Τάκης Βαρβιτσιώτης, Άνεμε εσύ της θάλασσας

Άνεμε εσύ της θάλασσας

στον Γ. Θ. Βαφόπουλο

Άνεμε εσύ της θάλασσας
Που τριγυρνάς αδιάφορος
Για τη χαρά και για τον πόνο των ανθρώπων
Που ψηλαφείς πότε χλιαρός και πότε παγωμένος
Το ηλιοκαμένο δέρμα τους
Που διαπερνάς ορμητικός
Την άβυσσο του ωκεανού
Σαν άγριο περιστέρι
Και που χαρίζεις σ’ όλους τους τυφλούς
Τα πιο ακριβά στολίδια σου
Άνεμε εσύ της θάλασσας
Που τραγουδάς την όλβια ηλικία της
Και με σταλαγματιές νερού
Ραντίζεις τ’ άστρα στα επουράνια
Μαστίγιο αστραφτερό
Που όλες τις βάρκες στη στεριά συνάζεις
Κανένας τώρα δε σε συλλογιέται
Κανένας δε ζητάει το φιλντισένιο σου άλογο
Κανένας δεν ακούει τη μουσική σου
Αλλ’ όμως άνεμε της θάλασσας εσύ
Αγαπημένε φίλε μου άκουσε
Εγώ που τόσα καλοκαίρια
Ολόρθος πάλεψα μαζί σου
Και που με νίκησες
Δεν σε ξεχνώ
Αν θες μπορείς να φύγεις για την ώρα
Και να κρυφτείς όπως σου πρέπει
Ψηλά στο πιο άθικτο γαλάζιο

Από τη συλλογή Ακόμα ένα καλοκαίρι (1987) του Τάκη Βαρβιτσιώτη

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Τάκης Βαρβιτσιώτης, Ποιήματα 1941-2002 (2003)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τάκης Βαρβιτσιώτης

Σόνια Πυλόρωφ-Σωτηρούδη, Εδώ και καιρό

Εδώ και καιρό

Εδώ και καιρό
δεν κάνω τίποτα
αφήνω τη ζωή να κυλά
πάνω μου
τείνω μονάχα τ’ αυτί
στη βουβή κραυγή
των ασήμαντων γεγονότων
εδώ και καιρό
δεν κάνω τίποτε
μόνο κρατιέμαι μετέωρη
ανάμεσα στο χθες
και στο αύριο
εδώ και καιρό
δεν κάνω τίποτε
απλώς αφήνω το χρόνο
να γλιστράει
παρασέρνοντάς με.

Από τη συλλογή Σόνια-Πυλόρωφ Σωτηρούδη: Ποιήματα του ’86 (1987)

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα / Σόνια-Πυλόρωφ Σωτηρούδη

Ανέστης Ευαγγέλου, Ο Ιησούς εγκαταλείπει τον πατέρα του

Ο Ιησούς εγκαταλείπει τον πατέρα του

Βρήκα χτες βράδυ το Χριστό,
ρακένδυτο, σε μια γωνιά να ζητιανεύει.

Ήταν ισχνός και κάτωχρος, μες στο δριμύ
ψύχος του φετινού χειμώνα, αξύριστος,
τα δόντια του χτυπούσαν, βήχας φριχτός
του ξέσκιζεν αλύπητα το στήθος.

Καθίσαμε σ’ ένα παγκάκι κι έβγαλα
κονιάκ από το πανωφόρι μου και του έδωσα.

Μάλωσα με το γέρο μου, αδελφέ μου,
τα βρόντηξα όλα κι όπως όπως τώρα
στου λιμανιού τα στέκια αυτά τη βγάζω,
μου είπε και μου ζήτησε τσιγάρο.

Από τη συλλογή Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα (1987) του Ανέστη Ευαγγέλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανέστης Ευαγγέλου

Ανέστης Ευαγγέλου, Το φεγγάρι

Το φεγγάρι

Πότε θα κουραστείς και θα με λησμονήσεις;
ρώτησα το φεγγάρι.
Δεν τιμωρήθηκα αρκετά;
Άλλος δεν είναι
που όμοια να σε προκάλεσε για ν’ αποσπάσει
την προσοχή και τα χτυπήματά σου;

Δεν θα σου ξαναρίξω πέτρες –σου τ’ ορκίζομαι
θα είμαι καλό παιδί
και θα κοιτάζω μόνο τα μαθήματά μου.

Εσύ δεν είσαι σαν τους άλλους, είπε αργά
και βαθιά λυπημένο το φεγγάρι,
εσύ έχεις αίμα φεγγαρίσιο
εσένα πάντοτε θα σ’ αγαπώ.

Από τη συλλογή Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα (1987) του Ανέστη Ευαγγέλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανέστης Ευαγγέλου

Ανέστης Ευαγγέλου, Υπεραστική συνδιάλεξη

Υπεραστική συνδιάλεξη

Εχτές το βράδυ μου τηλεφώνησε
ο πατέρας μου.
Στείλε μου μερικά
πενηνταράκια ούζο, μου είπε,
και καναδυό κούτες τσιγάρα
σέρτικα, να κάθουμαι τα βράδια
να σας συλλογιέμαι.
Και –να μην
το ξεχάσω– και πεντέξι δίσκους
φωνογράφου μ’ εκείνα τα παλιά, ξέρεις,
ποντιακά τραγούδια, τα λυπητερά.

Εδώ στα ξένα δύσκολα περνούν οι μέρες
και πού να βρεις τσιγάρα, ούζο και τραγούδια
της πατρίδας, στα μαγαζάκια τ’ ουρανού.

Από τη συλλογή Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα (1987) του Ανέστη Ευαγγέλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανέστης Ευαγγέλου

Ανέστης Ευαγγέλου, Χέρια

Χέρια

Χέρια του έρωτα ανυπόμονα, όλα
να τα γνωρίσουνε, για ν’ απομείνουνε και πάλι άδεια

χέρια που υψώνονται γροθιές σε διαδήλωση, ενωμένα
και φεύγει νικημένη η μοναξιά

χέρια που με τα νύχια χάραξαν στους υγρούς τοίχους
των φυλακών ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ και τώρα
εγγράφουν κέρδη και ζημίες σε λογιστικά βιβλία

χέρια των νηπίων σπαραχτικά γιατί όταν
μεγαλώσουν θα γίνουν χέρια συναλλαγής
και χέρια
άπρακτα των ανθρώπων όταν αμίλητοι
κάνουνε το σταυρό τους ή βγάζουν το καπέλο τους
μπροστά στο μυστηριακό και το αναπότρεπτο.

Από τη συλλογή Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα (1987) του Ανέστη Ευαγγέλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανέστης Ευαγγέλου

Ανέστης Ευαγγέλου, Κέντημα

Κέντημα

Καθώς χαράζουνε το δέντρο της μαστίχας
με ξυραφάκι ή με μαχαίρι κοφτερό
και κέντημα το λεν
κι εκείνο βγάζει δάκρυ που ευωδάει
και το μαζεύουν κόμπο κόμπο–
όμοια
με ξυραφάκι και μαχαίρι κοφτερό
χαράχτηκε απ’ τα χρόνια η ζωή μου
κι απ’ του κορμιού μου τις ρωγμές ανάβλυσαν
σταλιά σταλιά οι λιγοστοί μου στίχοι.

Από τη συλλογή Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα (1987) του Ανέστη Ευαγγέλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανέστης Ευαγγέλου

Ανέστης Ευαγγέλου, Λουκάς Βενετούλιας


Λουκάς Βενετούλιας, Οδός Δωδεκανήσου (λάδι) [Δημοτική Πινακοθήκη Θεσσαλονίκης]

Λουκάς Βενετούλιας

Κύριε, ανάπαψέ τον με τους δίκαιους.
Το κόκκινο
που τόσο αγάπησε, κι από τα χέρια του
παρήγορα έλαμψε ευγενέστερο των ρόδων,
δεν ήταν μόνο της ιδέας που τον αξίωσε
αδελφικά να σμίξει με συντρόφους, φεύγοντας
–όσο αποφεύγεται με τέτοια, όσο ξορκίζεται–
την κοινή μοίρα.
Το κόκκινο, που τόσο αγάπησε,
ήταν η αθώα καρδιά του που αγρυπνούσε
τις νύχτες που η αγαπημένη του Θεσσαλονίκη
γλυκοκοιμόταν, και μυστικά, δίχως παράπονο,
μάτωνε για τ’ ανθρώπινα.
Κύριε, αν υπάρχεις,
κι ένα ολιγόπιστο μπορείς ν’ ακούς, κατάταξέ τον
–ότι πολύ μαρτύρησε η ψυχή του για την ομορφιά
και στον τροχό οσιώθηκε το φτωχό σώμα–
κατάταξέ τον με τους δίκαιους κι ανάπαψέ τον.

Από τη συλλογή Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα (1987) του Ανέστη Ευαγγέλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανέστης Ευαγγέλου

Ανέστης Ευαγγέλου, Άγαλμα ή η εξαγορά

Έλευση

Θα περάσουν χειμώνες, καλοκαίρια
ανοίξεις με τις ευωδιές, με τα πουλιά
και μαλακά φθινόπωρα–
θα περάσουν τα χρόνια.

Εγώ θα στέκω ασάλευτος μες στο κλουβί μου.

Τις Κυριακές, στο επισκεπτήριο, θα ’ρχονται πάντα
μητέρες με μικρά παιδιά, με βίους αγίων
οι αδελφές του ελέους και κάθε βράδυ
μειδιώντας αινιγματικά οι γιατροί
για τις διατριβές τους.

Εγώ θα στέκω ασάλευτος μες στο κλουβί μου.

Ο ήλιος θα με πυρπολεί
η βροχή θα με ξεπλένει
ο αέρας θα με δροσίζει ή θα με παγώνει
το χιόνι θα με σκεπάζει αθόρυβα.

Εγώ θα στέκω ασάλευτος μες στο κλουβί μου.

Με τον καιρό θα πέσουν τα μαλλιά μου
θα θολώσουν τα μάτια μου
τα παιδάκια θα μεγαλώσουν, θα παντρευτούν
θα φέρνουν τα δικά τους παιδιά τώρα
τις Κυριακές–
θα περάσουν χρόνια.

Εγώ θα στέκω ασάλευτος μες στο κλουβί μου.

Ένα πρωί θα ’ρθουν και θα με πάρουν
θα ’χει συντελεστεί η εξαγορά
θα συσκευάσουν σε κιβώτιο το κορμί μου
στις αποθήκες τ’ ουρανού θα μ’ απιθώσουν.

Εγώ θα έχω γίνει πια για πάντ’ αηδόνι.

Από τη συλλογή Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα (1987) του Ανέστη Ευαγγέλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανέστης Ευαγγέλου

Σοφία Στρέζου, Άμυνα

Άμυνα

Η τελευταία σου άμυνα
αυτή είναι.
Συνθηκολογείς με την παρακμή,
δεν είναι εύκολο να παραιτηθείς,
ν’ αφήσεις τη μάχη∙
μ’ εκείνο το αόρατο νυστέρι
έκοψες τις σημειώσεις,
τις εικόνες απελπισίας
από το πρόσωπό σου.
Ο ύπνος φέρνει τη λήθη
κι η λήθη την απόγνωση ή τη λύτρωση∙
συνειδητοποιείς τη συναλλαγή,
τον ανταγωνισμό, την αποτυχία,
όλα άτακτα σχήματα το νερό
αμετάκλητα λίγο πριν την ήττα.

Από τη συλλογή Νυχτερινό πρελούδιο (1987) της Σοφίας Στρέζου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σοφία Στρέζου

Σοφία Στρέζου, Γυμνή αλήθεια

Γυμνή αλήθεια

Αν μπορείς να δεις την αλήθεια
χωρίς να πληγώνεσαι,
τότε μπορείς να δεις
ότι το πάθος σου δεν είναι τίποτε άλλο
από ένα μακρινό φάντασμα
που μόνο παίζει μαζί σου.

Μη γίνει η θλίψη σου ένα ματωμένο γιασεμί∙
περήφανα συντρόφευε τη μοναξιά,
μαζί μ’ ένα τραγούδι που σούμεινε πιστό∙
θυμήσου,
κανένας τοίχος δεν είναι τόσο σκοτεινός,
όσο η φυλακισμένη σου καρδιά.

Από τη συλλογή Νυχτερινό πρελούδιο (1987) της Σοφίας Στρέζου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σοφία Στρέζου

Σοφία Στρέζου, Γυναίκα (Β’)

Γυναίκα (Β’)

Χωρίς να το θέλει βρέθηκε σ’ ένα άλλο δρόμο,
κοίταζε απορημένη,
πρώτη φορά μόνη σε μια άγνωστη συνοικία,
άρχισε να κλαίει,
έψαχνε να δει πού βρισκόταν –
δεν τα κατάφερε∙
το βάρος δεν έλεγε να της φύγει,
φούσκωνε η καρδιά της.
Στήθηκε σ’ ένα τοίχο
άναψε τσιγάρο,
θάθελε να πιει έναν καφέ
αλλά δεν έβρισκε καφενείο.
Αν και βράδυ
φόρεσε τα μαύρα της γυαλιά,
δεν ήθελε να βλέπουν τα δακρυσμένα της μάτια.
Αυτή η τεταμένη φθορά την κούραζε,
δεν μπορούσε ν’ αποβάλει ένα μέρος του εαυτού της,
δεν τολμούσε
κι όμως η καρδιά της χτυπούσε πάλι
σαν να περίμενε
τη σιγουριά των χτύπων μιας άλλης καρδιάς.
Δεν ήθελε να κυβερνήσει ούτε να κυβερνηθεί,,
ήξερε πως ήθελε μόνο να ζήσει.
Άρχισε να περπατά,
κάποιος της πέταξε μερικές βρόμικες κουβέντες,
λύγισε –
δεν πρόλαβε να συνέλθει
και το πρόστυχο βλέμμα ενός δεύτερου
που την έγδυσε άπληστα
τη σκότωσε.
Έτρεχε γρήγορα,
φοβισμένη ήθελε κάπου να κρυφτεί,
ευτυχώς βρήκε ανοιχτό ένα μπαρ,
ζήτησε ένα δυνατό καφέ,
άναψε κι άλλο τσιγάρο.
Ληστεύθηκε, ληστεύθηκε αναπότρεπτα,
μια ασήμαντη φλόγα ανάβει τη σκέψη της,
προσπαθεί ν’ απωθήσει τη φωτιά
που της καίει το νου
τα τετριμμένα που τη σωριάζουν λιπόθυμη.
Εύθραυστη σαν σταγόνες βροχής
παρασύρεται απ’ τη μουσική,
μα πάλι δεν υπάρχει διέξοδος,
μια παραμορφωτική εικόνα
μπρος στον καθρέφτη του μπαρ
χωρίς συγκεκριμένο πρόσωπο,
μόνο τα χέρια παλεύουν με το ποτήρι
και το βλέμμα πέφτει στις ουλές όλου του κόσμου,
φυγοδικεί κάτω απ’ τα φώτα
μα αυτό δεν φτάνει.
Θάπρεπε να παραδοθεί συνειδητά
αντί να αγωνίζεται
για μια άφθαρτη αγάπη,
που όμως πεθαίνει
από μια προκλητική σιωπή.

Από τη συλλογή Νυχτερινό πρελούδιο (1987) της Σοφίας Στρέζου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σοφία Στρέζου

Βαγγέλης Τασιόπουλος, Το νέον της οδού

Το νέον της οδού

στον Γιάννη Τζανετάκη

Σπάσαν κάτι τζάμια τα παιδιά
της Ελπινίκης
κρυφά με τις αρβύλες του
Βαρνάβα

απόδειπνο τραβούσαν
βιαστικά για τον προφήτη
κλωτσούσαν τις φλέβες
των λασπόνερων
κι υγίαιναν
ώσπου τα διάλεξε
η σκιά των κωνοφόρων

χόρεψαν ζεϊμπέκικο
μια σπιθαμή
απ’ τα σύννεφα
και γλίστρησαν
το ρίγος των δεκάξι
ως… την κλαγγή
και το πρησμένο νύχι
του στρατιώτη

— Κλείσε το φως και βγες
προτού να φέξει
η νικοτίνη σου ’χει νίψει
την προβιά
ηρέμησε μικρέ μου αποσπερίτη
κυλούν από το μάτι του προφήτη
τα παιδιά

Η πόρτα δείχνει δώδεκα
γίνε το μαύρο τώρα
κι αύριο ξανά

κι έπειτα
έχυσε τη μέρα στα ερπετά
κάποιος που ορκιζόταν τρέφοντας
τους ίσκιους στα σπουργίτια

κι εκείνα μες στον ίλιγγο
βροχή ξεθύμαναν στο πόδι
της Ευτέρπης
το μεθυσμένο όνειρο

έγινε νύχτα
πληγή ανηφόριζε το ίσιο πέλαγο
ψηλά
δυο παραμύθια νότια
σκόνη στο κλέος του Ευρώτα.

Από τη συλλογή Το νέον της οδού (1987) του Βαγγέλη Τασιόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Βαγγέλης Τασιόπουλος

Βαγγέλης Τασιόπουλος, Το κλήμα του παππού

Το κλήμα του παππού

Όταν σβήνει το φως
κρατά έναν θόρυβο το κλήμα του παππού
κι έρχεται η σελήνη πλέκοντας
μες στου κισσού το χάραμα
τις πόρτες.
Ανάβουν τα δάχτυλα και
προσπερνούν οι μέλισσες
σφίγγοντας των βατράχων
τις αμφίβιες εκκλήσεις.
Στου ασβέστη τη γαλήνη
το γιασεμί και ο Ταΰγετος
πυρώνουν τη μοναξιά τού
μαντολίνου.
Σέρνουν χορό ενάντιο
τ’ ανθάκια της πορτοκαλιάς
και η σκιά του ανεμοδείχτη.

Φρέσκος καφές αχνίζει
από τις φλέβες μας
ο Τζακ αιμορραγεί
αλυχτώντας στο βαρέλι.

Έξω
η αμμουδιά των ελαιώνων
σπέρνει την ιαχή του τελευταίου
τρένου.
Βαδίζει με του ορεσίβιου
τη σκιά
μια τούφα χαμομήλι.

Έχει κι ο πυρετός την ώρα του
βάλσαμο κι ασήμι.

Όμως ο θόρυβος απλώνει
σαν Κυριακή ανεβαίνει στους φεγγίτες
στις στέγες ύστερα
κρεμιέται από τις χελιδονοφωλιές
και τους εσπερινούς
γέρνει αποσταμένος
κάπου κάπου στα μισάνοιχτα παράθυρα
αδειάζει στη στέρνα τούς αγγέλους του
πηδώντας μ’ ένα σύννεφο σπουργίτια
αλαφιασμένα.

Όλη νύχτα περιφέρεται υγρός
και σαν χαράξει
επιμένει
μες στο σακούλι του παπά
ν’ αναζητά όρθρους.

Όταν σβήνει το φως
πάντα θυμάμαι…

Από τη συλλογή Το νέον της οδού (1987) του Βαγγέλη Τασιόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Βαγγέλης Τασιόπουλος

Βαγγέλης Τασιόπουλος, Οι γάτοι

Οι γάτοι

Οι γάτοι των πόλεων
δεν ψάχνουν ξέρετε στους δρόμους
για νομίσματα
ούτε δηλώνουν νηστικοί ή ευδαίμονες

ιχνηλατούν τα οχήματα
διογκωμένοι εκτελούν τα σπέρματα
του ψύχους
έχουν μιαν έλλειψη αδιαφορίας
που σκορπάει στον καθένα μας.

Από τη συλλογή Το νέον της οδού (1987) του Βαγγέλη Τασιόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Βαγγέλης Τασιόπουλος

Αντώνης Φωστιέρης, Το θα και το να του θανάτου

Το θα και το να του θανάτου

Έτσι λοιπόν χωρέσανε στα μάτια σου τόσες κοινές ασήμαντες εικόνες
Ποιος θα ’χει χρόνο κάποτε να βυθιστεί στη λίμνη μιας ανάμνησης
Η αιωνιότητα κρατάει τόσο λίγο
Όμως, δε γίνεται, θα υπάρχει κάπου μια μικρή δικαιοσύνη να εξηγεί
Με ποιες προθέσεις φεύγει ένας άνθρωπος
Με πόσα θα και πόσα να που ψιθυρίζει ο θάνατος
Σβήνει ασυλλόγιστα ολόκληρη ζωή
Αφού, το ξέρεις, ένα μόλις δευτερόλεπτο αρκεί
ν’ αλλάξουν τώρα δυο φτερά τη ρότα τους
Και, μην ακούς, τα δευτερόλεπτα πληρώνονται ακριβά
Γι’ αυτό κι ο άνθρωπος εκείνος φεύγει απένταρος
Με τον πνιγμένο ρόγχο ενός κυνηγημένου
Λεπτά χρειάστηκε λεπτά
Χιλιάδες δευτερόλεπτα
Για ν’ αγοράσει τι; ασήμαντες εικόνες
Μα πώς μπορεί να ξεχρεώσει τώρα πού να δανειστεί
Πόσες εικόνες να πουλήσει απ’ την ανάμνηση
Μια δυναστεία εικόνες παλιωμένες
Γεννοβολάνε τα λεπτά κι ο τόκος βγαίνει αβάσταχτος∙
Κανείς λοιπόν δεν έχει να πληρώσει;

Από τη συλλογή Το θα και το να του θανάτου (1987) του Αντώνη Φωστιέρη

Translatum: Favourite Poetry / Αντώνης Φωστιέρης

Σπύρος Τσακνιάς, Άλλοθι

Θάνος Μικρούτσικος & Λίνα Νικολακοπούλου, Μια πίστα από φώσφορο
(τραγούδι: Χάρις Αλεξίου / δίσκος: Κρατάει χρόνια αυτή η κολόνια (1990))

Άλλοθι

Θα μαζέψω μιαν αγκαλιά σπάρτα, κλωνάρια μυγδαλιάς, να ζεστάνω το μοναχικό σπίτι, τ’ άδειο δωμάτιο. Θα συμμαζέψω τα σκορπισμένα χαρτιά, θα πετάξω τ’ αποτσίγαρα, θα συγυρίσω τ’ ανάρμοστα όνειρα, τις ατίθασες μνήμες. Θα διώξω

τον ίσκιο που ρίχνουν οι λέξεις πάνω στα ποιήματα, τον ίσκιο που ρίχνουν τα ποιήματα πάνω στη δυστυχία, να μείνει ανόθευτο το βράδυ κι η γαλήνη του, κι ο πόνος, γυμνό μαχαίρι, ν’ αστράφτει στο σκοτάδι. Όχι

δεν με τρομάζει το σκοτάδι. Νυχτοβατώ ανάμεσα σε πράγματα που ήταν κάποτε ανθρώπινα κι έγιναν φαντάσματα: ο σκυθρωπός καθρέφτης, η βαρύθυμη καρέκλα, τ’ απαρηγόρητο σκαμνί, η απελπισμένη σιφονιέρα. Όχι

δεν προσπαθώ να σας γελάσω: Αν είναι να ζήσουμε δίχως αυταπάτες, πρέπει να συνηθίσουμε στο πολικό ψύχος ενός μοναχικού σπιτιού, ενός άδειου δωματίου. Γι’ αυτό στρέφομαι στ’ αγριολούλουδα, τα βότανα, τ’ άνθη της σέρας, τα εξημερωμένα φυτά. Είναι κι αυτό ένα άλλοθι, ή μια ακόμη αυταπάτη,

–η τελευταία αυταπάτη. Μη με ρωτήσετε ποιος φταίει, δεν ξέρω ποιον να κατηγορήσω κι αν είναι σκόπιμο ν’ αναζητούμε πάντα κάποιον ένοχο ή κάποιο εξιλαστήριο θύμα ή μήπως είναι απείρως προτιμότερο να ζούμε με την υποψία μιας απέραντης αθωότητας.

Από τη συλλογή Χαμηλό βαρομετρικό (1987) του Σπύρου Τσακνιά

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)