Ματθαίος Μουντές, Η παγίδα και ο τροχός

Ματθαίος Μουντές, Η παγίδα και ο τροχός

Θα ταξινομήσω τις οδύνες
που πέφτουν στο λογαριασμό μου
αχ και να έβρισκα
μιαν ιεραρχική ψυχή ν’ ακουμπήσω
αχ και να μπορούσα να πορευτώ
μονάχος σαν το ρινόκερο.
Σ’ άφησα να κατακλύσεις σιγά σιγά
τ’ όνειρό μου ώσπου το κυριάρχησες
όποιος έχει αγάπη για εκατό αγάπες
έχει και λύπη για εκατό λύπες.
Ο καθένας ας ασχολείται για λογαριασμό του
με μυστικές συγκομιδές εκσπερματώσεων
και με εξωγαμικές ονειρώξεις.
Θα ταξινομήσω σήμερα
τις οδύνες μου.
Κάπου εδώ βρισκόταν η παγίδα.
Ο πιθανός λόγος της αμηχανίας μου
στην αρχή ήταν
οι αυθαίρετες όψεις των οραμάτων.
Χωρίς επαρκείς βλαστήσεις
και θεολογικές ανταμοιβές
βρέθηκα κάτω από την αναποδογυρισμένη
χύτρα της περιφρόνησης,
να συμμαχώ με τα φυτά και τα ζώα.
Έμαθα τις ιδιοτυπίες των ονομάτων
τον πόνο του φέροντος
τον ομφαλικό πόθο.
Μιλώ κουβαλώντας τη σημαία της ερημιάς.
Κανένα όνειρό μου
δεν μπορεί πια να αντικατασταθεί
και με διαπερνά μια διάστικτη
γραμμή δακρύων.
Τουλάχιστον να με απασχολούσε
η συνέχεια της προσευχής.
Μόνον η θυσία είναι μια ενέργεια της χαράς.
Σχεδιάζεται με καθημερινές χειρονομίες.
Ξεκινάει από τα χρόνια της απορίας
αναβλύζει από το θεϊκό απόθεμα
της αγάπης.
Παίρνω το σχήμα της θυσίας.
Χαρούμενος γίνομαι το καθαγιασμένο σφάγιο
μια παραχώρηση της χάρης.
Η θυσία είναι μια ενέργεια της αγάπης,
βρίσκεται στα σύνορα της σιωπής και του θανάτου.
Στη σιωπή, θα βάλω μπροστά τον
τροχό της θυσίας για να σε δέσω με την ενοχή.

Από το περιοδικό Γράμματα και Τέχνες (τεύχος 25-36, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1984)

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Ματθαίος Μουντές: από «Τα οθόνια κείμενα»

από «Τα οθόνια κείμενα»

Διαδόθηκε πως είδαν την Παναγία να υφαίνει
μικρά ράσα για τα παιδιά των σκλάβων.
Κάθεται λένε παράμερα, κάτω από ένα σκίνο,
υφαίνει και κλαίει. Ποιος ξέρει, ίσως ν’ άκουσε
για την προδοσία, ίσως να λυπάται ακόμα για
τις μικροσκοπικές δεσποινίδες που τις έδιωξαν
από τον Πύργο και κατεβαίνουν τρεκλίζοντας προς τα βράχια.
Η Παναγία δεν είναι μια ξένη σε τούτο τον τόπο.
Βέβαια, δεν έχει καμιά σχέση με τα φιλόπτωχα ταμεία
ούτε με τα κλουβιά, ούτε με τα πυροτεχνήματα.
Όμως κάτι παιδιά είπαν πως την είδαν να κοιμάται
πολλές βραδιές σ’ εκείνα τα χαλάσματα στο ρέμα.
Άραγε πληροφορήθηκε για τη λόγχη;
Τα πηγάδια –ευτυχώς– φέτος γέμισαν.
Λένε πως βοήθησαν σ’ αυτό πολύ τα δάκρυά της.

