Νίκος Δόικος, Της Ψυχής και της Σάρκας

Της Ψυχής και της Σάρκας

Της Ψυχής

Ψυχή μου ανάσα του Θεού,
πού να σε βρουν οι τοκιστές,
πώς να σε καταβάλουν,
πόσο να σ’ αγοράσουνε,
λαθρεπιβάτη του Καιρού – αόρατη,
καστροπυργί στο σύννεφο – απόρθητη,
έτσι μονάκριβη – πανάκριβη που είσαι;

και της Σάρκας

Απ’ των κανόνων τα δεσμά
λευτέρωσες τους πόθους
και κήρυκας αυτόκλητος
ανήγγειλες της Ζωής τα χαριλίδικα,
ενδίδοντας σε ξέφρενους χορούς,
εξοντωμένος από ίλες αμαζόνων.
Και μάτωσες και μάτωσες και μάτωσες
σαν Άγιο Δισκοπότηρο.

Από τη συλλογή Συναμφότερα και λίγα μόνα (2015) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Της Πατρίδας και της Οικουμένης

Της Πατρίδας και της Οικουμένης

Της Πατρίδας

Σ’ αισθάνθηκ’ απ’ τα πρώτα φθινοπωρινά σου αρώματα,
χαράματα της πρώτης μέρας μου.

Κάθ’ Αγιαντρά, με τα κεράκια που πληθαίναν,
σου χάριζα με δύναμη μια φλογερή πνοή
να ζεσταθούν τα σπλάχνα σου
–βουνά ’κυβέρνητα και πέλαγα και
τα μαιανδρικά ποτάμια.

Κι αν μέστωσα χρωστάω στους χυμούς σου
–νερό με θυμαρόμελο, ζεστό κολλυβοζούμι
’πό μακαριές αμέτρητες–
στις λιτανείες των Αγίων,
στα μονοπάτια τ’ ανηφορικά χρωστώ,
έτσι που χτίζεις δύσβατες τις Ακροπόλεις σου.

Όσο κι αν θέλουν να σε λησμονήσω οι τοκιστές σου
δεν γίνεται να λησμονήσω την πνοή μου.

και της Οικουμένης

Σε γνώρισα με τους θαλασσομάχους πειρατές,
πολλές Πατρίδες κουβαλώντας
μέσα σε κάνιστρα τρικάταρτα
γιομάτα σίτον, οίνον κι έλαιον
απ’ τα μεσόγεια Θέματα.

Το Έχει σου ζυγιάζουν κερδοσκόποι,
μετράνε τις ηγεμονίες, τις πολλές Πατρίδες,
πόσο λιγότερο κοστίζει ’πολογίζουνε
να κυβερνάν οι ίδιοι.

Οι έρμοι λογαριάζουνε χωρίς τους πειρατές.
Στην Σύναξη του Μάη συμφωνήσαμε
πως κάθε πόρτο θα κρατήσει προνομίες,
δικά του Θέσμια, την εξουσία των Ακροπόλεων
και των Αγίων τα δικά του Τάγματα,
πως κάθε Ακρόπολη
θα σου προσφέρει δώρ’ αλλιώτικα,
να σε στολίζουν φύλακα των Παραλλαγών,
της Ποικιλίας,
για ν’ αραδίζεις πιο σοφή, πιο θαλπερή
απ’ τις πολλές τις χάρες των ανθρώπων.

Από τη συλλογή Συναμφότερα και λίγα μόνα (2015) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Τα Εννιά Βασίλεια

Τα Εννιά Βασίλεια

Εννιά βασίλεια στη σειρά.

Στο πρώτο βασιλεύει η Αθωότητα
Στο δεύτερο η Ορμή
Το τρίτο βιάζεται να μεγαλώσει
Του τέταρτου του μάθαν Τέχνη
Στο πέμπτο χάρισαν Βασίλισσα
Στο έκτο Βασιλόπουλα
Το έβδομο μετράει τα βάσανα
Του όγδοου του πήραν τα μυαλά
Στο ένατο κατάργησαν την Βασιλεία

Και στήσαν στήλη αναθηματική
Και αγοραία προτομή
Για τα καλά στερνά για να
Θυμίζει και τα εννιά βασίλεια.

