Σάκης Σερέφας, Μεσημέρι

Μεσημέρι

μεσημέρι, βρήκα τυχαία τον
φίλο, είχε στραγάλια στη χούφτα

στεκόταν κάπου σιωπηλός
σαν άπραγη γυναίκα
και τα μάτια του μόνο μου ’παν:
πρόσεχε

Από τη συλλογή Αυτή που γλεντάει στο φως (1985) του Σάκη Σερέφα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σάκης Σερέφας

Κατερίνα Καριζώνη, Η αγάπη μου

Η αγάπη μου

Η αγάπη μου είναι μια πλατεία
με σιντριβάνια ασάλευτα,
έφηβους γαλήνιους,
που ερωτεύονται το περιπλανώμενο φως,
τον άγγελο
που πίνει απ’ τη σκυφτή βρύση
με το τάσι μου
και πλένει στη γούρνα τα φτερά του.

Η αγάπη μου
είναι μια νύχτα χειμωνιάτικη
που συναντάς τη λύκαινα στο μονοπάτι
να σε κοιτάζει με τα παγωμένα μάτια της
και να ορμά στο σκοτάδι.

Ένα πεζούλι είναι η αγάπη μου
που ’ρχεσαι και καθόμαστε τα απογεύματα
και την αυγή μας βρίσκουνε μαρμαρωμένους.

Από τη συλλογή Τσάι και μυθολογία (1985) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Θεσσαλονίκη

Θεσσαλονίκη

Τα λεωφορεία
που σταθμεύουν στις αλάνες
πίσω απ’ τις πολυκατοικίες κάθε βράδυ
είναι τα λάφυρα των ημερών που πέρασαν
κατά τις δώδεκα γεμίζουν πλήθη αγίων
πολιούχων,
άμφια βυζαντινά και σκοτεινά διαμάντια
λύνουν χειρόφρενα και ορμούν στη ναρκωμένη πόλη
σέρνουν την ενδοχώρα ως τη θάλασσα
κι από κει αναδύονται στον αιώνα τους
που φέγγει.

Και τότε οι εκκλησίες ερειπώνονται
χαλάσματα μέσα στη νύχτα που αχνίζουν
όπως στην πυρκαγιά του ’17
και πιο παλιά σ’ επιδρομές απίστων.

Τα ξημερώματα όμως όλα επανέρχονται
τα λεωφορεία άθιχτα στις αφετηρίες
γυαλιστερά, απαστράπτοντα σαν ωραία χρόνια
να κουβαλούν φορτία εργαζομένων
και μαθητές ανώνυμους λυκείων.

Αυτά μου είπε ένας γέρος αγιογράφος
που είχε το μαγαζί του στη Χαλκέων
δύο ή τρεις αιώνες τώρα και μελετούσε
τη συμπεριφορά των βυζαντινών εικόνων.

Από τη συλλογή Τσάι και μυθολογία (1985) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Καταγωγή

Καταγωγή

Πίσω απ’ την Αίγλη
στην οδό Κασσάνδρου
κατέβαινε τα βράδια ένας άγγελος
κι άναβε σπίρτα.

Σε κάθε σπίρτο και μια εικόνα καίγονταν,
έτσι καήκαν οι προοπτικές μας να βρεθούμε.
Στο ξυλουργείο απέναντι απ’ το σπίτι
έβαλε μια παλιά φωτιά
κι έδιωξε τα παιδικά χρόνια∙
τα καθίσματα της Αίγλης τα ’κανε άστρα
κάτω απ’ τα τούρκικα λουτρά
κάτω απ’ τα φύλλα του Παλιού Ημερολόγιου∙
μετά ήρθε κι ο νοτιάς
κι έσβηνε το ένα σπίρτο μετά το άλλο,
Σαράντα Εκκλησιές-Κομοτηνή-Μακρόνησος,
με το καζάνι να μαζεύεις το βρόχινο νερό,
την υγρασία απ’ τα καπνομάγαζα του αιώνα σου,
τις ιστορίες της γιαγιάς Παγώνας
μέσα στη διγλωσσία και στους ψαλμούς
στη ραγισμένη οθόνη.

Κι ο άγγελος
καίγοντας και το τελευταίο σπίρτο του
το πρόσωπό του αποτύπωνε στα ρούχα μας
με υπομνηματισμούς
σε Ελληνικά και Τουρκικά.

Από τη συλλογή Τσάι και μυθολογία (1985) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Το αύριο κρύβει μια αληθινή βασίλισσα

Το αύριο κρύβει μια αληθινή βασίλισσα

Και κάποια μέρα
καθώς στίχοι του Καρυωτάκη
θα ξεσπούν στις καφετερίες
μαζί με τα μεσημέρια
και τις σπασμένες υδρορροές
θα μπεις σ’ ένα αμάξι όλο χαμένους προορισμούς
και ήπια χρόνια
να προλάβεις την τροπή των γεγονότων
τα σύνδρομα της φθοράς

γιατί το αύριο
είναι μια παρενέργεια της μνήμης
τρυφερή
γιατί το αύριο κρύβει μια αληθινή βασίλισσα
όλο εραστές, συνωμότες και στυγνούς σφετεριστές
πρόσωπα που δεν μας πλησιάζουν
παρά μόνο κοιτούν
μέσα από σκοτεινές πτυχές
προς το απόλυτο.

Κι η σπασμένη καδένα του γέλιου σου
θα στάζει στο πάτωμα
κι η ιστορία σου κηλιδωμένη
θα πετάει στα ντουλάπια
και τα παραθυρόφυλλα θα γείρουν προς το θάνατο.

Από τη συλλογή Τσάι και μυθολογία (1985) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Χωρίς τίτλο

Νίκος Κυπουργός & Αφροδίτη Μάνου, Τέλος δεν υπάρχει εδώ
(τραγούδι: Ελευθερία Αρβανιτάκη / δίσκος: Οξυγόνο (2003))

Χωρίς τίτλο

Μη φοβάσαι, σου είπα
κι αν όλες οι ιστορίες ξεχαστούν
κι αν όλες οι προσπάθειες αποτύχουν
κι αν όλα κάποτε χαθούν σ’ αυτήν την πόλη
σε περιμένω.

Μη φοβάσαι, μου είπες
γιατί αυτοί που αγαπήσανε δεν χάνονται,
έχουν μια ψυχή παραπάνω.

Από τη συλλογή Τσάι και μυθολογία (1985) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Τα ενδύματα των ποιητών

Μάνος Χατζιδάκις & Λουκάς Στρογγυλός, Ο γκρεμός
(ερμηνεία: Ορφέας Κρεούζης / δίσκος 78 στροφών του 1957)

Τα ενδύματα των ποιητών

Τα ενδύματα των ποιητών
μπορώ και τα διακρίνω
ακίνητα μέσα στο περιρρέον πλήθος της αγοράς
διαγνώσκω το τέλος μου μες στις πτυχές τους
το κοκκινόχρωμα που αφήνουνε στα δάχτυλα
καθώς περνάμε δίπλα τους τις Κυριακές.

Όμως μου είναι δύσκολο
να φανταστώ μες στις ντουλάπες σας
να στροβιλίζονται άφθαρτα
και να διαδίδουν αρρώστιες
κι άλλοτε να παλιώνουν
μ’ ένα θόρυβο φτερών από εξαπτέρυγα.

Τα ενδύματα των ποιητών
μπορώ και τα διακρίνω.

Όμως μη μου φοράτε
τέτοια ρούχα εμένα
ποιος σας είπε
πως αντέχω
τις αποχρώσεις του γκρεμού.

Από τη συλλογή Τσάι και μυθολογία (1985) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Σχεδόν 12 χρόνια πριν

Δήμος Μούτσης & Γιώργος Παπαστεφάνου, Στου Προφήτη Ηλία
(τραγούδι: Σταμάτης Κόκοτας / δίσκος: Δήμος Μούτσης / Πρώτη εκτέλεση (1973))

Σχεδόν 12 χρόνια πριν

Έλεγα να δώσουμε ραντεβού
κάπου αλλού
ας πούμε σε μια ξεχασμένη πάροδο της πόλης
δίχως όνομα
να μας εγκαταλείπει η μέρα
σα μουσική ανάμεσα στα βράχια της ακτής
σαν κούραση γλυκιά από συντριμμένα πάθη.

Έλεγα στα τριάντα μου
πως με πειράζει αυτό το άρωμα των κάστρων
που κατεβαίνει με τον άνεμο
ως τα καθίσματα των συνελεύσεων
ως τις σκηνές των τσιγγάνων στη Δυτική πλευρά
και πως απόψε θα σε συναντούσα
στο σιωπηλό πλήθος του επιταφίου
θα κατεβαίναμε τρέχοντας όλες τις κατηφόρες
του Προφήτη Ηλία
ως τη θάλασσα
κι ο Προφήτης θα μας παρατηρούσε
από τα νοικιασμένα σπίτια μέχρι αργά το βράδυ
που θα ’πιανε η ψυχρούλα απ’ το Θερμαϊκό

τότε θα ’ριχνε το μανδύα του
στα παγωμένα μπράτσα μας.

Από τη συλλογή Τσάι και μυθολογία (1985) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Συντέλεια

Συντέλεια

Καθώς ξεκούμπωνες το δέρμα σου
φάνηκε από μέσα ο γκρεμισμένος πύργος
κι ο ελικοειδής ανήφορος με τις δοκιμασίες.

Κάποιος σε ονειρεύεται
γι’ αυτό πέσαν οι άνεμοι στο πλάι σου
ημερωμένα άλογα
κι οι έγνοιες έρχονται να πιουν νερό
απ’ τον καθρέφτη
γριές νεράιδες
που ’χασαν το δρόμο τους.

Κάποιος σε περιμένει
σ’ απόμερο νυχτερινό Bar
στην άκρη της μνήμης του
περνάει ξαναπερνάει ο θάνατος
ντυμένος χωροφύλακας
και του ζητάει ταυτότητα
μα δεν γυρίζει το κεφάλι

Εκείνη τη νύχτα
που αγέλαστοι άγγελοι με κομπρεσέρ
κατεδάφιζαν τον κόσμο.

Από τη συλλογή Τσάι και μυθολογία (1985) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Γιατί οι βαρκάρηδες πεθαίνουν σε μια νύχτα

Γιατί οι βαρκάρηδες πεθαίνουν σε μια νύχτα

Γιατί κάθε νύχτα
βρίσκω έναν τυφλό βαρκάρη στην ακτή
και κλαίγοντας τον παρακαλώ
να με περάσει απέναντι.
– Μα δεν υπάρχει απέναντι,
μου λέει ξεροβήχοντας,
μετά ακουμπάει σ’ έναν τυχαίο φανοστάτη
και πεθαίνει.

Γυρίζω σπίτι και σου τηλεφωνώ
πως έχουμε χαθεί
πως το ένα μάτι μου είναι γυάλινο
και βλέπει μόνο στα όνειρα
και τ’ άλλο ψάχνει να σε βρει απελπισμένα
πως οι βαρκάρηδες πεθαίνουν σε μια νύχτα
και το πρωί στη νεκροψία
ανακαλύπτουν τα φτερά τους.

Από τη συλλογή Τσάι και μυθολογία (1985) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Μάριος Μαρκίδης, Παλιά νησιά

Παλιά νησιά

Κάποτε βαρέθηκε και τα παλάτια
και τα αρώματα της Καλυψώς.
Τα βράδια προφασίζονταν πονόδοντο για να γλιτώσει από τα χάδια της.
Δεν ήθελε πια να ταξιδέψει
δεν είχε άλλα χρόνια να χαρίσει στη θάλασσα
μα το ξημέρωμα τον έβρισκε να φτιάχνει τις βαλίτσες του

για λίγα διψασμένα βράχια
για κάποιον ψόφιο σκύλο που τρέμει και τον ίσκιο του
για κάτι ψωρομάγαζα στην προκυμαία που τα σπάνε κάθε βράδυ οι μνηστήρες.

Από τη συλλογή Μετά είκοσι έτη (1985) του Μάριου Μαρκίδη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Σταύρος Βαβούρης: [Φυγόκεντρό μου ποίημα…]

Άτιτλο (Φυγόκεντρό μου ποίημα…)

[Ενότητα Πού πάει, πού με πάει αυτό το ποίημα](1)

Φυγόκεντρό μου ποίημα
Κάνεις να ξεφύγεις προς τα δω
Κάνεις προς τα κει
Σου ’χω αποκλείσει όλα σου τα διέξοδα
— Αέρα, λίγο αέρα
Κάνε λίγο πέρα, δήμιε κορωμένε
— Εκεί —φρενιάζω— εκεί
Γράψου πρώτα κι ύστερα τα λέμε.

Δήθεν πειθαρχείς, παύεις να καλπάζεις
Λίγο δε λακτίζουν μέσα μου οι οπλές σου
Μαζεύεσαι έντρομο στο κέντρο
όπως οι φλόγες της φωτιάς τής περιφέρειας
που έχω ανάψει όλο και πλησιάζουνε
— Θα σε καρφώσω — μαίνομαι
— Μην ελπίζεις στη φυγόκεντρη φορά σου
Κει που ’σαι θα πλαντάξεις,

θα γίνεις στάχτη, παρανάλωμα μαζί μου
αν δω πως δε μπορώ
πόσο και πώς μπορώ να σε ημερώσω, να σε σώσω.

Η μοίρα σου είμαστε η φωτιά κι εγώ
φυγόκεντρο, αφηνιασμένο ποίημά μου.

Σχόλια-παραπομπές του ποιητή σε δάνειους στίχους
(1) Βλέπε το στίχο του Μάρκου Μέσκου:
Πού πάει, πού με πάει αυτός ο άνεμος;

Από τη συλλογή Πού πάει, πού με πάει αυτό το ποίημα (1985) του Σταύρου Βαβούρη

Σταύρος Βαβούρης: [Δύσκαμπτο ποίημα, δύστροπο…]

Άτιτλο (Δύσκαμπτο ποίημα, δύστροπο…)

[Ενότητα Πού πάει, πού με πάει αυτό το ποίημα](1)

Δύσκαμπτο ποίημα, δύστροπο
Τσινάει: «δε γράφομαι,
δε γράφονται τα ποιήματα».
Εσύ επιμένεις φυσικά,
και κάπου βρίσκεις, τέλος, την αρχή του.
Πας να το ξετυλίξεις
μα μουλαρώνει ξάφνου στρίβεται
τυλίγεται, τυλίγεται
κουβάρι σκούρο μες στο στήθος σου
σου φράζει για καλά τον οισοφάγο.

Πάλι δηλαδή τα ίδια απ’ την αρχή
κι έτσι εξαγριωμένος
το ξετυλίγεις άτσαλα∙
(πρέπει να τελειώνεις πια μαζί του, τι να κάνεις;)

Τότ’ ακατάσχετο
γεμίζει νήματα το σπίτι
Νήματα, ποιήματα-κλωστές
τυλίγονται στα πόδια σου
στο στήθος στους λαγόνες
φτάνουν ανεπαίσθητες θηλιές
γύρω από το λαιμό σου
και τότε τι να κάνεις;
Πάλι το τυλίγεις, το τυλίγεις
—Σκασμένο, ποίημα αγκυλωμένο τι γυρεύεις;
Νερό; νεράκι του θεού;
Ντερλίκωσε, ρουπώσου—
Τ’ αποποιείται δύστροπο — δε θέλει, δεν το θέλει
Αίμα θα θέλει υποψιάζομαι
κι έτσι χορτάτο κι εύκαμπτο
να βγει, να ξεχυθεί σα λογοδιάρροια στο χαρτί.

Δύσκαμπτο ποίημα
σαδιστικά στριμμένο τυλιγμένο με παιδεύει

Δεν το μπορώ, δεν το μπορώ
αυτό το τελευταίο μου ίσως ποίημα.

Σχόλια-παραπομπές του ποιητή σε δάνειους στίχους
(1) Βλέπε το στίχο του Μάρκου Μέσκου:
Πού πάει, πού με πάει αυτός ο άνεμος;

Από τη συλλογή Πού πάει, πού με πάει αυτό το ποίημα (1985) του Σταύρου Βαβούρη

Σόνια Πυλόρωφ-Σωτηρούδη, Μόνον εσύ

Μόνον εσύ

[Ενότητα I]

Μην κλαις τις πόλεις
που πεθάναν μέσα σου
σ’ αλλοτινούς καιρούς
αυτές μείναν εκεί
που τις άφησες
Κρύψε τα δάκρυα
για σένα
Μόνον εσύ μετοίκησες

Από τη συλλογή Σόνια-Πυλόρωφ Σωτηρούδη: Ποιήματα του ’84 (1985)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα / Σόνια-Πυλόρωφ Σωτηρούδη

Άνθος Φιλητάς, Μελαγχολία

Μελαγχολία

[Ενότητα Περισυλλογή]

στη Δέσποινα

Ήρθες
μπερδεμένη
στις φλέβες μου
με την τέφρα
και το σκοτάδι,
προσφορά
του φθινόπωρου
στου έφηβου
τη χαμένη
προσδοκία.
Ήρθες
όπως έρχονται
οι ωραίοι
θάνατοι,
υγρή
μονοτονία
της υδρορρόης,
άφωνη,
χωρίς λόγια,
πετρωμένη
σιωπή,
ανάμνηση
ενταφιασμένου
έρωτα
στις υδρίες
της πικρίας,

μελαγχολία!

θλιβερό
κυπαρίσσι
ριζωμένο
στη ρωγμή
της οδύνης μου.

Από τη συλλογή Η αποσύνθεση της γαλήνης (1985) του Άνθου Φιλητά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Άνθος Φιλητάς