Από τη συλλογή Η αντοχή των υλικών (1971) του Ματθαίου Μουντέ

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Θάνος Παπαδόπουλος: Γιατί να ελπίζεις;

[Ενότητα Διασκευές του Ταό]

Γιατί να ελπίζεις;

Γιατί να ελπίζεις στο καλύτερο;
Πως ο χειμώνας θα κυλήσει όπου νάναι
και το αύριο θάναι πιο φωτεινό απ’ το σήμερα
Πως η δική σου ζωή θάναι ξεχωριστή
αλλιώς ο κόσμος θα πεθάνει απ’ το κακό του;
Γιατί αλήθεια να ελπίζεις πως εσύ —
ειδικά εσύ θα σωθείς μέσα
σ’ αυτή τη νύχτα του γενικού χαμού;

Ξέχασε αυτά που σούλεγε η φίλη σου
μέσα στο δάσος με πνιχτή φωνή
Αυτά που σούλεγε ο δάσκαλός σου
λέγοντας τέτοια ο ίδιος δεν πήγε στο καλύτερο
Αυτά που σε νανούριζε η μάνα σου
όταν σε σκέπαζε να μην κρυώσεις
Και κοίταξε να επιζήσεις μέσα σ’ αυτόν
τον κόσμο τον ασφυκτικό

Από τη συλλογή Έγχελυς ή επιστροφή (1981) του Θάνου Παπαδόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θάνος Παπαδόπουλος

Θάνος Παπαδόπουλος, Το τραγούδι των νέων που είναι απελπισμένοι

[Ενότητα Έγχελυς ή επιστροφή]

Το τραγούδι των νέων που είναι απελπισμένοι

Τους γέρους τους αφήσαμε κει κάτω
μες στις υγρές σπηλιές τους να κοιμούνται.
Πριν φύγουμε ωστόσο μας δωρήσαν
τα μυστικά τους λάβαρα, μας κοινωνήσαν
και τέλος μας ξεβγάλαν ως τα σύνορα μ’ ευχές και μ’ οδηγίες.
Μα εμείς φρουμάζαμε ν’ αρχίσει το ταξίδι
κι αυτί δεν είχαμε για τις σοφές τους συμβουλές.
Τώρα
χίλιες ημέρες ταξιδεύουμε πάντα στο ίδιο το τοπίο
Πολλοί πεθάναν απ’ την πείνα και τη λοιμική
και μερικοί λιποταχτήσαν μες στη νύχτα
και χάθηκαν στην ερημιά για πάντα.

Πότε θα φτάσουμε λοιπόν πότε θα φτάσουμε σ’ αυτή τη μακρινή πατρίδα
Σπάσαν τα νεύρα μας διαλύσαν οι γραμμές μας
Μόλις και μετά βίας μας συγκρατούν οι αρχηγοί.
Ούτε και τους νεκρούς δε σταματούμε πια να θάψουμε
απλώς γυρίζουμε για μια στιγμή τα μάτια
και σιωπηλοί ατενίζουμε τ’ άσπρα τους κόκαλα ν’ αστράφτουν στο σκοτάδι.

Πότε μας σπρώχνει το Γκολφ Στριμ και πότε μας σαρώνει
κι απ’ του Sargasses τη θάλασσα ως εδώ
Πόσες παγίδες Θε μου πόσο αίμα
Οι πιο πολλοί δε φτάσαμε ποτέ

Από τη συλλογή Έγχελυς ή επιστροφή (1981) του Θάνου Παπαδόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θάνος Παπαδόπουλος

Θάνος Παπαδόπουλος, Το τραγούδι των γερόντων που μείναν πίσω

[Ενότητα Έγχελυς ή επιστροφή]

Το τραγούδι των γερόντων που μείναν πίσω

Αργά να κυλήσουν οι ώρες
Αργά να διαβούν τα πουλιά για το νότο
Αργά να σβήσει ο κόσμος στο κατώφλι της νύχτας
κι όταν θα ’ρθει η τελική σιωπή
με τις φωτιές και τα πυκνά οράματα
(κάτι ανάμεσα στο θάνατο και στ’ όνειρο)
Εδώ θα μας βρει
Στην άκρη του νερού στην πέτρα βυθισμένους
Το χνούδι των περασμένων ημερών να μας τυλίγει
με τα μαλλιά γεμάτα φύκια και σιγανές φωνές πνιγμένων
με την παλάμη ανοιχτή ακόμη απ’ την παλιά πληγή
αδιόρατα γέρνοντας το κεφάλι στους σιωπηλούς θεούς της θάλασσας

Κάποτε βαθιά μέσα στην πέτρα αναδεύει
μνήμη σκληρή του Βυζαντίου και της Ιωνίας
Κάποτε ένας βασιλιάς πεθαίνει
και σε ώρες μεγάλης ερημιάς ακούγεται η σκοτεινή φωνή του Ατρείδη
Τότε γεμίζουνε τα μάτια απ’ την κρυμμένη ταραχή
και στα θαλασσινά μας γένια μουρμουρίζει παλιών γερόντων το παράπονο
Τότε το πέλαγο φουσκώνει σ' ανοιχτούς κυματισμούς
κι απ’ το αλάτι της φωνής μας
αιμάτινοι σταλαχτίτες λάμπουν στο δειλινό

Από τη συλλογή Έγχελυς ή επιστροφή (1981) του Θάνου Παπαδόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θάνος Παπαδόπουλος

Θάνος Παπαδόπουλος, Το τραγούδι των αντρών που ξέρουν

[Ενότητα Έγχελυς ή επιστροφή]

Το τραγούδι των αντρών που ξέρουν

Πέρασε ακόμα ένας αιώνας
πρέπει λοιπόν να μετακινηθεί ο ορίζοντας
πρέπει αυτή η φωτιά να δυναμώσει
και τα παιδιά να κινδυνέψουν μες στη νύχτα
Τότε μονάχα θα ησυχάσουν οι γερόντοι

Άκου! τα δέντρα μουρμουρίζουν πάλι ένα τραγούδι απ’ την Ασία
Καινούριοι μισθοφόροι φάνηκαν στους λόφους
Κρατούν κλαδιά και πορφυρούς θεούς

Ψυχή μου βάστα πάλι
Αυτή η φωτιά πρέπει να δυναμώσει
και το ποτάμι να κυλήσει τα νερά του

Από τη συλλογή Έγχελυς ή επιστροφή (1981) του Θάνου Παπαδόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θάνος Παπαδόπουλος

Θάνος Παπαδόπουλος, Το τραγούδι της γυναίκας του στρατιώτη

[Ενότητα Έγχελυς ή επιστροφή]

Το τραγούδι της γυναίκας του στρατιώτη

Ω, τ’ ασημένιο σώμα σου πώς άστραφτε
πώς σπαρταρούσε και συστρεφόταν απ’ την ορμή
σαν το σπαθί στου φεγγαριού τη λάμψη
λιγάκι ανήσυχο από την προσδοκία του αγνώστου
έτοιμο τις κινήσεις του να σπαταλήσει
έτοιμο στους σπασμούς του να παραδοθεί
Τότε σαν ξεκινήσαμε απ’ τ’ ακρωτήρι
Από την πολιτεία των νεκρών προγόνων

Και τώρα πώς ωρίμασες, πώς έγινες
τόσο περίσκεφτη τόσο συλλογισμένη
Τώρα που μέστωσε το κάλεσμα στο αίμα σου
πώς τα προβλέπεις όλα πώς τα συντηρείς
Ή μήπως και φοβάσαι τώρα
τα σκιερά δάση της θάλασσας
τη σκοτεινή μαγεία του βυθού
κοράλλια με τα αιμάτινά τους άνθη
τους περουζέδες και τα κρύσταλλα του όρθρου
και το σκυλόψαρο που μας παραμονεύει

Σφίγγοντας ολοένα το θανάσιμο κλοιό του.

Από τη συλλογή Έγχελυς ή επιστροφή (1981) του Θάνου Παπαδόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θάνος Παπαδόπουλος

Θάνος Παπαδόπουλος: Αθήνα, χειμώνας του 1971 (II)

Θάνος Παπαδόπουλος: Αθήνα, χειμώνας του 1971

Αλήθεια,
ποιος ξέρει τι σημαίνει ένας δρόμος
με την πυκνή ομίχλη σάπιου αίματος
να κολυμπά ατέλειωτα ανάμεσά μας

II

Και δε μιλώ μονάχα για την ώρα
που το μαχαίρι ξανασμίγει στη σφαγή
κι ακούς τα πρόβατα γεμάτα θλίψη να βελάζουν
Και τα περάσματα να κλείνουν ένα-ένα
Και του θανάτου ακούς τη μυστική φωνή που φτάνει
Μες στον παροξυσμό της μοναξιάς τους.

Αλλά μιλώ για κείνους που κρατήσαν
με νύχια και με δόντια τη ζωή τους
μέσα στη νύχτα που ούρλιαζε σα σκύλα
τη φλόγα μιας φωτιάς που κάποτε θ’ ανάψει
την πόλη των αυτοκινήτων ν’ αφανίσει

Γι’ αυτούς μιλώ
Και για το σκοτεινό τους αίμα.

Από την ελληνική ανθολογία της νέας ποιήσεως (έκδ. Άγκυρα, 1974)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θάνος Παπαδόπουλος

Θάνος Παπαδόπουλος: Αθήνα, χειμώνας του 1971 (I)

Θάνος Παπαδόπουλος: Αθήνα, χειμώνας του 1971

Αλήθεια,
ποιος ξέρει τι σημαίνει ένας δρόμος
με την πυκνή ομίχλη σάπιου αίματος
να κολυμπά ατέλειωτα ανάμεσά μας

I

Όταν μέσα στη σκόνη και το φως της μέρας
ξάφνου σταθείς σε μια γωνιά μονάχος
να ξεδιαλέξεις πρόσωπα και πράγματα
για το δικό σου κόσμο

τότε μια λάμψη χύνεται απ’ τη μορφή σου
καθώς ακούς το αίμα να ξυπνά μέσα στη γη
κι οι φλόγες να κυκλώνουνε την πόλη.

Από την ελληνική ανθολογία της νέας ποιήσεως (έκδ. Άγκυρα, 1974)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θάνος Παπαδόπουλος

Θάνος Παπαδόπουλος, Ινδοκίνα

[Ενότητα Σημειώσεις – Παράρτημα 2]

Ινδοκίνα

Στον Γιάννη Ρ.

Το ξέρω πως δεν είμαι ποιητής
τα λόγια μου δεν είναι από αχάτη
ούτε οι κραυγές μου φτάνουν να σκεπάσουν
το αίμα που βογκά στην Ινδοκίνα

Σαπίζουν πάλι μες στους ορυζώνες
για πάντα σιωπηλοί όσοι πεθαίνουν
και στ’ άσπρα δόντια σφίγγουνε με λύσσα
χλωρό το νόμισμα του περατάρη

Το ξέρω πως δεν είμαι ποιητής
μα τώρα που οι ποιητές κρύβουνε πάλι
σώμα οξειδωμένο μες στα πλάνα
θα κλάψω εγώ με στίχους τρυφερούς
αυτόν που πέφτει αμίλητος στο χώμα

Αίμα χλωρό που τρέχει από τη φλέβα
αδιάφορα ποτίζοντας το χόρτο
που δεν θα δει να μεγαλώνει

Από τη συλλογή Έγχελυς ή επιστροφή (1981) του Θάνου Παπαδόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θάνος Παπαδόπουλος

Θάνος Παπαδόπουλος, Οι σημαίες

[Ενότητα Σημειώσεις – Παράρτημα 2]

Οι σημαίες

Άλλες σημαίες ανέμιζες
κι άλλες ήρθαν
κι ακόμη απορώ πώς βάσταξε το αίμα σου
με τόσα χαρακώματα σιωπής ολόγυρά σου
κι ούτε ένα πράγμα πια δικό σου
ούτε μια αίσθηση κρυφή

και οι βράχοι ακόμη σε προδίνουν
και το αίμα σου στραγγίζει ολοένα
σ’ αυτή την εξορία την διπλή

Από τη συλλογή Έγχελυς ή επιστροφή (1981) του Θάνου Παπαδόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θάνος Παπαδόπουλος

Θάνος Παπαδόπουλος, Όμως οι αγωνιστές του λαού (5)

[Ενότητα Διασκευές του Ταό]

Όμως οι αγωνιστές του λαού

5

Ο άρχοντας και ο κυβερνήτης δεν έχουν έλεος
μεταχειρίζονται τους ανθρώπους σαν αχυρένια σκυλιά
Κι ο σοφός δεν έχει έλεος
και γι’ αυτόν οι άνθρωποι είναι
σαν αχυρένια σκυλιά
Όμως οι αγωνιστές τού λαού είναι
σαν το χορτάρι
εσύ το θερίζεις κι αυτό αψηλώνει
όσο περισσότερο κόβεις τόσο περισσότερο γίνεται

Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια
κοίτα και συ να συντηρήσεις την παράδοση

Από τη συλλογή Έγχελυς ή επιστροφή (1981) του Θάνου Παπαδόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θάνος Παπαδόπουλος

Τίτος Πατρίκιος, Ας σταματήσουμε μ’ αυτή την ιστορία

[Ενότητα Μαθητεία (1956-1959): Το δάσος και τα δέντρα]

Ας σταματήσουμε μ’ αυτή την ιστορία

Ας σταματήσουμε μ’ αυτή την ιστορία
πως έφταιξε μονάχα ο Μπέρια.
Όλοι μας κάποτε θαυμάσαμε
κάποιον εγχώριο μιμητή του
όλοι τη σκέψη μας την είχαμε εκχωρήσει
σ’ αρχηγούς σοφούς που σκέφτονταν για λογαριασμό μας
όλοι μας λιβανίσαμε για μεγαλοφυΐες καθοδηγητές
που βλέπαμε τι ντενεκέδες ήσαν
όλοι αρνηθήκαμε την καλημέρα σε διαγραμμένους
που ξέραμε πως δεν ήσανε χαφιέδες
όλοι καταπίναμε τη γνώμη μας σα φλέμα
δίχως το σθένος να πάμε μιαν άποψη ως το τέλος
όλοι μας γράψαμε ποιήματα προσωπολατρίας
ή πάντως τα ορεχτήκαμε.
Δεν έφταιξε μόνο ο Μπέρια.

*

Αλίμονο το νιώθαμε πόσο ήμαστε ανίσχυροι
πόσο εύκολα γινόμαστε ύποπτοι όλοι
πώς σ’ αχρηστεύει μια συντροφική κουβέντα
ένα φιλικό χτύπημα στον ώμο
άλλωστε το ’χαμε δεχτεί
οι διανοούμενοι είναι ανεύθυνοι
οι ποιητές ευάλωτοι
και πια δεν ήταν ο φόβος της ζωής
δεν ήταν καν ο φόβος του στιγματισμού,
της απομόνωσης, της καταδίκης,
ήτανε πάνω απ’ όλα ο φόβος μήπως βλάψεις
μην άθελά σου βοηθήσεις τον εχθρό
μη δεν προσφέρεις πέρα απ’ τη ζωή σου
την ίδια σου τη συγκατάθεση
έτοιμος πάντα κι εσύ να ξαναπείς
θρόνου εξώσατε, πόλεως απελάσατε,
αιρούμαι παθείν ό,τι αν βούλησθε
και περ αθώος ων,
της υμών ένεκεν ομονοίας…

Μα αν είναι για χάρη της ομόνοιας
να πνίγεται πάντοτε η αλήθεια
να βασιλεύουνε διαρκώς οι φαύλοι,
όχι καθάρματα, όχι άλλο πια,
μια τέτοια ενότητα καλύτερα να συντριβεί.

*

Δεν έφταιξε μονάχα ο Μπέρια
όταν ακόμα τόσοι εμπνέονται
από βιογραφίες κίβδηλες και γλοιώδεις
τόσοι χρειάζονται πρόθυμους γραφιάδες
παραχαράκτες δημοσιογράφους, κόλακες ποιητές,
τόσοι επαναλαμβάνουν ξεθωριασμένες ρητορείες
καλύπτοντας συντάξιμα έτη επανάστασης
και καταστρώνοντας την προσεχή προαγωγή τους.

Μάης 1956

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Τίτος Πατρίκιος – Ποιήματα, II (εκδόσεις Κέδρος, 1998)

Τίτος Πατρίκιος, Η μοιρασιά

[Ενότητα Μαθητεία (1956-1959): Χρόνια της ασφάλτου]

Η μοιρασιά

Πολλά τα πράγματα να μοιραστούμε
και συνεχώς διαλέγουμε τα πιο λίγα,
θέλουμε μόνιμα τον άλλο
στην πλήρη κατοχή μας
μικραίνοντας το σώμα του
διχοτομώντας τη φωνή του.
Ως πότε πια θα ζω
μέσα στα πρόσωπα που με περιέχουν
ως πότε θα μεταφέρω μέσα μου
πρόσωπα όλο και πιο συρρικνωμένα;

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Τίτος Πατρίκιος – Ποιήματα, II (εκδόσεις Κέδρος, 1998)

Τίτος Πατρίκιος, Ανοιχτά σύνορα

[Ενότητα Επιστροφή στην ποίηση (1948-1951)]

Ανοιχτά σύνορα

Θυμάσαι είχαμε κάνει την ίδια υπογράμμιση
στο ίδιο βιβλίο του Μαρξ…

Δεν υπάρχουν για μας μακρινοί περίπατοι
σε δρόμους ολόσκεπους με δέντρα
το πολύ στα κράσπεδα σκονισμένες πικροδάφνες.
Στις άδειες τσέπες μας δεν κουδουνάνε αστέρια
μόνο ένα κουτί τα πιο φτηνά τσιγάρα
και ρέστα από χιλιάρικο.
Το μέτρησαν επιτέλους οι ξένες αποστολές
το γράψαν οι εφημερίδες με ημίμαυρα
το αγνοούν οι Πολιτικές Επιστήμες του Πανεπιστήμιου:
στον τόπο μας
έχουμε κατά κεφαλήν
ογδόντα δολάρια εισόδημα το χρόνο.

Ακρόπολη
αρχαία μάρμαρα που με κοιτάτε
ποιοι πέρασαν
ποιοι πολέμησαν
ποιοι χάραξαν τ’ όνομά τους
ποιοι μείναν άγνωστοι για πάντα
είμαι κι εγώ ένας απ’ αυτούς.
Πατάω το ίδιο χώμα
με τα θαμμένα παράνομα βιβλία
και τ’ αυτόματα που αρπάξαμε από τον εχθρό
στην ίδια πόλη ζω
που απλώνει πέρα από σύνορα και χρόνο.
Και γίνονται όλα ένα
τ’ ανόμοια και τα μακρινά.

Ε, σεις πολιτείες που βρίσκεστε κοντά μου
σας μιλάω εγώ απ’ την Αθήνα
στεφανωμένος από ένα γέρικο ουρανό
που βαρέθηκε να ’ναι γαλάζιος
τον Κόκκινο πρωινό ουρανό ολωνών μας.
Μιλάω σε σένα Παρίσι
με τις παλιές σου καρμανιόλες, λιθόστρωτο
πλυμένο απ’ τη βροχή, το αίμα,
τις βρισιές των κομμουνάρων,
Παρίσι δίχως Σηκουάνα γι’ αυτοκτονίες.
Σε σένα Άγια Πετρούπολη
με τα παρμένα Χειμερινά Ανάκτορα
που γδύθηκες τ’ όνομά σου
για να φορέσεις την απλή στολή του Λένιν.
Μιλάω σε σένα Μαδρίτη
κάρβουνα σαν και μας
καρφωμένη απ’ τις μαυριτάνικες λόγχες,
Μαδρίτη αγαπημένη, οδόφραγμα δικό μας.

Πέφτοντας κάπου μα πάντα νικώντας.
Το εμβατήριο.

Γενάρης 1950

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Τίτος Πατρίκιος – Ποιήματα, II (εκδόσεις Κέδρος, 1998)

Τίτος Πατρίκιος, Η κατάκτηση του Έβερεστ

Η κατάκτηση του Έβερεστ

Η αποστολή που θα ’φευγε για το Θιβέτ
ξεκίνησε ένα πρωί ωραία-ωραία
πλήθη κόσμου τους ξεπροβόδισαν
στο σταθμό κι έπειτα στο λιμάνι
ακούστηκαν διπλοί λόγοι πατριωτικοί
κι άφθονα «ζήτω»
για τα «παιδιά μας τα γενναία».
Πηγαίνανε στα Ιμαλάια
να κατακτήσουνε το Έβερεστ
και για τη δόξα της πατρίδας
η κυβέρνηση τους βοήθησε πολύ
τους έδωσε και μια θεόρατη σημαία
για να τη στήσουνε στου Έβερεστ
την απάτητη κορφή.

Είχαν θαυμάσιο ταξίδι ως τις Ινδίες
κι εκεί όλα πηγαίνανε καλά
έξω από κάτι που τους λύπησε,
σ’ ένα βαθύ, ατέλειωτο φαράγγι
ξεψύχησαν δυο-τρεις κούληδες
που κουβαλούσαν εφόδια κι αποσκευές
μα ο Βρετανός αξιωματικός της συνοδείας
είπε πως δεν ήταν τίποτα σπουδαίο
πως τέτοια συμβαίνουνε συχνά.
Σαν επιτέλους βγήκαν σ’ ένα ξάγναντο
αντίκρισαν σχεδόν μπροστά τους
να ορθώνονται τα Ιμαλάια.
Ξεχνώντας κόπους και στενοχώριες
για λίγο έμειναν θαμπωμένοι
κι ύστερα ορκίστηκαν:
«Θα τα νικήσουμε».
Σκαρφάλωναν στα χιονισμένα καταράχια
άφηναν πίσω τους βουνοπλαγιές κι ολόρθα βράχια
για να ’ρθει μια στιγμή που την καρδιά τους
τάραξε ένα συναίσθημα ιλίγγου αψύ.
Ήταν η θέα του Έβερεστ
του πιο ψηλού βουνού του κόσμου.

Ανέβαιναν, ανέβαιναν όλο και πιο ψηλά
ώσπου κατασκηνώσαν σε μιαν απανεμιά
των πάγων, όσο ψηλά δεν είχε φτάσει άνθρωπος,
μα έπρεπε κι άλλο ν’ ανεβούν.
Για την ύστατη προσπάθεια
διάλεξαν δύο, τους πιο γερούς
τους πιο δοκιμασμένους
δυο παλικάρια όλο ζωή
που μόλις καλμάρισε ο καιρός
κινήσανε με φλόγα μες στα χιόνια
να φτάσουν το ιδανικό τους.
Οι άλλοι παρακολουθούσαν με τα κιάλια
κι όταν τους είδαν να πατάνε την κορφή
βράχνιασαν ξεφωνίζοντας από χαρά
αλλά σαν φάνηκε να ξεδιπλώνεται η σημαία
δάκρυσαν σιωπώντας.

Τα δυο παιδιά αρχίσανε να κατεβαίνουν
μα ξάφνου ξέσπασε άγρια θύελλα
τους τύλιξε η ομίχλη, τους σκέπασε το χιόνι
δεν άντεξε άλλο η μοναχική φωτιά τους.
Τίποτε δεν απόμεινε
από σημαίες και ζητωκραυγές
που να θυμίζει πως κάποτε υπήρξαν.

Δεκέμβρης 1943

Από τα Πρώτα ποιήματα (1943) του Τίτου Πατρίκιου

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Τίτος Πατρίκιος – Ποιήματα, II (εκδόσεις Κέδρος, 1998)

Τίτος Πατρίκιος, Δον Κιχώτες

Δον Κιχώτες

Απ’ του σχολειού μας τ’ άχαρα θρανία
όνειρα πλέκαμε για τη ζωή
κι ως χτες ακόμα με μανία
να βγούνε λέγαμε μπορεί.

Νέοι κινήσαμε του κόσμου Δον Κιχώτες
για την κατάχτησή του τη σκληρή
μ’ άγγιχτη η πανοπλία πρόσμενε το πότες
ώσπου βαρέθηκε τη δόξα μας να καρτερεί.

Σα σκούριασε στη γωνιά της αφημένη
μάχη δεν ήξερε ακόμα τι θα πει
όμως καλύτερα να ’βγαινε νικημένη
παρά που τη σκέπασε απόλεμη ντροπή.

Τώρα που όλα έχουνε πια χαλάσει
και μάδησαν τα λίγα μας φτερά
σε τούτη που μας δόθηκε την πλάση
τα δόντια σφίγγοντας για πρώτη μας φορά

θα ψάξουμε όλοι να βρούμε μια θεσούλα
ίσως και παραγιοί σε κάποιο καπηλειό
είτε να κουβαλάμε βαλίτσες και μπαούλα
άσχετο αν χρόνια πηγαίναμε σχολειό.

Από τα Πρώτα ποιήματα (1943) του Τίτου Πατρίκιου

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Τίτος Πατρίκιος – Ποιήματα, II (εκδόσεις Κέδρος, 1998)

Μίμης Σουλιώτης, Πρέσπες

Πρέσπες

Είναι ώρες-ώρες θάλασσα κι οι Πρέσπες,
μεγάλη, πρασινο-γάλαζη και γκρίζα,
δεν την περνάς με καντιλλάκ ούτε με βέσπες∙
εδώ λόγια πολύγλωσσα και τ’ άλογο πειθήνιο
σέρνει το κάρο με γκούμια από αλουμίνιο
σύρριζα στων βράχων την ξέξασπρη μαρκίζα.

Τόπος τερματικός. Παλιές σκιές
από φως πλάγιο και πιωμένο
περιπολούν άοπλες. Βαραίνουν οι φασολιές,
το νερό αραίωσε, γδέρνεται η βάρκα
στην περιττή ακρογιαλιά∙ τα βράχια πέτρινες μασέλες,
τα οστά του Σαμουήλ γδυτά χωρίς τη σάρκα.

Γελάδια βόσκει στ’ αναδυμένα μέρη
το παιδόπουλο∙ προσεχής Έλλην από χέρι,
αξύριστος, λιγνός, λείψανο αχνό στ’ αγέρι
τα σαλαγάει σφυρίζοντας με το στόμα και το χέρι.

Από τη συλλογή Παλιές ηλικίες (2002) του Μίμη Σουλιώτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μίμης Σουλιώτης

Μίμης Σουλιώτης, Χιόνισε

Χιόνισε

Ξημερώσαμε κάτασπρα και συνέχιζε να το ρίχνει,
το ’χει στρώσει χοντρά, η φθινοπωρινή μετάβαση έληξε
και ξαναεγκαταστάθηκαν τ’ αρθριτικά,
διανύουμε τον χειμώνα.
Ο τελευταίος μάγος του Νομού μας Ζούμπος
πρόβλεψε χιόνι 25 Νοεμβρίου,
και χιόνισε στις 24 στα ψηλά.
Σήμερα πρώτη Δεκεμβρίου είμαστε στ’ άσπρα,
κρύο για σταφίδες, οικονομημένες Καλημέρες
και λιγότερες διενέξεις, λευκάνθηκε και η πρασιά.
Μετά βγήκε ένας άνεμος
από τη Μπάνιτσα ως τα τελειώματα της περιοχής
τσάκισε δέντρα, στο Κλειδί έσπρωχνε τα σκυλιά,
θαφτήκαν γιωταχί και πέφταν μύτες.
Μέσα στο Αμύνταιο πήρε παντζούρια
τα σπίτια είχαν ανάψει φώτα αυτοάμυνας,
σε ολόκληρη κωμόπολη
δεν περπατούσε ψυχή.

Από τη συλλογή Παλιές ηλικίες (2002) του Μίμη Σουλιώτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μίμης Σουλιώτης