καρδιά ζέσταινε κατά το τέλος του Γενάρη όταν ερχόταν το δέμα του θείου Σαράντη απ’ την Αμερική με τα μεκανό ή τα κουρδιστά τανκς που βγάζανε φωτίτσες τα πυροβόλα τους και τα πλαστικά στρατιωτάκια με τους Ινδιάνους και τους καουμπόηδες. Έτσι ξεκίναγε ο νέος χρόνος κι η πόλη χλωμή, βουβή, κρυσταλλιασμένη περίμενε την άνοιξη κι εγώ το Πάσχα για καινούρια παπούτσια…

Από τη συλλογή Εγγραφές κλεισίματος (2017) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Μετά την Καταστροφή

Μετά την Καταστροφή

Μετά την Καταστροφή η οικογένεια σκόρπισε. Ένα ολόκληρο κλαδί της πήγε Αμερική μεριά. Εκεί και πάλι έσπασε. Άλλοι για Σικάγο, άλλοι Ντιτρόιτ και μερικοί στη Φιλαδέλφεια. Κανείς τους δεν επέστρεψε ποτέ στην άγνωστη πατρίδα Ελλάδα, ελάχιστοι πήραν το υπερωκεάνιον και ήρθανε λίγες φορές σαν περιηγητές, μετά τον Πόλεμο. Έφερναν στους εδώ συγγενείς τους κάλτσες νάιλον, μαγιό πολύχρωμα με Χαβανέζες, πλαστικά πορτοφόλια και στους άνδρες ρολόγια με μπαταρία. Βγαίνανε φωτογραφίες με τους εντόπιους συγγενείς και φίλους κι έπαιρναν τα φιλμ μαζί τους να τα εμφανίσουν στην Αμερική για σιγουριά. Επέστρεφαν πίσω μετανιωμένοι που πήγαν στην Ελλάδα, εδώ τους έλειπαν τα πάντα: το πλαστικό χρήμα, το κέτσαπ, το σκατς, οι λιμουζίνες τους, το άις κριμ σόντα και πολλά άλλα. Μετά από καιρό ταχυδρομούσαν τις φωτογραφίες με αφιέρωση. Ούτε στην Αμερική βλεπόντουσαν ποτέ, Σικάγο-Ντιτρόιτ ήταν, λέει, μεγάλη απόσταση.

Τώρα ο θείος Ραφαήλ, ο δικηγόρος, η θεία Θέκλα, ο θείος Ιορδάνης είναι βεβαίως φευγάτοι από χρόνια. Τα παιδιά τους ούτε τα γνωρίσαμε παρά μόνον σε χρωματιστές φωτογραφίες βγαλμένες στον Νιαγάρα ή σε πλούσια εξοχικά. Κι αυτά όμως τώρα –αν ζούνε– θα είναι εις τας δυσμάς. Τα παιδιά των παιδιών τους, γνήσιοι Αμερικάνοι πια, ούτε που θα γνωρίζουν κατά πού πέφτει η Σμύρνη, τι σημαίνουν οι λέξεις Μαγνησία, Αξάρι, Κιρκαγάτς, τι παίχτηκε στο Αφιόν Καραχισάρ… Κοντεύει αιώνας πλέον. Όσοι παρέμειναν Ελλάδα αποδήμησαν και αυτοί και οι διηγήσεις τους. Ακόμα κι εγώ κουράστηκα να βλέπω τις νύχτες τον Κιορ Μπεχλιβάν να μπαίνει στο χωριό με τη μεγάλη του χαντζάρα, φεύγω σιγά-σιγά κι εγώ, η εθνοκάθαρση του αιώνα επέτυχε απολύτως…

Από τη συλλογή Εγγραφές κλεισίματος (2017) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου