Κ. Γ. Καρυωτάκης, Gala

Gala

Θα γλεντήσω κι εγώ μια νύχτα.

Μαυροντυμένοι απόψε, φίλοι ωχροί,
ελάτε στο δικό μου περιβόλι
μ’ ένα παλμό το βράδυ το βαρύ
για να το ζήσουμ’ όλοι.

Τ’ αστέρια τρεμουλιάζουνε, καθώς
το μάτι ανοιγοκλεί προτού δακρύσει.
Ο κόσμος των δεντρώνε ρέβει ορθός.
Κλαίει παρακάτου η βρύση.

Από τα σπίτια που είναι σαν βουβά,
κι ας μίλησαν τη γλώσσα του θανάτου,
με φρίκη το φεγγάρι αποτραβά
τ’ ασημοδάχτυλά του.

Είναι το βράδυ απόψε θλιβερό
κι εμείς θα το γλεντήσουμε ως το βράδυ,
όσοι έχουμε το μάτι μας ογρό
και μέσα μας τον Άδη.

Οι μπάκοι μάς προσμένουν. Κι όταν βγει
το πρώτο ρόδο στ’ ουρανού την άκρη,
όταν θα σκύψει απάνου μας η αυγή,
στο μαύρο μας το δάκρυ.

Θα καθρεφτίσει το απαλό της φως.
Γιομάτοι δέος, ορθοί θα σηκωθούμε,
τον πόνο του θα ειπεί κάθε αδερφός
κι όλοι σκυφτοί θ’ ακούμε.

Κι ως θα σας λέω για κάτι ωραίο κι αβρό
που σκυθρωποί το τριγυρίζουν πόθοι,
τη λέξη τη λυπητερή θα βρω
που ακόμα δεν ειπώθη.

Μαυροντυμένοι απόψε, φίλοι ωχροί,
ελάτε στο δικό μου περιβόλι,
μ’ έναν παλμό το βράδυ το βαρύ
για να το ζήσουμ’ όλοι.

Από τη συλλογή Ο πόνος των ανθρώπων και των πραγμάτων (1919) του Κώστα Καρυωτάκη

Πηγή: Νεοέλληνες λυρικοί (επιμέλεια Γιώργου Θέμελη, εκδ. Αετός, 1954)

Κ. Γ. Καρυωτάκης, Θάνατοι

Θάνατοι

Είναι άνθρωποι που την κακή ώρα
την έχουν μέσα τους

Χεράκια που κρατώντας τα τριαντάφυλλα
κι απ’ την χαρά ζεστά των φιλημάτων,
χεράκια που κρατώντας τα τριαντάφυλλα
χτυπήσατε τις πόρτες των θανάτων∙

ματάκια μου που κάτι το εδιψάσατε
και διψασμένα εμείνατε ποτήρια,
ματάκια μου που κάτι το εδιψάσατε
κι εμείνατε κλεισμένα παραθύρια∙

μάτια, χεράκια, στόματα, ιστορήστε μου
τον πόνο κάποιας ώρας, κάποιου τόπου,
μάτια, χεράκια, στόματα, ιστορήστε μου
τον Πόνο των Πραγμάτων και του Ανθρώπου.

Από τη συλλογή Ο πόνος των ανθρώπων και των πραγμάτων (1919) του Κώστα Καρυωτάκη

Πηγή: Νεοέλληνες λυρικοί (επιμέλεια Γιώργου Θέμελη, εκδ. Αετός, 1954)

Μίκης Θεοδωράκης & Τάσος Λειβαδίτης, Έχω μια αγάπη

Έχω μια αγάπη

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Στίχοι: Τάσος Λειβαδίτης
Τραγούδι: Μαρινέλλα & Στέλιος Καζαντζίδης
Δίσκος: Μίκη Θεοδωράκη «Πολιτεία Α’ & Πολιτεία Β’» (1961)

Έχω μια αγάπη ολοδική μου
τριαντάφυλλο άστρο μου κι αυγή μου
χίλιοι άντρες δεν θα το μπορούσαν
όπως εγώ να σ’ αγαπούσαν

