Άρης Αλεξάνδρου, Πρωτομαγιά

Μάνος Χατζιδάκις & Νίκος Γκάτσος, Παράξενη πρωτομαγιά
(τραγούδι: Δήμητρα Γαλάνη & Μανώλης Μητσιάς / δίσκος: Αθανασία (1976))

Πρωτομαγιά

Στα τζάμια σου μπουμπουκιάζει η χτεσινή βροχή
τώρα που η παραλία ανάβει τα φανάρια της.
Ένα καΐκι στάθηκε καταμεσής στο πέλαγο.
Γαλήνη.
Περίμενε δω με το βλέμμα στις σταγόνες
(δυο ανθισμένες γαλάζιες σταγόνες τα μάτια σου).
Περίμενε. Θα ξημερώσει.
Θέλω να σε ξέρω στο παράθυρο
αγναντεύοντας κατά τον τόπο της χαραυγής
νοσταλγώντας το περσινό καλοκαίρι.
(Τα νερά ν’ ανασαίνουν ζεστασιά
το γυμνό σώμα της ημέρας πλαγιάζει μες στα στάχυα
κι ανάμεσα απ’ τα δάχτυλα κρυφοκοιτάει μια παπαρούνα.)
Θέλω να σου χαρίσω ένα τόσο δα ουράνιο τόξο
τώρα στα γενέθλια της δεκαοχτάχρονης αυγής,
ένα λουλουδένιο δαχτυλίδι
μια υπόσχεση ελπίδας.

Από τη συλλογή Ακόμα τούτη η άνοιξη (Απρίλης 1946) του Άρη Αλεξάνδρου

Translatum: Favourite Poetry / Άρης Αλεξάνδρου

Χρυσούλα Βακιρτζή, Η προσμονή του δένδρου

Μίκης Θεοδωράκης, Καιρός να δεις
(τραγούδι: Παιδική χορωδία Δημήτρη Τυπάλδου στην εκπομπή της ΝΕΤ «Στην υγειά μας» (20 Νοεμβρίου 2010) προς τιμήν του Μίκη Θεοδωράκη / από τον κύκλο Τα τραγούδια του Αντρέα (1968))

Η προσμονή του δένδρου

Ναι έχεις δίκιο. Παραδέχομαι ότι είναι υπέροχο και απαραίτητο να καταγίνεσαι με τις πολύχρωμες μπαλίτσες, τα μικρούλια ευαίσθητα λαμπάκια, και με όλα τα στολίδια του χριστουγεννιάτικου δέντρου.

Όλα χρυσίζουν, λαμπυρίζουν, και κάθε φορά που ο καιρός ορίζει, νιώθεις μια τρυφερή ανάγκη να προστατεύσεις περισσότερο ως κι εκείνα τα πλαστικά αστεράκια που σίγουρα δεν σπάζουν.

Ξέρεις… πέρασε αρκετό διάστημα από τότε που πέταξα πλέον τα νάιλον λουλούδια (ώστε αποξηραμένα ήταν;) –πόσο αληθινά έμοιαζαν, πράγματι… Όπως τα συναισθήματα, όπου με ακούσια ή ηθελημένη αργότερα συνείδηση, στρέφονται σε αυταπάτες, σε εκούσιες ψευδαισθήσεις.

Απαραίτητη διέξοδο στο αδιέξοδο, πολλές φορές…

Από τη συλλογή Με αφετηρία τη ζωή (1998) της Χρυσούλας Βακιρτζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χρυσούλα Βακιρτζή

Κούλα Αδαλόγλου, Διανυκτερεύσεις

Λαυρέντης Μαχαιρίτσας & Μιχάλης Μαρματάκης, Η πόλη κοιμάται
(τραγούδι: Τερμίτες / δίσκος: Τερμίτες (1983))

Διανυκτερεύσεις

[Ενότητα II. Προς πολλούς αποδέκτες)]

Φανάρι κόκκινο και στάση.
Γραφείο τελετών – διανυκτερεύει.

Να διανυκτέρευαν αλήθεια, μαγαζιά,
γραφεία, επιχειρήσεις,
μ’ ένα φωτάκι, κάποιο υπάλληλο.
Θα ’χε μια χαμηλή ζωή η πόλη.

Θα ’χα κι εγώ μια ελπίδα συντροφιάς.
Κάποιες δουλειές θα τέλειωνα ίσως
τις ξάγρυπνες ώρες που δε θέλω διασκεδάσεις.

Μα τελικά μόνον ο θάνατος διανυκτερεύει;

Από τη συλλογή Διπλή άρθρωση (2009) της Κούλας Αδαλόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κούλα Αδαλόγλου

Ορέστης Αλεξάκης, Η πηγή

Νίκος Βελιώτης & Γιάννης Αγγελάκας, Μέσα στη θάλασσα
(τραγούδι: Γιάννης Αγγελάκας / δίσκος: Πότε θα φτάσουμε εδώ (2007))

Η πηγή

Τέλος, μετά από μια κοπιαστική διαδρομή έφθασα κάποτε στο τέρμα. Πού ακριβώς είναι το τέρμα δεν γνωρίζω κι ούτε κανείς εκεί με περιμένει. Γκρίζο τοπίο σεληνιακό, γυμνό και άνυδρο. Χώμα σκληρό και ραγισμένο σαν απολιθωμένος πηλός

Μηδέ κελάηδισμα πουλιού μηδ’ ερπετού σημάδι

Και μόνο μια μικρή πηγή διακρίνω που το νερό της βράζει κι εξατμίζεται. Πλησιάζω και κοιτάζω σιωπηλός. Βλέπω τις φυσαλίδες, τον ατμό, ακούω τον ήρεμό της κοχλασμό. Ξέρω καλά – κι ας μην καταλαβαίνω – πως είναι η μόνη λύση του αινίγματος

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Υπήρξε (1999) του Ορέστη Αλεξάκη
[Το ποίημα ανήκει στην έως τότε αδημοσίευτη συλλογή Ξενοδοχείον ο Απόπλους]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ορέστης Αλεξάκης

Ορέστης Αλεξάκης, Το ωράριο

Μίκης Θεοδωράκης & Νίκος Γκάτσος, Το πανηγύρι των άστρων
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος: Θαλασσινά φεγγάρια (1974))

Το ωράριο

Θα πρέπει ωστόσο να παραδεχθείς
πως έχει πλέον η ώρα προχωρήσει
πως πρέπει πια να κλείσεις το πρατήριο
κι αν ίσως
δεν συμπληρώθηκε εντελώς ο χρόνος
αν μένει κάποιο υπόλοιπο ωραρίου
όμως για ποιο σκοπό να περιμένεις
αφού το εμπόρευμα έχει εξαντληθεί
στο δρόμο η κίνηση έχει λιγοστέψει
φίλος δεν θά ’ρθει να σ’ επισκεφθεί
– πού χάθηκαν; Πώς χάθηκαν οι φίλοι; –
και τι να κάνεις πια στον άδειο χώρο
μόνος κι ασάλευτος ένα tableau vivant
μ’ αυτό το κρύο χαμόγελο που μάταια προσποιείται
σβήσε το φως
κλείσε τη θύρα
ηρέμησε
ξέχνα για μια στιγμή την ύπαρξή σου
τα δούναι και λαβείν της κάθε μέρας
τον κουρνιαχτό… το συρφετό της πόλης

Και σκέψου λίγο το βαθύ ουρανό
Τα εκατομμύρια πάνω εκεί των άστρων…

Από τα επιλεγμένα ποιήματα της έκδοσης Το ρόπτρο (2014) του Ορέστη Αλεξάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ορέστης Αλεξάκης

Βασίλης Βασιλικός: [Μικρός, έξω απ’ τα ακραία σπίτια του χωριού…]

Γιάννης Μαρκόπουλος & Γιώργος Σκούρτης, Μη μου μιλήσεις πάλι για ταξίδια
(τραγούδι: Βίκη Μοσχολιού / έργο: Μετανάστες (1974))

[Λάκα – Σούλι (1967-1974), ενότητα 2: Λάκα – Σούλι]

[17]

Μικρός, έξω απ’ τα ακραία σπίτια του χωριού,
συνήθιζε να κολλάει τ’ αυτί του
δίπλα στις ρίζες της οξιάς
για ν’ ακούσει το προμήνυμα
του μοναδικού λεωφορείου,
που έφερνε τους επιβάτες,
κάθε απόγευμα,
από τη «σκάλα» στο χωριό,
τις εφημερίδες, τον πάγο,
την ασετιλίνη… Έφυγε μετανάστης
για το Βέλγιο. Παλιότερα
είχε φύγει ο πατέρας του, με το Δημοκρατικό Στρατό,
στο δεύτερο αντάρτικο,
κι εγκαταστάθηκε στην Τασκένδη.
Χρόνια πέρασαν ώσπου ν’ ανταμώσουν
πατέρας και γιος. Κάποτε βρέθηκαν
στο Έσεν, στη Δυτική Γερμανία.
Ο γέρος του τον ρώτησε τι έκανε, πώς ζούσε.
Όσο και να άλλαζε σταθμούς,
του είπε, στο τρανζίστορ, η βελόνα του
κολλούσε στην πατρίδα, καθώς μικρός
συνήθιζε να κολλάει τ’ αυτί του
στο χωματόδρομο, να δει αν έρχεται το λεωφορείο.
Είκοσι δύο χρόνια είχαν ν’ αγκαλιαστούν.
Πριν χωρίσουν, «υποσχόμενοι αμοιβαίως
ν’ αλληλογραφούν, γιατί τώρα που πιάσαν επαφή
δεν έπρεπε, βεβαίως, να τη χάσουν»,
ο πρώην αντάρτης ρώτησε: «Και το χωριό;»
«Όπως τ’ άφησες. Μόνο που ασφαλτόστρωσαν
τη δημοσιά και δεν ακούγεται πια
ο θόρυβος του λεωφορείου». Αυτό του έφτανε.
Έμαθε επιτέλους μια λεπτομέρεια συγκεκριμένη.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Βασίλης Βασιλικός: Τα Ποιήματα (2006)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Βασίλης Βασιλικός

Ιωάννα Λιούτσια, Λανθάνω

Δημήτρης Ζερβουδάκης, Λήθη
(τραγούδι: Δημήτρης Ζερβουδάκης & Σοφία Γεωργαντζή / δίσκος: Πώς να αναπνεύσω (2009))

[Ενότητα Συνομιλίες σε Μη+ (Ζωή)]

γ. Λανθάνω

Το λάθος είναι ένα.
Οι αλήθειες είναι πολλές.
Ή μήπως ανάποδα;

Λανθάνω θα πει: «Διαφεύγω της προσοχής».
Άρα λάθος τι θα πει;
«Κάνω κάτι χωρίς να προσέχω.»
Αν πρόσεχα, θα ήταν σωστό.

Και αλήθεια τι θα πει;
«Παραδέχομαι το λάθος μου.»
Δεν πρόσεξα και τώρα το φωνάζω.

Έπειτα έρχεται η λήθη.
Η λήθη τι είναι;
«Ξεχνάω το λάθος που έκανα.»
Ή ξεχνάω που δεν πρόσεξα.

Και ποιο πονάει πιο πολύ;
Το λάθος;
Η αλήθεια;
Ή η λήθη;

Από τη συλλογή Συνομιλίες σε Μη+ (2013) της Ιωάννας Λιούτσια

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ιωάννα Λιούτσια

Μαρία Ψωμά, Ισόβια θητεία

Γιάννης Μαρκόπουλος & Μάνος Ελευθερίου, Κι είδα γυναίκες
(τραγούδι: Λάκης Χαλκιάς / δίσκος: Θητεία (1974))

Ισόβια θητεία

[Ενότητα Της αναζήτησης]

Ισόβια θητεία
η έρημος που βρεθήκαμε.
Η ξηρασία στεγνώνει τις φωνές.
Το ίδιο τίποτα
μαραίνει τις κινήσεις.
Τις νύχτες σκάβουμε όπως-όπως
τρύπες στους βράχους για κατάλυμα
μα, έκθετοι ξανά τα πρωινά,
διψασμένοι
νομίζουμε
πως η όαση της ανακούφισης σιμώνει,
ενώ, ιδέα εκείνη,
όλο μετατίθεται
για την επόμενη παραίσθησή μας…

Από τη συλλογή Ισόβια θητεία (2006) της Μαρίας Ψωμά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Ψωμά

Αναστασία Γκίτση, Γλυκό του κουταλιού από καιρό φυλαγμένο

Στάμος Σέμσης & Μιχάλης Μπουρμπούλης, Είσαι γλυκό του κουταλιού
(τραγούδι: Μελίνα Κανά / δίσκος: Γενναίοι έρωτες (1997))

Γλυκό του κουταλιού από καιρό φυλαγμένο

Αχνάρια σμιλεύουν τα όνειρα μας
πρωινές έγνοιες μας ταλανίζουν
τα βράδια σαν γείρουμε ακάλεστοι
στην πικρία της νύχτας.

Με γλυκό του κουταλιού βιώσαμε
την ευτυχία κόντρα στο απόλυτο σκοτάδι
που αναδύουν κάτι παλιά σκονισμένα
στις σελίδες τους βιβλία.

Παραμάσχαλα θα σε πάρω κόσμε
να σου μάθω να χαμογελάς
στα πιο δύσκολα.

Ελπίζω μοναχά
να φτάσει το γλυκό του κουταλιού
π’ από καιρό σου ’χω φυλάξει.

Από τη συλλογή Ξέρω! Είναι κάπως αργά… (2000) της Αναστασίας Γκίτση

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστασία Γκίτση

Μαρία Αρχιμανδρίτου, Law and order

Νικόλας Άσιμος, Εγώ με τις ιδέες μου
(τραγούδι: Σωτηρία Λεονάρδου & Νικόλας Άσιμος / δίσκος: Το φανάρι του Διογένη (1987))

Law and order

Τις νύχτες μου τα σύμφωνα ακονίζω
μην τρίξουνε στο δέσιμο
και τα φωνήεντα με λάδι αλείφω
ολόσωμα
έτσι σας φαίνονται αθόρυβες οι λέξεις μου
την ευταξία αυτού του ποιήματος τηρώντας.

Από τη συλλογή Ευεξία χρωμάτων (1998) της Μαρίας Αρχιμανδρίτου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Αρχιμανδρίτου

Παναγιώτης Αργυρόπουλος, Ο πολυτονισμός του πόνου

Μαρία Θωίδου, Του πόνου
(τραγούδι: Σωκράτης Μάλαμας & Μαρία Θωίδου / δίσκος: Της νύχτας τα μακριά μαλλιά (2004))

Ο πολυτονισμός του πόνου

Τι σημασία έχει
αν παίρνω λύπες
ή περνώ λύπες.
Ο πόνος δε ρωτάει
πού τονίζεσαι.
Σα βροχόπτωση πέφτει
και χτυπάει όποια συλλαβή σου
τύχει να βρει ακάλυπτη.
Κάποτε μάλιστα
σε τονίζει παντού
κι ας φωνάζεις
πως είσαι καρδιά
μονοτονικής αντοχής.

Από τη συλλογή Εκκωφαντική σιωπή (2004) του Παναγιώτη Αργυρόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Παναγιώτης Αργυρόπουλος

Γιώργος Αλισάνογλου, Αντικατοπτρισμοί

Νίκος Κυπουργός & Αφροδίτη Μάνου, Τέλος δεν υπάρχει εδώ
(τραγούδι: Ελευθερία Αρβανιτάκη / δίσκος: Οξυγόνο (2003))

Αντικατοπτρισμοί

Υπάρχει ακόμα μια γη…
Κάπου αλλού, ίσως πολύ μακριά
Όπου και εκεί εξίσου, υπάρχει θάλασσα
ποτάμια και βουνά
Μια γη, όπου ο ήλιος φέρνει το ξημέρωμα
και το φεγγάρι αλυχτάει στην εκκωφαντική
σιωπή της νύχτας
Υπάρχει ακόμα μια γη…
Όπου ίσως εκεί τα μάτια δεν μένουν γυμνά
Και οι σκέψεις δεν είναι απλώς
μια πληροφορία μεταξύ άλλων…
Μια γη, όπου η αβεβαιότητα,
δεν είναι προϋπόθεση ύπαρξης
και οι ποιητές, κοιμούνται ήσυχοι
μέσα στο μπλε των ποιημάτων τους.
Υπάρχει μία γη, όπου τα όνειρα
δεν είναι εγκλωβισμένα στη σκιά του ύπνου
Και οι άνθρωποι πάντα στέκονται στην ίδια θέση
Σαν απολιθωμένα ταξίδια, γυρεύοντας
μια καλύτερη γη…!

Από τη συλλογή Άηχες κραυγές (2001) του Γιώργου Αλισάνογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Αλισάνογλου

Γιώργος Καφταντζής, Ξέρω το λαό

Μίκης Θεοδωράκης & Ιάκωβος Καμπανέλλης, Ο εχθρός λαός
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνταντίνου / δίσκος: Ο εχθρός λαός (1975))

Ξέρω το λαό

Ξέρω το λαό αυτό
τον καυχησιάρη και τον ευκολόπιστο
που όλα τα φτιάχνει με τα χέρια του
και το καρβέλι και τα στέμματα
και το βιολί και τα ντουφέκια
και το αλφαβητάρι και τις χειροπέδες.
Ό,τι ελπίζει κάποτε θα γίνει
ό,τι έχει λειψό θα συμπληρωθεί
και τη σαπίλα ο ίδιος ο λαός
με τον καιρό από πάνω του θα καθαρίσει.

Από τη συλλογή Το πανηγύρι της φωτιάς (Αναστενάρια) [1959] του Γιώργου Καφταντζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Καφταντζής

Νίκος Βρεττός, Ξένος τόπος

Σταύρος Ξαρχάκος & Νίκος Γκάτσος, Τούτος ο τόπος
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Τα κατά Μάρκον (1991))

Ξένος τόπος

[Ενότητα Κολαστήριο]

Και η γη μας και η θάλασσα κι αυτές οι φωνές
και τούτες οι μέρες δεν είναι δικές μας
μήτε δικός μας ο ήλιος ο παλμός του φωτός
άλλοι ορίζουνε τη ζωή μας
κόβουνε τους ανθρώπους στα δυο τα δυο στα τέσσερα
σα να παίζουν μοχθηροί με σκουλήκια

δεν είναι οι γυναίκες δικές μας
μήτε δικοί μας οι άντρες δικά μας τα παιδιά
και τα παιδιά που μόλις πιαστήκαν στη μήτρα
γεννιόμαστε μεγαλώνουμε αντίκρυ στο θάνατο
ζώντας στη γη μας όπως ξενιτεμένοι

άγνωστη η μουσική των πουλιών
κι η πανσέληνος άγνωστη πάνω στο βράχο της θάλασσας
με τον έρωτα φτεροκοπώντας παντού στο παρόν
και πολύ βαθιά στον ορίζοντα μέσα στο μέλλον

άγνωστος ο σπασμός του σπόρου στ’ οργωμένο χώμα
και το σκάσιμο άγνωστο και το τίναγμα της νέας ζωής
και το τραγούδι της αύρας στις πράσινες φυλλωσιές
μ’ ευγνωμοσύνη χαϊδεύοντας τους καρπούς των κλαδιών

ντυμένοι με την τελευταία λέξη της μόδας
καθένας κι ένα κομμάτι βιτρίνας
ωραίοι
σα μίσχοι
φιγουρίνια
και μέσα μας τίγρεις ιπποπόταμοι σκορπιοί
πρόσωπα φωτογραφίας που δεν ελπίζεις πως κάποτε θα σαλέψουν

πως θα δακρύσουν πως θα φωνάξουν
κι όμως απελπισμένος επιμένεις να καρτερείς.

Από τη συλλογή Τριλογία (1976) του Νίκου Βρεττού

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Βρεττός

Κλείτος Κύρου, Κραυγή δέκατη ένατη

Μίκης Θεοδωράκης & Κώστας Τριπολίτης, Αν
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / δίσκος: Ο επιβάτης (1981))

Κραυγή δέκατη ένατη

Απευθύνομαι πάλι σε σας ζητώ να μ’ ακούσετε
Για τελευταία φορά το ζητώ δε χωρεί αναβολή
Τώρα που είναι ακόμη καιρός τώρα που η μέρα
Αρχίζει πάλι και ξαναμικραίνει τώρα που κι αυτό
Το καλοκαίρι λιγοθυμάει μέσα στις χούφτες σας
Κι η κάθε λέξη γίνεται βαριά κι ασήκωτη

Σας προσφωνώ και πάλι με τα ίδια όπως τότε ψευδώνυμα
Τα ‘χετε ως κι αυτά λησμονήσει πάνε τόσα χρόνια
Πού να θυμάστε τώρα τις βραδινές συγκεντρώσεις
Τις ασκητικές σας μορφές κάτω από το σπασμένο φως
Πιστεύατε με φανατισμό θέσει και πράξει επιδοκιμάζατε
Υστερικά τον κάθε ομιλητή διεκδικούσατε την αποκατάσταση
Της φωτιάς της δικής σας φωτιάς που ζητούσε μια διέξοδο
Αναποδογυρίζοντας ουρανούς καταβροχθίζοντας κόκαλα

Δε θέλω να κουράσω τη μνήμη σας μικρό θα ‘ναι το όφελος
Μεγάλος ο κόπος ποιος τόλμησε ποτέ να ταράξει
Τον ύπνο της λάβας τώρα έχετε απομακρυνθεί απ’ το πεδίο βολής
Επαναπαύεσθε μακάρια πάνω στα τρόπαια των αστικών μαχών
Γυμνάζοντας αρνητικά τις αισθήσεις σας αποταμιεύοντας όνειρα
Κάθε μέρα γίνεσθε και πιο εκλεκτικοί αλλάζετε
Τις μάρκες των τσιγάρων αλλάζετε τα ρούχα σας αλλάζετε
Συνήθειες διασκεδάσεις κλίμα σπίτια και γυναίκες αλλάζετε
Τα δόντια σας και την καρδιά σας και τους λυγμούς
Ακόμη της καρδιάς σας τους αλλάζετε που δεν μπορώ
Να τους ξεχάσω γιατί με κυνηγούν κυκλοφορούν στο αίμα μου
Σαν ψάρια σκοτεινά που χάσαν τα νερά τους

Σας υπενθυμίζω πως για να φτάσετε στην αποθέωση
Θα πρέπει να ταπεινωθείτε πρώτα ν’ αρχίσετε από την τριβή
Που σιγοκαίει στα δάχτυλα σεις από φυσικού σας
Δεν ήσασταν αγέρωχοι όπως οι Άλλοι που ρουφήχτηκαν στη γη
Προτιμήσατε τη συναλλαγή απλώνοντας το χέρι στον ήλιο
Μείνατε στατικοί μέσα στο χρόνο αγάλματα του δισταγμού σας
Συνωστισμένοι μπρος στις εξόδους κινδύνου στην καμπή του δρόμου
Εκεί που χωρίσαμε οριστικά παρασυρμένοι από έξαλλα πλήθη

Μην απορείτε λοιπόν για τη σημερινή σας προκάλυψη
Μη διαστέλλετε τα έκθαμβα μάτια σας μπροστά
Στο άνοιγμα που μας χωρίζει το ξέρετε πως δεν μπορεί
Να κλείσει με σχήματα νεκρών πια περιπτύξεων
Σας κατηγορώ δίχως τύψη καμιά σεις οι ίδιοι
Επισπεύσατε τη μελλούμενη αναπόφευκτη πτώση σας

Από τη συλλογή Κραυγές της νύχτας (1960) του Κλείτου Κύρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κλείτος Κύρου

Γιώργος Βαφόπουλος, Μέτρα του βίου και της τέχνης

Κώστας Καρυωτάκης & Ηδύλη Τσαλίκη, Δικαίωση
(τραγούδι: Ηδύλη Τσαλίκη / Κέρκυρα, Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού 1981)

Μέτρα του βίου και της τέχνης

«Ο βίος βραχύς, η δε τέχνη μακρή».
Φαίνεται έτσι πως πρέπει να είναι, αφού έτσι τόπε
ο αρχαίος σοφός, κι αφού έτσι το ξανάπε πάλι
ο μεγάλος εκείνος γέροντας της Βαϊμάρης.

Αλλά όπως μ’ απόλυτα μέτρα οι αλήθειες δε μετριούνται,
γιατί όλες τους έχουν όψεις πολλές κι εξίσου αυθεντικές,
έτσι και το μάκρος του βίου και της τέχνης
με δύο μέτρα ξεχωριστά πρέπει να μετρηθεί.

Ναι, ο βίος είναι βραχύς, η τέχνη μακρά. Ωστόσο
υπάρχουν, φαίνεται, και τέχνες, που το μάκρος τους
είναι κομμένο στα ίδια μέτρα με του βίου το μήκος.
Τότε η τέχνη κι ο βίος πεθαίνουνε την ίδιαν ώρα.

Όλβιοι λοιπόν όσοι, στην αυταπάτη τους δοσμένοι,
μαζί με την τέχνη και τον βίον τους τελειώνουν,
βέβαιοι πως είχαν φθάσει πιο στο διορισμένο τέρμα.

Υπάρχουν ακόμα και τέχνες, που το μάκρος τους
είναι πολύ βραχύτερο απ’ του βίου το μήκος.
Εδώ πια των σοφών τα ρήματα αντιστρέφονται.

Δυστυχισμένοι τώρα όσοι την τέχνη τερματίζουν
πολύ πριν απ’ του βίου τους το τελείωμα.
Είναι οι επιζήσαντες νεκροί, που από καιρό πολύ
την ίδια τους νεκρώσιμη εκφορά είχαν συνοδέψει,
με το αίσθημα ενός πρόωρου κι άδικου θανάτου.

Όμως μακάριοι εκείνοι, που έχουνε συλλάβει
το βαθύ πλήρες νόημα των σοφών ρημάτων,
πως η τέχνη κι ο βίος του ανθρώπου είναι μεγέθη,
που με τον ίδιο πήχυ δεν μπορεί να μετρηθούνε.

Στο μακρύ δρόμο μιας πικρής αυτογνωσίας,
όπου η σοδειά τους βάραινε από λάθη ασύγγνωστα,
απ’ τη γεύση στυφών λωτών κι απ’ την οδυνηρή
διάψευση ευγενών ίσως, αλλ’ ανέφικτων προσδοκιών,
διδάχθηκαν τώρα και την έννοια των συγκρίσεων.

Είναι βραχύς ο βίος, πολύ βραχύς, βραχύτερος
απ’ όσο ο πόθος μας τον είχε προσδοκήσει.
Πώς τώρα θα μπορέσουμε να συνεχίσουμε
τον άλλο εκείνο δρόμο, τον ατέρμονα,
που και μ’ αυτό το μήκος μιας απέραντης σειράς
από σοφά βιωμένους βίους δεν καλύπτεται;

Αν ήρεμα, με σωφροσύνη, το δεχόμασταν
την ατελή σκυτάλη μας να εμπιστευθούμε
σε μια διαδοχικήν εναλλαγή των επιγόνων,
ίσως για λίγο θα μπορούσαμε τα μέτρα
του διορισμένου βίου να ξεπεράσουμε,
στον ατέρμονα δρόμο, εκεί που στήσαν οι σοφοί
την πινακίδα: «Ο βίος βραχύς, η δε τέχνη μακρή».

Από τη συλλογή Τα επιγενόμενα (1977) του Γ. Θ. Βαφόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Φανή Αθανασιάδου, Καινούριοι ήλιοι

Ορφέας Περίδης, Ήλιοι (δίσκος: Στο πρώτο πρώτο πέταγμα (2000))

Καινούριοι ήλιοι

Απ’ το παράθυρό μου
κοιτάζω και βλέπω την ομορφιά της χαράς
την ομορφιά της ζωής ανάγλυφα ζωντανεμένη
στους ήλιους που μόλις τώρα αρχίζουν
ν’ ανατέλλουν.
Με τη φλόγα ξαναμμένη στο βλέμμα τους
ατενίζοντας κάποιο όνειρο που θέλουν
να το κάνουν αλήθεια τους
και τις ανάσες τους γοργές να καίνε
γεμάτες δίψα για τη ζωή για τη δημιουργία.
Τώρα δες τους, καμάρωσέ τους
της ζωής τον τρελό χορό έχουν στήσει
κάτω απ’ τους ατέλειωτους της μουσικής τους ήχους
και χορεύουν χορεύουν χωρίς σταματημό.
Με τη δύναμη κρυμμένη μέσα τους
προχωρούν και γελούν.
Η ευτυχία έχει λοιπόν πρόσωπο ακόμη
στην ομορφιά της ζωής
στους καινούριους ήλιους που τώρα ανατέλλουν.

Από τη συλλογή Επιλογές (1986) της Φανής Αθανασιάδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Φανή Αθανασιάδου

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Όταν σε περιμένω

Ντίνος Χριστιανόπουλος & Μάνος Χατζιδάκις, Αναμονή (Όταν σε περιμένω)
(πιάνο: Ντόρα Μπακοπούλου, ερμηνεία: Ανδρέας Καρακότας / έργο: Τα τραγούδια της αμαρτίας (1996))

Όταν σε περιμένω

Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι,
ο νους μου πάει στους τσαλακωμένους,
σ’ αυτούς που ώρες στέκονται σε μια ουρά,
έξω από μια πόρτα ή μπροστά σ’ έναν υπάλληλο,
κι εκλιπαρούν με μια αίτηση στο χέρι
για μια υπογραφή, για μια ψευτοσύνταξη.

Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι,
γίνομαι ένα με τους τσακισμένους.

Από τη συλλογή Ανυπεράσπιστος καημός (1960) του Ντίνου Χριστιανόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ντίνος Χριστιανόπουλος

Θεοδώρα Ντάκου, Μέχρι να σε ξαναδώ

Αλέξης Παπαδημητρίου & Ρόνη Σοφού, Είσαι παντού και πουθενά
(τραγούδι: Μαρινέλλα & Κώστας Χατζής / δίσκος: Η αγάπη μας (1987))

Μέχρι να σε ξαναδώ

Μέχρι να σε ξαναδώ
δε θα μπορώ ν’ ακούω μουσική
μήπως γλιστρήσει ο ήχος σου απ’ την καρδιά μου.

Δε θα γυρνώ στους δρόμους
γιατί θα θέλω να σε συναντήσω
μέσα σ’ όλα τα μάτια που περνούν.

Μέχρι να σε ξαναδώ, κάθε βράδυ
θα έχω την επέτειο των χεριών σου
την ίδια ώρα, την ίδια ακριβώς
– πίκρα μου και χαρά μου, πόσα χρόνια
σκαρώνεις ιστορίες πριν να κοιμηθείς.

Κι όταν σε ξαναδώ,
θα ψάχνω μέσα στις κινήσεις σου
μήπως και τάχα ξέρεις για τον πόνο μου.
Μέσα στ’ ανίδεο χαμόγελό σου
όλος ο κόσμος αναδεύεται∙
ούτε σαράντα χρόνια να το κυνηγώ
δε θα μπορώ να βρω το μερτικό μου.

Από τη συλλογή Η ηλικία του πανικού (1984) της Θεοδώρας Ντάκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θεοδώρα Ντάκου

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Άδειο δωμάτιο

Μάνος Χατζιδάκις, Βραδινή επιστροφή (ορχηστρικό)
(έργο: Το χαμόγελο της Τζοκόντας (1965))

Άδειο δωμάτιο

Καθώς την περίμενε,
πάλευε και πάσχιζε να τελειώσει
το κείμενο μπροστά του,
ενοχλημένος, με σύντομες φράσεις
απαντούσε και στο τηλέφωνο∙
καθώς την περίμενε αγνοούσε
τακτές ημερομηνίες και χειρόγραφα.

Μόνο να επιστρέψει,
να μένει ανοικτό το φωτάκι του πικάπ
κι ο δίσκος να παίζει,
να μιλάνε για ταινίες το σαββατόβραδο,
για τρελές παρέες,
αναδυόμενα πάθη.

Από τη συλλογή Ανοικτή γραμμή (1984) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Χρυσούλα Βακιρτζή, Πρωινό

Ελένη Καραΐνδρου & Κ. Χ. Μύρης, Αυτοί που ξαγρυπνάνε
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / έργο: Η μεγάλη αγρύπνια (1975))

Πρωινό

Ξημέρωσε…
Το κατάλαβα
από το χρώμα του ουρανού,
είχε πάρει την ίδια απόχρωση
με το κοντομάνικο θαλασσί σου
πουκάμισο∙ το θυμάσαι;
πέρασε πολύς καιρός από τη μέρα
που το φορούσες
(ήταν ανάλαφρο
και σου «πήγαινε» πολύ).
Η καμαρούλα ακατάστατη…
Στο πάτωμα σκόρπια χαρτιά
τσαλακωμένα,
απομεινάρια μιας άγρυπνης νύχτας
και πάνω τους, μετουσιωμένο σε στίχους,
το μεγαλείο του Πόνου
(η ψυχή είχε και πάλι
ακατάσχετη αιμορραγία).
Στην απόκρυφη Άγια Τράπεζα
της καρδιάς,
φώλιασε ξανά η ιερή Ανάμνηση
του μεταξένιου καλοκαιριού.
Ώρα να συγυρίσω το δωμάτιο…
Καλημέρα.

Από τη συλλογή Σε χρόνο διαγώνιο (1996) της Χρυσούλας Βακιρτζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χρυσούλα Βακιρτζή

Γιώργος Χουλιάρας, [Λυπάσαι που δεν προλάβαμε καθόλου…]

Σωκράτης Μάλαμας, Το γράμμα (δίσκος: Λαβύρινθος (1996))

[Ενότητα Γράμμα]

Λυπάσαι που δεν προλάβαμε καθόλου
να συναντηθούμε πριν μου γράψεις
αποχαιρετώντας κάθε ελπίδα γνωριμίας
Λυπάμαι έναν τόσο σύντομο χωρισμό
που αποκλείεται κανείς να θυμάται
Λυπάσαι που δύο γράμματα ταυτόχρονα
διέσχισαν την απόσταση που μας χωρίζει
διπλασιάζοντας την απομάκρυνσή μας
Λυπάμαι που αν ήμασταν μαζί
δεν θα υπήρχε ούτε ένα γράμμα

Από τη συλλογή Γράμμα (1995) του Γιώργου Χουλιάρα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Χουλιάρας