Χλόη Κουτσουμπέλη, Φυλακή

Μίκης Θεοδωράκης, Μια φυλακή
(τραγούδι: Θανάσης Μωραΐτης & χορωδία / δίσκος: Διόνυσος (1985))

Φυλακή

Ζωή ήρεμη, απλή.
Το παιχνίδι ήταν με τα χρώματα.
Μικρός, τα σίδερα μοιάζαν με φύλλα.
Ύστερα έγιναν γαλάζια,
χαρά, εργασία,
«πατρίς, θρησκεία, οικογένεια».
Ώσπου μεγάλωσε.
Τα σίδερα βάφτηκαν χρυσά.
Τα δάχτυλα σέρνονται,
ρόδινα ερπετά πάνω στο
χρυσάφι τους.
Ηδονή κι ελευθερία.
Μα μια μέρα,
το νύχι ξύνει τη χρυσή μπογιά.
Και να σου τα σίδερα,
γυμνά, πρόστυχα γυμνά μπροστά του.
Τα τραντάζει με μανία.
Όμως αυτά ήταν γερά,
κι αυτός ως τώρα
ήρεμος, απλός, ευτυχισμένος.
Τυφλά περιστέρια τα δάχτυλά του
σκοτώνονται στα σίδερα.
Το άλλο πρωί
τα σίδερα ήταν βαμμένα πάλι,
μα ήταν τούτη τη φορά
το κόκκινο του αίματος,
το κόκκινο του χείμαρρου,

το κόκκινο της λευτεριάς.

Από τη συλλογή Σχέσεις σιωπής (1983) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Το όνειρο

Το όνειρο

Ήταν εκεί.
Στο σφίξιμο των χεριών,
στη φωτιά των λόγων,
στην ανάσα των ματιών,
στα πανό, στις κραυγές, στη σιωπή.
Ήταν πάντα εκεί.
Μετά μεγαλώσαμε,
τσέπες, δαχτυλίδια,
ψηλές καρέκλες,
κουστούμι και γραβάτα,
κλείσαμε τις πόρτες.

Κλείσαμε το μέλλον απ’ έξω
και εμείς πνιγήκαμε
μέσα στο παρελθόν μας.

Από τη συλλογή Σχέσεις σιωπής (1983) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Παιδική απορία

Παιδική απορία

Ευτυχισμένα Χριστούγεννα,
στους ευτυχισμένους,
όσους απέμειναν,
ανθρώπους,
αν υπάρχουν.

Πώς γίνεται και χώρεσαν
ζώα, θεοί, άνθρωποι, μάγοι
και αγγέλοι
σε μια φάτνη τόσο μικρή,
ενώ εγώ,
σε ένα δωμάτιο τόσο μεγάλο,
αισθάνομαι πνιγμένη;

Από τη συλλογή Σχέσεις σιωπής (1983) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Μεθύσι

Μεθύσι

Στην αρχή κεντούσαμε λουλούδια.
Ύστερα ζωγραφίσαμε πρόσωπα.
Τότε κάποιος τραγούδησε τον Έρωτα
και εμείς βρέξαμε τις ποδιές μας
με όνειρα πλασμένα από κρασί
κι έτσι μεθυσμένοι από Αγάπη
απολαύσαμε το κρασί
σε όλη του την έκσταση.

Από τη συλλογή Σχέσεις σιωπής (1983) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Η ώρα του έρωτα

Η ώρα του έρωτα

Ο δρόμος,
τρίτη γωνία,
ίσια επάνω,
στροφή, Καμάρα,
λαχάνιασμα, ελπίδα,
η πόρτα,
κλειδί πάνω κάτω
εσύ,
στο δωμάτιο
το βαθουλωτό κρεβάτι,
το χαλασμένο κασετόφωνο,
οι θόρυβοι του δρόμου,
το χάδι στα μαλλιά,
υγρό άγγιγμα στο στόμα,
γεύση από μέλι,
μικρός ψίθυρος,
το πράσινο βλέμμα,
μαλακές λακκουβίτσες,
σκιές από βλεφαρίδες,
φιλί στο μάγουλο,
η επιστροφή,
λαχάνιασμα,
σκοτάδι.
Ανάγκη.

Θα ’θελα να ήσουν κοντά μου.

Από τη συλλογή Σχέσεις σιωπής (1983) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Ερωτικό

Ερωτικό

Τώρα το βράδυ
που τα δέντρα ερωτοτροπούν
με τις λικνιστές βεντάλιες τους,
θα ’θελα να ’βλεπα εδώ μπροστά
το σώμα σου,
βροχή, βρεμένο χώμα,
βουλιάζω και γλιστρώ
στα υγρά χαντάκια του κορμιού σου
και το χαμόγελό σου
ποτάμι στα μαλλιά.
Έτσι θα σε ήθελα.
Όλον μια προσφορά,
ένα ποίημα που ζωντάνεψε
παράλογα κι ανέλπιστα
μια νύχτα που
στη φαντασία όλα επιτρέπονται.

Από τη συλλογή Σχέσεις σιωπής (1983) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Ένα γράμμα

Ένα γράμμα

Αγαπητέ,
είστε καλά,
εμείς καλά,
όλοι καλά,
όχι δεν είμαι καλά παλιέ φίλε,
δεν είμαι καλά
γιατί τα μπαλκόνια των σπιτιών
δεν γέμισαν κόκκινα μήλα
κι οι κοπέλες δεν τρέχουν
στους δρόμους ντυμένες λουλούδια
και τα παιδιά
δεν κρατούν στα χέρια
κοχύλια, μπαλόνια, φρούτα.
Θυμάσαι που ζωγραφίζαμε
μαζί τη γη
μαλακό, στρογγυλό ψωμί,
από μια φέτα για καθένα μας,
παλιέ φίλε
η γη είναι μαύρη και στρογγυλή
σαν την μπούκα του κανονιού
και ο κόσμος μας
δεν είναι ο κόσμος μου.

Όσο για σένα παλιέ μου
είσαι ακόμα φίλος μου;

Σε φιλώ.

Από τη συλλογή Σχέσεις σιωπής (1983) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη: Είκοσι δύο χρόνων (;)

Είκοσι δύο χρόνων (;)

Γιατί ξεκαθάρισαν έτσι,
πώς το γκρίζο
αναλύθηκε σε μαύρο και άσπρο,
γιατί ξεπρόβαλαν ξεκάθαρα
τα βουνά πίσω από την ομίχλη,
οι τοίχοι, τα τείχη, οι φράχτες,
τα κάγκελα, τα σίδερα, οι λέξεις
πώς υψώθηκαν τόσο ωμά, τόσο ψηλά,
γιατί σταματήσαμε να μιλάμε με μουσική,
πώς τα φιλιά απέκτησαν το χρώμα σβησμένου ήλιου,
γιατί το μόνο που μας ενώνει είναι οι αριθμοί;
Ίσως επειδή μέτρησα τους φίλους
και στο δωμάτιο υπήρχε η ραγισμένη γυάλα
με το διψασμένο χρυσόψαρο.

Ίσως επειδή μεγαλώσαμε,
γεράσαμε, στα είκοσι δυο μας χρόνια.

Από τη συλλογή Σχέσεις σιωπής (1983) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Γύμνια

Γύμνια

Χθες βράδυ σε ονειρεύτηκα.
Με τα φώτα της πόλης για μάτια,
το σώμα γυμνό,
μυρωδιά ανοιξιάτικης λεύκας
και για μόνο κάλυμμα
το σκοτάδι.

Από τη συλλογή Σχέσεις σιωπής (1983) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Μάνος Ελευθερίου: Τ’ όνειρο-γυαλί

Τ’ όνειρο-γυαλί

Σε τούτο το φριχτό πηγάδι
πέταξα τη μαύρη πέτρα
πριν γίνω τ’ όνειρο-γυαλί
γιατί τα σύμβολα σιγά σιγά ξεφτίζουν
κι οι αναμνήσεις έρχονται καιόμενες
γυναίκες.

Σε μια πατρίδα γονατισμένη
με τόσα ερείπια αισθήματα
τόση σπατάλη σε όρκους και υποσχέσεις
σε ξεπεσμούς ανθρώπων που λογάριασες
ένα κομμάτι γυαλί σπασμένο
είναι η γλώσσα μου.

Ό,τι να πει ματώνει.

Από τη συλλογή Το μυστικό πηγάδι (1983) του Μάνου Ελευθερίου

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Σαράντος Παυλέας, Χτισμένα σημεία

Brendan Behan & Μίκης Θεοδωράκης, Άνοιξε λίγο το παράθυρο (απόδοση στα Ελληνικά: Βασίλης Ρώτας)
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / δίσκος: Ένας όμηρος (1966))

Χτισμένα σημεία

Είπαμε να μην τσακίζουμε, να μην ισοπεδώνουμε τα παράθυρα.
Κανένα παράθυρον όσο σκληρό κι αν έχει φως, το φως γνωρίζει να γιατρεύει.
Γυρεύαμε τα παράθυρα, δε μας αρκούσαν τα παράθυρα,
γιατί θέλαμε πολύ φως για να διαλύουμε το κάθε μας σκοτάδι.
Γι’ αυτό ψάχναμε για παράθυρα σα να ’μασταν διαρκώς χτισμένοι.
Παντού ψηλαφούσαμε για φως, θέλαμε τα παράθυρα, προσπαθούσαμε
να ελευθερώνουμε όλα τα χτισμένα τους σημεία, σχηματίζαμε ρωγμές
κι ανοίγματα, να πετύχουμε ένα τέλειο παράθυρο
όπου το φως συνέχεια κι άφθονο να φτυαρίζεται μέσα του
απέναντι στο απέραντο το Σύμπαν.

Από τη συλλογή Τ’ όνομά μας ήταν ενοχή (1983) του Σαράντου Παυλέα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας