Σταύρος Ζαφειρίου, Ungeziefer

Ungeziefer

[Ενότητα Στάσιμα]

Ο κύριος Κ,
συγκεκριμένος άνθρωπος στον χώρο και τον χρόνο,
σωματικά αδρανής, δειλός και απόμακρος,
με ώμους γερτούς και αμήχανες διαστάσεις
μέσα στα σκοτεινά του μπλε κοστούμια,
ενδεχομένως αλληγοριστής –αν και
του ταίριαζε εξίσου πειστικά
στα σύμβολα να κρύβει την αλήθεια–
κι επιμελής αρχειοθέτης ορθοπτέρων,
για λίγο, κλείνοντας τα μάτια σαν νεκρός
ανάμεσα σε αμέτρητους φακέλους,

για λίγο ονειρεύτηκε τον Κ,
άνθρωπο αφηρημένο και ασώματο,
ήδη μεταλλαγμένο σε γραφή
ή σε σκιά φτιαγμένη από λέξεις.

— Αυτός δεν είναι ο Κ, συλλογίστηκε.
Παρότι ο Κ είναι ο μόνος
χωρομέτρης των ονείρων.
Αυτός καμώνεται απλώς ότι υπάρχει,
για να πιστέψω πως δεν υπάρχω εγώ.

— Θα συμφωνήσω, δήλωσε ο Κ.
Το είχα εξάλλου μεθοδεύσει εξαρχής.
Ποτέ δεν έγινα δεκτός σαν χωρομέτρης,
ποτέ δεν διέσχισα την έρημο ως τους άλλους∙
και τούτο είναι μια ντροπή
που και μετά από μένα θα υπάρχει
.

Έπειτα πλάγιασε, τραβώντας την κουβέρτα.

— Έτσι λοιπόν, είπε ο κύριος Κ,
όπως σχεδόν το είχα υποπτευθεί:
αποκλεισμένος από το πρωτόκολλο
και μέχρι κωμωδίας ηττημένος.
Στέκεστε ολότελα εκεί με το κακό σας
βλέμμα, ψαύοντας με τα δάχτυλα
κάθε αδυναμία.
Μπορείτε ωστόσο ν’ απαντήσετε σε κάτι.
Κάποιος θα είστε∙ όμως ποιος;
Στο μέλλον ίσως ανταμώσουμε και πάλι.

— Δεν το νομίζω, απάντησε ο Κ.
Βλέπετε είμαι ο μόνος κληρονόμος της διαθήκης∙
όσο γελοίο κι αν ακούγεται αυτό
είναι ο τρόπος να κυλάω σε δυο κοίτες.
Διαβάστε με ως το τέλος∙ θα πειστείτε
πως κάθε σχόλιο είναι περιττό.
Μα εδώ τελειώνω με τις εξηγήσεις
–καταλαβαίνετε, φαντάζομαι, από κανονισμούς.
Καλή σας νύχτα κύριε χωρομέτρη.

Σημείωση του ποιητή:
Τίτλος: Από τις μεταφράσεις που έχω υπόψη μου αυτή η γερμανική λέξη έχει αποδοθεί στα Ελληνικά ως «κατσαρίδα», «σκαθάρι», «μαμούνα». Πρόκειται για το πλάσμα στο οποίο μεταμορφώνεται ο Γκρέγκορ Σάμσα στο διήγημα Η μεταμόρφωση του Kafka.
Στ. 1: Το «Κ», ως αρχικό ονόματος, το συναντούμε, εκτός από τον Πύργο και στο, επίσης ημιτελές, μυθιστόρημα του Kafka Η δίκη.
Στ. 25, 26: Πρβλ. με την τελευταία φράση από το μυθιστόρημα του Kafka Η δίκη «… και ήταν σα να επρόκειτο η ντροπή να μείνει και μετά το θάνατό του» (μτφ. Γιώργος Βαμβαλής, Μπουκουμάνης, Αθήνα, 1971).

Από τη συλλογή Χωρικά (2007) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Advertisement

Σταύρος Ζαφειρίου, Madonna Ognissanti


Giotto di Bondone, Ognissanti Maestà
Μουσείο: The Uffizi

Madonna Ognissanti

[Ενότητα Στάσιμα]

Υπάρχει μόνον ένας δρόμος για το άρρητο,
όμοιος δρόμος∙

μακρύς σαν θραύσμα συνεχές,
μακρύς, μακρύς και πιο μακρύς ακόμα∙
και όπου σταθείς για να ξεκουραστείς,
στη μέση ή στη μέση της ή στα μισά της μέσης,
πάντα σου μένει άλλη τόση διαδρομή.

Κι ένα σημείο, το ελάχιστο
σημείο της σκιάς και του φωτός,
αυτό που ξετυλίγει τις διαστάσεις,
ιεραρχώντας την προοπτική

του κόκκου και του κρύσταλλου
και του αργαλειού που υφαίνει το ύφασμα
του ορίζοντα και του ψευδούς κενού.

Όπως η σπείρα ξετυλίγει τον εαυτό της,
τροχιά θαρρείς περιδινούμενων σχημάτων,
μοιράζοντας το λίγο στο πού
και το πολύ μοιράζοντάς το στ’ όλο,
σαν αλληγορική δημιουργία
ή θαύμα δουλεμένο από τον νου,
που βάζει τάξη στο πλήθος των αγίων
και στων αγγέλων τα κλειστά φτερά.

Αυτά σκεφτόταν εφτακόσια χρόνια πριν
ο Ιταλός ζωγράφος Τζότο ντι Μποντόνε
ενώ μετρούσε κάτω απ’ τις γραμμές
σε ορθές γωνίες
–σαράντα πέντε μοίρες τ’ ουρανού,
σαράντα πέντε μοίρες του ανθρώπου–
τους τόνους αντιθέτοντας της τέλειας ομορφιάς
στην Ένδοξη Μαντόνα του
που κάνει πως χαμογελά, το γόνατο
χαϊδεύοντας του Βρέφους.

Αδυνατώντας όμως να εξηγήσει
πώς κάτι που αλλάζει διαρκώς
μπορεί και παραμένει πάντα το ίδιο
σε μιαν ιδεατή αναλογία,
όπου ό,τι μοιάζει αληθινό δεν είναι βέβαιο,
ενώ το βέβαιο δεν μοιάζει αληθινό.

Αυτά σκεφτόταν ταξιδεύοντας
στο τρένο των οχτώ,
δεύτερη θέση Σιένα-Φλωρεντία,
εξήντα εφτά χιλιόμετρα σε σταθερή τροχιά
με ώρα άφιξης εννέα παρά πέντε.

Σημείωση του ποιητή:
Τίτλος: Η Παναγία των Αγίων Πάντων, γνωστή και ως Παναγία εν δόξῃ (Maestà). Έργο του Ιταλού ζωγράφου Τζότο (1267-1337), που φιλοτεχνήθηκε το 1310-11. Ο Mario Livio στο βιβλίο του Ο Χρυσός Λόγος (μτφ. Μαριάννα Σταυροπούλου, Ενάλιος, Αθήνα, 2005) αναφέρεται στους, αναπόδεικτους μάλλον, ισχυρισμούς ότι στον συγκεκριμένο πίνακα ο Τζότο έκανε χρήση του Χρυσού Λόγου (ο οποίος επίσης είναι γνωστός και ως «Χρυσός Αριθμός» ή «Χρυσή Τομή» ή «Θεία Αναλογία», του άρρητου δηλαδή αριθμού φ, ο οποίος προκύπτει από την αναλογία π.χ.: το εννέα είναι για το τρία ό,τι το έξι για το δύο, δίνοντάς μας τη συνεχή τιμή 1,61080339887… Ας προστεθεί ότι η αναλογία αυτή προσδιορίστηκε κατ’ αρχήν, αποκαλούμενη «άκρος και μέσος λόγος», από τον Ευκλείδη γύρω στο 300 π.Χ.

Από τη συλλογή Χωρικά (2007) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Lebensraum

Lebensraum

[Ενότητα Στάσιμα]

— Περνάει ο στρατός, ο στρατός, ο στρατός.

— Περνάει ο στρατός και πού πηγαίνει;
— Στον πόλεμο πηγαίνει ο στρατός. Ο στρατός
στον πόλεμο πηγαίνει να νικήσει.
— Ποιους πρέπει να νικήσει ο στρατός; — Ο στρατός
τους άλλους όλους πρέπει να νικήσει.

— Κι αν τους νικήσει τι θα κάνει ο στρατός; — Ο στρατός
καινούρια σύνορα θα δώσει στη φυλή του.
Άνθρακες, θησαυρούς και ανοχύρωτες
πόλεις που ούτε γνωρίζει τ’ όνομά τους.

— Και τους μεγαλοστεϊκούς και όσους νικήθηκαν
κι αυτούς που δεν αξίζουν να υπάρχουν
πού θα τους οδηγήσει ο στρατός; — Ο στρατός
σε άλλα τοπία θα τους οδηγήσει∙
στο Μπίρκεναου, στην Τρεμπλίνκα
και στο Χέουμνο και στο Γκουντανάμο
και στο Μπέλσεν.

— Και όταν τους οδηγήσει ο στρατός; — Ο στρατός
σε νέο πόλεμο θα πάει να νικήσει.
Γιατί είναι ο πόλεμος πατρίδα
του στρατού. Κι ο στρατός
δεν έχει άλλη πατρίδα να γυρίσει.

Αράδα αράδα κόβουν το χορτάρι
για να πλαγιάσουν κάτω από τη γη,
χιλιάδες λεύγες μακριά για να πλαγιάσουν
κάτω απ’ τις φτέρες και τα σταχτοβότανα.

— Μάταιο, μάταιο, είπε η φωνή.
Όπως τόσες φορές που έχει γίνει,
τόσες φορές που έχει ξεχαστεί.

Μάταιο, όπως το κορίτσι που ονειρεύεται∙
όπως ένα κορίτσι που ονειρεύεται
πως βάζει απ’ τις πληγές τους κοκκινάδι.

Νέοι κι εγκόσμιοι όσο κρατούσε η νύχτα,
γράφοντας λέξεις βιαστικές,
κρύβοντας μες στη χούφτα τους την καύτρα,
μες στο σκοτάδι αυτό τα πρόσωπά τους,
κοιτώντας τη μεριά που θα φανούν.

— Θα έρθουν. Θά ’ρθουν τώρα οι νεκροί. Οι νεκροί
σε φάλαγγα κατ’ άνδρα στοιχημένοι.

— Ποιους πρέπει να νικήσουν οι νεκροί; — Οι νεκροί
τους πεθαμένους πρέπει να νικήσουν.
— Κι αν τους νικήσουν τι θα κάνουν οι νεκροί; — Οι νεκροί
καινούρια μνήματα θα δώσουν στη φυλή τους.
Καινούριο τόπο στους νεκρούς∙ στους νεκρούς
μια νέα χώρα, να χωρέσουν όλοι.

Σημείωση του ποιητή:
Τίτλος: Η λέξη φετίχ του Αδόλφου Χίτλερ στο πόνημά του Mein Kampf (Ο Αγών μου). Σημαίνει «ζωτικός χώρος».
Στ. 26: Ο Paul Celan γράφει σε μια επιστολή του: «Το σταχτοβότανο δεν είναι μεταφορά, είναι το όνομα cineraria, επομένως κάτι εντελώς συγκεκριμένο» (Σημείωση του Γιώργου Σαγκριώτη στο αφιέρωμα στον Celan του περιοδικού Πλανόδιον, τεύχος 40, Αθήνα, Ιούλιος 2006).
Στ. 32: Στις μεταφράσεις του Κλείτου Κύρου με τον τίτλο Ξένες φωνές (Κέδρος, Αθήνα, 1979), έπεσα πάνω στον τοίχο του Henry Treece: «Το βούκινο, το βούκινο, που ’χει αίμα κοκκινάδι». Δεν έχω στα χέρια μου το πρωτότυπο για να το αντιπαραβάλω με τη μετάφραση, η απόδοση όμως «αίμα κοκκινάδι» μου άρεσε τόσο πολύ που δεν δίστασα να τη χρησιμοποιήσω.

Από τη συλλογή Χωρικά (2007) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Landvermesser

Landvermesser

[Ενότητα Στάσιμα]

Σχολαστικά καταγράφοντας τα σημεία τ’ αδόμητα
χρόνων αρχαίων κι εποχών σημερινών,
σκουπιδότοπους, τόπους νεκρών
και σκουριασμένου μετάλλου,
μέτρα σπαταλημένα στην αποσύνθεση,
έδαφος στέρεο σε τούτο το στέρεο σύμπαν∙

σαν επαγγελματίας με μόνη του έπαρση
τα επηρμένα σκέλη του ανθρώπινου λόγου
και τις ακολουθίες των αριθμών
επινοώ και απαλλοτριώνω,
ζυγίζοντας μέσα στη χούφτα μου τη συλλαβή
και τη λέξη,
το βραδύ του ανάπαιστου
και το γοργό του ιάμβου,
την ελεήμονα πράξη της αντιπαροχής.

Με κέρδος εργολαβικό ζω ανάμεσά σας.

— Να χτίσουμε, να χτίσουμε, μίλησε η φωνή.
Υπάρχει χώρος
μες στον χώρο που υπάρχει∙
και υπάρχει γνώση, για να επενδυθεί
στα κοσμικά συμφέροντα
το λογικό και το έμψυχο του νου.
Σχεδιάστε τις τομές και τις κατόψεις,
σκιάστε τις ακάλυπτες πλευρές∙
υπάρχουν τρόποι να στεγάσουμε το μάταιο
μέσα σε θέσφατα σχημάτων και μορφών,
άσυλο να προσφέρουμε στο μάταιο,
ηχώ στην ίδια τη φωνή του στους θαλάμους.

— Να χτίσουμε, να χτίσουμε∙
υπάρχει έρημος να χτίζουμε διαρκώς,
σώζοντας απ’ τη σήψη τα φαινόμενα,
και η έρημος που ήδη έχει χτιστεί
στους πρόποδες και στα πρανή των πύργων.

Ήταν αργά το βράδυ σαν έφτασε ο Κ στο χωριό που το σκέπαζε βαθύ χιόνι… Κι ούτε ένα αδύναμο φωτάκι δεν έδειχνε πως κάπου υπήρχε ο μεγάλος Πύργος.

Πάλι λοιπόν ο κύριος χωρομέτρης!
Ένας κοινός απατεών που τάχα έχει κληθεί
για να χωρομετρήσει το απροσμέτρητο,
αυτό που ονομάζουν θεία χάρη
χωρίς ποτέ να ’χει αποκαλυφθεί
η ενοχή που κρύβει τ’ όνομά της,
η θλίψη που αδάκρυτη περνά,
κλείνοντας πίσω της αθόρυβα τις πόρτες.

Χωρίς ποτέ κανένας να μου πει
στ’ αλήθεια χωρομέτρης τι σημαίνει.

Σημείωση του ποιητή:
Τίτλος: Η γερμανική λέξη για τον χωρομέτρη, που χρησιμοποιεί ο Kafka στον Πύργο.
Στ. 17-33: Πρβλ. με τα Χορικά από τον Βράχο του T. S. Eliot:
In the vacant places
We will build with new bricks
There are hands and machines
And clay for new brick
And lime for new mortar […]
Στ. 34-36: Οι εισαγωγικές φράσεις του Πύργου (Franz Kafka, Ο Πύργος, μτφ. Κώστας Προκοπίου, Εγνατία, Θεσσαλονίκη, 1974).

Από τη συλλογή Χωρικά (2007) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, De nova insula Utopia

De nova insula Utopia

[Ενότητα Στάσιμα]

Όμως και ο Τόμας Μορ ταξίδευε με τρένο.
Χιμαιρικά ταξίδια αναψυχής
απ’ τα παράλια μέχρι την ενδοχώρα.
Μες στη δερμάτινη βαλίτσα του με τάξη
όλες του οι αυταπάτες διπλωμένες∙
πιο κάτω τα κοστούμια του
κι ένα ζευγάρι μαλακά παπούτσια περιπάτου.

Σκύβοντας στο παράθυρο μπορούσε
να δει όλα τα θαύματα
του τόπου που δεν ήταν,
του τόπου που σε σχήμα φεγγαριού
μισού μόνο από το παράθυρο
του τρένου σου τον βλέπεις.

Έφτανε στον σταθμό πριν σκοτεινιάσει
–κανείς δεν ήτανε να τον υποδεχτεί–
με πάντα κάτι ξεχασμένο στο κουπέ του:
γάντια, καρφίτσες, ώρα επιστροφής,
καμιά φορά τη μαύρη του κλωστή
που είχε για να ράβει τον λαιμό του.

Ώσπου μια μέρα ο συρμός
ξέφυγε από τις ράγες.
Κύλησαν οι τροχοί του στα χωράφια,
κύλησαν και συνέχισαν σαν μακριά σκιά
μια διαδρομή πλάι στη διαδρομή τους,
απ’ τα παράλια μέχρι την ενδοχώρα,
χωρίς να σταματάνε πουθενά.

Σκύβοντας στο παράθυρο ο λόρδος
Τόμας Μορ (Πρόεδρος της Βουλής,
Σφραγιδοφύλακας και Υπουργός
των Θησαυρών του Βασιλείου)
με το κομμένο του κεφάλι στον αέρα,
με βλέμμα σαν οθόνη από γυαλί,
κοίταζε όλα τα θαύματα του νέου ταξιδιού,
όλα τα πλάσματα της χώρας που δεν ήταν
ούτε αντανάκλαση ούτε μάταιη δωρεά.
Στους παραλλήλους του καινούριου κόσμου.
(Μπορεί και λίγα μίλια πιο κοντά.)

Δεν τον συνάντησα ποτέ
αν και ήμουν ελεγκτής στο ίδιο τρένο.
Ο χρόνος βλέπετε. Με μπέρδευε ο χρόνος
που ολοένα ξέφευγε απ’ τις ράγες,
ακολουθώντας τη φορά της αμαξοστοιχίας,
τρέχοντας πίσω απ’ της φενάκης του τη σκιά.
Και πώς να φτάσεις μια σκιά
για ν’ ακυρώσεις το εισιτήριό της;

Σημείωση του ποιητή:
Τίτλος: Πρόκειται για το γνωστότατο βιβλίο του Άγγλου Sir Thomas Mor (1478-1535), του οποίου ο πλήρης τίτλος είναι: De optimo statu reipublicae deque nova insula Utopia (Περί της αρίστης καταστάσεως της πολιτείας και περί της νέας νήσου Ουτοπίας).
Στ. 19: Ο Τόμας Μορ διετέλεσε χρονολογικά: Μέλος του Κοινοβουλίου, αντεισαγγελέας του Λονδίνου, μέλος του Βασιλικού Συμβουλίου, υπουργός του Θησαυροφυλακίου, Πρόεδρος της Βουλής και Λόρδος Σφραγιδοφύλακας. Επειδή αποδοκίμασε τον γάμο του Ερρίκου Η’ με την Άννα Μπολέιν και αρνήθηκε να υπογράψει το διάταγμα για τη διαδοχή του θρόνου από τα παιδιά αυτού του γάμου, ο Ερρίκος διέταξε τη θανατική του καταδίκη και όρισε τον αποκεφαλισμό του για τις 6 Ιουλίου 1535. (Thomas More, Η Ουτοπία, μτφ. Γιώργος Καραγιάννης, Κάλβος, Αθήνα, 1984).

Από τη συλλογή Χωρικά (2007) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Φως

Φως

[Ενότητα Στάσιμα]

Αλλά η φωνή αντήχησε στο ξεραμένο πηγάδι,
στα ξεχασμένα πατήματα της φαγωμένης πέτρας,
εκεί όπου τσάκισε στα δυο η περόνη
κι έμεινε η σάρκα να κρατάει τη σάρκα
κάτω από το μπατζάκι του παντελονιού,
μαρτυρώντας τη μόνη αλήθεια
για τις ζημιές και τα κέρδη,
για ό,τι μπορεί ν’ αβγατίσει, για ό,τι
μπορεί να χαθεί,
ινδάλματα τόσων ματιών, σοφίσματα
τόσων κανόνων,
συνήθειες και προφάσεις και ανομήματα
και κόπους μάταιους στην τάξη
των θαυμάτων.

Τότε μετρήθηκε η γη βήμα το βήμα
και μπήκανε οι φράχτες με τα σύρματα
και τ’ αγκωνάρια στις γωνιές να δέσει
ο πηλός ο ζυμωμένος με άχυρο
και στάχτη∙ σ’ αυτή τη γη, σ’ αυτά
τ’ αβλάστητα δωμάτια,
όπου μοιράζεται σαν το ψωμί ο αέρας.
— Θα βγεις λοιπόν;

Και η φωνή κυκλώθηκε και ξέφυγε,
μα παγιδεύτηκε πάλι στον κύκλο της,
σε πράξεις και ικεσίες και υπάρχοντα,
στην εξαπάτηση και στην προσδοκία,
σε ό,τι ξεχάστηκε και σε ό,τι
του μέλλεται να ξεχαστεί,
σε ό,τι υπήρξε και πια δεν υπάρχει,
μα θα υπάρξει εκ νέου στην ώρα του.

Την άνοιξη ταΐζουμε τα φύλλα της μουριάς
στον αδηφάγο σκώληκα
και περιμένουμε ν’ ανθίσει το κουκούλι.

— Μείνε μαζί μου∙
μαγκώνει ο χρόνος όταν είμαι μόνη.
Τα βράδυ πέφτει ακόμη παγωνιά
κι έχουμε να στεγνώσουμε τον σπόρο
για τα πρώιμα.
Μέχρι τον κλήδονα το κόκαλο θα θρέψει,
οι νύφες θα ’χουν ροδανίσει το μετάξι∙
θα δεις, όλα θα γίνουνε καλά,
μετά τ’ αλώνια θα κοιτάξουμε για μπάνια,
γιατρεύει, λένε, η άμμος και η θάλασσα.
Θα βγεις λοιπόν;

— Κάποιοι γυρεύουν ν’ αγοράσουν το χωράφι.
Όλα θα γίνουνε καλά, θα δεις,
στην πόλη δεν υπάρχουν δρόμοι δίχως φως.

Από τη συλλογή Χωρικά (2007) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Φτου ξελεφτερία

Pablo Picasso, Barque de naïades et faune blessé
(oil and charcoal on canvas, 1937 / from Picasso’s «Minotaurs and Matadors»)
Source: theguardian.com

Φτου ξελεφτερία

[Ενότητα Στάσιμα]

Ό,τι κοιτώ μπροστά μου είναι πίσω μου∙

ένα παιχνίδι αντίστροφων βημάτων
όπου τα πάντα ήδη έχουν συμβεί
στο πριν και το μετά της διαδοχής τους.
Σαν πράξη απατηλή χωρίς κανόνες
σε δήθεν σκηνικό ενδεχομένων

ή σαν καθρέφτης που έχει σκεπαστεί
και κρύβει απ’ το παρόν τις αποστάσεις,
τον χρόνο αντιγράφοντας πιστά,
μεταβλητή θαρρείς γεωμετρία
που αποκαλύπτει και παραπλανά.

Έσχατο τέχνασμα ανάμεσα στα ερείπια,
στην αίθουσα του θρόνου, στα περάσματα
μιας ασκεπούς αρχιτεκτονικής
περίπλοκης, κόμπος που όλο κυκλώνει
στο κέντρο του τα ξεχασμένα ιστία
και δένει το κομμένο του κενού.

Πού είναι το τέλος της κλωστής;
Δέμας του απόβλητου και φτου ξελεφτερία,
σαν άσκηση του αφάνταστου στο απόλυτο
του νου, καθώς αλλάζουν νόημα
στη γλώσσα οι διαστάσεις,
αίμα και σάρκα σμίγοντας σε μοίρα
θλιβερή, ορθώνοντας, σκιά κακή,
την τριχωτή του ράχη∙
καθώς παράφορη αντηχεί
του κτήνους η βοή.

Σύνοικοι αιώνων, άχαρος χορός
στου ήρωα τα όπλα εικονισμένος
με ανταλλαγμένες όψεις και μορφές,
δεσμώτες και οι δύο των διαδρόμων,
τούτης της κρύπτης από δουλεμένη πέτρα,
που μας ξεστράτιζαν ολοένα από το φως.

Τι συναντά κανείς έξω απ’ το δράμα;
Οι ναύτες τρίβουν την αρμύρα απ’ τους
σκαρμούς και ο πρώτος σέρνει
τη βελόνα στα βραχέα.
Ράθυμος πια και καταχρεωμένος
απ’ την κερδοσκοπία των θεών.

Πάει καιρός που έπλεκε την κόμη
των δαιδάλων συνεπαρμένος κι επικός
μες στη νεότητά του∙
καιρός που έστεργε να φωτογραφηθεί
με το σφαγμένο τρόπαιο στα χέρια,
με το κουβάρι μουσκεμένο στην πληγή.

Πάει πολύς πολύς καιρός
που επέστρεψε μες στον λαβύρινθό του.

Σημείωση του ποιητή:
Ιδιαίτερα χρήσιμο για τούτο το ποίημα μου φάνηκε το βιβλίο του Patrick Conty Λαβύρινθος – Το μεγάλο αίνιγμα (μτφ. Στέλιος Μεταξάς, Αρχέτυπο, Θεσσαλονίκη, 2004).

Από τη συλλογή Χωρικά (2007) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Συναιρέσεις

Συναιρέσεις

[Ενότητα Στάσιμα]

Αλλά η φωνή ταλαντεύτηκε
ανάμεσα γλώσσα και χείλη,
ανάμεσα στους καιρούς που αφαιρούν
και στους καιρούς που προσθέτουν,
δοξάζοντας τη νέα της δύναμη και το νέο της πνεύμα,
το κέρας και την πέτρα και το σίδερο,
τα φύλλα του χαλκού,
τα μελανόμορφα, βαθύκοιλα καράβια
με το βάσκανο μάτι στην πλώρη τους∙
και τους χρησμούς και τα εξιλαστήρια,
το άσπλαχνο του φάσγανου
και τη λιστή πνοή των ετησίων.

Ραψωδώντας, στα χρόνια που πέρασαν,
με τον μνησίκακο ρυθμό του εξαμέτρου,
με την πλάτη στη θάλασσα και το στέρνο στον φόβο,
τους θριάμβους, τη νομή των αρμάτων και τον πυρρίχιο,
τα έργα του θυμού∙

και των αλόγων τους ορθούς λαιμούς
και των βοδιών το αλειμμένο λίπος
και τα μαλλιά που κόπηκαν
στο πένθος των συντρόφων∙

και όσα οι πολύτροποι εξύλευσαν,
για να μηχανευτούν την ιστορία,
με τη δική του νέκυια ο καθείς,
καθείς με τη δική του Ωγυγία,
με τον δικό του Φόρκυνα
στην εμμονή του νόστου.

Και ποιο το όφελος λοιπόν
απ’ του ιερού πτολίεθρου την πτώση;
Όλα διαπράχθηκαν στη χάρη των θεών∙

κι αν φανερώθηκαν στα λόγια των ανθρώπων
σαν ειμαρμένη, σαν πουκάμισα αδειανά
ή σαν παράπονο των άταφων νεκρών,
που θέλουν, έστω, για μνημείο το κουπί τους∙

και ακόμη, αν πειθάρχησαν οι λέξεις
σε τεχνικές ιδιότροπες του στίχου,
μ’ εκθλίψεις και βραχύνσεις φωνηέντων,
ώστε ν’ απαλειφθούν οι χασμωδίες,
ποιο το όφελος;

Εκείνοι απλώς συναίρεσαν τον κόσμο∙
και δεν φαντάστηκαν ποτέ τα νέα τείχη,
τα νέα θέσφατα, τις κόχες
των καινούριων εφεστίων∙
ούτε ποτέ τους πέρασε απ’ τον νου
καμιά άλλη Ρώμη πέρα από τη Ρώμη.

Από τη συλλογή Χωρικά (2007) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Σμόλικας

Σμόλικας

[Ενότητα Στάσιμα]

— Θα πιάσετε το φρύδι του βουνού,
δέκα χιλιόμετρα όλα κι όλα χωματόδρομος,
τόπος στεγνός, πέτρα και άδειος ήλιος∙
μετά θα βρείτε άσφαλτο και αρχίζει η κατηφόρα.
Απ’ την Αγια-Παρασκευή –μη σας γελάσει
ο χάρτης και μπείτε στο χωριό–
θα βγείτε αριστερά μέσα στο ρέμα.
Μόλις γλυκάνει το τραχύ κι αρχίσει η βλάστηση,
πριν απ’ τη γέφυρα θα δείτε την πηγή.
Πάνω στον δρόμο.

Ακολουθήσαμε πιστά τις οδηγίες,
ταλαιπωρώντας τα αμορτισέρ.
Παρ’ όλα αυτά ο χάρτης μας ξεγέλασε.
Έκδοση του Συλλόγου Φίλων του Βουνού
με καταμετρημένες αποστάσεις.

Ίσως μας μπέρδεψε το επίπεδο χαρτί,
σκισμένο από τη χρήση στις τσακίσεις.
Ίσως ακόμη τυπωμένα τα ονόματα∙
σημεία βέβαια και απόλυτα και οικεία,
ενώ τα μάτια μας ροκάνιζαν το έρμα τού σχεδόν.

Τέλος, εξίσου πιθανόν
στον χάρτη να διαβάζαμε άλλον χάρτη,
αυτόν που δείχνει τις δικές μας διαδρομές.

Χαθήκαμε χωρίς να υπάρχει φόβος.
Σ’ εκείνο το χιμαιρικό τοπίο των παλιών
και ατελών μεταφορών που συνορεύουν
με κρασπεδόρειθρα, προσόψεις και αυλές.

Μία μορφή αντιφέγγισε στο τζάμι του παρμπρίζ∙
έπειτα τσομπανόσκυλα χυμήξανε στις πόρτες.
Πάνω στον βράχο ξεχασμένος ο βοσκός
άρχιζε και τελείωνε φράσεις στο κινητό του.
Μπροστά λακκούβες άπληστες
που μας συντρόφευαν καλά μέχρι το τέλος.
Στα μέρη που δεν πήγαμε ποτέ.
Στα μέρη απ’ όπου έχουμε επιστρέψει.
Σ’ εκείνη την περιοχή που, λες, συγκλίνουν
όλοι οι αμαξιτοί και στιγματίζουν
όσα υπάρχουνε σχεδόν, όσα σχεδόν δεν είναι.

Ο πρώτος σκύλος έπεσε με τόλμη
πάνω στην αλαζονική μας τετρακίνηση,
τσακίζοντας το αριστερό του πόδι.
Οι άλλοι κοντοστάθηκαν κι έμειναν να γαβγίζουν.
Φωνή δική τους κάποτε, τώρα η πίσω όψη,
σε κλίμακα, του ορεογραφικού.

Από τη συλλογή Χωρικά (2007) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Όνειρο

Όνειρο

[Ενότητα Στάσιμα]

Ήμερο φως, φωτιά αδελφική,
είδωλο οικείο στον καθρέφτη φυλαγμένο
σαν καμωμένο έργο των ματιών
παιδιού∙

όνειρο ήταν. Ο πατέρας
με κρατούσε από το χέρι∙ με το άλλο χέρι
μου έδειχνε τη γη∙
λιόδεντρα και αρμυρίκια και αγριοσφένταμο
και θορυβώδες ρεύμα του νερού,
όπου το γέλιο της η τσίχλα δοκιμάζει
και χάνεται η οπλή του ελαφιού.

— Να ο κόσμος σου.
Και ο κόσμος είναι η χώρα
που τη ζωή σου έχει υποδεχτεί,
δίνοντας όψη σε ό,τι κιόλας είσαι,
σε αυτό που αλλάζει διαρκώς για να υπάρχει
σκιά του και πηλίκον του αμετάβλητου.

Να ο τόπος σου∙
συγγενικός με τ’ άστρα
και την αρμονική των αριθμών∙
εννέα τόνοι τ’ ουρανού
στη μουσική τροχιά του
και το φεγγάρι ρούχο κρεμασμένο
στο καρφί, καθώς γυρίζει
η θάλασσα κι αφήνει
στην άμμο επάνω όσα νοσταλγείς
ή όσα η ανάγκη έχει ποθήσει
πριν από την ανάγκη νικηθεί.

Ανάμεσα σε χώμα και καρπό μόλις ο αέρας∙
και ο σύνοικός σου δαίμονας γυμνός,
στραμμένος στη στιγμή που τον ορίζει,
τυλίγοντας σαν νήμα το παρόν,
κύκλο σε κύκλο μέσα γεννημένο,
στον χρόνο του αιώνιου εύθραυστη ανακωχή,
αφού και το αιώνιο διαρκεί όσο και ο χρόνος.
Να η γνώση σου∙

αφίλιωτη παρασημαντική
των ειμαρμένων νόμων της απώλειας
πως τίποτε το πιο πολύ απ’ ό,τι βλέπεις∙
τους τεντωτές σχοινιών που τεμαχίζουν
ευθείες και πλευρές,
να δώσουν μέτρο στο άμετρο
κι εύρος ποδός στον ήλιο∙
πως τίποτε το πιο πολύ απ’ ό,τι
μπορεί να λογισθεί και να είναι κάπου

σαν όνειρο∙
σώμα κλεμμένο απ’ την εικόνα του εαυτού του,
κάνοντας την ανάσα του πνοή.
Πλάνη που μόνο αν μιμηθεί
θα γίνει αλήθεια.

Σημείωση του ποιητή:
Στ. 40: «Τεντωτές σχοινιών» ονομάζονταν στην αρχαία Αίγυπτο οι τοπογράφοι που μετρούσαν τους αγρούς και τα κτήματα, τεντώνοντας σχοινιά στις πλευρές τους.
Στ. 43: Κατά τον Ηράκλειτο (απόσπασμα 3) ο ήλιος έχει το πλάτος ανθρώπινου ποδιού (Ηλίου εύρος ποδός ανθρωπείου).

Από τη συλλογή Χωρικά (2007) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Ο κήπος

Ο κήπος

[Ενότητα Στάσιμα]

Για να χωρέσω φτιάχτηκε ο κόσμος,
ο μέγας κόσμος και ο κόσμος ο μικρός
και οι αναβαθμοί που τους ενώνουν∙
η κεφαλή του Ωρίωνα και τα φτερά του Βέγα
και ο σαλιωμένος σβώλος στην πληγή.
Και η χώρα Χους και η χώρα Ευειλά,
όπου ο άνθρακας και το ακριβό πετράδι∙
και αυτά που είναι φανερά μα δεν τα βλέπω
και τα ονομάζω για να ονομαστώ.

Παντού το κέντρο του, όπου κι αν σταθώ∙
κι αν κινηθώ πηγαίνω προς το κέντρο.
Βρίσκομαι εδώ, και το εδώ
είναι η στιγμή που βρίσκομαι παντού
σαν διαδοχή και σαν αναγκαιότητα,
σαν κλάσμα που διασχίζει τις διαστάσεις
ή σαν γραφή καρκινική που αντιστρέφει
το ασυμπλήρωτο ευρετήριο της ύπαρξης.

Σαν τον καθένα μες στον κόσμο τον δικό του∙
με το ατελές του άρτιου,
το όλον του περιττού,
το κάτω, το επάνω και το ανάμεσα
και το επικατάρατον της γης.

Βέβαια προηγήθηκε η φωνή∙
χωρίς συναίσθημα, σαν λόγος τεχνοκράτη.

Μέχρι τη μέρα που μετρήθηκε σαν έκτη
όλα τα πρόφτασε:
το εγγύς, το μακρινό και το αόρατο,
το σπείρον σπέρμα και τον σπόριμο καρπό,
πάντα τα γένη (όλα κατά ζεύγη),
τις δοκιμές της ν’ απεικονιστεί,
τις εντολές, τις τόσες υποσχέσεις,
τη γνώση σαν αβάσταχτη ενοχή.
Κι έπειτα αγίασε τη μέρα την εβδόμη∙
κι έπειτα σώπασε για να ξεκουραστεί.

Κι έπειτα;
Έπειτα ας σώπαινε τουλάχιστον για πάντα.
Μα αυτή εκεί.
Να εποπτεύει δειλινά και περιπάτους,
να κρίνει, ν’ ανακρίνει, ν’ απειλεί∙
ως και δερμάτινους χιτώνες ονομάτισε,
να ντύσει άρον άρον τους γυμνούς.

Εκεί.
Να τρώγεται για ένα κοτσάνι μήλου
που βρήκε πεταμένο μες στον κήπο της.

Σημείωση του ποιητή:
Στ. 6: Η «χώρα Χους» και η «χώρα Ευειλά», (Γένεσις, κεφ. Β’, εδ. 10 & 13), όπως τις συναντούμε στη μετάφραση από το πρωτότυπο εβραϊκό κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης (Η Παλαιά Διαθήκη, Ελληνική Βιβλική Εταιρία, Αθήνα, 1997). Οι αντίστοιχες χώρες μεταφράζονται από τους Εβδομήκοντα ως «Αιθιοπία» και «Ευιλάτ» (Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους Εβδομήκοντα, Αδελφότης Θεολόγων η «Ζωή», Αθήνα, 1986).
Στ. 10-11: Είχα την εντύπωση ότι ο ορισμός: «Η φύση είναι μια σφαίρα χωρίς τέλος, που το κέντρο της βρίσκεται παντού και η περιφέρειά της πουθενά» ανήκει στον Πασκάλ. Καθώς διαβάζω όμως στις σημειώσεις του Αχιλλέα Κυριακίδη (Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Άπαντα πεζά, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2005): «είναι μια παραλλαγή του «Το κέντρο του σύμπαντος είναι παντού κι η περιφέρειά του πουθενά» του Τζορντάνο Μπρούνο, που είναι πια παραλλαγή του «Ο Θεός είναι μια νοητή σφαίρα που το κέντρο της είναι παντού και η περιφέρεια πουθενά» του Αλανού της Λίλλης, που την είχε ανακαλύψει στο Corpus Hermeticum και που, φυσικά, αποδίδεται στον Ερμή τον Τρισμέγιστο, που έτσι ερμήνευσε τον άπειρο Σφαίρο του Εμπεδοκλή, που είναι μία εικόνα του Παρμενίδη («το Ον είναι όμοιο με τη μάζα μιας ολοστρόγγυλης σφαίρας, που η δύναμή της είναι σταθερή από το κέντρο προς οποιαδήποτε κατεύθυνση»), που ανέπτυξε τον Θεό ως αιώνια σφαίρα του Ξενοφάνη».

Από τη συλλογή Χωρικά (2007) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Ο κάλλιστος κόσμος

Ο κάλλιστος κόσμος

[Ενότητα Στάσιμα]

Σειρά σου τώρα να μετρήσεις την αλήθεια.
Τα ηλιοστάσια και τις ισημερίες,
τις συμμετρίες και τ’ αντιστρεπτά.
Αφήνοντας την άμμο να γλιστράει
απ’ τη μια χούφτα σου∙ ν’ αθροίζεται στην άλλη
και ό,τι αθροίζει να το αφαιρεί.

Σε μία πλάνη επινοημένη,
για να ξορκίζεται η μάσκα της φθοράς∙
η κοσμική συμπάθεια που ενώνει
τον νου με την ανάγκη μιας αιτίας
ως τη στιγμή που θα έχει ξεχωρίσει
το αιώνιο απ’ το παντοτινό.

Νεοπλατωνικός ή Πυθαγόρειος
ή, έστω, Προσωκρατικός σε χρέη Στωικού.
Να μη γνωρίζεις όταν σε ρωτούν κι όταν
δεν σε ρωτούν να λες πως ξέρεις∙
για όσα υπήρξαν και υπάρχουν
και θα υπάρχουν, τάχα φωτιά που σβήνει
και ανάβει στο ίδιο μέτρο, νέα κάθε μέρα,
μύθος και θαύμα, σύμβολο και λόγος
που ούτε μπορεί ν’ αναπαρασταθεί.

Σάρμα εἰκῇ κεχυμένον ὁ κάλλιστος κόσμος,
μάζα ἀθάνατος καὶ ἀνώλεθρος τοῦ ἀπείρου
μέσω σχημάτων τε καὶ αριθμῶν.

Τι μπέρδεμα ε;

Και τι συνωστισμός αποφθεγμάτων∙
μέχρι να βγάλεις από πάνω σου τον χρόνο,
έτσι που όλα να συμβαίνουν μονομιάς.

Έτσι που να μπορείς να λογαριάζεις
πώς πέφτει μέσα σου ταυτόχρονα όλη η άμμος
από το ένα κοίλο μέχρι το άλλο,
εκμηδενίζοντας το ανάμεσα της μνήμης
ή του θανάτου το απόλυτο παρόν.

Τώρα πια δεν σου απόμειναν παρά
τούτες οι λέξεις –σπασμένα εξάμετρα
στη μοιρασιά της γλώσσας–
τεχνάσματα που σε δημιουργούν.
Και η ζωή σου λέγεται ποτάμι,
κλέφτης του νερού∙

όσες φορές κι αν το διαβείς
μονάχα μια φορά θα το περάσεις.

Σημείωση του ποιητή:
Στ. 15-16: Πρβλ. με Άγιο Αυγουστίνο: «Τι είναι ο χρόνος; Όταν κανείς δεν μου θέτει το ερώτημα, ξέρω τι είναι. Αν όμως θελήσω να τον ερμηνεύσω σε κάποιον, δεν ξέρω τι να πω» (Αγίου Αυγουστίνου, Εξομολογήσεις, Τόμος Β’, βιβλίο XI, μτφ. Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Πατάκης, Αθήνα, 1999, σ. 166).
Στ. 19-20: Ηράκλειτος, απόσπασμα 30 (βλ. και προμετωπίδα συλλογής: κόσμον τόνδε, τὸν αὐτὸν ἁπάντων, οὔτε τις θεῶν οὔτε ἀνθρώπων ἐποίησεν, ἀλλ᾽ ἦν ἀεὶ καὶ ἔστιν καὶ ἔσται πῦρ ἀείζωον ἁπτόμενον μέτρα καὶ ἀποσβεννύμενον μέτρα).
Στ. 22: Ηράκλειτος, απόσπασμα 124.
Στ. 23: Αναξίμανδρος, μαρτ. 10.
Στ. 24: Πλάτωνος, Τίμαιος, 53b (ούτω δη τότε πεφυκότα ταύτα πρώτον διεσχηματίσατο είδεσί τε και αριθμοίς).

Από τη συλλογή Χωρικά (2007) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου: Ο κ. Επιθεωρητής

Ο κ. Επιθεωρητής

[Ενότητα Στάσιμα]

Ας ήτανε να σώπαινε ο κουτός∙
μηχανικός του δημοσίου δήθεν
κι επιθεωρητής έργων οδοποιίας
μ’ εξουσιοδοτήσεις κι εντολές

— Ένα μικρό δρομάκι το παλεύετε
χρόνους κι αιώνες τώρα.
Τόνους το σκύρο και την άμμο
να ψήνονται στην πίσσα.
Τόσες μελέτες κι εργολάβοι
κι επιβλέποντας και μειοδοτικές
δημοπρασίες για μια σταλιά
δρομάκι όλο κι όλο που ακόμα
να παραδοθεί στο γενικό καλό.

Κι άλλα, κι άλλα πιο σχολαστικά
για την κατασπατάληση των πόρων,
την ακηδία των τοπικών αρχών.

Εντέλει κάτι έγραψε
στο φύλλο του με τις παρατηρήσεις
(υπέδαφος σαθρό, κακοτεχνίες,
ευθύνες μεσαζόντων ρεμβαστών
ή κακοπληρωμένων μισθοφόρων)
και αποχώρησε με το υπηρεσιακό
δημοσιοϋπαλληλικά εκνευρισμένος.

Δεν του ’κοψε του αφελή
–πώς να του κόψει άλλωστε–
πως τούτο το ελάχιστο δρομάκι
δεν προορίζεται για χρήση
απ’ τους πολλούς ούτε εξυπηρετεί
κοινά συμφέροντα.

Διασχίζει της αράχνης τον ιστό
κι ενώνει μόνον
ό,τι μπορεί να ενωθεί στη χάραξή του∙
το δίχτυ από όριο σε όριο
και ανάμεσά του
το εκκρεμές των θηραμάτων.

Κι αν μένει ατέλειωτο χρόνους
κι αιώνες τώρα, είναι που αλλάζουν
συνεχώς τα βήματά μας,
μπερδεύοντας το προς με το από.

Είναι που μια στενόχωρη βροχή,
όταν ξεσπάει,
κάνει το χώμα μαλακό και να βουλιάζει.

Από τη συλλογή Χωρικά (2007) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Η τέταρτη διάσταση

Η τέταρτη διάσταση

[Ενότητα Έξοδος]

Και οι εποχές αντέγραψαν η μία την άλλη
με τα ίδια κενά στις αράδες ανάμεσα,
με τις ίδιες ανορθόγραφες λέξεις,
τους δικούς της θνητούς κάθε μια
που τους είπε αθάνατους,
τους δικούς της σαλούς
που τους είπε προφήτες,
νικητές που κυρίεψαν έθνη αλλόδοξα,
ηττημένους που αντάλλαξαν τη ζωή με την πίστη.

Με αριθμούς τρομερούς
που οιωνίζονται φόβητρα,
με σφραγίδες που ανοίχτηκαν
μία προς μία, συνάζοντας τα όρνια
τ’ ουρανού για τον μεγάλο δείπνο.

Ευτυχής είναι αυτός
που διαβάζει τα μέλλοντα
και τα μέλλοντα λόγια μιλά,
ότι θα πάψουν οι γιορτές κι οι νουμηνίες
και θα στεγνώσει το αίμα στον βωμό∙

και αυτός που με οδύνη ασκείται
στην πτώση του, μετανιωμένος πλέον
για τη γνώση, καθώς συντρίφτηκαν
τα σκεύη από πηλό και ομολογήθηκαν
τα ονόματα της πλάνης.

Κι απ’ τους αιώνες διαλέχτηκαν χρόνια χίλια
μέχρι την πρώτη ανάσταση,
όπου κατά τα έργα τους κρίθηκαν οι νεκροί∙
και άλλοι εβλήθησαν στη λίμνη του πυρός
και άλλοι εξάλειψαν τα δάκρυα απ’ τα μάτια.
Και τα πάντα γεννήθηκαν νέα.

Ευτυχής είναι αυτός που αγρυπνά
και φυλά ό,τι κατέχει,
τις διαβάσεις, τ’ αξόδευτα θαύματα,
τη φιάλη τη χρυσή των μυστηρίων
και τους θεμέλιους λίθους των τειχών∙
τη γλώσσα που μιμείται όσα ειπώθηκαν
στις μέρες της φωνής
και όσα στη φωνή δεν βρήκαν ήχο∙

αυτός που αθροίζεται στον χρόνο του σωστά,
ενώ ο χρόνος έχει τελειώσει.

Και μετρήθηκαν πάλι το άπειρο
και οι ανοιγμένες πύλες του απείρου
κατά τις τέσσερις διευθύνσεις του ορίζοντα,
κατά τις τρεις διαστάσεις του νοητού.

Κι έμεινε αμέτρητη μόνον η τέταρτη διάσταση
κατά το μέγα,
το ελάχιστο του ανθρώπου.

Σημείωση του ποιητή:
Στ. 27: Βλ. Ιωάννου Αποκάλυψις, Κ’ 14.
Στ. 28: Βλ. Ιωάννου Αποκάλυψις, Κ’ 13.
Στ. 29: Βλ. Ιωάννου Αποκάλυψις, ΚΑ’ 4.
Στ. 42, 43: Βλ. Ιωάννου Αποκάλυψις, ΚΑ’ 13.

Από τη συλλογή Χωρικά (2007) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Η Άτροπος των Ημερών

Η Άτροπος των Ημερών

Τότε απλώθηκε ο λόγος σαν ιστός
και παγιδεύτηκε στο κέντρο του ο χώρος,
προσμένοντας την αδηφάγο αράχνη.
Εκείνη δρασκέλισε το νεύρο του πράσινου φύλλου,
εκεί όπου διάφανο φώλιαζε το νερό,
με πόδια εμπρός και πόδια πίσω ισορροπώντας,
σέρνοντας και προσθέτοντας το βδελυρό ένδυμά της,
ξεκίνησε από τον ίσκιο του λόγου,
κατεβαίνοντας στη μεριά μας,
μια και εμείς ορίζουμε τις διαστάσεις του χώρου
και ο χώρος υφαίνει το σχήμα του γύρω από εμάς,
μια και εμείς είμαστε ο ίδιος ο χώρος
και ο χώρος υπάρχει στον χώρο χάρη σ’ εμάς.

Από τη συλλογή Χωρικά (2007) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Επιτέλους τα σύνορα

Επιτέλους τα σύνορα

[Ενότητα Στάσιμα]

Και οι φυλές σκορπίστηκαν κατά την τάξη
των άστρων και τη φιλάνθρωπη ροή
των ποταμών∙ του Φισών που η λάσπη του
γεννά το χρυσάφι και του Ευφράτη
και του Τίγρη και του Αιθίοπα∙
κάθε μια εκπληρώνοντας τη δικιά της ευθεία,
τα δικά της σημεία που ερμηνεύουν τ’ αγγέλματα∙

τους καιρούς του ενιαυτού με το αλεύρι
το άζυμο, το αίμα το ακοίμητο
μετά τη λατρεία, το μύρο του χρίσματος,
το μαλλί, το ασήμι,
τον θερισμό και τη συγκομιδή.

Μέρες παλιές, σπίτια παλιά όπου γεννήθηκα,
ταβάνια χαμηλά όλες τις ώρες,
αφή του άχυρου, οσμή του χορταριού,
ανάμεσα σε αθήλαστους μαστούς
γεύση του ιδρώτα.

Νύχτες που η πάχνη ξάφνιαζε τα γερασμένα
μέλη, τα μάτια όμως γύρευαν
λίγο ακόμη φως, να μη λαθεύει πια
η ευλογία και βιαστικά χαρίζει
τη δροσιά των ουρανών
–ή το πλήθος της γης σε κρασί και σε λάδι–
στο λείον του δόλου αντί στο δασύ.

Με τις σκιές αθόρυβα να λύνουν τα μαλλιά τους,
αθόρυβα να ξεγλιστρούν απ’ το ασελγές της μνήμης∙
πάντα μια πράξη πέρα απ’ την αυλαία,
πάντα ένα βήμα έξω απ’ τη σκηνή,
χωρίς ποτέ να γίνουν παρουσία,
δίχως τη δύναμη ν’ αντέξουν τη μορφή.

Παίζοντας με την πλάτη στο κοινό,
ώστε να μένει χώρος μεταξύ τους
για ν’ αποφεύγουν τη συνενοχή,
την αγωνία εκείνης της στιγμής
που ο ρόλος γίνεται υπόσταση κι αιτία∙

που ακούγονται οι σάλπιγγες και οι αλαλαγμοί
και η βία των γλωσσών και οι διαθήκες.
Που φανερώνονται, ως από μηχανής,
του ήλιου το άδυτο,
οι παρελάσεις των στρατιών γύρω απ’ την πόλη,
οι ανηλεείς χειρονομίες των θεών.
Η τόση έπαρση, η τόση υποταγή,
τα τόσα σύνορα.

Σημείωση του ποιητή:
Στ. 3-5: Βλ. Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους Εβδομήκοντα, Γένεσις, κεφ. Β’, εδ. 10-14.

Από τη συλλογή Χωρικά (2007) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Μαρία Κουγιουμτζή, Για την ψυχή του

Για την ψυχή του

Για την ψυχή του μη ρωτάς
μονάχα το ελαφίσιο σώμα του
το ζυμωμένο μ’ άχνη ζάχαρη
και πράσινο πιπέρι
να γνωρίσεις.
Να γίνεις τ’ αμυγδαλωτό
που θα δαγκώνει η μυρωδάτη ανάσα του
η τηλεφωνική γραμμή
που θα περνά το αίμα του
καθώς με το δικό σου αίμα θα συνομιλάει,
να δεις
θα ζεσταθείς καλά απ’ τα σεντόνια των χεριών του
είναι το σώμα του φίλος καλός,
ο εχθρός είν’ η ψυχή του.

Το συγκεκριμένο ποίημα της Μαρίας Κουγιουμτζή δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 14 (Ιούνιος 2007).

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κουγιουμτζή

Μαρία Κουγιουμτζή, Η ουρά της

Η ουρά της

Ήταν από τα πιο καυτά μοντέλα η Τζέινα
φεύγαν πουλιά
απ’ το μαύρο τρυπητό καλσόν της,
είχαν δυο ρίγες πράσινες
και δυο πορτοκαλιές
τα κίτρινα ποτάμια των μαλλιών της
που φτάναν και χαϊδεύανε
την άκρη της ουράς της
το χνουδωτό μαστίγιο
που μαστίγωνε
τους εραστές που πλέαν στα νερά της.

Το συγκεκριμένο ποίημα της Μαρίας Κουγιουμτζή δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 77 (Ιούνιος 2007).

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κουγιουμτζή

Μαρία Κουγιουμτζή, Βουλιμία

Βουλιμία

Παρ’ όλη του την εξυπνάδα
ανόητος ήταν ο Πλεύσης.
Διάλεξε τα χειρότερα κομμάτια απ’ την ψυχή μου
κι άφησε τα καλύτερα.

Δεν μύρισε σωστά η λαιμαργία του
και καταβρόχθισε τις πέτσες και τα λίπη.
Κι όσα από τα καλύτερα κατά λάθος γεύτηκε
καθόλου δεν ξεχώρισε τη νοστιμιά τους.

Βέβαια έτρωγε άψογα
χαιρόσουν να τον βλέπεις
πώς έσχιζε με το μαχαίρι την καρδιά
πόσο λεπτά και έντεχνα
τύλιγε τις ιδέες του με το πιρούνι
μέσα στο κουτάλι.

Κι αφού έφαγε καλά και ρεύτηκε
γύρισε το κεφάλι της αλλού η όρεξή του.

Δε λέω, εκεί που στράφηκε
ήταν παχιά κομμάτια.
Ξεχειλίζανε τα ψαχνά
κι αστράφτανε τα λίπη.

Μόνο που μύριζαν βαριά
γιατί είχ’ αρχίσει η σήψη.

Το συγκεκριμένο ποίημα της Μαρίας Κουγιουμτζή δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πάροδος, τεύχος 14 (Ιούνιος 2007).

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κουγιουμτζή

Μαρία Κουγιουμτζή, Στάση

Στάση

Στο τίποτα, στο πουθενά
πάνω στο ολοστρόγγυλο μηδέν
καθότανε η Μαίρη.

Κάτω
στα σκοτεινά ποτάμια
εκεί που γκρεμιζότανε όρθιο το χάος
έπλενε τα φτερά της.

Πάνω
στις γελαστές βεράντες του αέρα
χτένιζε τις ξανθές πλεξούδες των ονείρων της
μεταξωτά σχοινιά που τραγουδούσαν
καθώς τραβούσαν τα πανιά
και φούσκωνε το αόρατο
αερόστατο του χρόνου.

Αργά απομακρύνονται οι νεκροί
κι οι ζωντανοί τρεχάτοι.
Εκείνη κλούβιο αυγό
ακινητούσε ανάμεσά τους ως να σπάσει
χωρίς τη μυτερή πυξίδα της ανάστασης
πιστή στην αχαλίνωτη ορμή της στάσης.

Το συγκεκριμένο ποίημα της Μαρίας Κουγιουμτζή δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 77 (Ιούνιος 2007).

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κουγιουμτζή