Μέσα στα μάτια σου γλυκές
τ’ Αϊ-Γιάννη ανάβουν οι φωτιές

Στο στόμα σου σαν είμαι απάνω
πια δεν φοβάμαι να πεθάνω
στα χέρια σου σαν είμαι μέσα
τότε έγια μόλα έγια λέσα

Χωρίς καράβι και πανιά
άι ταξιδεύω τον ντουνιά

Έχεις τον ήλιο στα μαλλιά σου
και το φεγγάρι στην ποδιά σου
και ένα τζιτζίκι εκεί στα στήθια
που σου λέει παραμύθια

Απ’ τα δικά σου τα φιλιά
μάθαν τραγούδι τα πουλιά

Τάσος Λειβαδίτης, Λαϊκές ιστορίες

Λαϊκές ιστορίες

[Ενότητα Στίχοι γραμμένοι σε πακέτα τσιγάρα]

Τα σπίτια στην πατρίδα μου είναι χαμηλά
οι στέγες τους στάζουν, στην κουζίνα είναι ένας κουβάς
για τα βρόμικα νερά. Οι άνθρωποι κάθονται στο τραπέζι
όπως γύρω από ένα νεκρό. Απ’ τα σπασμένα παράθυρα μπαινοβγαίνει η νύχτα, η βροχή κι ο χρόνος.
Τα παιδιά δουλεύουν στα μηχανουργεία και τα κορίτσια
μένουν ανύπαντρα.

Σ’ ένα τέτοιο σπίτι γεννηθήκαμε.
Σ’ ένα τέτοιο σπίτι μεγαλώσαμε, αγαπήσαμε, ονειρευτήκαμε.
Σ’ ένα τέτοιο σπίτι οχυρωθήκαμε
και πολεμήσαμε.

Αυτή είναι η ιστορία μου.

Από τη συλλογή Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο (1956) του Τάσου Λειβαδίτη

Τάσος Λειβαδίτης, Ποιητική

Ποιητική

[Ενότητα Στίχοι γραμμένοι σε πακέτα τσιγάρα]

Γράφω για κείνους που δεν ξέρουν να διαβάσουν
για τους εργάτες που γυρίζουνε το βράδυ με τα μάτια κόκκινα απ’ τον άμμο
για σας χωριάτες, που ήπιαμε μαζί στα χάνια τις χειμωνιάτικες νύχτες του αγώνα
ενώ μακριά ακουγότανε το ντουφεκίδι των συντρόφων μας.
Γράφω να με διαβάζουν αυτοί που μαζεύουν τα χαρτιά απ’ τους δρόμους
και σκορπίζουνε τους σπόρους όλων των αυριανών μας τραγουδιών
γράφω για τους καρβουνιάρηδες, για τους γυρολόγους και τις πλύστρες.
Γράφω για σας
αδέρφια μου στο θάνατο
συντρόφοι μου στην ελπίδα
που σας αγάπησα βαθιά κι απέραντα
όπως ενώνεται κανείς με μια γυναίκα.

Κι όταν πεθάνω και δε θα ’μαι ούτε λίγη σκόνη πια μέσα στους δρόμους σας
τα βιβλία μου, στέρεα κι απλά
θα βρίσκουν πάντοτε μια θέση πάνω στα ξύλινα τραπέζια
ανάμεσα στο ψωμί
και τα εργαλεία του λαού.

Από τη συλλογή Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο (1956) του Τάσου Λειβαδίτη

Τάσος Λειβαδίτης, Κριτική της ποίησης

Κριτική της ποίησης

[Ενότητα Στίχοι γραμμένοι σε πακέτα τσιγάρα]

Ε! τι καθόσαστε λοιπόν ποιητές
βγείτε στους δρόμους, καβαλήστε στα λεωφορεία, ανεβείτε στις αμαξοστοιχίες
να δείτε καθώς θ’ απαγγέλλετε τα τραγούδια σας
ν’ ανθίζει μες στην καρβουνόσκονη σαν έν’ άσπρο τριαντάφυλλο
το γέλιο των μηχανοδηγών.
Πηγαίντε στη λαϊκή αγορά
ανάμεσα στις φωνές και τη μυρουδιά των λαχανικών.
Είναι εκεί μια αντρογυναίκα με ξυλοπάπουτσα
που αν χαμογελάσει με τους στίχους σας
σημαίνει πως κάτι φτιάξατε στη ζωή σας.
Γιατί αυτή η αντρογυναίκα με το πλατύ, βλογιοκομμένο πρόσωπο
έχει τρία παιδιά σκοτωμένα
και δεν το ’χει σκοπό να γελάσει με μυξάρικους στίχους.
Ανεβείτε με τα πριονοπέδιλα πάνω στους στύλους του τηλέγραφου
και τραγουδήστε και ξανατραγουδήστε
και κουνώντας σαν ένα τσαλακωμένο κασκέτο την καρδιά σας
χαιρετήστε
το μέλλον.

Από τη συλλογή Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο (1956) του Τάσου Λειβαδίτη

Τάσος Λειβαδίτης, Παραμονή Χριστουγέννων

Παραμονή Χριστουγέννων

Παγωνιά
στον ουρανό ένα χρώμα βρόμικης φανέλας
στεκόμαστε στη γραμμή
όρθιοι
κάποιος χνωτίζει τα νύχια του
κάποιος δαγκώνει τα δάχτυλά του
ένα παιδί με σπυριά δίπλα σου
δε μιλάει
κρυώνει
ένα χαρτάκι κολλημένο στο συρματόπλεγμα
κι εκείνο κρυώνει
καθώς μας πλευρίζουν τα καμιόνια
μια μυρουδιά μπενζίνας
οι πόρτες που ξανακλείνουνε
ο λοχαγός έχει δυο μάτια από κατράμι
η φωνή του μες απ’ τις μύτες του σηκωμένου γιακά
ένας-ένας
ακούει τ’ όνομά του
και βγαίνει
αντίο, αντίο
το χώμα τρίζει κάτω απ’ τις αρβύλες
κάποιος σηκώνει το χέρι του
τίποτ’ άλλο
το παιδί με τα σπυριά προχωράει
στη θέση του μένουν δυο χνάρια από αρβύλες
που σε λίγο θα σβήσει η βροχή
ένα χέρι γλιστράει το ρολόι του στην παλάμη σου
δε θα μου χρειαστεί, λέει — αντίο
το χαρτάκι κολλημένο στο συρματόπλεγμα
κρυώνει ακόμα.

Ξεκινάνε τα φορτηγά.

Είκοσι άνθρωποι κουβαριασμένοι μες σ’ ένα αντίσκηνο
δε μπορείς να σαλέψεις ούτε τη γλώσσα σου
μα είναι πολλά τα χέρια να μοιράσεις την πίκρα σου
πολλές οι ανάσες να ξεχνάς τη βροχή.
Έχει αρκετή θέση
για να πεθάνεις.

Θα κουβαλήσουμε κι απόψε το σακί της νύχτας
θα κολλήσουμε τ’ αποτσίγαρο στη μύτη της αρβύλας μας
θ’ ακουμπήσουμε την καρδιά μας σε μια διπλανή καρδιά
όπως το βράδυ ακουμπάνε οι κουβέρτες και τα όνειρά μας.

Ελάτε λοιπόν
όλοι μαζί
να φυσήξουμε αυτό το μικρό καρβουνάκι στη χόβολη της ελπίδας
τώρα που η λάμπα μας έσβησε
που νυστάζει η σκοπιά
και το στρατόπεδο φόρεσε την κουρελιασμένη χλαίνη
της ομίχλης.

