Φανή Αθανασιάδου, Θα σε περιμένω

Σταύρος Κουγιουμτζής, Αυτός ο κόσμος
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Έβρεχε ο κόσμος (2000))

Θα σε περιμένω

Θα σε περιμένω
ώσπου τα σίδερα θα πάψουν να μου κρύβουν
την ωραία σου μορφή
ώσπου τα κάγκελα θα πάψουν
να σκιάζουν το πρόσωπό σου.

Θα σε περιμένω
ώσπου οι γκρίζοι τοίχοι θα πάψουν
να μας χωρίζουν
ώσπου τα υγρά μπουντρούμια
δε θα κρατούν φυλακισμένη
την ελεύθερη ψυχή σου.

Κι όταν θα φτάσει εκείνη η μέρα
να ξέρεις πως θα σε περιμένω
στην οδό ελευθερίας
να τη βαδίσουμε μαζί.

Από τη συλλογή Επιλογές (1986) της Φανής Αθανασιάδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Φανή Αθανασιάδου

Advertisements

Κάρολος Τσίζεκ, Σκόνη

Λαυρέντης Μαχαιρίτσας & Νίκος Μαρματάκης, Σκόνη
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Η αμαρτωλή Μαρία (1984))

Σκόνη

Με τις πρώτες του Μάρτη λιακάδες
πάνω στα έπιπλα φάνηκε η σκόνη.
Τον χειμώνα τον πέρασα μόνη
όταν ήρθες κοντά μου, έτσι τα ’δες.

Θα ξανάρθεις; Φοβάμαι, έχω χάσει
κάθε ελπίδα και το αύριο πληγώνει.
Απ’ τα χρόνια κανείς δεν γλιτώνει
είσαι νέος κι εγώ έχω γεράσει.

Χρυσαφίζουν του Οκτώβρη οι λιακάδες
ξαναγέμισαν τα έπιπλα σκόνη.
Αδιαφόρησα, ανήμπορη, μόνη
ενώ εσύ, που δεν ήρθες, δεν τα ’δες.

Από τη συλλογή Στίχοι έρωτα και αγάπης (2005) του Κάρολου Τσίζεκ

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κάρολος Τσίζεκ

Νίνα Κοκκαλίδου-Ναχμία, Τώρα

Σταύρος Κουγιουμτζής & Μάνος Ελευθερίου, Τώρα που θα φύγεις
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Μικρές πολιτείες (1974))

Τώρα

Τώρα που μονάχα το δικό μου όνομα
δεν είναι στο στόμα σου
πρόσεξε τη νύχτα να μην ξεσκεπάζεσαι,
η κουρτίνα ανεμίζει σ’ όλους τους καιρούς
μα και η νύχτα είναι κρυφή∙
να θυμάσαι το χέρι μου όταν
μάζευε τις κουβέρτες από χάμω
μα πιο πολύ να θυμάσαι τ’ όνομά μου
για να μην ξεσκεπάζεσαι τη νύχτα.

*

Τώρα που το χνούδι φύτρωσε
στο μάγουλό σου
μην πεις πως ξεροκλαδιάζεται η ζωή κι ασχημαίνει
η πολιτεία έχει όνομα
και νόημα ο δρόμος∙
πότε πότε γύρνα το κεφάλι πίσω
καθώς θα πορεύεσαι.

Πότε πότε γύρνα το κεφάλι πίσω, παιδί
θα μικραίνεις την απόσταση που μεγαλώνει.

*

Όταν θα γυρίσεις θα μας εύρεις στην ίδια θέση
να καρτεράμε το αύριο,
πού και πού θα λέμε καμιά κουβέντα
για να θυμόμαστε πόσο είμαστε μεις
όσα αύριο κι αν περάσουν θ’ αναγνωρίσουμε το βήμα σου
μόνο που η καρδιά μας
μπορεί να μην έχει πια δύναμη να σκιρτήσει.

Από τη συλλογή Οι αποσταμένοι (1964) της Νίνας Κοκκαλίδου-Ναχμία

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίνα Κοκκαλίδου-Ναχμία

Νίνα Κοκκαλίδου-Ναχμία, Οικοδομικές απόψεις

Χρήστος Γκάρτζος & Λάκης Τεάζης, Η φτώχεια μου καθρέφτης
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Οι Μάηδες οι ήλιοι μου (1978)) (1975))

Οικοδομικές απόψεις

στ’ αδέρφια μου

Μην ξαστοχιέσαι πως μπορείς να χτίσεις ένα σπίτι
με πέτρα και λάσπη,
της αγκαλιάς σου το πλάτος αν δεν δώσεις
ένα πιθάρι απύθμενο θα στήσεις
που τη φωτογραφία του κανένα παιδί
στον κόρφο δεν θα ’χει
για να πορεύεται με σιγουριά
στους παγιδεμένους δρόμους.

Εκείνα τα σαπισμένα σκαλοπάτια
ακόμα κρατάνε το βάρος μας.
Το κούφωμα του τοίχου τα κρυμμένα μυστικά μας
κι ο ίσκιος της αγριελιάς που φύτρωσε
στο τέταρτο, θαρρώ, σκαλοπάτι
μας γιομίζει παιδική ηλικία.

Αν θέλεις να χτίσεις ένα σπίτι
ζύμωσε τη λάσπη με το γαλάχτωμα
απ’ το παλιό σκαφίδι
για να μην χρειαστεί να ξεφορτώσεις τα χρόνια σου
σε χέρια που πυρετικά θα μετράνε το μάκρος τους.

Εκείνο το καντούνι που το φεγγάρι κι εμείς σεργιανούσαμε
μπροστά στο καλοκαιρινό παραθύρι
έγινε μέσα μας ένας δρόμος
που τη γη όλη την πιάνει,
κι απ’ το πρωινό μας ανακλάδισμα πάνω απ’ την μπουγαρινιά
έμεινε η ευωδιά στις αμασχάλες μας.
Μάθαμε ν’ αγαπάμε μ’ ανοιχτά μάτια,
να γράφουμε το «σέβας» με σέβας,
μάθαμε να βγάζουμε στο τσιμεντένιο μπαλκόνι
τα χωματόβαζα με τα κυκλάμινα,
και στην κορνίζα της δίφυλλης πόρτας
γλιτώναμε απ’ τη λαχτάρα του σεισμού
γιατί ήταν με αγάπη χτισμένο το σπίτι.

Αν θέλεις να χτίσεις ένα σπίτι
ξέρεις πού θα βρεις το υλικό.
Με τη σειρά σου πάρε το πρώτο σου βήμα πάνω στο σκαλί
και παράδωσε στη γενιά σου μια σκλήθρα για το αιώνιο.

Από τη συλλογή Οι αποσταμένοι (1964) της Νίνας Κοκκαλίδου-Ναχμία

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίνα Κοκκαλίδου-Ναχμία

Ανδρέας Καρακόκκινος, Την ψυχή σου μην αναζητάς

Μίκης Θεοδωράκης & Κώστας Τριπολίτης, Ξημερώνει
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος Ραντάρ (1981))

Την ψυχή σου μην αναζητάς

[Ενότητα Αναζητώντας το χαμόγελο]

Την ψυχή σου μην την αναζητάς
στης γης τα πλήθη.
Το όνειρο δε θα το βρεις
στις όχθες των ανθρώπων.
Εκεί υπάρχουν τα τέρατα
κρυμμένα στις σκιές της αδικίας.
Τα τέρατα που κάνουν το μέλλον
καθημερινή πληγή.

Σήκωσε την ασπίδα σου
αυτή που έφτιαχνες χιλιάδες χρόνια
λέξη λέξη, στίχο στίχο
και κοίταξε ψηλά
σ’ έναν πλανήτη άλλο,
τον πλανήτη του πρώτου ποιητή.

Κλείσε τα μάτια να δεις τη λάμψη του
το φως του ορίζοντά του.
Άκουσε τη μουσική της σιωπής του.
Νιώσε την έκρηξη της ψυχής σου
την έκρηξη που θα εξαφανίσει τα τέρατα
και χαμογέλα στο αύριο
χωρίς υποκρισία
Έρχεται ξημέρωμα Σαββάτου…

Από τη συλλογή Πνοή της άνοιξης (2007) του Ανδρέα Καρακόκκινου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανδρέας Καρακόκκινος

Μαρία Κουγιουμτζή, Η καρέκλα

Σταύρος Κουγιουμτζής & Μαρία Κουγιουμτζή, Άδειοι οι δρόμοι
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Τρελοί και άγγελοι (1986))

Η καρέκλα

Είναι πολύ κρύα αυτή η καρέκλα
Μου επιτίθεται με ριπές πάγου.
Είναι γιατί καθόσουν πάνω της όταν…
Της λείπουν τα ζεστά σου χέρια στο ξύλινο κορμί της.

Η γραφή σου, ο καπνός του τσιγάρου σου
Τα μυστικά σου
Ήσουνα το μαντείο της.

Όταν κάθομαι εγώ
ορμάει πάνω μου η άρνησή της.
και μου πετάει κατάμουτρα το χιόνι της.

Είναι μια συνηθισμένη καρέκλα
Με την ανάσα των πεύκων στα χέρια της
ξύλινα μπράτσα που αγκαλιάζουν

Ξεθωριασμένο το κάλυμμα
κρύβει την ευωδιά της αφής σου
στα τρεμάμενα νήματα της ύφανσής της.

Οι άγγελοί σου
λικνίζονται πάνω της
βυθίζοντας τα άηχα πέλματά τους
στο άδειο.

Είναι μια ερωτευμένη καρέκλα
Που επιμένει να κλείνει μέσα της
τον ίσκιο σου ζεστό.

Με τους λύκους του δάσους
να παραμονεύουν.

Όμως εσύ
Γονατίζοντας έγραφες
στα πράσινα φύλλα της

Έγλειφε ο κρόκος του πρωινού
Την άδεια πλάτη
κι ένα μεθυσμένο αηδόνι
κοιμόταν πάνω στο μπράτσο της.

Τραγούδα
Κανείς μας δεν σ’ αφήνει να φύγεις

Τι καλά που δεν είδες τον κόσμο μας
Πιασμένο στο δίχτυ του τρόμου.

Το συγκεκριμένο ποίημα της Μαρίας Κουγιουμτζή δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο bibliotheque (2014).

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κουγιουμτζή

Απόστολος Καλδάρας & Πυθαγόρας, Η προσφυγιά

Η προσφυγιά

Μουσική: Απόστολος Καλδάρας
Στίχοι: Πυθαγόρας
Τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας
Δίσκος: Μικρά Ασία (1972)

Πάνε κι έρχονται καράβια
φορτωμένα προσφυγιά
βάψαν τα πανιά τους μαύρα
τα κατάρτια τους μαβιά

Σε ποια πέτρα σε ποιο χώμα
να ριζώσεις τώρα πια
κι απ’ το θάνατο ακόμα
πιο πικρή είσαι προσφυγιά

Πού να βρίσκεται ο πατέρας
ψάχνει η μάνα για παιδιά
μας εσκόρπισε ο αγέρας
σ’ άλλη γη σ’ άλλη στεριά

Σε ποια πέτρα σε ποιο χώμα
να ριζώσεις τώρα πια
κι απ’ το θάνατο ακόμα
πιο πικρή είσαι προσφυγιά

Georges Moustaki, En Méditerranée

Maria del Mar Bonet & Georges Moustaki (Palma de Mallorca, 2002)

Georges Moustaki & Giorgos Dalaras (Paris, 1996)

En Méditerranée

Dans ce bassin où jouent
Des enfants aux yeux noirs
Il y a trois continents
Et des siècles d’histoire
Des prophètes des dieux
Le Messie en personne
Il y a un bel été
Qui ne craint pas l’automne
En Méditerranée

Il y a l’odeur du sang
Qui flotte sur ses rives
Et des pays meurtris
Comme autant de plaies vives
Des îles barbelées
Des murs qui emprisonnent
Il y a un bel été
Qui ne craint pas l’automne
En Méditerranée

Il y a des oliviers
Qui meurent sous les bombes
Là où est apparue
La première colombe
Des peuples oubliés
Que la guerre moissonne
Il y a un bel été
Qui ne craint pas l’automne
En Méditerranée

Dans ce bassin, je jouais
Lorsque j’étais enfant
J’avais les pieds dans l’eau
Je respirais le vent
Mes compagnons de jeux
Sont devenus des hommes
Les frères de ceux-là
Que le monde abandonne
En Méditerranée

Le ciel est endeuillé
Par-dessus l’Acropole
Et liberté ne se dit plus
En espagnol
On peut toujours rêver
D’Athènes et Barcelone
Il reste un bel été
Qui ne craint pas l’automne
En Méditerranée

Source: http://www.creatweb.com/moustaki/

Le Métèque (1971)

Μάνος Λοΐζος & Λευτέρης Παπαδόπουλος, Αχ χελιδόνι μου

Αχ χελιδόνι μου

Μουσική: Μάνος Λοΐζος
Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας
Δίσκος: Ο μέτοικος (1971)

Αχ χελιδόνι μου, πώς να πετάξεις
σ’ αυτόν τον μαύρο τον ουρανό
αίμα σταλάζει το δειλινό
και πώς να κλάψεις
αχ χελιδόνι μου

Αχ παλικάρι μου, τα τρένα φύγαν
δεν έχει δρόμο για μισεμό
κι όσοι μιλούσαν για λυτρωμό
πες μου πού πήγαν
αχ παλικάρι μου

Άχου καρδούλα μου φυλακισμένη
δε βγαίνει ο ήλιος που καρτεράς
μόνο ο τελάλης της αγοράς
σε ξεκουφαίνει
άχου καρδούλα μου

Γιώργος Ιωάννου, Με κυκλώνει απόψε

Σταύρος Κουγιουμτζής, Αν δεις στον ύπνο σου ερημιά
(ερμηνεία: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Νάτανε το 21 (1970)

Με κυκλώνει απόψε

Έξω αιώνια βρέχει, έξω ερημιά∙
θαρρώ πως χάθηκα για πάντα.
Με ζώνη πάλι ο φόβος, με κυκλώνει.
Πύρινη γλώσσα απειλεί το σπίτι μου.
Το παίρνει, το αιωρεί πάνω απ’ την πόλη.

Ποιος ξέρει τι κατάντησα και δεν το νιώθω.

Ένας απόψε να με άγγιζε στον ώμο,
αμέσως θα κατέρρεα στα πόδια του.

Από τη συλλογή Τα Χίλια Δέντρα (1963) του Γιώργου Ιωάννου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Ιωάννου

Σαράντος Παυλέας, Τα σπίτια του Νότου

Λαυρέντης Μαχαιρίτσας & Ισαάκ Σούσης, Νότος
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας & Μάριος Φραγκούλης / δίσκος: Ζωντανή ηχογράφηση στην Ιερά Οδό II (1998))

Τα σπίτια του Νότου

Ο θάνατος θυμάμαι, εκεί στα σπίτια του Νότου ήταν ένα σκοτεινό γεγονός,
ίσως γιατί υπήρχε πολύς ήλιος παντού, γυμνός, άφθονος.
Κλείνονταν τα παράθυρα όταν του νεκρού περνούσε η ακολουθία
κάτω από τα σπίτια τα παλιά και οι ένοικοι την πομπή
πίσω από τις κατεβασμένες κουρτίνες κρυφά παρακολουθούσαν.
Κάποια μεσημέρια ασάλευτα, φωνές από μοιρολογίστρες

τη χλιαρή τους έκοβαν άνεση σα μαχαίρια ακονισμένα.

Στα σπίτια εκείνα του Νότου ο νεκρός ήταν μέσα στο σκοτάδι του αιώνια βυθισμένος,
στους μικρούς του ληστές, τα σκουλήκια του αφιερωμένος,
μακριά από το αστραφτερό φως, που ντύσιμο δε δεχότανε κανένα.

Εκεί, στα σπίτια του Νότου, οι νεκροί ερχόνταν πάλι
και ζητούσανε τα κρεβάτια τους με το στεναγμό του ανέμου,
μ’ άδεια μάτια, ενώ τα ποντίκια ροκάνιζαν
μέσα στα μεσάνυχτα τα πατώματα τα φαγωμένα από το σαράκι,
τις κατάκλειστες ντουλάπες του ταξιδεμένου, εκεί στο Νότο όπου οι μυγδαλιές

πολύ γρήγορα ανθούσανε τ’ άνθια τους
σαν κύματα σ’ ακρογιάλι αφρισμένα.

