Δημήτρης Κ. Τσίτος, Πρόσωπα

Πρόσωπα

Έλεγα εσύ
κι εννούσα εμάς.

Έλεγα εγώ
κι εννοούσα εσένα κι εμάς.

Έλεγες εγώ
κι εννοούσες εσένα
–έλεγες εμείς κι εννοούσες εσένα.

Από τη συλλογή Αντιμήνσιο (εκδ. Πανδώρα, Αθήνα, 2004) του Δημήτρη Κ. Τσίτου

Η συλλογή είναι αφιερωμένη στον Ντίνο Χριστιανόπουλο.

Μάτση Χατζηλαζάρου, Σφήκες


Adult wasp feeding on nectar (wikipedia)

σφήκες

Κουκκίδα καϊκιού ταλαντεύεται πάνω στη γραμμή τού ορίζοντα φορτωμένο ψάρια και καρπούζια

μα είναι δυνατόν αλλού και την ίδια ώρα τα χώματα με τις πετζεμένιες σκιές και τις πυκνές νωθρότητες της ομίχλης να στολίζονται πάντα με τα κυκλάμινά τους αυτό τώρα που ο ήλιος πλένει το κατάστρωμα με μεγάλους κουβάδες αντηλιάς και που μονάχα δυο σφήκες βουίζουνε ακόμα

κι είναι οι σφήκες τα μάτια σου για μένα που πετάνε και ζυγιάζονται πάνω στις λέξεις γραμμή τού ορίζοντα τα δυο σου μάτια που πιάνουνται και μπερδεύουνται μες στα μαλλιά μου προτού σιμώσουνε εκείνο το καΐκι το φορτωμένο ψάρια και καρπούζια και τούτες οι σφήκες τα μάτια σου στριφογυρίζουνε στους ακραίους δεσμούς μας χαρακώνουνε φλέβες άλλου αίματος τα μάτια σου βέλη και καμάκια τα μάτια σου βάρκα πάνω στη θάλασσα όπου ορθώνεται ένα πρόσωπο πολύ μελαχρινό

Από τη συλλογή La Frange de Mots (Τα λόγια έχουν κρόσσια) (1954) της Μάτσης Χατζηλαζάρου [Η συλλογή είναι αφιερωμένη στον Javier Vilató, ζωγράφο, τότε σύζυγο της ποιήτριας και ανιψιό του Πάμπλο Πικάσο.]

Πηγή: Μάτση Χατζηλαζάρου, Ποιήματα 1944-1985 (εκδ. Ίκαρος, 1989)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μάτση Χατζηλαζάρου

Μάτση Χατζηλαζάρου, Αφιέρωση

αφιέρωση

Πόσοι χώροι και χρόνια
με αντικείμενα
με ορέξεις
και με δάση με άγριες βιολέτες
εσύ αγγίζεις με τη ζωγραφική τα όρια
που χρωματίζεις τα πράματα και τα ονόματά τους
και τους σπαραγμούς τους μια αχτίδα
είναι η ριπή τής ορμής σου με τον ρυθμό και τον
σφυγμό και τη βραχνή φωνή του έρωτα που κρατιέται
κάποτε ψηλά και κάποτε χαμηλά πάνω σε γκάμες έξω
από κάθε γραμμή είμαι πάντα μαζί σου.

Από τη συλλογή La Frange de Mots (Τα λόγια έχουν κρόσσια) (1954) της Μάτσης Χατζηλαζάρου [Η συλλογή είναι αφιερωμένη στον Javier Vilató, ζωγράφο, τότε σύζυγο της ποιήτριας και ανιψιό του Πάμπλο Πικάσο.]

Πηγή: Μάτση Χατζηλαζάρου, Ποιήματα 1944-1985 (εκδ. Ίκαρος, 1989)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μάτση Χατζηλαζάρου

Μάτση Χατζηλαζάρου, Άσμα

άσμα

Σήμερα νομίζω
τελευταία φορά
θα σε τραγουδήσω γιατί
εσύ είσαι
ο οίστρος και ο σφυγμός και η βραχνή φωνή του έρωτα που κρατιέται άλλοτε ψηλά και άλλοτε βαθιά σε χορδές
έξω από κάθε γραφή γιατί
ένα Ζήτω με ψηφία
και λίγες πούλιες
μαύρες ή τριανταφυλλιές
μες στο χρώμα της αρένας
δε σπαρταράνε βέβαια όπως
η δράση
η σάρκα
που είσαι
όταν μου μαθαίνεις την ξένη πόλη
κατάκαρδα
είπα τι χρειάζεται
και λέω δεν πειράζει
δεν πειράζει πετάμε όλα τα λόγια
όπως να ’ναι
η αγάπη
ξεντύνει τα κορμιά
εσύ μ’ ανοίγεις παράθυρο
με κλείνεις
με στολίζεις φυτά
και τα περιποιέσαι
με μυρίζεις
με διψάς
με κρατάς
ξαφνικά
με λύνεις
και γελάω ακόμα ακόμα
πάμε ερχόμαστε μες στα κρύα και τις ζέστες και τις σκόνες που
μετά λασπώνουνε κι έχουνε για νήμα τα φύλλα του φθινόπωρου
άνοιξη αντικριστήκαμε τότες που ζητούσα να πεθάνω
γνωρίσαμε από κείνη την ημέρα
χρόνους και χώρους πολλούς
με αντικείμενα
με ορέξεις
με δάση με άγριες φράουλες
με ζωγραφική
εσύ αγγίζεις τα όρια που χρωματίζουνε τα πράγματα και τα ονόματά τους και τη φθορά τους
τι άλλο
είναι ο κύκλος
από την ίριδα του ματιού σου
ακτίνα μελαχρινή
ριπή
της ορμής
τι άλλο
είναι η ύπαρξή μου
από μια νέα σφαίρα
με τα έπιπλα
με τη φύση
όταν μ’ αγαπάς
μικρή εικόνα στρογγυλή
μες στην ίριδα του ματιού σου
είμαι
σ’ ένα δωμάτιο ασβεστωμένο
κοντά στη θάλασσα
άσπρο το αλάτι της
ξεραίνει άγκυρες μόλους σκοινιά
αισθάνουμαι τον ήλιο μαύρο
και τα μάτια σου
άλλοτε είμαι
λαχανιασμένη
σκύβω το πρόσωπο
χιονίζει δυνατά
ό,τι οριζόντιο φέγγει κατάλευκο
μονάχα λίγα κάθετα μαυρίζουν πάλι
και η ίρις του ματιού σου
που με ζυγιάζει έχει μαγικές αξίες
κουκκίδα είναι αϊτού πέταμα
και διαγράφει πράξεις
τοπία
ή ζωές
έτσι θυμάμαι
τι σχήματα αφήνει
όποιος ξεριζώνει δέντρα
και όποιος χτίζει γιοφύρια
γιατί εσύ είσαι
ο οίστρος και ο σφυγμός και η βραχνή φωνή του έρωτα που κρατιέται άλλοτε ψηλά και άλλοτε βαθιά σε χορδές
έξω από κάθε γραφή γιατί
εσύ μ’ ανοίγεις παράθυρο
χαμογελάς
και μου τάζεις
κάτι γοβάκια
από δέρμα μανταρινιού
μου σιγοψιθυρίζεις καιρούς
σαν άγρια άλογα
λίμνες βαθιές στρώνεις χάδια
ρίχνεις παράξενα ζάρια
με δυο γαρίφαλα αίμα της καρδιάς σου
φυτρώνουν τα λόγια
ανάμεσα μια νυχτερίδα
στα σμιγμένα φρύδια
με τη σελήνη
τι είναι ο ύπνος τι είναι ο ύπνος
και το βλέμμα σου
είναι πάντα σήμερα το βλέμμα σου
με μένα

Από τη συλλογή Κρυφοχώρι της Μάτσης Χατζηλαζάρου (εκδ. Τετράδιο, Αθήνα, 1951) [με τέσσερις χαλκογραφίες του Javier Vilató]

Πηγή: Μάτση Χατζηλαζάρου, Ποιήματα 1944-1985 (εκδ. Ίκαρος, 1989)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μάτση Χατζηλαζάρου

Γιώργος Χρονάς, Όχι δεν πρέπει

Μέρος του ποιήματος μελοποιήθηκε τη δεκαετία του 1970 από τον Γιάννη Μαρκόπουλο και η πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού ανήκει στον Θέμη Ανδρεάδη.
Στο βίντεο τραγουδούν ο Μάριος Φραγκούλης και ο Γιώργος Περρής (από την εκπομπή της ΝΕΤ «Στην υγειά μας»).

Όχι δεν πρέπει

[Ενότητα Οι Εβραίοι τής Νέας Υόρκης]

Όχι δεν πρέπει να συναντηθούμε
Πριν από τη δύση του ήλιου
Στο δάσος με τις άδειες κονσέρβες
Γιατί οι επιθυμίες μας είναι πλοία
Που θ’ αράξουν μια νύχτα τού χειμώνα
Απέναντι στη Σαλαμίνα ενώ εμείς
Θα ζητάμε τις νυχτερινές βάρδιες
Της Βηρυτού, της Όστιας

Όχι δεν πρέπει να συναντηθούμε
Πριν από τη δύση του ήλιου
Στο δάσος με τις πεταμένες καπότες
Γιατί οι επιθυμίες μας είναι ταβέρνες πρόστυχες
Στο Πέραμα
Που τις νύχτες διαιωνίζουν το είδος με ζεϊμπέκικο
Ενώ εμείς ναύτες σιωπηλοί και δυνατοί
Της θάλασσας παιδιά και του έρωτα
Κατεβαίνουμε αργά τα σκαλιά τού πλοίου

Στις μέσα κάμαρες εκεί που περνούν
Οι υπόνομοι των νεκρών επιθυμιών
Στις μέσα κάμαρες εκεί που περνούν
Οι υπόνομοι της Νέας Υόρκης
Στις μέσα κάμαρες εκεί που περνούν
Η μάνα σου, η μάνα μου στα μαύρα
Στις μέσα κάμαρες εκεί που οι χαμένοι
Παίζουν στην πρέφα και στο τάβλι
Για ένα τσιγάρο
Για έναν καφέ
Τις νεκρές επιθυμίες τους

Εγώ διαλύομαι
Εγώ τεμαχίζομαι
Και συ με καλείς με πρόσκληση
Ανάμεσα σε επισήμους
Να παρακολουθήσω από την εξέδρα
Την κηδεία μου
Το δείπνο
Με τα μέλη τα διάσπαρτα του σώματός μου

Όχι προτιμώ να μην πάω στο δάσος
Με τις άδειες κονσέρβες
Όχι δε θα πάω στο δάσος
Με τις πεταμένες καπότες
Θα μείνω στις μέσα κάμαρες
Εκεί που αδιάκοπα περνούν
Οι υπόνομοι
Οι υπόνομοι της Νέας Υόρκης
Η μάνα σου, η μάνα μου στα μαύρα
Όχι δε θα πάω στο δάσος

Μπορείς λοιπόν
Απόψε να βγεις με τους Εβραίους της Νέας Υόρκης.

Από την ποιητική συλλογή Βιβλίο 1 (1973) του Γιώργου Χρονά

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γιώργος Χρονάς, Τα ποιήματα (1973-2008) [εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα, 2008]

Γιώργος Χρονάς, Τετάρτη

Τετάρτη

[Ενότητα Αρνητικά ειδώλων]

Την πρώτη φορά αγαπηθήκαμε
Σε έρημους δρόμους
Πάνω από ένα σκεπασμένο ποτάμι
Βρώμικο
Σε ακατανόητους χωματόλοφους
Των οδών Καισαρείας, Περιστάσεως, Κοζάνης
Και των λοιπών.

Την πρώτη φορά αγαπηθήκαμε
Σε άδειους δρόμους
Πάνω από την παλίρροια των επιθυμιών μας
Σε γωνίες σκοτεινές
Πίσω από τρίκυκλα
Πίσω από φορτηγά
Σχολικά λεωφορεία
Και μπουλντόζες.

Ήταν Τετάρτη.

Από την ποιητική συλλογή Βιβλίο 1 (1973) του Γιώργου Χρονά

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γιώργος Χρονάς, Τα ποιήματα (1973-2008) [εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα, 2008]

Γιώργος Χρονάς, Ίβυκος

Ίβυκος

[Ενότητα Αρνητικά ειδώλων]

Όπως η ψυχή τον πέταξε σαν ανάσα σε πνευστό
από τα χείλη στα δέντρα που πράσινα στο χώμα της Κορίνθου
τη μουσική από μόνα τους τριγύρω έφτιαναν
τους γερανούς στον ουρανό βαριά είδες να πετούν σαν άστρα
όταν το μαχαίρι μπαίνοντας βαθιά άνοιγε ζωή στο θάνατο.

Οι μέρες πέρασαν αφήνοντας τα κουμπιά ανοιχτά στο πουκάμισο
Οι γερανοί του Ιβύκου — είπαν
Τους γερανούς βαριά στον ουρανό να πετούν σαν είδαν.
Οι μέρες πέρασαν. Μα το πουκάμισο έμενε ανοιχτό.

Από την ποιητική συλλογή Βιβλίο 1 (1973) του Γιώργου Χρονά

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γιώργος Χρονάς, Τα ποιήματα (1973-2008) [εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα, 2008]

Γιώργος Χρονάς, Πάντα είναι Αύγουστος

Πάντα είναι Αύγουστος

[Ενότητα Αρνητικά ειδώλων]

Πάντα είναι Αύγουστος
Το χώρισμα ανάμεσα στα δωμάτια
Ξύλο μαυρισμένο.
Πάντα η φωτογραφία στον κίτρινο τοίχο
Δείχνει τη συνάντηση στο ποτάμι
Την ώρα που ο ήλιος μετέωρος ανάμεσα
Από δέντρα και άμμο ναρκισσεύεται
Στο νερό.
Πάντα φτάνει το τραίνο στο σταθμό
Οι πρώτες φωνές στους διαδρόμους, το πρώτο τσιγάρο, τα μεγάφωνα
Οι απίστευτες ματιές της Κυριακής για ένα ταξίδι στη μυθολογία
Το πλήθος, τα χέρια, τα μέλη, τα μάτια των υπνωτιστών.
Πάντα είναι Αύγουστος
Η μητέρα σου στο διπλανό δωμάτιο ξερνάει και συ αγωνίζεσαι
Για τη μετατόπιση ανάμεσα από λίμνες, έλη, νεκρούς
Σε βιβλία χημείας και φυσικής που τα οφείλεις τον Σεπτέμβρη
Σε σώματα απέραντα ανέπαφων
Που διατηρούνται στη ζωή
Με τη μυθολογία του Αυγούστου

– Ο πατέρας σου υπέγραψε πριν από λίγο
Δεν μπορείς να φύγεις
Είναι Αύγουστος.

Από την ποιητική συλλογή Βιβλίο 1 (1973) του Γιώργου Χρονά

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γιώργος Χρονάς, Τα ποιήματα (1973-2008) [εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα, 2008]

Γιώργος Χρονάς, Πέραμα

Πέραμα

[Ενότητα Αρνητικά ειδώλων]

Κάθε φορά που η αίσθηση της παρουσίας
μέσα στην ανώνυμη κάμαρα προσπαθεί να συλλάβει
στο κλάσμα του δευτερολέπτου την ηδονή
ξεπροβάλλει σπαραχτικά μόνο το Πέραμα
όπως το είδαν τα παιδιά εκείνη την Κυριακή
που ο φωτογράφος έξω από τις ταβέρνες
με τα γραμμόφωνα και τον τραγουδιστή
με τη χωρίστρα στη μέση
στις επτά το πρωί φωτογράφιζε τη μάνα
του Νέρωνα και του Αλκιβιάδη
με φόντο τη Σαλαμίνα, τα καρνάγια
και τις βάρκες που σαπίζαν στα νερά.

Από την ποιητική συλλογή Βιβλίο 1 (1973) του Γιώργου Χρονά

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γιώργος Χρονάς, Τα ποιήματα (1973-2008) [εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα, 2008]

Γιώργος Χρονάς, Αύρα

Μάνος Λοΐζος & Μανώλης Ρασούλης, Τίποτα δεν πάει χαμένο
(τραγούδι: Λιζέτα Καλημέρη, Μανώλης Ρασούλης & Παντελής Θεοχαρίδης /
πρώτη εκτέλεση από τη Χαρούλα Αλεξίου στον δίσκο Τα τραγούδια της Χαρούλας (1979))

Αύρα

Όταν θα φτάσεις στο σταθμό
μην κάνεις τίποτα το περιττό
Μην κινηθείς προς το περίπτερο
στους πωλητές καπνού ή φρούτων
Κάτω από τη μεγάλη πόρτα να σταθείς
ακίνητος μέσα στο φως της μέρας
αφήνοντας τη σκόνη του κόσμου στα παπούτσια
στις κλειστές γραμμές των χεριών σου
Γιατί εμείς από μακριά
θα σε αναγνωρίσουμε
κάτω από το ρολόι που θα σημαίνει
χαμένην ώρα.

Από την ποιητική συλλογή Ο αναιδής θρίαμβος (1984) του Γιώργου Χρονά

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Γιώργος Χρονάς, Τα ποιήματα (1973-2008) [εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα, 2008]

Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη, Ο γύρος του κόσμου

Δημήτρης Λάγιος, Να ονειρεύομαι
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Ερωτική πρόβα (1991))

Ο γύρος του κόσμου

[Α’ Μέρος: Ο δραπέτης στο δέντρο (1965-1972)]

Να ταξιδεύω με το κορμί σου
σ’ ένα τοπίο υπερφωτισμένο
μέσα σε ηδονές
που κυλούν
σαν παχύρρευστα μέταλλα:
αργά
και βαριά
κι αθεράπευτα.

Από τη συλλογή Ο δραπέτης στο δέντρο (1972) της Λίας Μεγάλου-Σεφεριάδη

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Στις κρύπτες του χρόνου (εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 1997) της Λίας Μεγάλου-Σεφεριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη

Αντώνης Φωστιέρης, Η μετάφραση ως μη βιωματική λογοτεχνία

Η μετάφραση ως μη βιωματική λογοτεχνία

Χωρίς να περιλαμβάνεται στις ορατές προθέσεις της, η λογοτεχνική μετάφραση μας θέτει κατά κάποιο τρόπο –τρόπο έμμεσο και ελαφρά ειρωνικό– μπροστά σε ένα από τα παλαιότερα ψευδοπροβλήματα, με τα οποία αρέσκονται να καταγίνονται η φιλολογική μελέτη και η κριτική στην αιώνια αναζήτηση της μεθοδολογίας τους: εννοώ παν ό,τι αφορά στο βιωματικό υπόστρωμα του πρωτότυπου λογοτεχνικού έργου, ήτοι τους ατομικούς ή κοινωνικούς προσδιορισμούς του συγγραφέα, όπως αυτοί επενεργούν στη διαμόρφωση του θεματικού του χώρου και του ιδιαίτερου εκφραστικού οργάνου του. Ξεκινώντας πορεία ανάστροφη, η κριτική οδεύει συχνά προς τις πηγές της προσωπικής εμπειρίας και φτάνει συχνά να ερμηνεύει τα λογοτεχνικά κείμενα με όρους ψυχαναλυτικού ή ιστορικού χαρακτήρα, προσπαθώντας να καταδείξει ότι το εκάστοτε συγκεκριμένο έργο δεν είναι παρά το φρούτο ενός δένδρου εξωτικού, που αντλεί με τις ρίζες του χυμούς της ζωής και τους αφομοιώνει, ακολουθώντας μια διαδικασία παραγωγικής μεταστοιχείωσης του βιώματος σε λόγο. Το γοητευτικό αυτό παιχνίδι του χαμένου θησαυρού έπαψε ωστόσο καθ’ οδόν ν’ αποτελεί έναν απλό τρόπο ερμηνείας, και σύντομα προήχθη σε βασικό αξίωμα μιας ολόκληρης θεωρητικής κατασκευής, κατά την οποία το σύνολο της ανθρώπινης εμπειρίας του γράφοντος συνιστά την καθοριστική conditio sine qua non της ίδιας της γραφής του. Ο λόγος φέρεται να αποσκοπεί σε μια ιδεατή, πλην σαφώς αναγνωρίσιμη, εξεικόνιση της πραγματικότητας, ενώ καθετί που δεν παραπέμπει στο δημόσιο ή ατομικό δράμα ελέγχεται ως κενολογία, ως στείρος εγκεφαλισμός ή ομφαλοσκοπία. Η βιωματικότητα ανάγεται, κατά ταύτα, σε ποιοτικό ή αξιολογικό κριτήριο, σύμφωνα με το οποίο η κριτική οφείλει να κρίνει, αλλά και ο συγγραφέας οφείλει να δημιουργεί.

Μιλώντας όμως για τον υποχρεωτικό βιωματικό χαρακτήρα της λογοτεχνίας, δεν είναι δυνατόν να αναφέρεται κανείς μονάχα στο νοηματικό κορμό του έργου, αλλ’ οπωσδήποτε (αν όχι πρώτιστα) και στη μορφική του ακεραίωση, ως ενιαίο όλον που λειτουργεί, ταυτόχρονα, τόσο ως δέκτης ενός συγκινησιακού φορτίου –από την πλευρά του συγγραφέα ή του ποιητή, όσο και ως πομπός προς την κατεύθυνση του αναγνώστη. Η δεύτερη λειτουργία αποτελεί, εξάλλου, τη λυδία λίθο της αξίας ή απαξίας του, και βάσει αυτής επιχειρείται η όποια αποτίμηση της δραστικότητάς του.

Ο διπλός ετούτος ρόλος γίνεται εύκολα αντιληπτός στην περίπτωση των πρωτότυπων λογοτεχνικών κειμένων, όπου ο λόγος δομείται με τρόπο πρωτογενή και μεταφέρει άμεσα τους κραδασμούς του δημιουργού προς τον αναγνώστη, με τον οποίο τον συνδέει τουλάχιστον το ομόγλωσσον, αλλά συνήθως και μια κοινή παράδοση από ιστορικές καταβολές και προσλαμβάνουσες παραστάσεις. Τι συμβαίνει ωστόσο στην περίπτωση κατά την οποία μεταξύ του συγγραφέα και του αναγνώστη παρεμβάλλεται ο μεταφραστικός μετασχηματισμός του έργου, όταν δηλαδή το ίδιο το έργο γίνεται ένα άλλο έργο και η λεκτική αποτύπωση του αρχικού –του έστω βιωματικού– ερεθίσματος αναπλάθεται άρδην; Αν μάλιστα ομολογήσουμε πως η μετάφραση, στις ευτυχέστερες στιγμές της, μπορεί να μας προμηθεύει κείμενα ίσης –ή, σε οριακές περιπτώσεις, και ανώτερης– ποιότητας ως προς τη μορφή, συγκρινόμενα με το πρωτότυπο, πώς συγχωρείται η έλλειψη αντικρίσματος σε βιωματικά αποθεματικά; Ή μήπως το μεταφρασμένο έργο δεν αποτελεί, αφ’ εαυτού και καθ΄εαυτό, στη γλωσσική εκδοχή στην οποία το εισπράττει ο αναγνώστης του, ένα πλήρες και αυτόνομο λογοτεχνικό έργο;

Βέβαια, ακόμη και αυτό που ονομάζουμε «πρωτότυπο έργο», με μια ευρεία (που ίσως όμως θεωρηθεί σοφιστική) αντίληψη της έννοιας της μετάφρασης, μπορούμε να το θεωρήσουμε και αυτό αποτέλεσμα μιας ολόκληρης σειράς διαδοχικών «μεταφράσεων» και μετασχηματισμών, που ξεκινούν από το εμπειριακό κέντρισμα για να καταλήξουν στο ειδικό μεταφραστικό μόρφωμα του έντεχνου λόγου. Το πραγματικό γεγονός, που αποτελεί το σημείο εκκίνησης, μεταφράζεται καταρχήν σε ερέθισμα αισθητηριακό∙ το αισθητηριακό ερέθισμα, σε συναισθηματικό∙ το συναισθηματικό, σε νοητικό∙ το νοητικό περιβάλλεται το ένδυμα ενός νέου μύθου∙ και ο μύθος ετούτος είναι που καταστρώνεται πλέον σε σύνταξη γλωσσική – που με τη σειρά της θα μεταφραστεί απ’ τον κάθε αναγνώστη χωριστά, σύμφωνα με το δικό του ατομικό αντιληπτικό ιδίωμα. Περιττόν ειπείν ότι ο μηχανισμός των «μεταφραστικών» αυτών διαδικασιών κινείται επί τη βάσει κάποιων ανεξήγητων αυτοματισμών, που συνήθως τοποθετούνται στη μεταφυσική σφαίρα της έμπνευσης και κάνουν ελάχιστα αισθητή τη μεταποιητική τους λειτουργία, ακόμα και στον ίδιο τον συγγραφέα. Εκείνο λοιπόν που διαφοροποιεί τον συγγραφέα από τον μεταφραστή είναι το ότι η, κοινώς νοούμενη, μετάφραση εκπληρώνει μια διαφανέστερη και οπωσδήποτε απλούστερη αποστολή αμφιμονοσήμαντης αντιστοιχίας, όπου η μία γλωσσική σύνταξη μετατρέπεται σε μια διαφορετική γλωσσική σύνταξη, παραβλέποντας όλα τα προγενέστερα στάδια της βιωματικής αναγωγής.

Ο μεταφραστής βρίσκεται μπροστά σ’ ένα οργανωμένο κειμενικό υλικό, το οποίο καλείται να ανασυνθέσει, με όργανο μιαν άλλη γλώσσα και με τις προϋποθέσεις της άλλης αυτής γλώσσας, σ’ ένα καινούργιο, αυτοκέφαλο κείμενο, που οφείλει ν’ ανταποκρίνεται όχι μόνο στις νοηματικές αλληλουχίες, αλλά και στις απαιτήσεις της λογοτεχνικότητας που είχε θέσει εις εαυτό το πρωτότυπο. Με άλλα λόγια: ο μεταφραστής βρίσκεται αποκομμένος από κάθε τυχόν βιωματικό (όπως εξάλλου και από κάθε φαντασιακό ή φαντασιωτικό) κινούν αίτιο του συγγραφέα, και ως αποκλειστικό, δευτερογενές ερέθισμα στη μεταπλαστική του εργασία λειτουργεί το πρωτότυπο κείμενο, η λεκτική μορφοποίηση ενός συνόλου πραγματικών, συναισθηματικών ή διανοητικών στοιχείων άδηλης προέλευσης.

Η αποκοπή του μεταφραστή από τις βιωματικές πηγές του έργου δεν αφορά στις ανθρώπινες εμπειρίες του συγγραφέα και μόνο∙ αφορά εξίσου και στην ίδια τη γλώσσα, ως φορέα του συμπυκνωμένου βιώματος όλων όσων τη μίλησαν και πέρασαν τη ζωή τους μέσα απ’ αυτήν, φορτίζοντάς την με ποικίλες παρασημάνσεις, σε μια σκυταλοδρομία δεκάδων γενεών. Οι ετυμολογικές, νοηματικές και ιστορικές παράμετροι, οι ηχητικές και οπτικές διαστάσεις της κάθε λέξης χάνουν εδώ την ιδιαιτερότητά τους και καλούνται να συναινέσουν σε μιαν εκφραστική αναπροσαρμογή, κατά την οποία νέες ισορροπίες δημιουργούνται, νέες σχέσεις αμφισημιών διαπλέκονται και άλλοι συνειρμικοί συνδυασμοί πυροδοτούνται. (Το αγγλικό «translation» αρχικά σήμαινε τη μετατόπιση, τη μετακομιδή, τη μεταβίβαση∙ το γαλλικό «traduction» τη μεταγωγή, τη μεταφορά. Και –εκδικητικός σαρκασμός της ετυμολογίας– το λατινικό «traductio» σήμαινε ταυτόχρονα τη μετάθεση, τη μετωνυμία, αλλά και τον διασυρμό…).

Ως μοναδικά, λοιπόν, βιωματικά βοηθήματα του μεταφραστή μπορούν πλέον να εκληφθούν υποθετικά οι «αντίστοιχες», ίσως, προσωπικές του εμπειρίες, καθώς επίσης η συγκίνηση που του προξένησε το πρωτότυπο κείμενο, ως αναντίρρητη πράξη συμμετοχής. Στην πραγματικότητα, καμιά απ’ αυτές τις υποθέσεις δεν δύναται να λειτουργήσει ως άλλοθι πειστικό για τη βιωματική κενότητα του μεταφραστικού εγχειρήματος. Ο έντεχνος λόγος αποτελεί, από μόνος του, τον ισχυρότερο συγκινησιακό πυρήνα, ο οποίος δεν εκφράζει αλλά ζητάει να εκφραστεί, δεν αναλώνει την έμπνευση αλλά την πυκνώνει και την αναπαράγει. Απόδειξη της ιδιότητας αυτής του λόγου είναι το γεγονός ότι ο συγγραφέας αντλεί συχνότατα την έμπνευσή του από τα έργα άλλων συγγραφέων, παλαιότερων ή συγχρόνων του, επηρεάζεται απ’ αυτά και μιμείται τα εκφραστικά τους μέσα. Η παρθενογένεση στην τέχνη είναι φαινόμενο άγνωστο, όχι γιατί οι ανθρώπινες εμπειρίες αποτελούν numerus clausus, αλλά γιατί η άρδευση των εκάστοτε νέων γενεών από τις παλαιότερες γίνεται σε επίπεδο εκφραστικών ή μορφικών δεδομένων. Η συλλογική μνήμη της λογοτεχνικής γλώσσας συνέχει το όλον οικοδόμημα ανά τους αιώνες, ως αυτόνομο σύστημα ειδικών αξιών, όπου η αλήθεια και το ψεύδος, η ειλικρίνεια και το τέχνασμα, η εμπειρία και η φαντασία καταργούν συνωμοτικά τη διπολική τους σχέση και συντίθενται αδιακρίτως στο μηχανισμό της δημιουργικής γραφής.

Μ’ αυτή την έννοια, η μεταφραστική διαδικασία βασίζεται πολύ περισσότερο στη διανοητική διεργασία και στη χρήση των τεχνικών δεξιοτήτων του μεταφραστή, και όχι στις όποιες εξωλογοτεχνικές βιωματικές ταυτίσεις που θα του επέτρεπαν μια ιδεατή υποκατάστασή του στο ρόλο του συγγραφέα. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο, από μιαν άλλη σκοπιά, το ότι η σημαντικότερες μεταφράσεις, σε όλες τις γλώσσες κι απ’ όλες τις γλώσσες, οφείλονται μάλλον στη παράπλευρη δραστηριότητα συγγραφέων και ποιητών –που διαθέτουν, κατά τεκμήριο, πλουσιότερο οπλοστάσιο τεχνικής– παρά στην ευσυνειδησία των συνδικαλισμένων ή περιστασιακών επαγγελματιών (και, βέβαια, δεν αναφέρομαι σ’ εκείνους που αμείβονται επειδή μεταφράζουν, αλλά σε όσους μεταφράζουν επειδή και μόνο αμείβονται). Γιατί, όσο αληθής είναι η διαπίστωση πως η μετάφραση απαιτεί ένα λεπτό μα ψύχραιμο χειρισμό λεκτικών και συντακτικών αντιστοιχιών, εξίσου αληθές είναι και το ότι, σε καμιά περίπτωση, ο μεταφραστής δε μπορεί να λειτουργήσει ως κοινός καραγωγέας Δημοσίας Χρήσεως, που εκτελεί μεταφορές απλού νοηματικού υλικού από τη μία γλώσσα στην άλλη.

Αντώνης Φωστιέρης

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «η λέξη», τεύχος 56 (Ιούλιος-Αύγουστος 1986). Το ειδικό αυτό τεύχος ήταν αφιερωμένο στη μετάφραση.

Translatum: Favourite Poetry / Αντώνης Φωστιέρης

Ορέστης Αλεξάκης, Ο ποιητής και το ποίημα

Κώστας Καρυωτάκης & Μίκης Θεοδωράκης, Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Κώστας Καρυωτάκης (1985))

Ο ποιητής και το ποίημα*

Ψυχής πείρατα ουκ αν εξεύροιο πάσαν
επιπορευόμενος οδόν, ούτω βαθύν λόγον έχει.

Ηράκλειτος

Επικρατεί η άποψη πως η ποίηση είναι ένα είδος αυτοεξομολόγησης. Και ότι διά μέσου τής ποίησης μπορεί κανείς να γνωρίσει καλύτερα τον ποιητή. Η διαπίστωση είναι σωστή μόνον με την έννοια ότι η ποίηση μπορεί να φέρει στο φως ψυχικές εκτάσεις που την ύπαρξή τους αγνοεί και ο ίδιος ο δημιουργός. Το πρόβλημα είναι εάν και σε πιο βαθμό οι «εκτάσεις» αυτές προσδιορίζουν την προσωπικότητα του ποιητή, αποτελούν δηλαδή συστατικά της χαρακτηριστικά, ή εάν εκτείνονται πέραν ή μάλλον βαθύτερα από τα όρια αυτής της συγκεκριμένης προσωπικότητας, σε χώρους δηλαδή όπου πλέον η ατομικότητα χάνει τα ειδικά χαρακτηριστικά της. Αυτό γίνεται περισσότερο κατανοητό αν σκεφθεί κανείς ότι το υλικό τής ποίησης ανασύρεται από ένα βάθος, όπου το «ατομικό» με το «γενικό» δεν οριοθετούνται πια με απόλυτη ακρίβεια και όπου τα πράγματα δεν φέρουν πια τη σφραγίδα της ακριβούς προελεύσεώς τους και δεν συνέχονται αυτονόητα και αποκλειστικά με την προσωπικότητα του συγκεκριμένου ποιητή. Τουλάχιστον με εκείνη την προσωπικότητα που ο ίδιος γνωρίζει και με την οποίαν εκδηλώνεται – στον εξωτερικό κόσμο∙ και την οποία έχουν αποτυπώσει στη δική τους συνείδηση εκείνοι που τον περιβάλλουν.

Φαίνεται πως στα ομιχλώδη βάθη του ασυνείδητου, οι άνθρωποι δεν λειτουργούν πια σαν άτομα, αλλά σαν δέκτες και πομποί μιας ζωής, που εκτείνεται πέρα από τα όρια της προσωπικής τους ιστορίας. Και που ξεπερνά όλους τους σχηματικούς τύπους μιας συμβατικής καθημερινότητας, μιας οριοθετημένης χρονικότητας και μιας «περιγεγραμμένης» ατομικότητας. Σ’ αυτά τα βάθη, ο ποιητής έχει πεθάνει άπειρες φορές, έχει πιστέψει, έχει αγαπήσει, έχει προδοθεί. Σ’ αυτά τα βάθη η ανθρωπότητα καθημερινά καταστρέφεται, ο πλανήτης ερημώνεται, πολιτισμοί και ιδανικά καταρρέουν, ο άνθρωπος αναδεικνύεται, σ’ όλο το τραγικό μεγαλείο του, ως ο ήρωας ενός δράματος, του οποίου αγνοείται ο δραματουργός μα και η τελική, η απώτατη έκβαση.

Βέβαια, ο κόσμος του συλλογικού ασυνείδητου είναι απέραντος σε βάθος και σε έκταση και, συνεπώς, οι «γεωγραφικές συντεταγμένες» απ’ όπου κάποιος ποιητής αντλεί κάθε φορά το υλικό του διαφέρουν, όπως είναι ευνόητο, από περίπτωση σε περίπτωση. Εδώ παίζει ασφαλώς κάποιο ρόλο η συγκεκριμένη προσωπικότητα, με όλες τις ιδιαιτερότητές της και όλες τις πολύπλοκες εκφάνσεις της. Έτσι εξηγείται εξ άλλου η αντιφατικότητα και η αυτοαναίρεση που χαρακτηρίζουν συχνά το έργο των ποιητών, μια και από τη σκοπιά τού συλλογικού ασυνείδητου, καθένας απ’ αυτούς δεν είναι μόνον ένας αλλά πολλοί –συχνά διαφορετικοί, κάποτε δε και εκ διαμέτρου αντίθετοι– χαρακτήρες.

Σε τέτοια απροσμέτρητα βάθη λοιπόν κυοφορείται το ποίημα. Και μόνον ύστερα από τη γέννησή του, ο ποιητής αναδύεται και πάλι στον κόσμο τής καθημερινής συμβατικής του ζωής, μέσα στον οποίο προσλαμβάνει ξανά τα στοιχεία της προσωπικότητάς του, δηλαδή μορφή, χαρακτήρα, ιστορία. Μιας προσωπικότητας που οι άλλοι καλοπροαίρετα του αποδίδουν και ο ίδιος καλοπροαίρετα αποδέχεται. Και που δεν είναι καθόλου επίπλαστη. Γιατί είναι εξίσου γνήσια και αυθεντική όσο και η προσωπικότητα κάθε άλλου ανθρώπου, όπως αυτή εκδηλώνεται στην καθημερινή του ζωή. Πίσω εν τούτοις από την οποία, όπως και πίσω από ολόκληρο το πλέγμα των φαινομένων τού επιστητού, ανεξιχνίαστο εκτείνεται το απροσπέλαστο χάος.

* Σημείωση: Το δοκίμιο «Ο ποιητής και το ποίημα» δημοσιεύτηκε σε μια πρώτη μορφή στο περιοδικό «Ευθύνη», τεύχος 223, Ιούλιος 1990. Μεταφέρεται εδώ σαν επίλογος, που διευκολύνει πιθανόν την κατανόηση ορισμένων πτυχών αυτού του βιβλίου.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Υπήρξε (1999) του Ορέστη Αλεξάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ορέστης Αλεξάκης

Άρης Αλεξάνδρου, Το μαχαίρι

Το μαχαίρι

Όπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι
έτσι αργούν κ’ οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο.
Στο μεταξύ
όσο δουλεύεις στον τροχό
πρόσεχε μην παρασυρθείς
μην ξιπαστείς
απ’ τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων.
Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.

Από τη συλλογή Ευθύτης οδών, Homo humanus (Απρίλης 1959) του Άρη Αλεξάνδρου

Translatum: Favourite Poetry / Άρης Αλεξάνδρου

Άρης Αλεξάνδρου, Ολόκληρη νύχτα

Ολόκληρη νύχτα

Όπου να ’ναι θα κλείσει το στερνό παραθύρι στην άκρη της βροχής.
Κατακαθίζει το νερό στα σκαλοπάτια.
Τι ξένο που είναι απόψε το τσίγκινο τραπέζι κάτω απ’ τη μαρκίζα
γυμνό και ξεχασμένο δίχως τον ίσκιο των χεριών της.
Κανείς. Ένα δημοτικό φανάρι μουσκεύει μες στη νύστα του.

Πίσω απ’ τα σακιά με το τσιμέντο νυχτοπερπάτητο σκοτάδι
σκυφτό σκοτάδι και η σκουριά που αχνογυαλίζει στα βρεγμένα συρματόσκοινα.

Ώρα να πιάσει βάρδια το φεγγάρι.

Σαββατόβραδο κ’ οι ταβέρνες κλειστές
μουλιάζει ο χρόνος στο καπέλο του ζητιάνου
οι δρόμοι αποτραβιούνται σε άδειες κάμαρες
και μόνο εκεί στο μαξιλάρι μένουνε
ακόμα μένουνε τα αποχτενίδια του ύπνου της.

Μια συνοδεία νοτισμένα αστέρια έστριβε απ’ τη γωνιά της χαραυγής.
Απίθωσα στα χείλη της το αλάτι της αγάπης.
Ύστερα μας έπαιρνε το κύμα. Ταξιδεύαμε μαζί
σαν μια φωνή που σβήνει στο πηγάδι.

Ένα μικρό φεγγάρι σκαλωμένο μες στα σύννεφα
ένα μικρό φεγγάρι σύννεφο.

Ξύπναγε σαν φύτρωνε στην άκρη του γιαλού
ένα κοχύλι φρέσκος ήλιος.

Καλημέρα. Ένα μικρό φεγγάρι
έσβηνε στη φωνή της.

Έβλεπα τα χέρια και ήταν μονάχα δυο
μέτραγα τα μάτια μου και ήταν μονάχα δυο
μουλιάζουν τώρα μες στο καπέλο του ζητιάνου
μονάχα δυο.

Από τη συλλογή Άγονος Γραμμή (1952) του Άρη Αλεξάνδρου

Translatum: Favourite Poetry / Άρης Αλεξάνδρου

Άρης Αλεξάνδρου, Επιστροφή

Επιστροφή

Έτσι που γυρίσαμε
γυαλίζουνε οι ράγες στο σκοτάδι
απ’ την πολλή σιωπή
έτσι που γυρίσαμε
βρήκαμε τους εισπράκτορες σφαγμένους
και το πεντακοσάρικο για το εισιτήριο
θα μας περισσεύει
και τα τέσσερα χρόνια
γι’ αυτό που λέγαμε ζωή μας
θα μας λείπουν
έτσι που γυρίσαμε κι οι δρόμοι προχωράνε
τετραγωνίζοντας την άδεια πολιτεία
σε πένθιμους φακέλους
κι αυτός ο αστυφύλακας περνάει και χασμουριέται
Θεέ μου! ας μίλαγε τουλάχιστον αυτός
κι ας μου ζητούσε
την ταυτότητά μου.

Από τη συλλογή Άγονος Γραμμή (1952) του Άρη Αλεξάνδρου

Translatum: Favourite Poetry / Άρης Αλεξάνδρου

Άρης Αλεξάνδρου, Οι αποστάτες της θάλασσας

Οι αποστάτες της θάλασσας

Είναι τώρα τ’ αστέρια που πασχίζουν
να λάμψουνε στα μάτια σου
δυο φώτα βραδινά
που ξεστρατάν απ’ το γρι-γρι του γαλαξία.
Χορεύει η νύχτα με τ’ αγέρι
χορεύει μια πλεξίδα φεγγαριού
στο στήθος της θάλασσας.
Σε λίγο θα χαράξει ένα χαμόγελο
στο στόμα της γαλήνης
– έτσι που το σκαλίζαμε στις κρυφές συνεδριάσεις
έτσι που το γράφαμε στους τοίχους
τίτλο του καινούργιου τραγουδιού μας.
Βάλε τώρα ένα τραπέζι στα ρηχά
να δειπνήσεις μαζί με τη νύχτα.
(Πέρα στην πολιτεία
στο λίγο φως της λάμπας που καπνίζει
είναι πολλοί που απεργούν κι άλλοι που θ’ απεργήσουν
ζητώντας λίγη αρμύρα θάλασσας φρέσκο ψωμί και μια εκδρομή στην ξαστεριά.)
Άφησε να γλιστρήσουν στους αλατισμένους ώμους σου
οι ώρες του μεσημεριού
να γίνεις άξιος της νύχτας
σαν τον μικρό ψαρά που κλαίει καταμεσής στην άδεια βάρκα του
μόλις που πιάσανε τα δίχτυα ένα κοπάδι θαλασσινές πυγολαμπίδες.
Ποιος έφερε δω πέρα τούτη τη βραδιά
ετούτη τη χλωμή βραδιά σαν εικοσάχρονη άνοιξη
με μια κόκκινη μαντήλα στα μαλλιά της;
(Τι τάχα να ’γιναν οι εκλογές
πέρα στην πολιτεία;)

Καιρός να γράψεις μιαν ακρογιαλιά
γραμμή στον πέρα ορίζοντα
κ’ ένα μικρό μικρό πανί καλοσυνάτης σκούνας
να πέφτει ο ίσκιος στα νερά
σα να ’σμιξε τα φρύδια ο Αποσπερίτης.
(Οι σύντροφοι τις κέρδισαν – το νιώθεις
πέρα στην πολιτεία.)
Αρχίζουν να περνάν
οι βραδινές παρέες αλαμπρατσέτα με τ’ αστέρια
ένα κλωνάρι φως στ’ αυτί τους
τσαλαβουτάν ξυπόλυτοι σαν ανοιξιάτικα παιδιά
και η θάλασσα ονειρεύεται πως ήρθαν δυο τρυγόνια
να κοιμηθούν μαζί της.
(Στην πολιτεία φορέσανε την πιο σκληρή καρδιά τους
κ’ είναι τα σινεμά το περσινό ζουρνάλ με γεγονότα του χειμώνα
και πού να πας και πώς να βγεις
ν’ ακούσεις τον απόηχο του δάσους
–χρώμα ζεστό, χρώμα χρυσό– χορτάρι κι ανεμώνες;)
Ποιος θα το φέρει∙ η θάλασσα
ποιος θα το πάρει∙ η θάλασσα
χρυσό σκουφί που το φοράς για λίγο καλοκαίρι
σκουφί σαν ήλιος κόκκινος που βάφει την καρδιά σου
και τη ματώνει φλάμπουρο να το καρφώσεις μόνος
στο πιο ψηλό της πολιτείας κοντάρι
στο πιο ψηλό της θάλασσας μπαλκόνι
να το φιλάει η θάλασσα να το δροσίζει η νύχτα
να ’ναι φρουρός στον ύπνο μας ν’ αχνογελά η αυγούλα
στα μάτια της καλοκαιριάς στο στόμα της γαλήνης.

Από τη συλλογή Ακόμα τούτη η άνοιξη (Απρίλης 1946) του Άρη Αλεξάνδρου

Translatum: Favourite Poetry / Άρης Αλεξάνδρου

Άρης Αλεξάνδρου, Σχέδιο για διήγημα

Σχέδιο για διήγημα

Ένας κήπος βραδινός
δίπλα στην ερημική της έπαυλη
η θάλασσα που ανασαίνει άνοιξη
η φωνή τού ραδιοφώνου
λίγα βήματα σιωπής στην αλέα.
Ύστερα θα ’ρθούνε τα παιδικά τους πρόσωπα
ο χιονοπόλεμος
ένας λοφάκος που κατηφορίζει τα μικρά του έλκηθρα
κ’ ένα ξανθό αγόρι, με πέτσινα γάντια.
– Νατάλια Αντώνοβνα, θα πει ο υπηρέτης,
το τσάι είναι έτοιμο και ίσως να κρυώσει
γιατί το τσάι πάντα έτσι κάνει.
Κι όμως τότε δεν κρύωνε το τσάι
ίσως γιατί φόραγε τα γάντια του τ’ αγόρι.
Τότε.
Μέσα στο χιόνι.

Από τη συλλογή Ακόμα τούτη η άνοιξη (Απρίλης 1946) του Άρη Αλεξάνδρου

Translatum: Favourite Poetry / Άρης Αλεξάνδρου

Άρης Αλεξάνδρου, Πρωτομαγιά

Μάνος Χατζιδάκις & Νίκος Γκάτσος, Παράξενη πρωτομαγιά
(τραγούδι: Δήμητρα Γαλάνη & Μανώλης Μητσιάς / δίσκος: Αθανασία (1976))

Πρωτομαγιά

Στα τζάμια σου μπουμπουκιάζει η χτεσινή βροχή
τώρα που η παραλία ανάβει τα φανάρια της.
Ένα καΐκι στάθηκε καταμεσής στο πέλαγο.
Γαλήνη.
Περίμενε δω με το βλέμμα στις σταγόνες
(δυο ανθισμένες γαλάζιες σταγόνες τα μάτια σου).
Περίμενε. Θα ξημερώσει.
Θέλω να σε ξέρω στο παράθυρο
αγναντεύοντας κατά τον τόπο της χαραυγής
νοσταλγώντας το περσινό καλοκαίρι.
(Τα νερά ν’ ανασαίνουν ζεστασιά
το γυμνό σώμα της ημέρας πλαγιάζει μες στα στάχυα
κι ανάμεσα απ’ τα δάχτυλα κρυφοκοιτάει μια παπαρούνα.)
Θέλω να σου χαρίσω ένα τόσο δα ουράνιο τόξο
τώρα στα γενέθλια της δεκαοχτάχρονης αυγής,
ένα λουλουδένιο δαχτυλίδι
μια υπόσχεση ελπίδας.

Από τη συλλογή Ακόμα τούτη η άνοιξη (Απρίλης 1946) του Άρη Αλεξάνδρου

Translatum: Favourite Poetry / Άρης Αλεξάνδρου

Νάσος Βαγενάς, Βιογραφία (II)

Βιογραφία

[Ενότητα Βιογραφία]

II

Το σκοτάδι σκαρφαλώνει πάνω μου. Ένα φυτό. Που το ποτίζεις κρυφά κάθε μεσημέρι.

Έπειτα είναι κι η ανάσα σου. Με κλείνει από παντού σαν συρματόπλεγμα. Κάτω απ’ το δέρμα σου

Υπάρχουν εφτά πολιτείες. Η μια πιο βαθιά από την άλλη. Σε κάθε μια

Ένα άρμα σέρνει αδιάκοπα γύρω από τα τείχη τον ένδοξο νεκρό.

Από τη συλλογή Βιογραφία (1978) του Νάσου Βαγενά

Νάσος Βαγενάς, Βιογραφία (I)

Βιογραφία

[Ενότητα Βιογραφία]

I

Σφύριξε πάλι άνοιξη. Το πράσινο ανεβαίνει. Άνθη μοσχοβολάνε. Μήλα

Πέφτουν στο χώμα και φέρνουν στο νου γκιλοτίνες.

Να γινότανε μια επανάσταση. Κεφάλια να πέφτανε ξαφνικά και στη θέση τους

Να μη φύτρωνε τίποτε.

Έπειτα από χρόνια τα σώματα ν’ αφήνονταν ελεύθερα. Να κυκλοφορούνε.

Ενθύμια του παλαιού καθεστώτος.

Από τη συλλογή Βιογραφία (1978) του Νάσου Βαγενά

Νάσος Βαγενάς, Επεισόδιο

Επεισόδιο

Όλη τη νύχτα έβρεχε. Και το πρωί
τα φορτηγά κατέβηκαν με λάστιχα λασπωμένα.
Οι νεκροί μετακομίζουν σ’ άλλα σώματα αφήνοντας
μεγάλες γρατσουνιές στο δέρμα.
Ο ουρανός το γυρίζει
γρήγορα στο γαλάζιο.
Ένας ήλιος καυτός περνάει
σφυρίζοντας πάνω απ’ το κεφάλι μου.
«Ο θάνατος δεν είναι τίποτα» μου έλεγε
τις προάλλες ένας ταξιτζής.
«Μια απλή διακοπή του φωτός. Όπως όταν
δεν έχεις να πληρώσεις το λογαριασμό».

Από τη συλλογή Βιογραφία (1978) του Νάσου Βαγενά