Μας ήρθε μ’ ένα χαμόγελο και μια τραμβαγέρικη πατατούκα.
Του κάναμε τόπο
άπλωσε μια λινάτσα, την έστρωσε καλά καλά
και μας κοίταξε.
Φυσούσε ένας αγέρας δυνατός απ’ το Νοτιά
και το μούτρο του ήταν βλογιοκομμένο σαν ψιχαλισμένος δρόμος.
Ύστερα βράδιασε και βγάζοντας τα χέρια από τις τσέπες
μας έδωσε κάτι φτηνές μέντες
πασαλειμένες χνούδια και καπνό.
Τον πήραν νύχτα ξαφνικά και τον σκοτώσαν στο προαύλιο
η πατατούκα του πεταμένη πάνω στο χώμα
μα δάγκωνε σφιχτά στα δόντια το χαμόγελό του
μη του το πάρουν.

Μη με λες λοιπόν σύντροφο
έχω ένα σταχτί ουρανό μέσα μου
κρύβω στην τσέπη μου ένα όνειρο κουρελιασμένο
σφίγγω στα χέρια τ’ άγνωστο όνομά μου
σαν το παιδάκι που αγκαλιάζει ένα ξύλινο πόδι
ακουμπισμένο σε μια γωνιά.

Μη με λες λοιπόν σύντροφο.
Την ώρα που οι συντρόφοι μας πεθαίνουνε τραγουδώντας
την ώρα που εσύ ακονίζεις στο μίσος τη σκληρή σου παλάμη
εγώ σε προδίνω
καθώς μέσα στη νύχτα κρυώνω και φοβάμαι τη λησμονιά.

Το ξέρω, ένας σύντροφος πρέπει να ζήσει μιαν άλλη ζωή
και να πεθάνει απλά
όπως κανείς τραβάει την κουβέρτα ως τα μάτια του
κι αποκοιμιέται.

Μα όταν εγώ κι αυτούς εδώ τους στίχους τους γράφω
μήπως μιλήσουν για μένα – όχι, μη με λες σύντροφο.
Είμαι ένα τσαλακωμένο χαρτί που κόλλησε στην αρβύλα σου
καθώς
προχωράς.

Η ασετιλίνη που σφυρίζει στη γωνιά
ένα σπασμένο παράθυρο φιμωμένο με σκοτάδι.
Η σκεπή του μαγειρείου μπάζει νερά.
Βουίζει μες στις χαραμάδες ο άνεμος.
— Θωμά, πάρε τσιγάρο
και μη σκαλίζεις τα δόντια σου, Θωμά.
Μάταια ψάχνεις για ένα τριματάκι
απ’ το παλιό παιδικό χριστόψωμο.
Βουίζουνε τα φλόγιστρα του πετρελαίου. Ο Θωμάς
σφίγγει στα γόνατά του μια πατάτα
και καθαρίζει ήσυχα ήσυχα. Τ’ άλλο του χέρι είναι κομμένο.

Κοιτάμε με την άκρη του ματιού το σκοπό που μπαίνει
μ’ ένα φύσημα παγωμένου αέρα. Το σαγόνι του
θα τρέμει πίσω απ’ το χακί κασκόλ.

Σηκώνεις το γιακά της χλαίνης σου. Χιονίζει.
Μια πλάκα φωνογράφου στο Διοικητήριο. Πιο μακριά
η σιωπή. Καλή νύχτα, καλά Χριστούγεννα.
Συλλογιέσαι τ’ άστρα πίσω απ’ την καταχνιά
σκέφτεσαι πως αύριο μπορεί να σε σκοτώσουν.
Μα απόψε αυτή η φωνή είναι μια τσέπη μάλλινη
χώσε τα χέρια σου.
— Καληνύχτα, Θωμά, καλά Χριστούγεννα.

Κι η καρδιά σου φωτίζεται σαν χριστουγεννιάτικο τζάμι.

Μακρόνησος 1950

Από τη συλλογή Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο (1956) του Τάσου Λειβαδίτη

Ανδρέας Εμπειρίκος, Η μνήμη των αναμνήσεων

Η μνήμη των αναμνήσεων

[Ενότητα Α’]

Η ανύψωσις του χεριού σου
Έχει τη χάρη ζαρκαδιού που τρέχει
Σε χλόη γαλάζια σαν τα φύλλα της καρδιάς σου
Το στεφάνι που έριξες στο λαιμό του αλόγου
Είναι από άνθη λεπτότερα και από πτερά εντόμων
Η συλλογή των λουλουδιών αυτών είναι πολύτιμη
Δεν είναι συλλογή κολεοπτέρων
Δεν είναι συλλογή αγαλμάτων εξ ελεφαντοστού
Είναι μια συλλογή ενθυμημάτων
Που η διαφάνειά των ξεπερνά τα πέρατα του κόσμου
Οι πληθυσμοί της οικουμένης σε λατρεύουν
Οι σκέψεις σου είναι διάφανες όπως εσύ η ίδια
Στην επιφάνειά των πλέκουν χίλιες μικρές πομφόλυγες
Περιέχουν το πεντάσταγμα της απαλής καρδιάς σου
Κάθε παλμός της αυξάνει την ζωή μου
Κάθε παλμός της αυξάνει την ζωή μας
Είμαι στην άκρη του δάσους και συγκρατώ τους χθεσινούς ψιθύρους
Μπροστά μου το λιβάδι απλώνεται όπως χθες
Στην χλωρασιά του έφθασε το άλογο που αγάπησες
Όμως εσύ δεν ήλθες
Τα βήματα του αλόγου είναι ο βηματισμός του ονείρου μας
Είναι οι θάλασσες που διαβήκαμε
Τα τρεχαντήρια που χρωματίσαμε μαζί
Το άλογο αυτό κρατά στο στόμα του μια ημισέληνο
Χωρίς να την αφήση χλιμιντρίζει
Το άλογο αυτό και εγώ μαζί του
Στεκόμαστε στην άκρη του δάσους και σε περιμένουμε
Το άλογο αυτό και εγώ
Είμεθα πλάσμα εν και αδιαίρετο
Είμεθα κένταυρος που σε αγαπά
Είμεθα κένταυρος που ξέρει
Ότι δεν είναι δυνατόν να μη ξανάρθεις.

Από τη συλλογή Αι γενεαί πάσαι ή Η σήμερον ως αύριον και ως χθες (1984) του Ανδρέα Εμπειρίκου

Ανδρέας Εμπειρίκος, Καρπός ελαίου

Καρπός ελαίου

Επάνω από τη δοσοληψία των μιασματικών υδάτων μιας νόσου που κατεδικάσθη οριστικώς
Η άχνα της υγείας μεσουρανεί και μέλπει
Η πίστις της περιπετείας δε χαλαρώθηκε.
Τα μάτια της είναι πράσινα και κατοπτρίζονται μες στα νερά της νεότητος
Ένας νέος συναντά μια νέα και τη φιλεί
Από τα χείλη της αναπηδούν οι λέξεις μεθυσμένες
Όλη η ζωή τους μοιάζει με λιβάδι
Επαύλεις εδώ κι εκεί κοσμούν την πρασιά του
Νεότης νεότης τι ωραία που είναι τα μαλλιά σου
Τα χαϊμαλιά σου τα στολίζουν άνθη μυγδαλιάς που ανθεί σε χώρα πεδινή
Οι θρίαμβοι των καισάρων περνούν καμιά φορά απ’ αυτή τη χώρα και παρασύρουν τα νερά των κήπων
Οι γυναίκες των κηπουρών γυμνώνουν τα στήθη τους και τους παρακαλούν
Μια σειρά μαργαριταριών στάζει σε μια χοάνη
Κάθε μαργαριτάρι είναι μια σταγών και κάθε σταγών είναι ένας δράκος
Το κάστρο του κατέρρευσε και τώρα παίζουν τα παιδάκια μες στους ίσκιους
Τα θρύψαλα του καθρέφτη της πυργοδέσποινας είναι κι αυτά πετράδια
Που ρίχνουν στον πετροπόλεμο τα παλικάρια.

Από τη συλλογή Ενδοχώρα (1945) του Ανδρέα Εμπειρίκου

Ανδρέας Εμπειρίκος, Έαρ σαν πάντα

Διαβάζει ο ποιητής.

Έαρ σαν πάντα

Καλύπτουσα τα κύματα του δορυάλωτου χωριού με το κόκκινό της φόρεμα
Πρώτα μικρή κι έπειτα μεγάλη
Ανεβαίνει στην κορφή του πύργου
Και πιάνει τα σύννεφα και τα συνθλίβει επί του στήθους της
Ίσως ποτέ να μην υπήρξε μεγαλύτερος καημός από το δικό της
Ίσως ποτέ να μην έπεσαν ψίθυροι πιο πεπυρακτωμένοι στην επιφάνεια ενός προσώπου
Ίσως ποτέ δεν εξετέθη στην κατανόηση ανθρώπου έκθεσις πιο εκτεταμένη
Έκθεσις πιο ποικίλη πιο περιεκτική από την ιστορία που λεν τα νέφη αυτής της εξομολογήσεως
Εδώ κι εκεί τα κόβουν λαιμητόμοι
Θερμές σταγόνες πέφτουνε στη γη
Ο γήλοφος που σχηματίσθηκε στο κυριότερο σημείο της πτώσεως
Φουσκώνει και ανεβαίνει ακόμη
Κανείς δασμός δεν είναι βαρύτερος από μια τέτοια σταγόνα
Κανένα διαμάντι πιο βαρύ
Κανείς μνηστήρ πιο πλήρης πάθους
Στιλπνά τα κράσπεδα του λόφου και γυαλίζουνε στον ήλιο
Στην κορυφή του περιμένει μια λεκάνη
Είναι γιομάτη ως επάνω
Κι απ’ τα νερά της αναδύεται μια πολύ μικρή παιδίσκη ωραιοτάτη.
Ελπίδα μας αυριανή.

Από τη συλλογή Ενδοχώρα (1945) του Ανδρέα Εμπειρίκου

Ανδρέας Εμπειρίκος, Ηχώ

Ηχώ

Τα βήματά μας αντηχούν ακόμη
Μέσα στο δάσος με το βόμβο των εντόμων
Και τις βαριές σταγόνες απ’ τ’ αγιάζι
Που στάζει στα φυλλώματα των δένδρων
Κι ιδού που σκάζει μέσα στις σπηλιές
Η δόνησις κάθε κτυπήματος των υλοτόμων
Καθώς αραιώνουν με πελέκια τους κορμούς
Κρατώντας μες στο στόμα τους τραγούδια
Που μάθαν όταν ήτανε παιδιά
Και παίζανε κρυφτούλι μες στο δάσος.

Από τη συλλογή Ενδοχώρα (1945) του Ανδρέα Εμπειρίκου

Ανδρέας Εμπειρίκος, Αφρός

Αφρός

Είναι οι πόθοι μιναρέδες στυλωμένοι
Λάμψεις του μουεζίνη στην κορφή τους
Φωτοβολίδες των κραυγών της οικουμένης
Πυγολαμπίδες σε συρτάρια κορασίδων
Που κατοικούν σε ακρογιαλιές μέσα σ’ επαύλεις
Και τρέχουν με ποδήλατα σε κήπους
Άλλες γυμνές άλλες ημίγυμνες κι άλλες φορώντας
Φορέματα με φραμπαλάδες και ποτίνια
Που στίλβουν την ημέρα και τη νύχτα
Όπως τα στήθη τους την ώρα που βουτάνε
Μες στον αφρό της θάλασσας.

Από τη συλλογή Ενδοχώρα (1945) του Ανδρέα Εμπειρίκου

Ανδρέας Εμπειρίκος, Ισπαχάν

Διαβάζει ο ποιητής.

Ισπαχάν

Καταιγίς οξυτάτης μορφής εσκέπασε τη χώρα. Βράχοι ωρυόμενοι επέπεσαν κατά των πλατυγύρων λιμνών και το πονεμένο ψάρι σύρθηκε ως το σταθμό των αναχωρητών. Εκεί δε βρέθηκε καμιά βοήθεια γιατί το βέλασμα των μεγαλοσαύρων εσκόρπισε τα φτερουγίσματά του κι από δω κι από κει και τα μανιτάρια παρεσιώπησαν τα πραγματικά γεγονότα στην περιιπτάμενη γαμήλιο πομπή των στεναγμών ενός νέου πλανήτου. Κατόπι δεν είχε τίποτε την ίδια σημασία. Η ησυχία δεν υπήρχε ως οντότης πραγματική. Ο όλεθρος εχαλιναγωγείτο από καμήλους. Οι κρόταφοι των νεκρών ανθούσαν. Τα λίγα περιστέρια εκοπίαζαν γιατί ο πολτός της λίμνης είχε σχηματίσει διώρυγα στο στενότατο σημείο του περάσματός τους από χιλιόστομες ύβρεις καταπατημένες με γδούπο αλλοφροσύνης μανάδων και μικρών παιδιών ισχνοτέρων και από τα κόκαλα μιας νυχτερίδος.

Από τη συλλογή Υψικάμινος (1935) του Ανδρέα Εμπειρίκου

Ανδρέας Εμπειρίκος, Τα πούπουλα της ευδαιμονίας

Τα πούπουλα της ευδαιμονίας

Η πολίχνη της ρουμανικής πεδιάδος θα ακμάσει. Μια μέρα θα φυτρώσουν στα μέγαρά της πλατανοφόρα δέντρα που θα κρατούν στα χέρια τους ρομφαίες ή λόγχες πεπυρακτωμένες. Το άρρωστο κριάρι που στεγάζεται σήμερα στο μητροπολιτικό ναό της θα αντικατασταθεί με μια γυναίκα διαρκώς συνουσιαζόμενη και γύρω από την κεντρική οδό θα παίζουν οι πολιτικοί κατάδικοι το θείον δράμα της αναστάσεως ενός κομμένου κεφαλιού με μουσικήν υπόκρουση σελέστας.

Από τη συλλογή Υψικάμινος (1935) του Ανδρέα Εμπειρίκου

Ανδρέας Εμπειρίκος, Ένα ωραίο πρωί

Ένα ωραίο πρωί

Σαν θάλασσα που φιλεί το χέρι μιας δεσποινίδος πετάχτηκε η φωνή του ονείρου μας. Τριακόσιοι νάνοι περιεκύκλωσαν την μυσταγωγία μας. Μερικοί παρεφρόνησαν μα οι περισσότεροι έστυψαν την καρδιά τους και την έφαγαν. Τα φύλλα της χθεσινής εσπέρας πέφτουν και όλες οι δεσποινίδες που γνώρισαν τον έρωτα χτυπούν τα χέρια τους και τα μέτωπά τους από λατρεία για την λατρεία μας και ολοένα μας μοιάζουν περισσότερο όπως εμείς ολοένα μοιάζουμε περισσότερο με τους γαλανούς μαστούς και τις πόρπες του στήθους των.

Από τη συλλογή Υψικάμινος (1935) του Ανδρέα Εμπειρίκου

Εμπειρίκος Ανδρέας, Τριαντάφυλλα στο παράθυρο

Διαβάζει ο ποιητής.

Τριαντάφυλλα στο παράθυρο

Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια. Υπάρχουν απειράκις ωραιότερα πράγματα και απ’ αυτήν την αγαλματώδη παρουσία του περασμένου έπους. Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη. Σκοπός της ζωής μας είναι η ατελεύτητη μάζα μας. Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας και της κάθε μας ευχής εν παντί τόπῳ εις πάσαν στιγμήν εις κάθε ένθερμον αναμόχλευσιν των υπαρχόντων. Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένον δέρας της υπάρξεώς μας.

Από τη συλλογή Υψικάμινος (1935) του Ανδρέα Εμπειρίκου