Από τη συλλογή Ύμνος στον ήρωα Κωνσταντίνο Δαβάκη (1979) του Σαράντου Παυλέα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας

Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου, Βρέχει

Γιάννης Μαρκόπουλος & Μάνος Ελευθερίου, Ένας άπονος αέρας
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Σεργιάνι στον κόσμο (1979))

Βρέχει

Βρέχει

Στη λευκή σελίδα μου
βρέχει σταγόνες
από ξενιτεμένες ημέρες.
Στο τσόφλι τους θεριέψανε
μυριόκλωνες αναζητήσεις
με ηδύχροα σκιρτήματα.
Δραπέτες ξάγρυπνοι,
ζήσανε το ελάχιστο
για να γευτούν το παν
κι απτόητοι πορεύτηκαν
σε ιερά της ζωής μονοπάτια.
Αναπότρεπτα σε σένα οδηγούν.

Κυριακή 2 Σεπτέμβρη 2007
ώρα 4 το απόγευμα

Από τη συλλογή Αποικία κοχυλιών (2008) της Μελίτας Τόκα-Καραχάλιου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου

Τάσος Κουράκης, Το κλειδί

Σταύρος Κουγιουμτζής & Άκος Δασκαλόπουλος, Πού ’ναι τα χρόνια (με τον Γιώργο Νταλάρα)

[Ενότητα ΙΙ. Οι κληρονόμοι]

Το κλειδί

Ένα ποίημα μπορεί να είναι
καμωμένο από λίγες ή πολλές λέξεις

Η αξία του βρίσκεται στο σχήμα του

Κλειδί που ψηλαφά τον πόνο
επαναφέροντας την ιστορία στην
πρώτη γραμμή των ενόρκων

Να ακυρώνει την απόφαση
της εξορίας σου
από την παιδική σου ηλικία

Από τη συλλογή Λέξεις λάμνουν αεί θάλλουν (2002) του Τάσου Κουράκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τάσος Κουράκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Θάρρεψα

Σταύρος Κουγιουμτζής & Μάνος Ελευθερίου, Του κάτω κόσμου τα πουλιά
(ερμηνεία: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Μικρές πολιτείες (1974))

Θάρρεψα

Γυμνό το χρυσό κλαδί του ύπνου, όταν αράζανε τα πουλιά.
Ανοιχτά τα παράθυρα, όμως, δεν ήρθε η δεκοχτούρα να καθίσει.
Μιλώ μέσα στη σκοτεινιά και ερημιά του Κάτω Κόσμου,
γνωρίζοντας απ’ το Ευαγγέλιο την αμεριμνησία των πουλιών.

«Έλα πουλί στον τόπο σου, έλα στην κατοικιά σου», έλεγε
θρηνώντας ο πατέρας μου που ’φυγε, θάβοντας τη χαρά.
Τι βαριά η μαρμάρινη πλάκα, που χρειάστηκε να σηκώσω,
κατεβαίνοντας τ’ αναρίθμητα του πραγματικού σκαλοπάτια.

Στην πλατιά ρούγα, με τα σφαλιχτά σπίτια της δυστυχίας,
καθώς έγειρα για λίγη ανάπαυση, ήρθες και μου πήρες το νου,
πουλί με τη μύτη τη χρυσή, με τα φτερά τα ασημένια,
δίχως τη βαριά ρόκα του γνεσίματος, που οι γυναίκες κρατούν.

Θάρρεψα πως ήταν λαβωμένα σου τα φτερά και θα σ’ έπιανα,
αλλά σε βρύση άγνωστη, εσύ τα ’ντυσες μαργαριτάρια.
Αφημένο στην αλάθευτη τη φροντίδα του Θεού για τα πλάσματα,
πετάς ελεύθερο από κάθε δυνατότητα ανθρωπίνου ενδιαφέροντος.

(1944)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης