Γιάννης Καρατζόγλου, Οι κοκόνες της πατρίδας

Σταύρος Ξαρχάκος & Νίκος Γκάτσος, Μπουρνοβαλιά
(τραγούδι: Σωτηρία Λεονάρδου / δίσκος: Ρεμπέτικο (1983)

Οι κοκόνες της πατρίδας

Γύρισα σκονισμένος από το χώμα της πατρίδας με το οπτικό νεύρο γεμάτο ατέλειωτες φυτείες με σύκα, καπνά και παπαρούνες και το σόι ανυπόμονα περίμενε να εμφανίσω τις έγχρωμες αποδείξεις του προσκυνήματος για να δουν πώς ήταν, χρόνια μετά τον χαλασμό, τα σπίτια που αφήσανε, τα μποστάνια, τα αμπέλια στα τσιφλίκια τους, οι μπαξέδες όπου πηγαίναν τσαϊράδα ως έφηβοι, οι μαχαλάδες όπου σεργιανούσανε παιδιά κι αργότερα κάνανε τσάρκες στο μεϊντάνι. Μαζεύτηκε όλο το σόι να δει «τσι φωτογραφίες» και να εξηγήσω λεπτομερώς τι απεικονίζει η καθεμιά. Ήπιαμε καφέ, ακούσαμε στο πικάπ την Μπουρνοβαλιά οπότε εξαντλήθηκε η υπομονή τους και φώναξαν, έλα γιαβρί μου, έλα τζιέρι μου, άιντε πασά μου να μας τα πεις, μας μπαΐλντισες, δεν νταγιαντάμε πα. Λοιπόν, άρχισα να εξηγώ, εδώ είναι το κονάκι του τάδε, πίσω απ’ τον ψηλό αυτό μαντρότοιχο το σπίτι του δείνα, αυτό το σοκάκι οδηγεί καρσί στη φάμπρικα που έμεινε όρθιο μόνο το φουγάρο της, εδώ η πλατεία του χωριού, αυτά τα χαλάσματα το παλιό ταμπάκικο. Κι έπειτα πλάκωσαν οι ερωτήσεις: παίζουν ακόμα αμάδες τα παιδιά; το καρακόλι είναι ακόμα κοντά στην εκκλησιά; φέρνουνε πάντα παιχνίδια στσι γιορτές; κι άλλες κι άλλες… Ήτανε όλες οι θειες παρούσες κι απ’ τα μάτια τους έτρεχε συνεχώς κόκκινη λάβα: η θεία Δωροθέα, η Αυρηλία, η Ευανθία, η Μυρσάνθη, η Μαριάνθη, η Μυρσίνη, η Θελξιόπη, επτά γυναίκες, επτά χήρες. Πού ήταν οι άντρες τους; Ο θείος Σωκράτης, ο θείος Λάζαρος, ο θείος Δημοσθένης, ο αδερφός του ο Περικλής κι οι άλλοι; Σε ποιων ηπείρων και ποιων ουρανών τα καλντερίμια ταξίδευε η ψυχή τους;
Εξαίφνης στα κάγκελα του μπαλκονιού άρχισαν να έρχονται ένα-ένα κάτι αγριοπερίστερα. Άλλα ολόλευκα, άλλα μαυριδερά, άλλα με γκρι φτερούγες. Ζυγιάστηκαν στα κάγκελα κι ήταν σαν να παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον τη συγκέντρωση. Μας κοίταξαν με εμφανή περιέργεια αρκετή ώρα και ξαφνικά, σαν να τους δόθηκε σύνθημα αόρατο, πέταξαν και τα επτά όμορφα περιστέρια ψηλά στον ουρανό…

Από τη συλλογή Εγγραφές κλεισίματος (2017) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Οι μέρες του ποιητή

Μάνος Χατζιδάκις & Νίκος Γκάτσος, Χρόνε νυχτοπούλι παγερό
(τραγούδι: Μανώλης Μητσιάς / δίσκος: Χειμωνιάτικος ήλιος (1987))

Οι μέρες του ποιητή

[Ενότητα Οι μέρες του ποιητή]

Πέρασε πάλι κάμποσος καιρός χωρίς να έχει γράψει τίποτα
εκτός από κάτι σκόρπιους στίχους περιαστικούς
ασύνδετους ανίσχυρους ανέκφραστους…

Οι μέρες τώρα σπεύδανε τρέχοντας αενάως
ώσπου να ξυριστεί, έφτανε ήδη μεσημέρι
ώσπου να γευματίσει, ο ήλιος έδυε κι άιντε πάλι ερχόταν
η άλλη μέρα, όμοια φευγαλέα και κενή.

Εκείνος διάβαζε πολύ άκουγε το ραδιόφωνο πήγαινε βόλτες
στους κήπους κάθονταν σε καφενεία απόκεντρα
πέρναγε ήσυχα ήρεμα ακύμαντα ακίνητα

ενώ τώρα και οι νύχτες τρέχανε πιο γρήγορα
ώσπου να δει το πρώτο όνειρο γίνονταν μεσάνυχτα
ώσπου να απολαύσει το μεγάλο, το καλό, ερχόταν το πρωί

κουτρουβαλώντας έφευγε πια ο χρόνος απ’ τα χέρια του
κι όλο και πιο κοντά σίμωνε το μεγάλο γεγονός.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Πηγαίος κώδικας (2009) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Οι γλάροι της Σμύρνης

Απόστολος Καλδάρας & Πυθαγόρας, Η Σμύρνη
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Μικρά Ασία (1972))

Οι γλάροι της Σμύρνης

[Ενότητα Σκαλομαρία στη μνήμη]

Δεν ήμασταν εμείς που φεύγαμε, μα η ακτογραμμή απέναντί μας: το πλοίον «Πελοπόννησος» έμενε σταθερό ενώ όλοι ατενίζαμε ανεβασμένοι στο άλμπουρο τση πλώρης, πώς μια πατρίδα χάνεται, πώς κρύβεται μες στους καπνούς και ξεθωριάζει η Αγια-Φωτεινή, πώς τα τραγούδια γίνονται βουβές κραυγές κι οι γλάροι της Σμύρνης περιστρέφονται ακολουθώντας τους αφρούς τής έλικας για λίγο κι ύστερα επιστρέφουνε στο Quais τους, πώς σβήνουνε στις στάχτες τα αρώματα από τις τριανταφυλλιές, πώς οι αυλές και οι ταράτσες όπου γλεντήσαμε ανέμελα μια κούφια προσωρινή ελευθερία, γίνονται ίσκιοι, στίγματα και ίχνη, φανταστικά οράματα στην καταχνιά…

Την ίδια ώρα πίσω από τα βουνά, σε ατέλειωτη πορεία ο θείος Αναστάσης για πάντα αιχμάλωτος αμίλητος να τρώει τα χιλιόμετρα της πέτρας, να υπομένει σιωπηλός τη μεγάλη των αιωνίων εχθρών εκδίκηση και να πορεύεται στα βάθη της Ανατολής, δίχως καμιά ελπίδα επιστροφής, με μόνη βεβαιότητα εκείνη του τέλους.

Στην άλλη άκρη της θάλασσας πια, στην άλλη Ελλάδα, στις νέες πόλεις που χτίστηκαν πάνω σε έρημα χωράφια, στη Νέα Σμύρνη, στη Νέα Φιλαδέλφεια, στη Νέα Μενεμένη, στο Νέο Κορδελιό, κάθε σπίτι είχε έναν θείο Αναστάση που τον σταύρωναν κάθε πρωί και κάθε βράδυ οι γιαγιές με τα μαύρα τσεμπέρια μες σ’ ένα σύννεφο καπνών του λιβανιού κάτω απ’ το εικονοστάσι, μπας και γυρίσει, μπας και τες φανερώσει κάποιο σημείο ζωής… μα οι Αναστάσηδες αφανέρωτοι.

Δεκάδες χρόνια αργότερα διοργανώνονται εκδρομές με πούλμαν πολυτελή στα «μέρη μας», τα σύνορα ανοιχτά για κάθε «ξένο» με δολάρια, ξενοδοχεία πέντε αστέρων θεμελιωμένα πάνω στα χωνεμένα κόκαλα των Αναστάσηδων, δρόμοι ταχείας κυκλοφορίας πατάνε στα παλιά τους κουρασμένα βήματα και οι γιαγιές εκείνες οι μαυρομαντιλούσες χους ήσαν και εις χουν απήλθον, προ πολλού.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Πηγαίος κώδικας (2009) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Η υστάτη

Σταμάτης Κραουνάκης, Έπεσε έρωτας
(τραγούδι: Κώστας Μακεδόνας / δίσκος: Έπεσε έρωτας (2003))

Η υστάτη

[Ενότητα Ο καιρός των ερώτων]

Κι ενώ γέρνει στη δύση του ο ήλιος της ζωής του, της έρχεται έρωτας.

Έρωτας ύστατος, τραυματικός, παράξενος σαν οστεοπόρωση, ξέφρενος σαν σουίνγκ
περνάει μέσα από το μεδούλι του αφιονισμένος, πέρα ως πέρα ναρκωτικό
τον περιγράφει ολόκληρο, τον γυροφέρνει όλη τη μέρα εναγωνίως
μια παιχνιδιάρα δύση, εκστατική και γιορτινή σαν αίμα.

Ενώ λοιπόν γέρνει η ζωή του, ορμάει στην αρένα της καρδιάς του ταύρος έρωτας.

Και ξαφνικά ο μπάτσος του κορμιού του εκτινάσσεται ως πολυέλαιος,
η όραση γίνεται οξύτερη στου χαλασμού την ώρα, η αφή από καπνός αναθρώσκων
σπίρτο που καίει το πρωινό του εγερτήριο, μέχρι που στύσεις πρωινές επανέρχονται
πάθος ξεχασμένο, αρχαία ερείπια που αναστηλώνονται υβριδικά.

Όπως στα ματς, που στο τελευταίο λεπτό γίνεται φάση, ένα αναπάντεχο μελέ και
«παίζετε», λέει ο διαιτητής, ο σεντερφόρ παίρνει την μπάλα και σουτάρει
κι ελάχιστα πριν λήξει ο αγώνας μπαίνει το γκολ ενώ οι κερκίδες της ζωής του
σηκώνονται και αλαλάζουν με φρενίτιδα που η ομάδα σώθηκε από τον υποβιβασμό
των γεραμάτων χωρίς νόημα, με την υστάτη αγαπημένη.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Πηγαίος κώδικας (2009) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Αλλάζει πόλη

Δημήτρης Παπαδημητρίου & Πέγκυ Στεφανίδου, Αλλάζω πρόσωπα
(τραγούδι: Δημήτρης Μητροπάνος / δίσκος: στης ψυχής το παρακάτω (2001))

Αλλάζει πόλη

[Ενότητα Σκαλομαρία στη μνήμη]

Στο γέρμα τώρα, αλλάζει σπίτι, αλλάζει πόλη, μετακομίζει.
Τι νόημα έχει τώρα πια η εμμονή στις αναμνήσεις
τι απογίνανε εκείνες οι ανεπιστρεπτί παλιές δεκαετίες
τα ραντεβού στο Πεϊνιρλί της Εγνατίας με τη Μαρία
οι νυχτωδίες οι καντάδες της οδού Σαχτούρη
τα ψιλικά του μπαρμπα-Ιωακείμ, οι πάστες στου Λίγδα
της Βενιζέλου η τάβλα με τα καβούρια του κυρ-Παντελή…

Τα μαγαζάκια εκείνα τώρα κλείσανε. Κλείσαν οριστικά.
Καινούρια μεγαθήρια πουλάνε μέρα νύχτα
χορδές με το κιλό και βιομηχανικό πεϊνιρλί κιθάρες γιαπωνέζικες.
Οι γωνιές των δρόμων δεν κρύβουν πια στις κόχες τους παιδιά ερωτευμένα.
Φώτα αναιμικά της Τσιμισκή που φώτιζαν την ατελείωτη βόλτα
το συνεχές πηγαινέλα από τη Διαγώνιο στου Τερκενλή
γίνανε τώρα προβολείς χιλιάδων βατ για αμέτρητα αυτοκίνητα.

Κι οι φίλοι γίνανε τω είδει αγνώριστοι ή φύγαν ένας ένας.
Οι κούκλες συμμαθήτριες σταφίδιασαν και σκέβρωσαν
κίτρινα μάτια ο Στέλιος από τη χοληστερίνη
ο Λάμπρος δύο εμφράγματα, ο Μίμης πέντε μπαϊπάς
ο Μάρκος και ο Νίνος χρόνια τώρα αγέρας.

Λέξεις μόνο για λεξικά: ο πετροπόλεμος οι καταβρεχτήρες
η σκαλομαρία τα σλόου στα πάρτι με βερμούτ,
τόποι που γίναμε άνδρες και γυναίκες πια ανύπαρκτοι: το Σέιχ-Σου
η Ρέμβη η Χαβάη η Κουίντα το Water Lilly η Romantica.
Άλλαξε πρόσωπο η πόλη, δεν είναι πια εκείνη η δικιά του.

Κι αν η Κυψέλη ήταν τόπος αλλωνών, αν η Φυλής
δρόμος μακρύς και άλλων ερώτων κόχη γέννησης
τώρα τις προσεγγίζει δισταχτικά, ψαύει των άλλων τα πάθη
διαβάζει νύχτες και πρωινά τον πηγαίο τους κώδικα

τώρα στο γέρμα τα φαντάζεται δικά του, τα ασπάζεται
σαν νέα πίστη, τα υιοθετεί στη νέα του βρεφοδόχο.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Πηγαίος κώδικας (2009) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Λαυρέντης Μαχαιρίτσας & Μιχάλης Γκανάς, Στα καμένα

Στα καμένα

Μουσική: Λαυρέντης Μαχαιρίτσας
Στίχοι: Μιχάλης Γκανάς
Τραγούδι: Λαυρέντης Μαχαιρίτσας
Δίσκος: Ρίξε κόκκινο στη νύχτα (1933)
[Πηγή για τους στίχους: Διαδραστικά σχολικά βιβλία]

Έλα να πάμε στα καμένα,
στον Υμηττό και στην Αυλώνα,
πουλιά και πεύκα συλλογίσου
ενός καμένου παραδείσου,
δέντρα πού ήτανε φαντάσου
και στη σκιά τους ξεκουράσου.

Έλα και πάρε με μαζί σου
στην κυριακάτικη εκδρομή σου,
βγάλε με στο χλωρό κορμί σου,
στις εκβολές του παραδείσου.

Έλα να πάμε στα καμένα,
δε μας χωράει πια το σπίτι,
έρχονται δύσκολες ημέρες
μουτζουρωμένες σαν Δευτέρες,
έρχονται φλόγες απ’ τα δάση
και μια φωτιά να μας δικάσει,
μέσα στο πύρινό της χνότο,
από τον έσχατο ως τον πρώτο.

Έλα να βγούμε απ’ το σπίτι
ξανά σε δρόμους και πλατείες,
πάρε και τα παιδιά μαζί σου
εδώ, στο χείλος της αβύσσου,
κι άφησε μόνη στο τραπέζι
την τηλεόραση να παίζει,
να δείχνει έγχρωμο τον πόνο
δίπλα σ’ ένα φιλέτο τόνο,
να δείχνει φονικά και φλόγες,
τσόντες, πολιτικούς και ρώγες,
ενώ εμείς θα ’χουμε φτάσει
στο σταυροδρόμι του εξήντα
με τα παιδάκια μας στον ώμο,
για να μας δείχνουνε το δρόμο.

Γιάννης Καρατζόγλου, Σιωπητήριο

Nini Rosso & Guglielmo Brezza, Il silenzio (1965)

Σιωπητήριο

Νότα νότα τραβάει τα σωθικά, αλέθει την οδύνη
όσων μπορούν ν’ ακούσουν, κάτω απ’ τις πέτρες, το τρυφερό
αεράκι που ξεγελάει τις κοιμισμένες επαρχίες κι αλλού
τη γαλατένια ομίχλη που κυλάει στους μαύρους φράχτες
τρυπάει με υπόηχους μια τρομπέτα το τελικό σιωπητήριο.

Αμέτρητοι οδοστρωτήρες περνούνε πάνω απ’ τις ελιές
ισοπεδώνουν τις πεδιάδες που φυτρώνει το τριφύλλι
ρίχνουν λιωμένη άσφαλτο στα εξοχικά δρομάκια
χτίζουν παντού στρατόπεδα, αποθήκες εφοδίων
προκεχωρημένα φυλάκια τα γεμίζουν φαιοπράσινα κοπάδια.

Για όσους μπορούν ν’ ακούσουν τη μουσική απ’ τα κράνη
γι’ αυτούς η ηχογραφημένη τρομπέτα παίζει το τελικό σιωπητήριο.

Από τη συλλογή Δ Ξ Θ (1975) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη, Τα σημάδια

Μάριος Τόκας & Σαράντης Αλιβιζάτος, Το σημάδι
(τραγούδι: Κωνσταντίνα & Γιάννης Πάριος / δίσκος: Τραγούδια για την Κωνσταντίνα (1987))

[Α’ Μέρος: Ο δραπέτης στο δέντρο (1965-1972)]

Τα σημάδια

Σημάδια
σε μέρη κρυφά
που ανακαλύπτεις το πρωί
όταν πλένεσαι
χαμογελάς στον καθρέφτη
νιώθεις πλήρης
μέχρι την επόμενη συνάντηση.
Τα σημάδια είναι μια αβέβαιη βεβαιότητα.

Από τη συλλογή Ο δραπέτης στο δέντρο (1972) της Λίας Μεγάλου-Σεφεριάδη

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Στις κρύπτες του χρόνου (εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 1997) της Λίας Μεγάλου-Σεφεριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Παράπλευρες απώλειες

Gerardo Hernán Matos Rodríguez, La Cumparsita (1916)

Παράπλευρες απώλειες

Είναι φυλακισμένη μες στα πράγματα
σαν προδοσία σιωπηλή
η μεταμόρφωσή τους.

Μια αιχμαλωσία εκούσια
κουλουριασμένη επιμελώς
και φαινομενικά αδικαίωτη.
Μια ησυχία ύπουλη
που τη σφυροκοπούν οι ψίθυροι
της –όπου να ’ναι– έκρηξης.
Ένας συγκλονισμός
που ελάχιστοι αξιώνονται
κάποτε ν’ αντικρίσουν.

Πολλοί γίνονται για χατίρι του
ακόμη και συλλέκτες ρινισμάτων..
Ένας ιδιότυπος μοντελισμός
με πάσης φύσεως διλήμματα
του τύπου:
να συγχαρούμε τους νεκρούς
ή προτιμότερο να τους συλλυπηθούμε

ή ακόμα
πόσοι υπαινιγμοί αρκούν για μια κυριολεξία
και άλλα τέτοια ανήκουστα.

Και όλα αυτά
για έναν απλό συγκλονισμό
–απλό, που λέει ο λόγος–
γιατί, αν το καλοσκεφτείς
δεν θα την πεις και αναίμακτη
τη σύλληψη του ποιητή
που ελλείψει τέλους τραγικού
βάζει βελόνες γραμμοφώνου να τρυπούν
κατάστηθα την Κομπαρσίτα.

Από τη συλλογή Αφόρετα θαύματα (2017) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Σχήμα πρωθύστερο

Μάριος Τόκας & Σαράντης Αλιβιζάτος, Το σημάδι
(τραγούδι: Κωνσταντίνα / δίσκος: Τραγούδια για την Κωνσταντίνα (1987))

Σχήμα πρωθύστερο

Κι αν κάποιος τολμήσει ν’ απολογηθεί
για όλα τα απρόοπτα και τις παρανοήσεις
κι αν δείξει τη διάθεση
ακόμα και να επανορθώσει
που δεν προέβλεψε για εμάς
κανένα σχέδιο διαφυγής

εγώ και πάλι
θα επικαλεστώ τα λιόδεντρα
απ’ το παραθαλάσσιο σπίτι
όταν τη μελανιά του έρωτα
βουβά χρησμοδοτούσαν
–ανάγωγη, αισθησιακή
δραματικά ανυποψίαστη–

ολόιδια με τη μοναχή
εκείνου του πορτρέτου
που ούτε καν στη φαντασία
του Αλεξάντερ Ιβάνοβιτς υπήρξε
όμως υδράργυρος το σώμα της
και –δίχως όχθη ποταμός– το πρόσωπό της
γλίστρησε
εισχώρησε
δε ρώτησε κανέναν

να απαντήσει σπεύδοντας
σε ερωτήσεις που
δεν έγιναν ποτέ.

Από τη συλλογή Το επιδόρπιο (2012) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Ρεζεντά

Λόλα Βώττη, Ρεζεντά (1930)
(τραγούδι: Ορέστης Μακρής / από την επιθεώρηση Παναθήναια του 1931)

Ρεζεντά

Εκείνη:
– Δεν ομοιοκαταληκτούσανε ποτέ
τα λόγια μου με τη φωνή μου.
Κι ήμουν αυτό που αρνιόμουν
ηχώ από βράχια που έπεφταν
ίχνη γεμάτη μιας αφής
που όμως της λείπαν δάχτυλα
– κάποιος μετράει
επάνω στο σεντόνι τα λεφτά του
τα βρίσκει πάντοτε λειψά –
μια επανάληψη αστροφεγγιάς
κι ύστερα πάλι το άδειο

και όταν λέμε άδειο
δεν εννοούμε τη σιωπή
αλλά να ζεις το αταίριαστο
κι άφαντος να ’ναι ο κήπος.

Εκείνος:
– Μην παραδίνεσαι, μικρή μου Ρεζεντά
ανέλπιστα κάποια στιγμή
τα αδύνατα μπορούν να γίνουν δυνατά
κι ας αναβοσβήνει σταθερά τα φώτα της
η ηλικία του καθρέφτη
–θα λήξει κάποτε κι αυτή
σύντομη σαν διήγηση
με έκβαση προβλεπόμενη–
κι ας είναι αφηρημένοι οι δικαστές
και σιωπηλοί οι άγιοι μες στα εορτολόγια.

Η απάντηση θά ’ρθει μια βραδιά
όταν οι επιζήσαντες σχίσουν μεμιάς
του κόσμου όλα τα σεντόνια
– τι θάβρουν τότε
να φορέσουν τα φαντάσματα
ποια τύψη θα εφεύρει ο θάνατος
για να μας διεκδικήσει;

Εκείνη:
– Μα τι κουβέντες, κύριε
τι απερισκεψία
κι αν όσα αισιόδοξα μου υπόσχεστε
αίφνης πραγματοποιηθούν
–για τα σεντόνια, λέω, τα σχισμένα–
τότε όλο αυτό το θέατρο σκιών
πού θα παιχτεί
κι εμείς που ως γνωστόν
φοβόμαστε το χιόνι
χωρίς μία παράσταση

πώς θα περάσουμε το απόγευμα
πριν τη Μεγάλη Νύχτα;

Από τη συλλογή Το επιδόρπιο (2012) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου: Ήταν ένα μικρό καράβι…

Σταμάτης Κραουνάκης & Λίνα Νικολακοπούλου, Παιδικά παιχνίδια
(τραγούδι: Γιώργος Μαρίνος / δίσκος: Στον αστερισμό της Μέδουσας (1984))

Ήταν ένα μικρό καράβι…

Πέρα από κάθε υπολογισμό και φαντασία
κατώτεροι των περιστάσεων φανήκατε.
Κι ας είχατε στα χέρια σας
ραβδάκι δυόσμου, τεχνητές αναπνοές
και κάνα δυο ζαχαρωτά.

Πλησιάσατε σαν λυτρωτές
κι αφού κερδίσατε
τη δύσπιστη καρδιά μας
αποσυρθήκατε σε μια γωνιά
και ρίξατε σφυρίζοντας τον κλήρο

«… να δούμε
ποιος, ποιος, ποιος θα φαγωθεί
να δούμε
ποιος, ποιος, ποιος θα τα φυλάει…»

Ποιος;
Μα, φυσικά, εγώ
κι όχι μόνο τα νώτα μου
αλλά τα ρούχα, τα γραφτά
τα μυστικά μου
και ό,τι άλλο θα μπορεί να φυλαχτεί.

Άσε που από δω κι εμπρός
θα ανοίγω –ακόμη και στο τρένο– τα παράθυρα
και τότε
όλες οι ανατριχιαστικές λεπτομέρειες
θα γίνονται αμέσως παρελθόν
θα μεγαλώνουν μονομιάς οι νύχτες που έσφαλα
και το ξημέρωμα θα ναυαγεί
σαν πυροβολισμός που ματαιώθηκε

ενώ εγώ
θα ανεβαίνω ατάραχη
μια σκάλα από αναβολές
προτιμώντας για τρόπαιο
μια λέξη άγνωστη τελείως σ’ εσάς
από έναν κήπο με νάνους
και βαρετά θαύματα.

Από τη συλλογή Το επιδόρπιο (2012) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου: Επίσκεψη I

Επίσκεψη I

Αρπαγμένος καθώς ήταν ο καιρός
από το φως μιας κάμαρης κλειστής
σκέπασε με το σώμα του
κήπους και λόγια και φεγγίτες
κι όπως σκοτάδι παλαιό
φύσηξε ρίγος στις κλειδώσεις μου
είσαι η διήγηση ενός κλάματος
μου είπανε
γυαλί και κρότος μακρινός
μουσείου αίθουσα που εκτίθενται
απίστων προσευχές.
Μισή ζωή θα κατοικείς
σ’ ένα κομμάτι πάγου που επιπλέει
κι άλλη μισή
θ’ ανοιγοκλείνεις παρενθέσεις
–παράγουν ήχο ανώτερο
κι απ’ του ακορντεόν–

«Πόσο λυπάμαι
τα χρόνια που πήγαν χαμένα
πριν να γνωρίσω εσένα…»

Κώστας Γιαννίδης – Βασίλης Σπυρόπουλος & Πάνος Παπαδούκας, Πόσο λυπάμαι (με τη Σοφία Βέμπο, 1939)

Και τέρμα πια η χρυσόσκονη
πάνω στις γρατζουνιές
άσ’ τη ν’ ανθίσει σαν μανόλια την πληγή
να φοβηθούν οι άγγελοι
και τα μεγάλα έντομα
πίσω απ’ τις τζαμαρίες.

Μα, προπαντός, μην ξεγελιέσαι.
Δε ζωντανεύουν οι αστερίες
γονατισμένη επί ώρες στα σανίδια
θάλασσες να φυτεύεις με φύκια και βυθούς.
Χρειάζεσαι, να μη σου πω, ακόμα και πνιγμένους.

«Και η βάρκα γύρισε μόνη
δίχως μέσα τον ψαρά…»

Τώνης Μαρούδας & Θάνος Σοφός, Και η βάρκα γύρισε μόνη (με τον Τώνη Μαρούδα, το Τρίο Μπελκάντο και την Εύα Στυλ, 1957)

Το γέλιο σου λοιπόν
είναι όλο κι όλο το ταξίδι
τα σκοτεινά σου υπόγεια με τα υγρά χωράφια
–μικρά κορίτσια κουρεμένα
παίζουν εκεί κυνηγητό
και των ασθενοφόρων τις σειρήνες
προσποιούνται–

το γέλιο σου
μόνον αυτό
που ανάβει τα πολύχρωμα βιτρό
στα βλέφαρα των αποκοιμισμένων.

Από τη συλλογή Το επιδόρπιο (2012) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου: Ντου μπι ντου μπι ντου…

Bert Kaempfert (μουσική) – Charles Singleton & Eddie Snyder (αγγλικοί στίχοι), Strangers in the night (με τον Frank Sinatra, 1966)

Ντου μπι ντου μπι ντου…

Κατά την πρωινή επίσκεψη
άγνωστοι κύριοι
με μακροχρόνιες σπουδές στην τρομερή
οφθαλμαπάτη της ζωής
κι άνθη βανίλιας ανάμεσα στα δόντια τους
μιλούσαν χαμηλόφωνα
για την τύχη που θα είχαν
οι ανομολόγητες αμαρτίες
τώρα που η σκάλα γινόταν επικίνδυνη
και η Αποκαθήλωση δε σήκωνε αναβολή.

Οι άλλοι μετά θα προσπαθούσαν
ν’ αποσιωπήσουν το συμβάν
και φυσικά μιλώ
για κείνη την Πρωτοχρονιά
που έγειρες απαλά για μια στιγμή στο πλάι
κι ανεξιχνίαστο έμεινε έκτοτε το αίνιγμα.

Πώς δηλαδή
ενώ ήξερες τόσο καλά ν’ ανακατεύεις χρώματα
επέλεξες το συμπαγές λευκό
κι όπως απότομα διακόπτεται η ταινία
και λες
τώρα θα πέσουν γράμματα
τώρα θ’ ακούσω μουσική

όμως ο ήρωας tableau vivant
θαρρείς και αφαιρείται
ή δεν μπορεί να θυμηθεί τα λόγια του.

Γιατί αλήθεια δεν είναι εύκολη υπόθεση
εκεί που προχωράς κι εσύ μαζί
μ’ άλλους σακατεμένους
ξάφνου στο βάθος ν’ αστράφτουν προβολείς
ο κύριος με το επίσημο κοστούμι
ν’ αφήνει το μικρόφωνο
να ’ρχεται κατά πάνω σου
το χέρι να σου απλώνει φιλικά
με λένε Φράνκι να σου λέει
το «Strangers in the night»
έμαθα σας αρέσει
.

Από τη συλλογή Όροφος μείον ένα (2008) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Ανθρωποπαγίδες

Μίκης Θεοδωράκης & Κώστας Τριπολίτης, Στη νύχτα δοσμένος
(ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη / δίσκος: Ο επιβάτης (1981))

Ανθρωποπαγίδες

Άκουσέ με:
την ώρα που στα πεζοδρόμια
θα λαμπαδιάζουν οι σκιές
κι οι αρετές μες στα κουφάρια τους
θα απειλούν τα όνειρα
στην ενδοχώρα του θανάτου θα εισβάλω
ν’ αχρηστευτούν εξ άπαντος
οι ανθρωποπαγίδες

στην ανθισμένη ασχήμια τους
χάδια απ’ το σκόρο φαγωμένα
και μισθωμένοι θρηνωδοί του εφήμερου
που μάλλον
δεν αγαπήθηκαν ποτέ

κι όταν το άρρωστο παιδί
κάψει όλα τα σπίρτα του
το μουσείο των αζήτητων αποσκευών
θα πυρπολήσω
έγγραφα επαπειλούμενων αναχωρήσεων
και πράξεις θανάτου ανυπόγραφες
κι έπειτα
ας παραχώσει κάποιος
αυτόν τον άγνωστο νεκρό
που ξενυχτά στο στέρνο μου
θέλω να κοιμηθώ
και μ’ εμποδίζει.

Από τη συλλογή Όροφος μείον ένα (2008) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Παναγιώτης Γούτας, Ψυχοσάββατο

Μάνος Χατζιδάκις & Νίκος Γκάτσος, Τι να γίνεται ο κυρ-Φώτης
(ενορχήστρωση: Δήμος Μούτσης, τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος: Επιστροφή (1970))

[Ενότητα Ψυχοσάββατο (1998, 2003, 2012)]

Ψυχοσάββατο

Παππού Γιώργο, γιαγιά Αγγελική, γιαγιά Λοξία,
Ιωάννα και Αρίστη, Γιώργο και Κώστα,
Μυρτώ, Ειρήνη και Ευφημία,
κυρ Φώτη και μπάρμπ’ Ανδρέα,
Μηνά, κυρ Γιάννη και θεία Κλειώ,
Χρυσάνθη, Τριαντάφυλλε και Νίκο,
αναπαυθείτε εν ειρήνη.

Εμείς, εδώ κάτω, ακόμα πολεμούμε αδίκως.
Ψηνόμαστε στο ακατανόητο καμίνι του εφήμερου
και σας μνημονεύουμε.
Σας φέρνουμε δίπλα μας,
τις λίγες στιγμές που αναπαυόμαστε,
γαληνεύουμε,
και πάλι συνεχίζουμε τον μάταιο αγώνα μας.

Από τη συλλογή Ντόρτια (2012) του Παναγιώτη Γούτα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Παναγιώτης Γούτας

Φανή Αθανασιάδου: Χάθηκες…

Γιώργος Ζαμπέτας & Δημήτρης Χριστοδούλου, Χάθηκες (Δεν έχει δρόμο να διαβώ)
(μπουζούκι: Γιώργος Ζαμπέτας, τραγούδι: Πάνος Τζανετής / δίσκος 45 στροφών του 1964)

Χάθηκες…

Χάθηκες στο βάθος
του πορφυρένιου δειλινού
σαν ένα μαραμένο βυσσινί τριαντάφυλλο
κι ήσουν το όνειρο
που έζησε σαν αλήθεια, τόσο λίγο
κι εγώ απόμεινα να σε κοιτώ
καθώς έσβηνες σαν φύλλου θρόισμα
καθώς χανόσουν απ’ τον ορίζοντά μου
κι έμενε ανεξίτηλα ζωγραφισμένη
η μορφή σου στη μνήμη μου.

Από τη συλλογή Φωτεινές ανταύγειες και νυχτερινοί φόβοι της μοναξιάς (1987) της Φανής Αθανασιάδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Φανή Αθανασιάδου

Φανή Αθανασιάδου, Χρόνος

Eleni Karaindrou, Dust of time (2009)

Χρόνος

Ο χρόνος πλανιόταν
πάνω απ’ τα ερείπια του αρχαίου ναού
μέχρι τα βράχια της ακρογιαλιάς.
Ο λαμπρός ήλιος έδιωχνε τις σκιές
που πλανιόταν τριγύρω
μα το φως όσο άπλετο κι αν ήταν
δεν έσβηνε τα έντονα σημάδια
που χάραξε βαθιά
το μακρινό πέρασμα.
Μόνο κάθε βράδυ
όταν ο ήλιος βασιλεύει,
μες στη σιωπή της φύσης οι σκιές ξαναπροβάλλουν
και μακρινές απόκοσμες φωνές
ζωντανεύουν κάποιον περασμένο κόσμο.

Από τη συλλογή Επιλογές (1986) της Φανής Αθανασιάδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Φανή Αθανασιάδου

Φανή Αθανασιάδου, Μείνε όπως είσαι

Μάνος Χατζιδάκις, Όνειρο παιδιών της γειτονιάς
(τραγούδι: Γιώργος Μαρίνος / δίσκος: Οδός ονείρων (1962))

Μείνε όπως είσαι

Μείνε όπως είσαι, μικρή μου
ένας κρίνος που μοσχομυρίζει
κι απλώνει τ’ άρωμά του
μες στη βρομιά της πόλης
ένα αγριολούλουδο που μαραίνεται
στο πρώτο ανθρώπινο άγγιγμα
ένα ρόδο του Μαγιού
που ρίχνει τα πέταλά του
όταν οι άλλοι το πληγώνουν.

Μείνε όπως είσαι
αθώα, αγνή, ένα παιδί
για πάντα.

Αφιερώνεται
στη μνήμη
του πατέρα μου

Από τη συλλογή Επιλογές (1986) της Φανής Αθανασιάδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Φανή Αθανασιάδου