Γιώργος Θέμελης, Οδοιπόροι

Μάνος Χατζιδάκις & Μάνος Ελευθερίου, Η μπαλάντα του οδοιπόρου
(ερμηνεία: Γιάννης Δημητράς / έργο: Ο οδοιπόρος, το μεθυσμένο κορίτσι και ο Αλκιβιάδης (1974))

[Ενότητα Σημεία και σύμβολα]

Οδοιπόροι

Όταν περνώ τον εαυτό μου,
Σαν μέσα σ’ ένα άλλο ένδυμα,
Βγάζοντας τα καθημερινά κουρέλια,
Το φως
Ανατέλλει και δύει στο πρόσωπό μας.

Η τύχη του κρέμεται μετέωρη,
Σαν από κάποιον ήλιο δικό μας.

Λέμε το φως ημέρα, το σκότος νύχτα,
Μοιράζουμε ονόματα: άστρα, φυτά και ζώα.

Είμαστε δίχως τάφο και πατρίδα,
Σαν τους πλανόδιους μουσικούς.
Τραγουδούμε, χορεύουμε, παίζουμε όργανα.

Η μουσική μας είναι η ομιλία μας, ο έρωτας το μυστικό μας.

Οδοιπορείτε, ακούραστοι οδοιπόροι, μιλάτε.
Τι στοιχίζει μια λέξη ακόμα, ένα όνομα.
Ένα χαμόγελο ή μια χειρονομία.

Από τη συλλογή Φωτοσκιάσεις (1961) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Advertisements

Μάνος Λοΐζος & Λευτέρης Παπαδόπουλος, Μη με ρωτάς

Μη με ρωτάς

Μουσική: Μάνος Λοΐζος
Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Τραγούδι: Μάνος Λοΐζος
Δίσκος: τραγούδια του δρόμου (1974)

Τα πολυβόλα σωπάσαν, οι πόλεις αδειάσαν και κλείσαν
ένας βοριάς παγωμένος σαρώνει την έρημη γη
στρατιώτες έρχονται πάνε ρωτάνε γιατί πολεμήσαν
κι εσύ ησυχάζεις, το δάχτυλο βάζεις να δεις την πληγή

Μη με ρωτάς δε θυμάμαι
μη με ρωτάς μη με ρωτάς μη με ρωτάς
Μη με κοιτάς σε φοβάμαι
μη με κοιτάς μη με ρωτάς μη με ρωτάς

Στην πολιτεία βραδιάζει, το χιόνι τις στέγες σκεπάζει
ένα καμιόνι φορτώνει και κόβει στα δυο τη σιγή
περιπολία στους δρόμους και κάποια φωνή που διατάζει
κι εσύ ησυχάζεις, το δάχτυλο βάζεις να δεις την πληγή

Μη με ρωτάς δε θυμάμαι
μη με ρωτάς μη με ρωτάς μη με ρωτάς
Μη με κοιτάς σε φοβάμαι
μη με κοιτάς μη με ρωτάς μη με ρωτάς

Γιώργος Καφταντζής, Έλεγχος διαβατηρίου

Δήμος Μούτσης & Γιάννης Λογοθέτης, Με ξένο διαβατήριο
(τραγούδι: Μανώλης Μητσιάς & Βασιλική Λαβίνα / δίσκος: Μαρτυρίες (1974))

Έλεγχος διαβατηρίου

Διάβαζε σιωπηλός κοιτάζοντας
πότε τη φωτογραφία, πότε τον ταξιδιώτη.
«Ισχύει για πολλά ταξίδια μετ’ επιστροφής
και για όλες τις χώρες του κόσμου.
Πρόσωπο, ρευστό, πιθανόν ωοειδές.
Ανάστημα 1.700 μ. (φανερό το λάθος).
Χρώμα οφθαλμών, λευκό.
Κόμη, στατική.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά :
Εγκάρσια ρωγμή. Διαρρέει πίσσα.
Τοπίο με καρδερίνες.
Λάρυγξ αδρανής.
Έσωθεν επιπολάζον έλος.
Υπογλώσσιο σκουριασμένο.
Διάσπαρτα λέπια οι χαμένες ευκαιρίες».
Θάνατέ μου, είπε ο ελεγκτής
και έδωσε το σήμα να περάσει.

Από τη συλλογή Περίπλους (1991) του Γιώργου Καφταντζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Καφταντζής

Γιώργος Καφταντζής, Του ήλιου και της πανέμορφης

Federico Garcia Lorca & Χρήστος Λεοντής, Αχ… έρωτα (απόδοση στα Ελληνικά: Λευτέρης Παπαδόπουλος)
(τραγούδι: Μανώλης Μητσιάς & Τάνια Τσανακλίδου / δίσκος: αχ… έρωτα (1974))

Του ήλιου και της πανέμορφης

Αρμέγει τις πορτοκαλιές ο Έλληνας ο ήλιος
στο ρόδο το αμάραντο χρυσοφόρες μέλισσες.

Τρέμοντας από γλύκα και φιλί κάθισες και προγεμάτισες
μ’ ένα καρβέλι ουρανό κι ένα ποτήρι ήλιο.

Μα πότε κιόλας στολίστηκες με ψηφί μαργαριτάρι
πότε γιόμισες τον κόρφο σου άνθια και λιακάδα;

Αν είναι πικρή η αγάπη σου τον ήλιο μην τον συνορίζεσαι
ήλιος είναι κι ας χαμογελά ήλιος είναι κι ας λάμπει.

Από τη συλλογή Ελεγείες (1971) του Γιώργου Καφταντζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Καφταντζής

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Πάνω στα βάσανα που επιβάλλει ο άνθρωπος στον άνθρωπο

Πέσατε θύματα
(διασκευή, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Νότης Μαυρουδής,
τραγούδι: Πέτρος Πανδής / δίσκος: Τραγούδια από την Ελληνική Αντίσταση (1974))

Πάνω στα βάσανα που επιβάλλει ο άνθρωπος στον άνθρωπο

Διαβαίνοντας το γεφύρι τον πιάσανε.
Ξιφούλκησε, μα του ’ριξαν τρεις πιστολιές.

Ένας τον βαράει στο κεφάλι με το ρόπαλο.
Πήγαν σπίτι του κι άρπαξαν διαμαντικά κι έπιπλα.
Πήραν τη γυναίκα του στη φυλακή.
Έδιωξαν το πουλί απ’ το κλουβί που κελαηδούσε.
Στην κοντινή εκκλησία τον παράχωσαν.
Σαν ξημέρωσε ήρθαν και πάλι τον ξέθαψαν.
Δεμένο με σκοινί φέρναν γυμνό το πεθαμένο κορμί.
Κόσμος στους δρόμους φώναζε γιούχα.
Για τη φωτιά που θα το ’καιγε μάζευαν φρύγανα.
Δαυλό αναμμένο έφερε ένα νέο παιδί.
Τον κρέμασαν ανάποδα και γδαρμένο τον κομμάτιασαν.
Την ξεριζωμένη καρδιά την περάσαν στο ξίφος.
Ο μερακλής τη δάγκωνε ψημένη.
Μικρά παιδιά νομίζουμε τη ζωή παράδεισο,
γνωρίζοντας τον κόσμο βρισκόμαστε στην κόλαση.
Έντυσαν και παραγέμισαν το λείψανο,
για να δει την πρότερη όψη ο κόσμος ξανακόλλησαν
την πεσμένη μύτη με το ’να ρωθούνι φαγωμένο.
Αρλεκίνοι της ζωής π’ ασωτεύετε κάθε αξία,
μην ειρωνεύεστε ό,τι δε γενήκατ’ ακόμα.
Σκάβοντας, τα πονημένα της αδελφής λιανοδάκτυλα
ξέθαψαν έναν θώρακα ντυμένον με γκρίζο πουλόβερ
«αν είναι του σκοτωμένου μου» λέει «να το φυλάξω».
Πάνω από εκατό σφαίρες παρτάλιασαν το κάθε κορμί.
Τους συγκέντρωσαν έξω από τα σπίτια,
σε χώμα φτηνό όπου κάνουν κεραμίδια,
προσχώσεις που κομματιάζονται από τενάγη
γεμάτες αγκάθια σκουριασμένους τενεκέδες
ψοφίμια, σκελετούς, ριχμένα σκουπίδια
κοντά στα εργοστάσια και τα σφαγεία.
Ένας που δοκίμασε να φύγει τελειώθηκε στα καλάμια.
Ίσαμε την πρώτη βροχή, όλος ο τόπος,
μπροστά στη θάλασσα, άντικρυ στα βουνά,
ήταν σπαρμένος πόδια, χέρια, ματωμένα κομμάτια.
Ένας κηπουρός φύλαξε στο εικονοστάσι ένα κρανίο,
κόκαλο κιτρινισμένο και λίγα μαλλιά.
Η μαυροφόρα ρίχνει λουλούδια στους τάφους.
«Ποιο έτυχε τάχα απάνω στον Κώστα·
δεν ξέρω τη σειρά του στον κοινό τάφο.»
Κρατώντας την ανθοδέσμη θάρρεψε πως τον αγκάλιαζε.
Σκότωσαν κι ένα νέο φοιτητή με τον αδελφό του.
Σκότωσαν και τον Κοσμά τον κάλφα στο κουρείο.
Σκότωσαν πενήντα στις δυο Ιουλίου.
Σαρανταέξι την πρώτη Μαρτίου στη Μίκρα.
Δίχως διαδικασία παίρνουν και εκτελούν,
απ’ το συγκεντρωμένο πλήθος στις φυλακές
διαλέγουν τους πιστούς στην καλύτερη αύριο,
απ’ τη μοναξιά των κελιών μαζεμένοι κοινώνησαν.
Μαζί μας ήταν κι ένας παπάς που σκοτώθηκε.
Πεθαίνοντας ο Κώστας σ’ όλων το νου δικαιώθηκε.
Εκείνη που τον αγαπούσε σαν να παρηγοριέται.
Μέσα στη δικαιοσύνη τον βρίσκει σαν έννοια
«Όμως δε βρίσκω» λέει «το ζεστό του χέρι».
Δεν ξέρω τι να αποκριθώ στον καημό της στέρησης
Της καθαρίζω το μέτωπο απ’ το αίμα και τα χώματα,
«άσε τα παράπονα και κοίταξε να δουλέψεις» της λέω.
Έχω στο νου μου ότι δουλεύοντας ο άνθρωπος,
μπορεί να κάνει από ξύλο ένα χέρι τεχνητό,
να το εκθέσει στον κόσμο και να πάρει ζωή.
Μέσα στην απορία της η φτωχιά γυναίκα,
διατηρεί ένα κομμάτι που βρήκε δάκτυλο με το νύχι.
Κι ο σκοτωμένος τρομαχτικός για κάθε αίσθημα
το πρόσωπο δεμένο μ’ επιδέσμους σα με φασκιές,
το κορμί όλο τρύπες, κουρέλια τα ρούχα,
έρχεται, κάθεται στον καναπέ όπως συνήθιζε.
Επιστρέφει στη γυναίκα του τα γράμματά της
βαμμένα απ’ το αίμα πο’ ’χυσε η καρδιά του
λέει πως με τα χέρια δεμένα βάρεσε
κατακέφαλα το δυνάστη χαρούμενος,
χαρούμενη να ’ναι, μαύρα να μη ντυθεί.
Μα η Φτωχιά μην αντέχοντας σηκώνεται,
πέφτει απάνω στο νεκρό, που χάνεται,
με το θρήνο απ’ όλες τις γενιές
όταν κηδεύουν της ομορφιάς του το κορύφωμα.

Το συγκεκριμένο ποίημα του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Φιλολογικά Χρονικά» (τεύχος 42, 1η Ιουνίου 1946).

Πηγή: Ανθολογία Η ελληνική ποίηση, τόμος Δ’ [Νεωτερικοί ποιητές του μεσοπολέμου] (εκδ. Σοκόλη, Αθήνα, 2000 / επιμέλεια Αλέξανδρου Αργυρίου)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Θάρρεψα

Σταύρος Κουγιουμτζής & Μάνος Ελευθερίου, Του κάτω κόσμου τα πουλιά
(ερμηνεία: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Μικρές πολιτείες (1974))

Θάρρεψα

Γυμνό το χρυσό κλαδί του ύπνου, όταν αράζανε τα πουλιά.
Ανοιχτά τα παράθυρα, όμως, δεν ήρθε η δεκοχτούρα να καθίσει.
Μιλώ μέσα στη σκοτεινιά και ερημιά του Κάτω Κόσμου,
γνωρίζοντας απ’ το Ευαγγέλιο την αμεριμνησία των πουλιών.

«Έλα πουλί στον τόπο σου, έλα στην κατοικιά σου», έλεγε
θρηνώντας ο πατέρας μου που ’φυγε, θάβοντας τη χαρά.
Τι βαριά η μαρμάρινη πλάκα, που χρειάστηκε να σηκώσω,
κατεβαίνοντας τ’ αναρίθμητα του πραγματικού σκαλοπάτια.

Στην πλατιά ρούγα, με τα σφαλιχτά σπίτια της δυστυχίας,
καθώς έγειρα για λίγη ανάπαυση, ήρθες και μου πήρες το νου,
πουλί με τη μύτη τη χρυσή, με τα φτερά τα ασημένια,
δίχως τη βαριά ρόκα του γνεσίματος, που οι γυναίκες κρατούν.

Θάρρεψα πως ήταν λαβωμένα σου τα φτερά και θα σ’ έπιανα,
αλλά σε βρύση άγνωστη, εσύ τα ’ντυσες μαργαριτάρια.
Αφημένο στην αλάθευτη τη φροντίδα του Θεού για τα πλάσματα,
πετάς ελεύθερο από κάθε δυνατότητα ανθρωπίνου ενδιαφέροντος.

(1944)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Μυλόπουλος, Κυκλάμινα λήθης (II)

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Το κυκλάμινο
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: 18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας (1974))

[Ενότητα Κυκλάμινα λήθης]

II

Θυμάμαι τα άβαφα λόγια
Που ανάμεσα σε δροσάτα φιλιά
Πρόσφεραν στα οράματα νερό κι ελπίδα
Τους υπαίθριους πωλητές μιας καινούργιας ζωής
Την κουβέντα στα χείλη που έγινε λόγος
Ένα βλέμμα δενδρόφυτο, ερχομός και σκιά
Και μια φτώχεια λαχτάρα
Του Θεού να γιατρέψει τα χέρια.

Θυμάμαι ακόμα στη γειτονιά
Μια πετρούλα μικρή
Που αργότερα άλλαξε φύλο
Κι έγινε βράχος

Θυμάμαι αυτούς που χάθηκαν.

Από τη συλλογή Οι εραστές πάντα σιωπούν (2007) του Νίκου Μυλόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Μυλόπουλος

Έγκλειστες συναντήσεις (2008): εμείς

Σταύρος Ξαρχάκος & Νίκος Γκάτσος, Εμείς που μείναμε
(τραγούδι: Βίκη Μοσχολιού / δίσκος: Νυν και αεί (1974))

εμείς

[από το «Ξεφυλλίζοντας τη σιωπή» της Αλκυόνης Παπαδάκη]

Τις πόρτες του κύκλου μου
Άφησα ανοιχτές
Κάναμε το εμείς
Μια ένωση με νέους στόχους
Μαζί!
Κειμήλιο για τον άλλο
Και για μένα

Από τη συλλογή έγκλειστες συναντήσεις (2008) ανήλικων κρατουμένων στις δικαστικές φυλακές Διαβατών Θεσσαλονίκης

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανήλικοι κρατούμενοι στις δικαστικές φυλακές Διαβατών Θεσσαλονίκης

Παναγιώτης Μαυρίδης, Λόγος τέταρτος (ΛΑ, ΛΒ)

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Κουβέντα με ένα λουλούδι
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: 18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας (1974))

Λόγος τέταρτος

[Ενότητα Λόγος τέταρτος]

ΛΑ

Του εξαδάχτυλου εχθρού
η δολερή σαΐτα
στα δύο στήθια ανάμεσα
καρφώθηκε, στο στέρνο∙
τρεμούλιασαν τα δάχτυλα
σπαρτάρησε το σώμα
κόκκινα αγριολούλουδα
φυτρώσανε στη χλόη.

ΛΒ

Σπασμός θανάτου πτύχωσε
την καρπερή κοιλιά∙
χλωμή με μάτια πέτρινα
ακούμπησε στο βράχο∙
στην ξεπλυμένη απ’ τη βροχή
γκριζόλευκη επιφάνεια
τρία σημάδια εξορκισμού χαράχθηκαν με δέος.

Από τη συλλογή Επτά λόγοι ασύγχρονοι, δοξαστικοί και θρηνώδεις (2004) του Παναγιώτη Μαυρίδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Παναγιώτης Μαυρίδης

Χ. Δ. Καλαϊτζής, Οι γύφτοι

Κώστας Χατζής & Σώτια Τσώτου, Ο κύριος κανείς (δίσκος: Ο γιος της άνοιξης (1974))

Οι γύφτοι

Οι γύφτοι είναι κάτι που δεν καταλαβαίνουμε
γιατί τρυπάν τις εποχές
και φέρνουν τους ανέμους στις αυλές μας.
Είναι οι άνθρωποι που μας κλέβουν τα πορτοκάλια
και αφήνουν τα δέντρα να μεγαλώσουν.

Οι γύφτοι είναι κάτι που δεν αγαπάμε
γιατί είναι απάτριδες και γεννιούνται
χωρίς αύξοντα αριθμό ανάμεσα στα μάτια.
Όσοι μεταμεληθούν βγαίνουν στην όχθη
και φυτεύονται ανάμεσά μας.
Μόνο που κάθε βράδυ στα όνειρά τους,
ξεκινούν πάλι για κάποια χώρα των Μακάρων.

Οι γύφτοι είναι κάτι που δεν συμπαθούμε,
γιατί είναι άθεοι και είρωνες.
Όσοι βαπτισθούν βάζουν τους Αγίους τους πίσω στην καρότσα
και τους φορούν για φωτοστέφανο μια παλιά ζάντα από Ντάτσουν.

Τις αυγές σκαρφαλώνουν στις ταράτσες κλέβουν τα μανταλάκια
της νοικοκυράς και αφήνουν τα εσώρουχα μας να στεγνώσουν.
Οι γύφτοι είναι κάτι που δεν καταλαβαίνουμε,
γιατί πεθαίνουν πάντα τον Απρίλη με μάτια καθαρά και μαύρα∙
πιο καθαρά από τη νύχτα∙ παίρνουν μαζί τους ένα κλαδί χασισόδεντρου
και μια πυγολαμπίδα καλά κρυμμένα στο εσώρουχο.

Οι γύφτοι σε παίρνουν πάντα όταν κάνεις ωτοστόπ∙
δεν σου λένε παλιές ιστορίες
ούτε τη μοίρα σου.
Μόνο τα κορίτσια τους σου πλένουν τα χείλη
και σε κοιτούν όλοι κατάματα, μήπως έχεις να τους πεις νέα
για το μεγάλο καραβάνι που χάθηκε…

Από τη συλλογή Κίνναμος (1987) του Χ. Δ. Καλαϊτζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χ. Δ. Καλαϊτζής

Σταύρος Ξαρχάκος & Ιάκωβος Καμπανέλλης, Φίλοι κι αδέρφια

Φίλοι κι αδέρφια

Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Τραγούδι: Νίκος Ξυλούρης & θίασος της παράστασης «Το μεγάλο μας τσίρκο» (1973)
Δίσκος: Το μεγάλο μας τσίρκο (1974)

Φίλοι κι αδέρφια, μανάδες γέροι και παιδιά
στα παραθύρια βγείτε και θωρείτε
ποιοι περπατούν στα σκοτεινά
και σεργιανούνε στα στενά
φίλοι κι αδέλφια, μάνες, γέροι και παιδιά

Γράφουν σημάδια, μηνύματα στο βασιλιά
σα δε φωνάξεις έβγα να το γράψεις
να μην σ’ ακούσουν τα σκυλιά
βγάλε φωνή χωρίς μιλιά
σημάδια και μηνύματα στο βασιλιά

Ήταν στρατιώτες καπεταναίοι και λαϊκοί
όρκο σταυρώσαν πάνω στο σπαθί τους
η λευτεριά να μην χαθεί
όρκο σταυρώσαν στο σπαθί
καπεταναίοι στρατιώτες λαϊκοί

Κι όπου φοβάται φωνή ν’ ακούει απ’ το λαό
σ’ έρημο τόπο ζει και βασιλεύει
κάστρο φυλάει ερημικό
έχει το φόβο φυλαχτό
όπου φωνή φοβάται ν’ ακούει απ’ το λαό

Γη παιδεμένη με σίδερο και με φωτιά
για κοίτα ποιον σου φέρανε καημένη
να σ’ αφεντεύει από ψηλά
τα κρίματά σου είναι πολλά
γη που το σίδερο παιδέψαν κι η φωτιά

Καίει το φιτίλι, ξεθηκαρώνουν τα σπαθιά
κάνουν βουλή συντακτική και γράφουν
το θέλημά τους στα χαρτιά
κι η κοσμοθάλασσα πλατιά
κάνουν βουλή, ξεθηκαρώνουν τα σπαθιά

Τρεις του Σεπτέμβρη, μανάδες γέροι και παιδιά
στα παραθύρια βγείτε και θωρείτε
τι φέρνουνε στον βασιλιά
βαθιά γραμμένο στα χαρτιά
τρεις του Σεπτέμβρη, μάνες γέροι και παιδιά

Τρεις του Σεπτέμβρη, μανάδες γέροι και παιδιά
στα παραθύρια βγείτε και θωρείτε
ποιοι περπατούν στα σκοτεινά
και σεργιανούνε στα στενά
φίλοι κι αδέρφια, μάνες γέροι και παιδιά

Γιάννης Καρατζόγλου, Πιστοποιητικό

Γ. Μαρκόπουλος & Μ. Ελευθερίου, Τα λόγια και τα χρόνια
(τραγούδι: Χαράλαμπος Γαργανουράκης / δίσκος: Θητεία (1974))

Πιστοποιητικό

Δεν μίλησα, Γιάννη, δεν φώναξα
κοιμόμουνα κι εγώ τη χειμερία νάρκη
ανώριμος στο χρέος – πλην του έρωτα.

Κι ενώ σίδερα κρύβαν τ’ αδέρφια μας
γνωστοί και φίλοι λιγοστεύαν ένας ένας
πάλι δεν μίλησα – ομολογώ φοβόμουν.

Αύριο-μεθαύριο, δε γίνεται, θα ξεδιπλώσουν οι σημαίες,
θα μυρμηγκιάζουν οι πλατείες λευτεριά
μπράτσα υψωμένα θα φυτρώνουνε στους δρόμους
εγώ ξανά δεν θα μιλώ – πάλι θα νιώθω μόνος.

Γιατί θα ξέρω πως δεν έβγαλα κανένα πιστοποιητικό
εξόν από δικαιολογίες: πως όταν ξύπνησα ήταν πια αργά,
δεν είχα βρει κανέναν…

Από τη συλλογή Δ Ξ Θ (1975) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιώργος Καλιεντζίδης, Μικρές σιωπές (1)

Νίκος Λαβράνος & Βαρβάρα Τσιμπούλη, Μέσα στη βροχή
(τραγούδι: Μίλλη / δίσκος: Μίλλη 2 (1974))

Μικρές σιωπές (1)

Σα μια σιωπή που ξετυλίγεται
ήρθε η νύχτα.
Η μορφή σου μόνη, περίμενε
μες στη βροχή. Τώρα η βροχή πέρασε.
Μόνο η δροσιά της ανεβαίνει
μέσ’ απ’ τα χώματα και σε κυκλώνει.

Είναι τόσο όμορφα τα χείλη σου
και τα μαλλιά σου ξέπλεκα.
Το φεγγάρι παλεύει με τ’ άστρα
κι οι ακτίνες τους αντανακλούν στο πρόσωπό σου.

Τα μάτια σου δυο σπίθες χωρίς ταίρι,
ψάχνουν μέσα στη γκρίζα γαλήνη,
ακουμπούν πάνω στην κυματιστή γραμμή
της σκιάς κι αλλάζουν ολοένα πορεία.

Με κούρασε η νύχτα, το φως των ματιών σου
κι η σιωπή.

Από τη συλλογή Μικρές σιωπές (1981) του Γιώργου Καλιεντζίδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Καλιεντζίδης

Μαρία Κουγιουμτζή, Η ερώτηση που δεν μ’ αγαπούσε

Μάνος Λοΐζος & Λευτέρης Παπαδόπουλος, Μη με ρωτάς
(τραγούδι: Μάνος Λοΐζος / δίσκος: Τραγούδια του δρόμου (1974))

Η ερώτηση που δεν μ’ αγαπούσε

Κανένα νέο; Ρώτησες.
Εξαρτάται πώς εννοεί κανείς το νέο.
Νέο μπορεί να είναι ότι επιτέλους τηλεφώνησες.
Μπορεί να είναι μια καινούρια σκέψη που έκανα για σένα
ή μια παλιά που την έκανα εκ νέου.
Μπορεί να είναι νέα η διάθεσή μου
ν’ ακούσω τη φωνή σου
ή η δική σου διάθεση που ρωτά: έχεις κάνα νέο;

Η ερώτησή σου απαντούσε
σ’ αυτό που μας ενώνει καθώς μας χωρίζει.
Είναι σα να με γύρευε εκεί που δεν ήμουν
κι εκεί που ήμουν δε με βρήκε.
Ίσως γιατί ερχόταν από κει που δεν ήσουν
ενώ, εκεί που ήσουν, η ερώτηση δεν υπήρχε.

Το συγκεκριμένο ποίημα της Μαρίας Κουγιουμτζή δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πάροδος (τεύχος 14, Ιούνιος 2007).

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κουγιουμτζή

Ρουμπίνα Θεοδώρου, Αναταράξεις

Σταύρος Κουγιουμτζής & Μιχάλης Κορφιάτης (Άκος Δασκαλόπουλος), Το πουκάμισο το θαλασσί
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Μικρές πολιτείες (1974))

Αναταράξεις

Σε είδα χτες καθισμένο στο σκαλοπάτι της δύσης
φορούσες το ουρανί πουκάμισο της καρτερικότητας
κι όλο ξεφλούδιζες τον τυραννικό κλοιό
του ανεκπλήρωτου.
Στο καταφύγιο της παραίσθησής σου
τρύπωσα μέσα από μια συλλογισμένη δίοδο,
εκεί που έκανε τη λακκούβα της
η ανάμνηση του ημιτελούς.

Δεν τόλμησα να σου μιλήσω, ούτε καν ν’ αγγίξω
το διάφανο όρκο της γύμνιας σου.
Κι όμως, θα ’θελα να χυμήξω και να κατασπαράξω
την απόγνωση του σούρουπου.
Θα ’θελα να συρρικνώσω την ενάρετη προτομή
των καιρών
θα ’θελα να βαλσαμώσω το αδιατάρακτο του έρωτα
να φωνάξω χάδια, να τεντώσω φιλιά,
ν’ αφιερώσω όνειρα καθαρισμένα από τους λεκέδες
της αυταπάτης.
Μα να που ξανάρθε στη γεύση,
η γνωστή απ’ τα παλιά στιφάδα του ανομολόγητου.

Πόσες φορές θα σ’ το πω ωριμότητα
δε χρειάζομαι αυτή τη δωρεάν προφύλαξή σου,
μα πώς γίνεται πάντα
χωρίς καμία επιδίωξη, χωρίς κανένα τέχνασμα
να καταλαμβάνεις τόσο χώρο στ’ αδιέξοδά μου;

Έχω μείνει στη σελίδα 38, στο κεφάλαιο της ερημιάς
και μέσα απ’ τα εμπρηστικά φωνήεντα
σκέβρωσε και το χαρτί των προσχημάτων.

Δες με τώρα λοιπόν, ατόφια αποκοπή της πληρότητάς μου
έπρεπε να τεμαχίσω το πλάτος και το μήκος μου
και να ξαναπλάσω απ’ την αρχή
τ’ ανόμοια μέλη μου
για να μπορέσω να χωθώ στο αχανές των ήχων σου.
Έπρεπε δίχως άλλο,
στην προκύπτουσα αφύπνιση των συμπτωμάτων
να διαφυλάξω αυτήν την ανάλαφρη καταπάτηση
των αναστεναγμών σου
για να εξαπλωθώ ακόμη παραπέρα
και να γίνω ένα με το θρόισμα της λαχτάρας σου.
Κι αν έχω την ευχέρεια,
μερικά υπολείμματα αβεβαιότητας
που μου ’μειναν στο χέρι
–από αφηρημάδα κι όχι από αυταρέσκεια–
πριν απ’ το μετά της λησμονιάς
να θυμηθώ να τα πετάξω.

Από τη συλλογή Ωστικό κύμα (1999) της Ρουμπίνας Θεοδώρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ρουμπίνα Θεοδώρου