Κατερίνα Καριζώνη, Σχεδόν 12 χρόνια πριν

Δήμος Μούτσης & Γιώργος Παπαστεφάνου, Στου Προφήτη Ηλία
(τραγούδι: Σταμάτης Κόκοτας / δίσκος: Δήμος Μούτσης / Πρώτη εκτέλεση (1973))

Σχεδόν 12 χρόνια πριν

Έλεγα να δώσουμε ραντεβού
κάπου αλλού
ας πούμε σε μια ξεχασμένη πάροδο της πόλης
δίχως όνομα
να μας εγκαταλείπει η μέρα
σα μουσική ανάμεσα στα βράχια της ακτής
σαν κούραση γλυκιά από συντριμμένα πάθη.

Έλεγα στα τριάντα μου
πως με πειράζει αυτό το άρωμα των κάστρων
που κατεβαίνει με τον άνεμο
ως τα καθίσματα των συνελεύσεων
ως τις σκηνές των τσιγγάνων στη Δυτική πλευρά
και πως απόψε θα σε συναντούσα
στο σιωπηλό πλήθος του επιταφίου
θα κατεβαίναμε τρέχοντας όλες τις κατηφόρες
του Προφήτη Ηλία
ως τη θάλασσα
κι ο Προφήτης θα μας παρατηρούσε
από τα νοικιασμένα σπίτια μέχρι αργά το βράδυ
που θα ’πιανε η ψυχρούλα απ’ το Θερμαϊκό

τότε θα ’ριχνε το μανδύα του
στα παγωμένα μπράτσα μας.

Από τη συλλογή Τσάι και μυθολογία (1985) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Advertisements

Μυρτώ Αναγνωστοπούλου, Μαθαίνω να μιλώ

Γιάννης Ρίτσος & Νίκος Μαμαγκάκης, Χρόνια σε περίμενα
(τραγούδι: Μαρία Δουράκη / δίσκος: 11 λαϊκά τραγούδια του Γιάννη Ρίτσου (1973))

Μαθαίνω να μιλώ

απρόσωπα φαινόμενα φυτών εποχιακές βλαστήσεις ήλιων
ανεμοδαρμένες επιφάνειες παλιών πύργων
τρεις όχθες που με φίλεψαν δροσερά καλοκαίρια
ένα μεγάλο μαχαίρι τυλιγμένο στη ζώνη μου
μια γεύση λιτή από έρωτα
κάποια πικρά φιλιά με τη σφραγίδα του τυχαίου
είχαν σταθεί ανάμεσα σε σένα και σε μένα

όχι με λόγια αγκαθωτά
με το βλέμμα μου
σου δίνω το κορμί

με το κορμί σού δίνω το χάδι
με το χάδι μαθαίνω τη γλώσσα σου
με τη γλώσσα σου
μαθαίνω να μιλώ

Από τη συλλογή Κυκλικά (1982) της Μυρτώς Αναγνωστοπούλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μυρτώ Αναγνωστοπούλου

Χαρά Χρηστάρα, Σε σιωπή

Γιώργος Χατζηνάσιος & Ντίνος Δημόπουλος, Ήλιε μην κοιτάς
(τραγούδι: Δήμητρα Γαλάνη / δίσκος: Διαδρομή (1973)

Σε σιωπή

[Ενότητα Το παρασύνθημα ξεχάστηκε]

Κύματα-κύματα η οργή
Ξυπνώ στο σκαλοπάτι της ανάμνησης
Σπρώχνει από μέσα το αλέτρι του ο πόνος

Οι ιδιωτικές στιγμές μου ράβονται
στο πανωφόρι του πλήθους
Τι να περιμένει η αγάπη
παρά το άλλο της πρόσωπο–
το μίσος;

Η θλίψη σπάει το κούτελό της στις σελίδες
Θα απαντηθεί άραγε η ερώτηση
που βάλθηκε να τρέχει αλαφιασμένη
στους δρόμους της πόλης
ξεπηδώντας από τη βαθιά ρωγμή του κεφαλιού μου;

Θα βρει ποτέ ανακούφιση η αμφιθυμία
που λιώνει με τα πέλματά της
κάθε βεβαιότητα;

Μέσα στη σιωπή, ξέρεις,
θα ηχήσουν τα λόγια
που αλληλοσκοτώνονται να πάρουν τη σειρά τους

Από τη συλλογή Οπτικό πεδίο (2002) της Χαράς Χρηστάρα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χαρά Χρηστάρα

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Η κριτική

Γιώργος Χατζηνάσιος & Γιώργος Κανελλόπουλος, Άσ’ τους να λένε
(τραγούδι: Σταμάτης Κόκοτας / δίσκος: Διαδρομή (1973))

Η κριτική

«Είσαι πολύ φλου», μου είπαν,
«δεν αρέσουν οι στίχοι σου,
αόριστα, πολύ αόριστα πράγματα».
Με τρόπο άλλαξα συζήτηση
ήμασταν μια μεγάλη παρέα
κι απέφυγα να δώσω εξηγήσεις.

Όσο κι αν μ’ επηρέαζε η έντονη κριτική
κι ήταν αγκάθι τα λόγια τους,
εκείνο το διάστημα κρατιόμουν καλά
κι ερωτικά με υπολόγιζαν,
αναζητούσαν τη συντροφιά μου∙
εκείνο το διάστημα έγραφα συνέχεια
για τη ζωή που έσφυζε γύρω μου.

Από τη συλλογή Το γυμνό ζευγάρι και άλλα ποιήματα (1990) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Ορέστης Αλεξάκης, Φανέρωση

Γεννήθηκε το 1931. Σπούδασε νομική στην Αθήνα, όπου και δικηγόρησε ως το 1991. Έκτοτε έζησε αρκετά χρόνια στο νησί του και μερικά στη Θεσσαλονίκη (ως το 2007).

Ηλικιακά ανήκει στη δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά, αλλά άργησε να εμφανιστεί στα γράμματα. Η πρώτη του συλλογή εκδόθηκε μόλις το 1974. Ας όψεται ο βιοπορισμός. Ωστόσο, ως σήμερα πρόλαβε να δημοσιεύσει 10 συλλογές, μια επιλογή ποιημάτων εν είδει συγκεντρωτικής έκδοσης (1999), μία μελέτη και μία ακόμη συλλογή είναι υπό έκδοση – ίσως ήδη κυκλοφόρησε ή θα κυκλοφορήσει μέσα στο μήνα και θα έχουμε την τύχη να τη δούμε μαζί από πρώτο χέρι.

Είναι Κερκυραίος, είναι και Αθηναίος, μα νιώθει και πολύ Θεσσαλονικιός, είναι φίλος μας (όπως κάθε σπουδαίος συγγραφέας), είναι εξαιρετικός άνθρωπος (από τους πιο λεβέντες που έχω γνωρίσει), είναι ένας από τους καλύτερους ποιητές που ξέρω… δεν φτάνουν όλα αυτά;

Κυρίες και κύριοι επισκέπτες του ιστολογίου μου, με πολλή χαρά κι ακόμη περισσότερη συγκίνηση, σας ενημερώνω ότι από σήμερα και για ένα περίπου μήνα (ή όσο χρειαστεί) θα ασχοληθούμε με το έργο του ποιητή Ορέστη Αλεξάκη.

Γιώργος Θέμελης & Σταύρος Κουγιουμτζής, Αυτός που θα φανερωθεί
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Ηλιοσκόπιο (1973))

Φανέρωση

Φανερώθηκες στη νύχτα μου μ’ όλα τα φώτα σου
Τίναξες στο σκοτάδι μου τ’ άσπρα σου κρίνα
Μου ’δωσες φως και υπόσταση, τόπο και χρόνο
Σου χρωστώ που αναδύθηκα μέσα στα πράγματα

Σήκωσες τη βαριά κουρτίνα, φωταγώγησες
Πρωτόφαντες του ασύλληπτου εκδοχές
Διαστάσεις, περιγράμματα, μορφές του αγνώστου

Ήμουν η προβληματική σκιά, έγινα ο πάσχων άνθρωπος
Ήμουν το ασώματο κορμί, έγινα πνεύμα ενσώματο
Σου χρωστώ που κατοίκησα τους γήινους χώρους

Σου χρωστώ την κατάκτηση των αισθήσεών μου
Τη φωνή των χωμάτων, τον ποδηγέτη μου ήλιο
Το πηγάδι, το φεγγάρι, το τραπεζομάντιλο
Το ψωμί, το κυπαρίσσι, το σπιτίσιο αστέρι

Σου χρωστώ που χάνεσαι στην απεραντοσύνη
Σαν το φτερό που στάζει φως, σαν το μαντίλι
Του χωρισμού, σαν το πικρό τραγούδι – και που
Επιστρέφεις την αυγή κομίζοντας ένα λαμπρό
Κοχύλι, ένα θαλασσινό πουλί, ένα ανθισμένο φύκι
Ένα κοράλλι από θαμπούς βυθούς, ένα πεφτάστρι

Σου χρωστώ τα θαύματα του καθ’ ημέραν βίου
Σου χρωστώ τα θαύματα με το υλικό τους βάρος
Σου χρωστώ την έξωθεν καλή μαρτυρία του κόσμου

Σου χρωστώ την ενσάρκωση και τη διδασκαλία
Την προσευχή και τη φανέρωση
Της προδοσίας τ’ αργύρια, το λινό σεντόνι
Τη μαύρη βούλα του αίματος στο έναστρο στήθος

Σου χρωστώ που γεύτηκα το μέλι και το ξύδι
Σου χρωστώ που δέχτηκα τη ζωή χωρίς απόκριση
Σου χρωστώ που καθίδρυσα τη συντέλειά μου στ’ άστρα
Σου χρωστώ που καταθέτω ταπεινά τη γραφίδα μου

Σου χρωστώ που επιστρέφω με γαλήνη στον ίσκιο μου

Από τη συλλογή Η Περσεφόνη των γυρισμών (1974) του Ορέστη Αλεξάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ορέστης Αλεξάκης

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Σε πρώτο πλάνο

Αργύρης Κουνάδης & Βαγγέλης Γκούφας, Εις μνημόσυνον
(τραγούδι: Ελένη Βιτάλη / δίσκος: Δεν περισσεύει υπομονή (1973))

Σε πρώτο πλάνο

Ένας άντρας είναι μια ξερολιθιά

Περνά ο αγέρας τον χτυπά το σύννεφο τον πιάνει

Ένας άντρας έχει προνόμια μόνο στη βροχή

Γυμνός αστραποδέρνεται γυμνός σπαθοκοπιέται
Και πάει στα σκοτεινά νερά ν’ αφήσει την ψυχή του

Ένας άντρας στο παράθυρο είναι μια ουτοπία

Μια φαντασία γυναικός θανατερή λαχτάρα
Για ταίριασμα για ηδονή για χωρισμό κι οδύνη

Ένας άντρας είναι μια αρχαία λύπη

Πάει στα φαράγγια να κρυφτεί στ’ αλώνια να παλέψει
Πάει στο βυζί της μάνας του να πιει γάλα και αίμα

Ένας άντρας είναι ένας σκοτωμένος κέρβερος
Μπροστά στις πύλες του Άδη

Από τη συλλογή Σαλκίμ (2001) της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου

Νίκος Γρηγοριάδης, Εκλογή

Λουκιανός Κηλαηδόνης & Γιάννης Νεγρεπόντης, Κολίγα γιος (δίσκος: Μικροαστικά (1973))

Εκλογή

Ο παππούς μου ο Ταλμάν ήταν –και το διακήρυττε– αμείλικτος πολέμιος της δουλείας και της δουλοπαροικίας, από τότε που παράτησε το φέουδό του και ίδρυσε βιομηχανία αλλαντικών, γι’ αυτό έπνεε μένεα κατά των τσιφλικάδων που κρατούσαν τους κολίγους κολλημένους στα κτήματά τους σαν πεταλίδες σε βράχια. Πιο πολύ όμως τον μάνιαζε ο ισχυρισμός κάποιων ανατρεπτικών στοιχείων που υποστήριζαν ότι τάχα δεν υπήρχε καμιά διαφορά ανάμεσα στη ζωή ενός εργάτη και ενός δούλου, ή κι αν ακόμη υπήρχε ήταν καταφανώς σε βάρος του πρώτου. Μάταια άφριζε ο παππούς μου προσπαθώντας να τους πείσει ότι οι εργάτες του μπορεί να μη διαβιασούσαν καλύτερα από τους δούλους, είχαν όμως ένα ανεκτίμητο αγαθό, το δικαίωμα να διαλέγουν ελεύθερα το αφεντικό τους. Απέρριπτε μετά βδελυγμίας και τις απόψεις των οπαδών της δουλείας, ότι τάχα η δουλεία ήταν αναντίρρητα καθαγιασμένη αναντάμ παπαντάμ από τον ίδιο το Θεό και είναι αμάρτημα βαρύ να παραβαίνει κανείς τας βουλάς του Κυρίου που ρητά και κατηγορηματικά τάσσεται υπέρ της δουλείας σε όλα τα στάδια της ζωής του ανθρώπου, από τη βάφτιση έως το θάνατο και πιο πέρα, αλλιώς τι νόημα θα είχαν οι ιερές εκφράσεις όπως «βαπτίζεται (δώστε βάση εδώ) ο δούλος του Θεού», «αρραβωνίζεται ο δούλος (βλέπετε;) του Θεού», «την ψυχήν (εδώ πια προχωράμε στο επέκεινα) του δούλου σου, Σώτερ, ανάπαυσον»; Τι υπονοεί το Σώτερ, παρακαλώ, αν όχι το Σωτήρα των δούλων, όπως είμαστε εμείς; Εξάλλου δε λέει την ψυχήν του εργάτου του (τι θα πει τούτου!). Αυτά, όμως, παρά την αγιότητά τους, δεν ήταν ικανά πειστήρια για τον παππού μου, πόσω μάλλον οι ισχυρισμοί των ανατρεπτικών (τότε ακόμη δεν εφευρέθηκε η έννοια του κομμουνιστή) που διατείνονταν πως η ελευθερία που διακήρυττε ο παππούς μου για τους εργάτες του ήταν τάχα χειρότερη δουλεία, γιατί έλεγαν (άκουσον, άκουσον!) ήταν ταυτόσημη με την πείνα, την εξαθλίωση και τελικά το θάνατο. Πυρ και μανία ο παππούς μου, για να αποδείξει έμπρακτα σ’ αυτούς τους αχρείους ότι έχουν άδικο, παραχώρησε την ελευθερία σ’ έναν συνδικαλιστή, που του καθόταν στο στομάχι, πιο ενοχλητικά και από τη φασκιωμένη πέτρα στο στομάχι του Κρόνου, και τον ξαπόστειλε να βρει δουλειά σε άλλη φάμπρικα. Απόλυτα ελεύθερος ο συνδικαλιστής μας πήρε σβάρνα όλα τα γραφεία των εργοστασιαρχών, που μιλημένοι τον πετούσαν ελεύθερο έξω από την πόρτα. Και όταν κάποιοι (κουκουέδες) εξαγριωμένοι τον ενοχοποιούσαν ότι τάχα αυτός ευθυνόταν για τον εξ ασιτίας θάνατό του, ο παππούς μου, ικανοποιημένος που οι απόψεις του αποδείχνονταν σωστές, απεφάνθη: Την εκλογήν ελεύθερος δίδει ο εργάτης.

Από τη συλλογή Βουστροφηδόν | Το σύνταγμα της ζωής (1988) του Νίκου Γρηγοριάδη (με το ψευδώνυμο Νικόλας Ταλμάν)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γρηγοριάδης