Από τη συλλογή Συναμφότερα και λίγα μόνα (2015) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Σκηνή θεάτρου

Σκηνή θεάτρου

Το παλκοσένικο η ρίζα.

Ακουμπάμε στην γη.
Από δρόμους και ψευτόδρομους
πορευόμαστε στην επικράτειά της.

Λίγοι στο προσκήνιο,
πολλοί στα παρασκήνια,
οι αδίστακτοι στα τραμπουκέτα,
ν’ ανεβοκατεβάζουν τους συσχετισμούς
και τις ελπίδες.

Εδώ μας δοκιμάζουν τα βιώματα,
μας κυριεύουν οι έρωτες,
συνήθως στιγμιαίοι,
σπανίως ισόβιοι,
πληθαίνουμε και κατακυριεύουμε την Γη,
καθώς ριζοβολά η Περιέργεια.

Τα σκηνικά ο κορμός,
ο κόσμος των υπερβάσεων,
όπου αψηφώντας την βαρύτητα,
η Περιέργεια γίνεται Γνώση
και αυτοαναιρούμαστε –το έχει αυτό η Γνώση–
σκληραίνουμε και ρυτιδώνουμε
απ’ τις πολλές τις έγνοιες
για το χαΐρι των φυλλωμάτων.

Οι καμάρες τα φυλλώματα,
φουντωμένα με τους χυμούς
της ωριμότητας.

Κι όσο αυτά τα θρέφει η πολυγνωσία
κι απλώνονται κάτω απ’ τον ήλιο,
τόσο σκιάζουν τις αφετηρίες,
τα ριζικά κληροδοτήματα,
σκιάζουν τις ψυχές μας.

Όλο το βιος μας
μια σκηνή θεάτρου
πανούργου σκηνογράφου.
Μνήμη και ρόλοι,
ζωή και θάνατος αγκαλιασμένοι
σ’ έναν ξέφρενο ανεξάντλητο Πυρρίχιο.

Από τη συλλογή Συναμφότερα και λίγα μόνα (2015) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Πόσο ζηλεύω εκείνη την βροχή

Πόσο ζηλεύω εκείνη την βροχή

Βρέχει.
Δαντέλα οι σταγόνες στο τζάμι.
Κάτω στην άσφαλτο,
μαύροι καθρέφτες θρυμματίζονται
σ’ εκρήξεις εκτυφλωτικές.
Πρέπει να βρέχει κι εκεί.
Σε φαντάζομαι να γέρνεις προς την βροχή,
να θες να ξεδιψάσεις με τις σταγόνες
που κυλούν στα μάγουλα, στα χείλη σου.
Πόσο ζηλεύω εκείνη την βροχή.

Από τη συλλογή Συναμφότερα και λίγα μόνα (2015) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Παρθενική πτήση

Παρθενική πτήση

Βρήκες τον δρόμο σου.
Την Εγνατία των ονείρων σου.
Σημάδεψες τ’ ασβεστολιθικά της
κράσπεδα. Και συνεχίζεις.

Ράθυμοι ορίζοντες ρουφάνε
την ομίχλη μετά τον εγερτήριο
εναγκαλισμό του Ήλιου.

Αετόπουλο που τόλμησε
παρθενική του πτήση,
μετά την πολυκαιρινή προθέρμανση
πτερύγων και μηρών,
ενίκησες τον φόβο
της βαρύτητας και πέταξες.

Κι εμείς,
για τα χαρίσματά σου σίγουροι, τώρα
θαυμάζουμε τους εναέριους ελιγμούς.

Στην Δομνίκη 10/11/2014

Από τη συλλογή Συναμφότερα και λίγα μόνα (2015) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Όνειρο

Όνειρο

Παραδόθηκα στο Κενό,
στην κρυφή γοητεία του Μηδενός,
στο πληθωρικό Τίποτα.

Είναι σωρευτικό το Τίποτα, καθώς
συνήθως συνοδεύει ένα φιλόδοξο Κάτι
που πάντ’ αποδεικνύεται ένα τίποτα.

Και πόσο αληθινό το Μηδέν,
γέννημα ζευγαρώματος
μιας θέσης και μιας άρνησης,
που μ’ ένα μοιραίο σφιχταγκάλιασμα
αλληλομηδενίζονται.

Μόνη αλήθεια το Μηδέν.

Κι από κοντά του μηδενός η μήτρα,
το Κενό.
Ελεύθερο,
χωρίς βαρυτικά πεδία.
Βολικό κι απέραντο
για ν’ αγκαλιάζει την ψυχή μου.

Επτά χιονάτα περιστέρια την πήραν και
την πήγανε πιο πέρα απ’ την Βαρύτητα
και την αφήσαν να βουτήξει στο Κενό.

Κι ο φύλαξ του Κενού την ρώτησε:
«Χάρηκες την ζωή σου;»
Ω ναι, απάντησε η ψυχή.
Και κείνος ξαναρώτησε:
«Κι απ’ τις δικές σου τις χαρές
άλλες ψυχές χαρήκαν;»
Θαρρώ αρκετές, πάλιν απάντησε η ψυχή.

Και μόνο τότε ο φύλαξ άνοιξε
την Πύλη του Κενού,
στην Πόλη της Απόλυτης Σιωπής,
ανιδρυμένη από σοφία αιώνων,
για να ξεχνάμε τις αβάσταχτες βλακείες
των Συνελεύσεων.

Από τη συλλογή Συναμφότερα και λίγα μόνα (2015) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Οι τυμβωρύχοι

Οι τυμβωρύχοι

Αφίχθησαν οι τυμβωρύχοι,
απρόσκλητοι, όπως πάντα,
εξοπλισμένοι, τούτη την φορά,
με τελευταίας γενιάς ανιχνευτές.

Σκάψαν τις τούμπες Οπλιτών,
τους τάφους των Μακαριστών.

Ματαίως.

Τους βρήκαν όλους συλημένους
κι αποχώρησαν.

Ποιος να εσύλησε άραγε
τα ιερά μας κοιμητήρια;
Ποιος συλητής,
ποιος βάνδαλος;

Κανείς δεν ήξερε,
κανείς δεν είδε τίποτα
τις σκοτεινές τις νύχτες.

Ώσπου μια σκέψη φοβερή
αναστάτωσε τον Δήμο:
μήπως εμείς αθέλητα συλήσαμε,
μήπως εμείς οι ίδιοι;
Κείνα τα βράδια της ευωχίας
υπνοβατώντας, ίσως, τότε
στις έκλυτες ολονυχτίες
με τα λουκούλλεια συμπόσια
και την κραιπάλη;

Από τη συλλογή Συναμφότερα και λίγα μόνα (2015) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Ο τενεκές

Ο τενεκές

Απρόσεκτος,
με το κεφάλι μέσα στο νερό,
μες στο γαλάζιο,
κολυμπώντας crawl,
χτύπησα με τ’ αριστερό
έναν τενεκέ ξεγάνωτο.

Ήταν γεμάτος αλμυρό νερό
κι αντήχησε υπόκωφα
σε τούτο το αταίριαστο
για κείνον περιβάλλον.

Πάσχισα να ερμηνεύσω
το ηχητικό παράδοξο, αν
ήταν θέμα χαρακτήρος ιδιάζοντος
ή ταλαντώσεων μηχανικών.

Μήπως οι αχτίνες του Ήλιου οι
τεθλασμένες μέσα στο νερό
αλλοίωναν και τις συνήθειες όσων
(εκόντων ακόντων) άρπαζαν
τα κύματα, μήπως δρομολογούσαν
το ίδιο τεθλασμένες μεταλλάξεις;

Και μήπως ήταν
Ποσειδώνιας τραγωδίας Χορός
οι ρυθμικές κραυγές των λουομένων,
έτσι που τον εχλεύαζαν ξεγάνωτο
ή μήπως θα ’πρεπε ν’ αποδεχτώ
το πεπρωμένο ασμένως και να
συγχρωτιστώ με τον ανάγωγο συρμό;

Τον εκουβάλησα έξω
ως τις κροκάλες της ακτής,
άδειασα το νερό και τρόμαξα
απ’ τον κρότο τον καμπανιστό
μόλις τον πέταξ’ άδειο
στον χώρο του τον φυσικό,
στην αγκαλιά των πέτρινων συμβάσεων.

Είχα ξεχάσει,
με τόσον ήλιο στ’ ακρογιάλι,
μια παροιμία του παππού μου αγαπημένη,
πως ο άδειος τενεκές
κάνει τον πιο μεγάλο θόρυβο.

Από τη συλλογή Συναμφότερα και λίγα μόνα (2015) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Ο Μάγιστρος Νικηφόρος Κασνίτζης

Ο Μάγιστρος Νικηφόρος Κασνίτζης

«Για όσα καλά μού χάρισες Θεέ μου
απόταν ήρθα δω στον τόπο των δακρύων
αμαρτωλός αξιολύπητος ικέτης κακοεργάτης
ορθώνω τώρα απ’ τα θεμέλια τον ναό σου
εγώ ο έρμος Νικηφόρος κατά τύχη Μάγιστρος
το παρανόμι μου Κασνίτζης και
με πόθο φλογερό τονε στολίζω για να λάμπει
απ’ άκρη σ’ άκρη από σεπτές χρωματουργίες
μα και λογής εικόνων ποικιλίες όλες για σένα
Δωροδότη των καλών»

Γράφει κτητορική επιγραφή
στον δυτικό του τοίχο ιστορημένη.
Μικρός ναός μονόχωρος και δρομικός με νάρθηκα.

’Πό τρία δίλοβα παράθυρα λιαχτίδες θυμιατίζουνε
μ’ ευλάβεια τα σανδάλια των Αγίων τριγύρω.

Πλινθοπερίκλειστος,
οι στρώσεις των κεραμικών διπλές,
μα και τριπλές.

Στους ακανόνιστους ανάμεσα ασβεστόλιθους,
με βήσαλα, σύμβολα κεντημένα – Κάπα Χι
και Γιώτα Χι και πάλι Κάπα ανάποδο,
λεπτές θαυμάσιες χοντροκόκκινες βελονιές.

Ψηλά στο επιστέγασμα,
αβακωτό διάζωμα, απέριττη ζωφόρος,
κεραμικά ορθογώνια εν σειρά
–τα σκαλισμένα Χι διχοτομούν τις τέσσερις γωνιές
προτού ψηθεί καλά καλά η κεραμίδα–
σιμά στο γείσο, αγκαλιάζει περιτρέχοντας το κέλυφος.

Κι εκεί στο βόρειο σήκωμα,
δύο κόγχες ραδινές,
η μια δίπλα στην άλλη,
ανακουφίζουν από τα βαριά φορτία,
ίδιοι καμαρωτοί αχθοφόροι,
σκαρωμένοι με καλούπια λυγισμένης καστανιάς
από σοφία αιώνων.

Μάγιστρος Νικηφόρος ο Κασνίτζης,
κυβερνήτης, έπαρχος.

Κάποιοι τον θέλουν να ’ρχεται στην Καστοριά
τέλη του Ενδεκάτου.

Να ’τανε ο πρώτος έπαρχος μετά τους Νορμανδούς,
τότε π’ ανέβηκαν στο Κάστρο
ο ίδιος ο Αλέξιος Κομνηνός
κι ο πρώτος των Παλαιολόγων στρατηγός Γεώργιος,
το 1083;

Άλλοι, πάλι, στα μέσα του Δωδέκατου.
Δεν έχει σημασία.
Τι χίλια ογδόντα τρία, τι χίλια εκατόν εξήντα.
Το Κάστρο κράταγε πιστό στη Βασιλεύουσα.

Κωνσταντινούπολη, Θεσσαλονίκη, Βέροια, Καστοριά, Δυρράχιο,
δρόμος παλιός, η Εγνατία των εκζητήσεων της Αυτοκρατορίας.

Τι θέλει όμως να πει κείνος ο δεύτερος ο στίχος ο πονετικός
«αφού περήλθον εις τον κλαυθμώνος πεδόν»
(απόταν ήρθα δω στον τόπο των δακρύων);

Σε ποιων δακρύων τόπον ήρθε ο άρχων Νικηφόρος;
Να ’τανε δυσμενής μετάθεση ή μήπως εξορία,
σε κάστρο απόμακρο της Καστοριάς
της Πρώτης Ιουστινιανής Επισκοπής και Αχριδών;

Και πώς τυχαίνουν τόσα καλά
(«Πολλών τετευχώς δωρεών») σ’ έναν εξόριστο;

Κάποιοι θα πούνε (λογικά),
«δακρύων τόπον» εννοεί τον βίο τον επίγειο
κι όχι το κάστρο διορισμού του.

Ο Νικηφόρος αναπέμπει ευχαριστίες
για τις πολλές τις χάρες, τα πλούσια ελέη
και πιο πολύ για το αξίωμα που του ’τυχε στη ζήση του
κοτζάμ Μαγίστωρ κάστρου ξακουστού να γίνει,
και δούλεψ’ όλη την ευγνωμοσύνη του
πάν’ σ’ ένα κέντημ’ από πέτρα και πηλό,
να λάμπει με σεπτές χρωματουργίες
και παντοδαπές εικόνων ποικιλίες.

Από τη συλλογή Συναμφότερα και λίγα μόνα (2015) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Μια μέρα χωρίς Ήλιο

Μια μέρα χωρίς Ήλιο

Χιόνια δεν λιώσαν στις κορφές,
οι σκιές κρυφτήκαν στα ντουβάρια,
καμιά δεν τρύπωσε ’λιαχτίδα
μέσ’ απ’ αρμούς και ρήγματα,
ανήσυχα τα κύματα,
τα είδωλ’ αρνηθήκαν τους καθρέφτες,
μια μέρα που δεν θέλησε ο Ήλιος να φανεί.

Λουλούδια δεν ανοίξανε τα πέταλά τους,
δεν στρίψαν κατά την Ανατολή τις κεφαλές
οι ηλίανθοι, με τους μακρείς λεπτούς λαιμούς,
σαν άλλες Εμπιτέρν του Μοντιλιάνι,
όταν ο Ήλιος κρύφτηκε
στην αγκαλιά της Δύσης.

Χωρίς λιοπύρ’ οι γάτες για να τεντωθούν
να διώξουνε το κρύωμα της νύχτας,
μια μέρα που αρνήθηκε ο Ήλιος ν’ ανατείλει.

Κι εμείς να μην καταλαβαίνουμε
τα γογγυτά των ζωντανών,
την παγερή ακινησία των φυτών,
ανίδρωτα τα μέτωπα ψαράδων και ζευγάδων.

Τα χρώματα έγκλειστα μέσα στα σκοτάδια
αφήσαν ένα γκρίζο να μονοπωλεί τα βλέμματα,
τη μέρα που οι Ζωγράφοι γινήκαν Ποιητές,
μια μέρα που αποφάσισε ο Ήλιος να μην βγει.

Από τη συλλογή Συναμφότερα και λίγα μόνα (2015) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Μην κλαις μονάχη

Μην κλαις μονάχη

Μην κλαις μονάχη.
Έλα κοντά,
γείρε στον ώμο μου
και κλάψε.
Να προλάβω ν’ ανοίξω
τις παλάμες μου
κάτω απ’ τα μάτια σου,
ένα ένα δάκρυ να μαζέψω,
να τα φυλάξω αγιασμό
για τους καημούς του κόσμου.

Από τη συλλογή Συναμφότερα και λίγα μόνα (2015) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος