Δημήτρης Θέμελης, Ευδηλιώτικος με λύρα

Δημήτρης Θέμελης: Ευδηλιώτικος με λύρα

Ο Δημήτρης Θέμελης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1931 και ήταν γιος του ποιητή Γιώργου Θέμελη. Καθοριστικό για την σταδιοδρομία του υπήρξε το γεγονός ότι πέρασε ένα μέρος των παιδικών του χρόνων στην Ικαρία –τόπο καταγωγής της μητέρας του, μάλιστα κατά τη δύσκολη χρονική περίοδο 1940-1944, όπου του δόθηκε η ευκαιρία να μάθει να παίζει νησιώτικη λύρα από λυράρηδες εκείνης της εποχής και να γνωρίσει τη ζωντανή πράξη της παραδοσιακής μας μουσικής. Απόφοιτος του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης –βιολί και θεωρητικά– συνέχισε με υποτροφία (DAAD) τις σπουδές του στο Μόναχο: βιολί με τον καθηγητή Kurt Stiehler και Μουσικολογία, Βυζαντινολογία και Αρχαία Ιστορία στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, απ’ όπου αποφοίτησε ως διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής.

Διετέλεσε διευθυντής του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης (1971-1985), και από το 1985 καθηγητής Μουσικολογίας στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, του οποίου διετέλεσε πρόεδρος επί τέσσερις θητείες. Επίσης διετέλεσε κοσμήτορας της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ και πρόεδρος της καλλιτεχνικής επιτροπής της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης. Από το Σεπτέμβριο του 1998 ήταν ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ. Είναι μέλος της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών, διετέλεσε εκπρόσωπος του Διεθνούς Συμβουλίου Παραδοσιακής Μουσικής (ICTM) στην Ελλάδα, μέλος της Γερμανικής Εταιρίας Μουσικής Έρευνας και της Διεθνούς Εταιρείας Εθνομουσικολογίας, μέλος του Προεδρείου του Διεθνούς Οργανισμού Λαϊκής Τέχνης (IOV), επίσης τακτικό μέλος της Ακαδημίας Επιστημών της Νέας Υόρκης. Το 1990 τιμήθηκε από την Μουσική Εταιρεία Βορείου Ελλάδος με το «χρυσό βραβείο» μουσικής προσφοράς.

Πραγματοποίησε πολλές διαλέξεις και συμμετείχε σε διεθνή μουσικολογικά συνέδρια. Έχει πολυάριθμες δημοσιεύσεις, μεταξύ άλλων για την ελληνική μουσική (έντεχνη και παραδοσιακή) για τη διδακτική του βιολιού κ.ά. Από τα νεανικά του χρόνια ασχολείται επίσης με τη σύνθεση, ωστόσο το μεγαλύτερο μέρος των έργων του το συνέθεσε τις δύο τελευταίες δεκαετίες, στις οποίες διαμόρφωσε μια δική του μουσική γλώσσα. Συνθέσεις του έχουν παιχτεί στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Πραγματοποίησε πολλές διαλέξεις και συμμετείχε σε διεθνή μουσικολογικά συνέδρια. Έχει πολυάριθμες δημοσιεύσεις, μεταξύ άλλων για την ελληνική μουσική (έντεχνη και παραδοσιακή) για τη διδακτική του βιολιού κ.ά. Από τα νεανικά του χρόνια ασχολείται επίσης με τη σύνθεση, ωστόσο το μεγαλύτερο μέρος των έργων του το συνέθεσε τις δύο τελευταίες δεκαετίες, στις οποίες διαμόρφωσε μια δική του μουσική γλώσσα. Συνθέσεις του έχουν παιχτεί στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Πέθανε στη Θεσσαλονίκη το 2017.

Έγραψε μεταξύ άλλων:

* τέσσερις Συμφωνίες, ένα Συμφωνικό Δίπτυχο, δύο Συμφωνιέτες για ορχήστρα εγχόρδων
* Πέντε Κοντσέρτα με ορχήστρα (για βιολί, για βιολοντσέλο, για βιόλα, για κοντραμπάσο και για Φαγκότο)
* 17 Κουαρτέτα εγχόρδων, Κουϊντέτο εγχόρδων
* Κουαρτέτο για φλάουτο, όμποε, κόρνο και φαγκότο, τρία Κουαρτέτα Σαξοφώνων
* Τέσσερα Τρίο με πιάνο, Τρίο για δυο βιολιά και βιόλα
* τραγούδια για φωνή και πιάνο, τραγούδια με ορχήστρα εγχόρδων, χορωδιακά
* έργα για διάφορα σόλο όργανα

Advertisements

Γιώργος Καφταντζής, Στολισμένοι

Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης, Της αγάπης αίματα
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Μικτή Χορωδία της Θάλειας Βυζαντίου / δίσκος: Το άξιον εστί (1964))

Στολισμένοι

Στολισμένοι με τα αιμόφυρτα ρόδα της αγάπης
από έκθαμβα φύλλα και σμήνη εκστατικών στιγμών
προσπερνούμε ανώφελες περιοχές που σκοτώνουν τα όνειρα
γερασμένες σκιές, ξεστρατισμένες εποχές
και το φοβερό μυστήριο της σπασμένης λάμπας
κάτω απ’ τις στοιβαγμένες νύχτες όλων των ανθρώπων
γεμάτες τρύπες στουπωμένες με ξερές ψυχές
αφήνοντας πίσω μας ανέγγιχτη τη λήθη.

Από τη συλλογή Περίπλους (1991) του Γιώργου Καφταντζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Καφταντζής

Γιώργος Καφταντζής, Θύμηση

Brendan Behan | Βασίλης Ρώτας) & Μίκης Θεοδωράκης, Τον Σεπτέμβριο θυμάμαι
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / έργο: Ένας όμηρος (1966))

Θύμηση

Θα τους θυμάμαι πάντοτε από σκιές δεμένους
στα σκοτεινά δρομάκια του Κουλέ-Καφέ.
Από τότε άλλαξαν πολλά
σβήστηκαν τα ονόματα
τα σύννεφα πνίγουν τα καράβια και τα τρένα
το αίμα τους δεν κοιμάται τρομάζει το βράδυ τα παιδιά.

Από τη συλλογή Περίπλους (1991) του Γιώργου Καφταντζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Καφταντζής

Κλείτος Κύρου, Ασκήσεις μνήμης

Σταύρος Ξαρχάκος & Νίκος Γκάτσος, Παλικάρι στα Σφακιά (με τον Νίκο Ξυλούρη)

[Ενότητα Άλλα ποιήματα: Α’]

Ασκήσεις μνήμης

Ο Μάης του ’68
Ο Δεκέμβρης του ’44
Πιο πρόσφατος ο Νοέμβρης του ’73
Σήμερα ενδείξεις μόνο χρονολογικές
Κι οι επίγονοι επιλήσμονες σαν πάντα

Μη βάζετε πια σημάδια σε λέξεις
Σε σπίτια ερειπωμένα ή σε τραγούδια παλιά
Πάντα θα βρίσκετε το δρόμο σας
Και πάντα θα τον χάνετε
Αναζητώντας κάθε τόσο καινούργιους θεούς

Από τη συλλογή Περίοδος χάριτος και άλλα ποιήματα (1992) του Κλείτου Κύρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κλείτος Κύρου

Σαράντος Παυλέας, Χτισμένα σημεία

Brendan Behan & Μίκης Θεοδωράκης, Άνοιξε λίγο το παράθυρο (απόδοση στα Ελληνικά: Βασίλης Ρώτας)
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / δίσκος: Ένας όμηρος (1966))

Χτισμένα σημεία

Είπαμε να μην τσακίζουμε, να μην ισοπεδώνουμε τα παράθυρα.
Κανένα παράθυρον όσο σκληρό κι αν έχει φως, το φως γνωρίζει να γιατρεύει.
Γυρεύαμε τα παράθυρα, δε μας αρκούσαν τα παράθυρα,
γιατί θέλαμε πολύ φως για να διαλύουμε το κάθε μας σκοτάδι.
Γι’ αυτό ψάχναμε για παράθυρα σα να ’μασταν διαρκώς χτισμένοι.
Παντού ψηλαφούσαμε για φως, θέλαμε τα παράθυρα, προσπαθούσαμε
να ελευθερώνουμε όλα τα χτισμένα τους σημεία, σχηματίζαμε ρωγμές
κι ανοίγματα, να πετύχουμε ένα τέλειο παράθυρο
όπου το φως συνέχεια κι άφθονο να φτυαρίζεται μέσα του
απέναντι στο απέραντο το Σύμπαν.

Από τη συλλογή Τ’ όνομά μας ήταν ενοχή (1983) του Σαράντου Παυλέα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας

Σαράντος Παυλέας, Το πιο φτερωτό φέρτε μου άλογο

Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Κώστας Βίρβος, Ένα αμάξι με δυο άλογα
(ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος: Μικροί καημοί (1975))

Το αραχνάκι

Θέλω να υπακούσω στην κλήση του ταξιδιού μου.
Το πιο φρέσκο, το πιο γοργό φέρτε μου άλογο.
Πηγαίνω προς τη νίκη μου και την τελειοποίησή μου
το πιο αστραφτερό φέρτε μου άλογο,
να το ανεβώ έτσι αφρισμένο όπως θα ‘ναι
μέσα στη μαύρη νύχτα
το πιο γοργό, το πιο αφράτο φέρτε μου άλογο,
να φτάσω στον καιρό μου πριν γίνει ο καλός του πλοίου μας απόπλους.

Το πιο γοργό, το πιο αφράτο φέρτε μου άλογο.
Δε θα φύγω σαν ένας Αννίβας
για μιαν έρημη παραλία της Θάψου. Δεν ακολουθεί τη φυγή μου
κανένας Σκιπίωνας, καμιά Ζάμα.
Πορεύομαι σε τροπαιούχον άλλο βίο.
Το πιο φτερωτό φέρτε μου άλογο,
να κάμω γρήγορο το τέλος των χιλιομέτρων μου
που με χωρίζουν από το Καράβι της Απεραντοσύνης μου.
Το πιο φτερωτό φέρτε μου άλογο.

Από τη συλλογή Ποιητικοί συνειδησιακοί διάλογοι, Β (1981) του Σαράντου Παυλέα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας

Νίκος Μυλόπουλος, Η μικρή και η μεγάλη συμπόρευση (III)

Γιώργος Σεφέρης & Μίκης Θεοδωράκης, Άρνηση
(Ανατολικό Βερολίνο, 1987 / τραγούδι: Μίκης Θεοδωράκης, Σοφία Μιχαηλίδου & Θανάσης Μωραΐτης)

[Ενότητα Η μικρή και η μεγάλη συμπόρευση]

III

Τι κι αν τα βήματα δεν ήτανε σωστά;
Όλοι φτάσανε κάπου.
Ύστερα φύσηξε άστατα
Σβήνοντας μονομιάς όλα τα χρώματα.
Μόνο το χώμα βάραινε αναλλοίωτο
Κι οι εικασίες…
Κι εμείς αρχίσαμε να το κοιτάμε
Ελπίζοντας μάταια να βρούμε
Όλα εκείνα τα χνάρια
Που κάποτε νομίζαμε
Πως έχουμε χαράξει
Όμως το χώμα
Τύπωνε αδιάφορο τα καινούργια.

Πώς χύθηκε ολόκληρη η ζωή
Από μια τόσο μικρή κλειδαρότρυπα;

Από τη συλλογή Οι εραστές πάντα σιωπούν (2007) του Νίκου Μυλόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Μυλόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Η Νύχτα

Μίκης Θεοδωράκης & Δημήτρης Χριστοδούλου, Βραδιάζει
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος: Πολιτεία Β’ (1964))

[Ενότητα Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο]

Η Νύχτα

Όταν χτυπήσουν τα μεσάνυχτα, να μη βιαστείς
ν’ ανοίξεις το παράθυρο. Την ώρα εκείνη
γυρνούν οι άνθρωποι στο σπίτι από τα θέατρα
κι οι παρθένες στις σκοτεινές γωνιές έρωτα κάμνουν.

Όταν χτυπήσουν τα μεσάνυχτα, δεν είναι νύχτα.
Επηρμένες οι στολές των στρατηγών χορεύουν
και των επισήμων τα φράκα υποκλίνονται
μπρος σ’ ανθισμένες άδειες μουσελίνες.

Όταν χτυπήσουν τα μεσάνυχτα, είναι μέρα.
Και τα δικά σου μάτια δεν αντέχουνε σε τέτοιο φως
κι ούτε στα φωτισμένα των ανθρώπων πρόσωπα.

Πρέπει να υπομείνεις πολύ. Κι όταν πεισθείς
πως όλα μπήκαν στις ντουλάπες, πως οι μελωδίες
τυλίχθηκαν να κοιμηθούνε μέσα στα όργανα,
άνοιξε το παράθυρο με προσοχή και κοίταξε
το φως των άστρων: είναι άλλο φως. Ή δέξου
το ράπισμα της καταιγίδας: είναι άλλο ράπισμα.

Κι αν ξαφνικά το μάτι σου διακρίνει
κάποια σκιά μες στο πυκνό σκοτάδι:
έναν κλέφτη, που το περίπτερο διάρρηξε∙
μια μάνα, που το μεθυσμένο γιο της περιμένει∙
ένα γιατρό, που φεύγει από το σπίτι πεθαμένου,
μη βιαστείς το παράθυρο να κλείσεις.

Αυτό που είδες άνθρωπος δεν είναι.
Είναι της μεγάλης νύχτας το φάντασμα,
που το λένε: αμαρτία, αγάπη ή χρέος.
Που καταφύγιο ζητά την ώρα τούτη.

Σκύψε μες στο πηγάδι αυτό του σκότους,
που με το βάθος μετριέται της συνείδησής σου,
και δώσε το χέρι σου στο φάντασμα της νύχτας.
Κι έπειτα κλείσε πάλι το παράθυρο σιγά,
πριν οι άνθρωποι ανοίξουν τα δικά τους παραθύρια.

Από τη συλλογή Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο (1959) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Έγκλειστες συναντήσεις (2008): ελπίδα

Μάνος Χατζιδάκις & Νίκος Γκάτσος, Άσπρο περιστέρι
(τραγούδι: Δήμητρα Γαλάνη / δίσκος: Της γης το χρυσάφι (1971))

ελπίδα

Με το στήθος στην πάλη
Στον αγώνα
Στον πόλεμο της ζωής
Στον ΕΡΩΤΑ
Άσπρο περιστέρι το αύριο

Από τη συλλογή έγκλειστες συναντήσεις (2008) ανήλικων κρατουμένων στις δικαστικές φυλακές Διαβατών Θεσσαλονίκης

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανήλικοι κρατούμενοι στις δικαστικές φυλακές Διαβατών Θεσσαλονίκης

Θέμης Λιβεριάδης, Εξομολόγηση

Άκης Πάνου, Θέλω να τα πω
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Θέλω να τα πω (1982))

Εξομολόγηση

Πάτερ… τρέμω σύψυχος.
Νομίζω πως είμαι στο Κλειδί της Αμαθείας. Επιπλέον δεν έχω ποτέ μου προβεί σε εξομολόγηση, εξόν από μια-δυο ερωτικές.
Δεν μου αρέσει η κοιλιά ούτε το λιγωμένο βλέμμα σου, αλλά θα προσπαθήσω.
Μου είπανε πως έχεις την χάριν Του.
Αυτοί που πρόλαβαν να με δουν είναι πια σιωπηλοί από καιρό κι απόμεινα με τους τυφλούς που ντύθηκαν εχθροί.
Δε νήστεψα το πάθος και ζήλεψα το φως των μακρινών μου.
Εμοίχευσα με την Ελευθερία και έκλεψα: πήρα απ’ το σεντούκι της Μάνας όλα τα ελαττώματα του Πατέρα.
Αμφισβητώ τους επερχόμενους. Μετά τον πόλεμο, κάθε βδομάδα σκοτώνω δύο φυσιογνωμιστές, έναν κατακρυψία και πολυάριθμους εκφωνητές.
Φοβάμαι πως χάνω ολοένα την Πίστη μου. Είναι στιγμές που βρίσκομαι σε ξέφραγο αμπέλι, κυκλωμένος από γαϊδούρια που έχουν δεμένα με σχοινί μόνο τα μπροστινά τους πόδια.
Αρνήθηκα τον Πέτρο όταν ελάλησε τρίτη φορά και υπήρξα ψευδομάρτυρας στη δίκη του Καραϊσκάκη.
Είμαι εξ αγχιστείας συγγενής με το όνειρο και ζιγκολό της γερασμένης Ομορφιάς. Παλαιότερα και επί χρόνια αυνανιζόμουν με τη σκέψη της.
Προχθές μπήκα σε μια φωτογραφία: δεν ήμουν μόνος, ούτε στην πλώρη. Καθόμουνα με τους πολλούς πίσω στην, πώς την λένε… πρύμνη, βλέποντας να μικραίνει ολοένα η Πατρίδα, ώσπου σηκώθηκα και βύθισα ιστό και θαλασσινή σημαία κάθετα στο μυαλό. Έμεινα έτσι καρφωμένος τρεις νύχτες και δυο μέρες. Ο καπετάνιος, λέει, περίμενε να «κόψει ο καιρός» για να με ταξιδέψει στο πιο εφήμερο νοσοκομείο κάποιας Σμύρνης.
Ξαναδιαβάζω τους αρχαίους για να σκουπίζω στωικά τον εμετό τον καθημερινό, προσπαθώντας να δεχθώ πως «μίσος δ’ εστίν δυνάμεως παράδειγμα, η δε φιλία ασθενείας δηλούμενον…»
Τελευταία, έκανα ένδεκα ασκήσεις ετοιμότητας, μα αν και εσύ νομίζεις πως δε φτάνουν, πες μου:

Να γράψω εκατό φορές πως τα αδέλφια μου είναι καλοί, αγγελικά πλασμένοι δεν είναι κωλοέλληνες.
Να ανέβω και να κατεβώ με τα γόνατα εβδομήντα επτά φορές τα μαρμαρένια τα σκαλιά μιας βίλας στην Ελάκη.
Να αποστηθίσω όλους τους στίχους του γεράσημου.
Να έκτιζα ξανά τον Παρθενώνα.

Παπά μου,
πάρε αυτό εδώ, για τους πτωχούς της ενορίας των πνευμάτων. Σ’ ευχαριστώ.
Ευχαριστώ. Είμαι πιο ήσυχος τώρα, ό,τι μου πεις.
Είμαι πιο ήσυχος. Έχω ησυχάσει και φιλώ το χέρι σου με τα βρόμικα νύχια.

Από τη συλλογή Ο θάνατος του ζώου, 1988-1996 (1997) του Θέμη Λιβεριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θέμης Λιβεριάδης

Κατερίνα Καριζώνη, Σχεδόν 12 χρόνια πριν

Δήμος Μούτσης & Γιώργος Παπαστεφάνου, Στου Προφήτη Ηλία
(τραγούδι: Σταμάτης Κόκοτας / δίσκος: Δήμος Μούτσης / Πρώτη εκτέλεση (1973))

Σχεδόν 12 χρόνια πριν

Έλεγα να δώσουμε ραντεβού
κάπου αλλού
ας πούμε σε μια ξεχασμένη πάροδο της πόλης
δίχως όνομα
να μας εγκαταλείπει η μέρα
σα μουσική ανάμεσα στα βράχια της ακτής
σαν κούραση γλυκιά από συντριμμένα πάθη.

Έλεγα στα τριάντα μου
πως με πειράζει αυτό το άρωμα των κάστρων
που κατεβαίνει με τον άνεμο
ως τα καθίσματα των συνελεύσεων
ως τις σκηνές των τσιγγάνων στη Δυτική πλευρά
και πως απόψε θα σε συναντούσα
στο σιωπηλό πλήθος του επιταφίου
θα κατεβαίναμε τρέχοντας όλες τις κατηφόρες
του Προφήτη Ηλία
ως τη θάλασσα
κι ο Προφήτης θα μας παρατηρούσε
από τα νοικιασμένα σπίτια μέχρι αργά το βράδυ
που θα ’πιανε η ψυχρούλα απ’ το Θερμαϊκό

τότε θα ’ριχνε το μανδύα του
στα παγωμένα μπράτσα μας.

Από τη συλλογή Τσάι και μυθολογία (1985) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Σταύρος Ξαρχάκος & Ιάκωβος Καμπανέλλης, Φίλοι κι αδέρφια

Φίλοι κι αδέρφια

Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Τραγούδι: Νίκος Ξυλούρης & θίασος της παράστασης «Το μεγάλο μας τσίρκο» (1973)
Δίσκος: Το μεγάλο μας τσίρκο (1974)

Φίλοι κι αδέρφια, μανάδες γέροι και παιδιά
στα παραθύρια βγείτε και θωρείτε
ποιοι περπατούν στα σκοτεινά
και σεργιανούνε στα στενά
φίλοι κι αδέλφια, μάνες, γέροι και παιδιά

Γράφουν σημάδια, μηνύματα στο βασιλιά
σα δε φωνάξεις έβγα να το γράψεις
να μην σ’ ακούσουν τα σκυλιά
βγάλε φωνή χωρίς μιλιά
σημάδια και μηνύματα στο βασιλιά

Ήταν στρατιώτες καπεταναίοι και λαϊκοί
όρκο σταυρώσαν πάνω στο σπαθί τους
η λευτεριά να μην χαθεί
όρκο σταυρώσαν στο σπαθί
καπεταναίοι στρατιώτες λαϊκοί

Κι όπου φοβάται φωνή ν’ ακούει απ’ το λαό
σ’ έρημο τόπο ζει και βασιλεύει
κάστρο φυλάει ερημικό
έχει το φόβο φυλαχτό
όπου φωνή φοβάται ν’ ακούει απ’ το λαό

Γη παιδεμένη με σίδερο και με φωτιά
για κοίτα ποιον σου φέρανε καημένη
να σ’ αφεντεύει από ψηλά
τα κρίματά σου είναι πολλά
γη που το σίδερο παιδέψαν κι η φωτιά

Καίει το φιτίλι, ξεθηκαρώνουν τα σπαθιά
κάνουν βουλή συντακτική και γράφουν
το θέλημά τους στα χαρτιά
κι η κοσμοθάλασσα πλατιά
κάνουν βουλή, ξεθηκαρώνουν τα σπαθιά

Τρεις του Σεπτέμβρη, μανάδες γέροι και παιδιά
στα παραθύρια βγείτε και θωρείτε
τι φέρνουνε στον βασιλιά
βαθιά γραμμένο στα χαρτιά
τρεις του Σεπτέμβρη, μάνες γέροι και παιδιά

Τρεις του Σεπτέμβρη, μανάδες γέροι και παιδιά
στα παραθύρια βγείτε και θωρείτε
ποιοι περπατούν στα σκοτεινά
και σεργιανούνε στα στενά
φίλοι κι αδέρφια, μάνες γέροι και παιδιά

Απόστολος Λυκεσάς, Νηπενθές

Βασίλης Δημητρίου & Κώστας Μουρσελάς: Ω! Τι κόσμος, μπαμπά! (από την ομότιτλη θεατρική παράσταση του 1970)
[Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Μάρτης 2008: συναυλία προς τιμήν του Βασίλη Δημητρίου / τραγούδι: Παιδική Χορωδία Δημήτρη Τυπάλδου]

Νηπενθές

Στα χρόνια της αχαλίνωτης πλήξης
μόνο τα στομάχια θέριευαν, αγριάδα σε άσκαφτο κήπο,
βάθαινε η αδιαφορία
η ασυναρτησία κύκλωνε και τους ενάντιους

το μέλλον του ενός σκόνταφτε πάνω στον γάμο τ’ αλλουνού
άθαφτοι οι χωρισμοί απ’ τα παιδιά, σάπιζαν αργά
ρουτίνα εσωτερική που βάδιζε ανεμπόδιστη.
Τα αστέρια δεν προανήγγειλαν τίποτα
αν και πολλοί τα μελετούσαν
όμως οι ζαβοί δεν μιλούσαν πια
γλιτσιασμένες οι δεξαμενές κατάπιναν το χρώμα του ουρανού.

Η λύση άφαντη καθώς την περίμεναν όλοι στο πιάτο
ενώ αυτή κυκλοφορούσε άσφαχτη.
Αρουραίος στον υπόνομο δεν εμπιστεύεται
κροταλία ταμία.

Από τη συλλογή Μότορσιπ «Προκρούστης» (2008) του Απόστολου Λυκεσά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Απόστολος Λυκεσάς

Απόστολος Λυκεσάς, Χιλιετία

Μίκης Θεοδωράκης & Κώστας Τριπολίτης, 80
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / δίσκος: Ο επιβάτης (1981))

Χιλιετία

Ω βουλιμικό πλάσμα εντός μου
παράθυρο φωτισμένο που καταπίνει νύχτα
δικράνια χαυλιόδοντες με φορτώνουν
το σκυλί μάλλον οσμίστηκε και γαβγίζει τη χιλιετία
που μας πρόλαβε με την ουρά στα σκέλια.

Από τη συλλογή Τῷ αγνώστῳ (2001) του Απόστολου Λυκεσά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Απόστολος Λυκεσάς

Χρήστος Ντάλιας, Το άστρο

Μάνος Χατζιδάκις & Νίκος Γκάτσος, Τ’ αστέρι του βοριά
(τραγούδι: Μαρία Δημητριάδη, πιάνο: Στέφανος Κορκολής, κιθάρα: Στέλλα Κυπραίου)

Το άστρο

[Ενότητα Γ’]

Ανέβαινα τη σκάλα
τ’ ουρανού, μικρό παιδί,
να πιάσω τ’ άστρο.

Ξαγρυπνούσα μέσα στο γαλάζιο
τ’ όνειρο.

Μια φωτεινή νεροποντή
διέγραψε τ’ όνειρό μου
και χάθηκα περνώντας μ’ ορθάνοιχτα τα μάτια.

Τώρα μεγάλος κι άμορφος
κοιτάω ξανά∙ μες στο γαλάζιο
χάνομαι, βυθίζω
πιο βαθιά το βλέμμα.

Τ’ άστρο αναλάμπει μέσα μου.

Από τη συλλογή Παραπληρωματικά (1990) του Χρήστου Ντάλια

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χρήστος Ντάλιας