Σταύρος Ζαφειρίου: Αυτοί που ξέρουν και δεν μιλούν (VI)


George Grosz, Interrogation
Πηγή: artfund.org

Αυτοί που ξέρουν και δεν μιλούν

VI

Όσο γι’ αυτούς:
Πώς φτιάχνουν ανενόχλητοι τον φόβο απ’ την αρχή!
Και πώς κλωσούν τις λύσεις τους στο φώλι της αβύσσου!

Σε αυτή τη φάρσα των ηθών και της μετάληψης,
όπου καλά κρατεί ο ύπνος των δικαίων,
φτάνει μια στάλα θηλασμού απ’ το βυζί του μίσους
να μηρυκάσει η Χίμαιρα,
για να σειστούν τα κρόταλα και οι θύρσοι των μαινάδων,

σαν εφιάλτης που ζητά να στεγαστεί στον ρόγχο μιας ετοιμοθάνατης λαγνείας.
— Ποιος ρόγχος και ποιος θάνατος;
Με γερασμένο δέρμα ποιος αντέχει το κεντίδι του σκορπιού;

Εκείνοι που ξεπούλησαν την κόλαση,
αφήνοντας μισοτιμής τα αναλώσιμά της∙
εκείνοι που υπαγόρευσαν συμβόλαια, αποσιωπώντας την παράγραφο των καταλογισμών,
έπρεπε κιόλας να γνωρίζουν την πληγή και την αποφορά της μόλυνσής της.
Έπρεπε κιόλας να έχουν διδαχτεί:

Ξύνοντας τα παλίμψηστα δεν φανερώνεις τη ζωή
μα τη χειρόγραφη ζωή που έχει πνιγεί στο ίδιο της το μελάνι.

Σημειώσεις του ποιητή για το βιβλίο:
— Γράφει ο Πρίμο Λέβι στο βιβλίο του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος (μτφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, εκδ. Άγρα, 2003): Στη Γερμανία του Χίτλερ ήταν διαδεδομένος ένας ιδιαίτερος τρόπος συμπεριφοράς: αυτός που ήξερε δεν μιλούσε, αυτός που δεν ήξερε δεν ρωτούσε, σε όποιον γίνονταν ερωτήσεις αυτός δεν απαντούσε. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο μέσος Γερμανός πολίτης κατοχύρωνε και υπεράσπιζε την άγνοιά του. Τούτη η φράση, κατακερματισμένη στις συμπεριφορές της, έδωσε τους τίτλους των τεσσάρων ενοτήτων του Δύσκολο.
— Τα motti ας θεωρηθούν δάνειοι στίχοι που κρυφοκοιτάζουν προς τη μεριά του κυρίως κειμένου, διεκδικώντας τη θέση τους σε αυτό, και όχι ως τεκμηριωτικές διατυπώσεις, ενθρονισμένες στην αυτάρκειά τους.
Λέει ο Ησίοδος (Θεογονία, 319-324): Αυτή (εννοεί την Έχιδνα) γέννησε ακόμη τη Χίμαιρα, που εκπνέει ανήλεο πυρ, φοβερή και τεράστια και ταχύτατη και δυνατή. Αυτή είχε τρεις κεφαλές: τη μια λιονταριού με μάτια αστραφτερά, την άλλη κατσίκας και την τρίτη φιδιού, ίδιου με παντοδύναμο δράκοντα.
Και ο Πλάτων (Πολιτεία, 507e):
— Ακόμη και αν έχουν τα μάτια τη δυνατότητα να βλέπουν, ακόμη και αν εκείνος που έχει τούτη τη δυνατότητα επιχειρήσει να τη χρησιμοποιήσει, ακόμη και αν όσα θέλει να δει έχουν τα χρώματά τους, δεν θα μπορέσει τίποτε να δει και τα χρώματα θα είναι αόρατα αν δεν υπάρχει κάτι τρίτο, δοσμένο από τη φύση γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο.
— Για ποιο πράγμα μιλάς;
— Γι’ αυτό που ονομάζουμε φως.

Από το ποιητικό βιβλίο Δύσκολο (2014) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου: Αυτοί που ξέρουν και δεν μιλούν (V)

Αυτοί που ξέρουν και δεν μιλούν

V

Δύσκολο πια να βεβαιώσεις τις ματαιότητες, είπεν (;) ο Εκκλησιαστής∙
τί τὸ γεγονός; αυτὸ τὸ γενησόμενον∙
καὶ τί τὸ πεποιημένον; αὐτὸ τὸ ποιηθησόμενον.

Και είπεν:
Γενεὰ πορεύεται καὶ γενεὰ ἔρχεται.
Εδώ είναι ο σπόρος και ο καρπός εκείνων που τότε νικήθηκαν∙
μπόλιασμα, αφήνοντας επίβουλο το μάτι
– το ίδιο μάτι να κοιτά προς τα φαντάσματά του.

Εδώ είναι οι γιοι εκείνων που άδειασαν τον κόσμο,
Endlösung – ανταπόκριση του τρόμου,
Einsatzgruppen – παλίρροια φουσκώνοντας τη ρεματιά του Babi Yar,
ξημέρωμα στο Kamenets-Podolsk,
τάφοι μη τάφοι

σχεδόν τετράποδων πειθαρχημένων στη σφαγή τους,
σωπαίνοντας με τη σιωπή της στοιβαγμένης γύμνιας,
μένοντας με τα βλέφαρα ανοιχτά
μπρος στην πολεοδόμηση της φρίκης,
μπροστά στην αμετάβατη ομίχλη των γκρεμών που ροκανίζει
ως το μεδούλι την ενέργεια της μνήμης.

Αυτής της μνήμης – χορτάρι κίτρινο σε ξεραμένη κοίτη,
μισοθαμμένο μες στη σκόνη των εχθρών
(σε όση σκόνη έχει απομείνει απ’ τους εχθρούς τους).

Κι όχι να πεις πως αγνοούν στ’ αληθινά
κατά πού πέφτει η λοιμική της ιστορίας.

Σημειώσεις του ποιητή για το βιβλίο:
— Γράφει ο Πρίμο Λέβι στο βιβλίο του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος (μτφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, εκδ. Άγρα, 2003): Στη Γερμανία του Χίτλερ ήταν διαδεδομένος ένας ιδιαίτερος τρόπος συμπεριφοράς: αυτός που ήξερε δεν μιλούσε, αυτός που δεν ήξερε δεν ρωτούσε, σε όποιον γίνονταν ερωτήσεις αυτός δεν απαντούσε. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο μέσος Γερμανός πολίτης κατοχύρωνε και υπεράσπιζε την άγνοιά του. Τούτη η φράση, κατακερματισμένη στις συμπεριφορές της, έδωσε τους τίτλους των τεσσάρων ενοτήτων του Δύσκολο.
— Τα motti ας θεωρηθούν δάνειοι στίχοι που κρυφοκοιτάζουν προς τη μεριά του κυρίως κειμένου, διεκδικώντας τη θέση τους σε αυτό, και όχι ως τεκμηριωτικές διατυπώσεις, ενθρονισμένες στην αυτάρκειά τους.
Λέει ο Ησίοδος (Θεογονία, 319-324): Αυτή (εννοεί την Έχιδνα) γέννησε ακόμη τη Χίμαιρα, που εκπνέει ανήλεο πυρ, φοβερή και τεράστια και ταχύτατη και δυνατή. Αυτή είχε τρεις κεφαλές: τη μια λιονταριού με μάτια αστραφτερά, την άλλη κατσίκας και την τρίτη φιδιού, ίδιου με παντοδύναμο δράκοντα.
Και ο Πλάτων (Πολιτεία, 507e):
— Ακόμη και αν έχουν τα μάτια τη δυνατότητα να βλέπουν, ακόμη και αν εκείνος που έχει τούτη τη δυνατότητα επιχειρήσει να τη χρησιμοποιήσει, ακόμη και αν όσα θέλει να δει έχουν τα χρώματά τους, δεν θα μπορέσει τίποτε να δει και τα χρώματα θα είναι αόρατα αν δεν υπάρχει κάτι τρίτο, δοσμένο από τη φύση γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο.
— Για πιο πράγμα μιλάς;
— Γι’ αυτό που ονομάζουμε φως.

Σημειώσεις του ποιητή για το συγκεκριμένο ποίημα:
— «τί τὸ γεγονός; αυτὸ τὸ γενησόμενον∙ / καὶ τί τὸ πεποιημένον; αὐτὸ τὸ ποιηθησόμενον»∙ και σε μετάφραση: «τι υπήρχε; αυτό και θα υπάρχει∙ / και τι έχει γίνει; αυτό και θα επαναληφθεί».
Βλ. Εκκλησιαστής, Α’, 9.
— «Γενεὰ πορεύεται καὶ γενεὰ ἔρχεται», δηλαδή: «καταγόταν από γένος θεϊκό και όχι από ανθρώπους».
Βλ. Εκκλησιαστής, Α’, 4.
— «Εδώ είναι ο σπόρος και ο καρπός εκείνων που τότε νικήθηκαν.» Πρβλ. με: «Είμαστε οι γιοι εκείνων που τότε ηττήθηκαν.», Χρυσή αυγή, Διακήρυξη Ιδεολογικών Αρχών.
— «Endlösung» der Judenfrage: Η διαβόητη «Τελική Λύση του εβραϊκού ζητήματος». Βέβαια ο όρος, ως το σημείο μηδέν της βαρβαρότητας, δεν είναι πλέον παρά μια λεκτική κοινοτυπία.
— «Einsatzgruppen»: ειδικές μονάδες των SS που δρούσαν κυρίως στα μετόπισθεν και ήταν επιφορτισμένες με την εκκαθάριση από τους Εβραίους και τους μπολσεβίκους των καταλαμβανόμενων ανατολικών περιοχών.
— «… ρεματιά του Babi Yar».
Καμία ψυχοπαθολογία και καμία διάγνωση οργανωμένης υστερίας δεν μπορεί να εξηγήσει την οργανωμένη σφαγή 33.000 Εβραίων αυτής της περιοχής του Κιέβου, με τα πτώματα να ρίχνονται γυμνά στο φαράγγι του Babi Yar.
— «ξημέρωμα στο Kamenets-Podolsk».
Άλλος ένας τόπος ομαδικής σφαγής, με 23.600 εκτελεσμένους.

Από το ποιητικό βιβλίο Δύσκολο (2014) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου: Αυτοί που ξέρουν και δεν μιλούν (IV)

Αυτοί που ξέρουν και δεν μιλούν

IV

Δεν είναι αυτό. Δεν είναι διόλου αυτό.
Γιατί δεν έχουμε να κάνουμε με γραφικότητες μιας μεταφυσικής
που ευλογεί τα γένια της στο ημερολόγιό της.
Όταν σαρώνει ο άνεμος τις προβολές της νύχτας,
δανείζοντας το μένος του στα σκιάχτρα της φυλής,
και οπλίζονται οι γηγενείς με την παράκρουσή του∙

όταν μπερδεύει η ανοχή τη μάγευση με τη μυθοπλασία,
δεν είναι η ολομέλεια και οι αντιπαραθέσεις που ξύνουνε τη ράχη τους
στα έδρανα των θεσμών∙
δεν είναι αυτό. Δεν είναι διόλου αυτό που έπρεπε να ξέρω.

Ποια νύχτα και ποια μάγευση;
Πυρπολημένα ερείσματα κι εκτελεσμένες εντολές ιδεοληπτικών∙

ἡ δ’ ἄρ’ ἔην θεῖον γένος οὐδ’ ἀνθρώπων

αυτό ακριβώς είναι που έπρεπε να ξέρω.
— Ποιο γένος και ποιος άνθρωπος;
Ούτε καν θάνατος να οδηγεί τη γνώση, ούτε καν βόγκος∙
μόνο μια χέρσα ηθική –τοπίο εξορίας–
μόνο το έγκλειστο παρόν και οι αναιρέσεις που κουβαλάει μέσα του ο καθείς.

Τίποτε απ’ όσα σκέφτηκες και από αυτά που είναι:
μια άσκηση ύφους για να μάθεις να ξεντύνεσαι
τ’ άμφια της αποκρυφιστικής και ανόητης ρητορικής που σαλιαρίζει
με τη βραδύγλωσση εθνική επιταγή.

Τίποτε απ’ όσα σκέφτεσαι∙
με τόσο ήλιο και ουρανό –ποιος ήλιος;
Πέτρα κι αλάτι μοναχά για να στεγνώνει η λύπη.

Εδώ είναι οι φράχτες των ακτών και τα σχισμένα ιστία,
τα χνάρια όσων ξέφυγαν δίχως να στρέψουν πίσω το κεφάλι∙
εδώ είναι η άκρη, άσπαρτη,
πιο άσπαρτη ακόμη κι απ’ το σύμπαν.

Σημειώσεις του ποιητή για το βιβλίο:
— Γράφει ο Πρίμο Λέβι στο βιβλίο του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος (μτφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, εκδ. Άγρα, 2003): Στη Γερμανία του Χίτλερ ήταν διαδεδομένος ένας ιδιαίτερος τρόπος συμπεριφοράς: αυτός που ήξερε δεν μιλούσε, αυτός που δεν ήξερε δεν ρωτούσε, σε όποιον γίνονταν ερωτήσεις αυτός δεν απαντούσε. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο μέσος Γερμανός πολίτης κατοχύρωνε και υπεράσπιζε την άγνοιά του. Τούτη η φράση, κατακερματισμένη στις συμπεριφορές της, έδωσε τους τίτλους των τεσσάρων ενοτήτων του Δύσκολο.
— Τα motti ας θεωρηθούν δάνειοι στίχοι που κρυφοκοιτάζουν προς τη μεριά του κυρίως κειμένου, διεκδικώντας τη θέση τους σε αυτό, και όχι ως τεκμηριωτικές διατυπώσεις, ενθρονισμένες στην αυτάρκειά τους.
Λέει ο Ησίοδος (Θεογονία, 319-324): Αυτή (εννοεί την Έχιδνα) γέννησε ακόμη τη Χίμαιρα, που εκπνέει ανήλεο πυρ, φοβερή και τεράστια και ταχύτατη και δυνατή. Αυτή είχε τρεις κεφαλές: τη μια λιονταριού με μάτια αστραφτερά, την άλλη κατσίκας και την τρίτη φιδιού, ίδιου με παντοδύναμο δράκοντα.
Και ο Πλάτων (Πολιτεία, 507e):
— Ακόμη και αν έχουν τα μάτια τη δυνατότητα να βλέπουν, ακόμη και αν εκείνος που έχει τούτη τη δυνατότητα επιχειρήσει να τη χρησιμοποιήσει, ακόμη και αν όσα θέλει να δει έχουν τα χρώματά τους, δεν θα μπορέσει τίποτε να δει και τα χρώματα θα είναι αόρατα αν δεν υπάρχει κάτι τρίτο, δοσμένο από τη φύση γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο.
— Για πιο πράγμα μιλάς;
— Γι’ αυτό που ονομάζουμε φως.

Σημειώσεις του ποιητή για το συγκεκριμένο ποίημα:
— «ἡ δ’ ἄρ’ ἔην θεῖον γένος οὐδ’ ἀνθρώπων», δηλαδή: «καταγόταν από γένος θεϊκό και όχι από ανθρώπους».
Βλ.: Όμηρος, Ιλιάδος Ζ’, 180.

Από το ποιητικό βιβλίο Δύσκολο (2014) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου: Αυτοί που ξέρουν και δεν μιλούν (III)

Αυτοί που ξέρουν και δεν μιλούν

III

Συγκλονίζει την Ιταλία ο τραγικός θάνατος τουλάχιστον ενενήντα τεσσάρων ανθρώπων που πνίγηκαν όταν βυθίστηκε πλοιάριο με περίπου πεντακόσιους Αφρικανούς μετανάστες κοντά στη Λαμπεντούζα της Σικελίας. Στα θύματα συγκαταλέγονται πολλά παιδιά και γυναίκες. Υπερπλήρες το νεκροταφείο και το κέντρο προσωρινής διαμονής στο νησί.
Οι εφημερίδες

Με τούτες τις λέξεις, με τούτη τη γλώσσα,
απ’ όποιαν αρμύρα κι αν έρχονται,
μετρώντας την ανάγκη σε αποτσίγαρα, σαν κιόλας καπνισμένη επιθυμία∙

αυτή την ανάγκη
– απόδημη επιστροφή στο συρματόπλεγμά της∙
— Ποιοι είναι εκείνοι που έφτασαν απ’ τις αμοίραστες θάλασσες
ή απ’ τα φαράγγια με τις φεγγαρόπετρες;
— Ποιοι είναι εκείνοι που βρήκαν τόπο για τον τόπο τους
στα υποχθόνια μαντεία των νεκρών;

Καθώς τα κλειδιά μεγαλώνουν τις πόρτες
και οι κυνηγοί ορίζουν τις χωσιές,
καθώς το φως ξεγελά στους καθρέφτες το πτύχωμα της αντανάκλασής του
κι ένα κουφό και αλάλητο ποτάμι προδίδει τις περαταριές του με νοήματα∙

— Ποιοι είναι εκείνοι που αντάλλαξαν τον ίσκιο τους μ’ ένα χαρτί χρωματιστό, με μιαν αρκάνα,
όπου ο όρθιος Τροχός κρύβει από τον Τρελό τους Κρεμασμένους;
[Αν και ποτέ ένας τροχός δεν άντεξε τη χαρτομαντική τόσων ικριωμάτων.]

Αυτοί που κράτησαν στα χέρια τους ανάποδα τους δείχτες των ανέμων,
κλωθογυρίζοντας χωρίς προορισμό∙
κάπου αλλού, για κάπου αλλού,
σχεδόν νευρόσπαστα μιας μισθωμένης γεωγραφίας,
έρποντας στον παράδεισο, όπως ανάμεσα σε οχυρωμένες πόλεις∙

κάπου αλλού, για κάπου αλλού,
δίχως ν’ αφήσουν πίσω τους σημάδια
ούτε μια ανάσα θυμού για την αδιάθλαστη ειρωνεία των άστρων,
και με το μέλλον –το μέλλον κυρίως–
να παραμένει σύμβολο κάποιας διαλεκτικής, όπου ο καθένας
τη λιγοστή εικόνα της ζωής του εκμαιεύει.

Το μέλλον κυρίως
– αργά ή γρήγορα εδώ σαν παραλογισμός
ή σαν φαιδρή αισθητική φαιδρών ηρώων∙

αργά ή γρήγορα παντού
– ηχώ αφύλακτη με στόμα λιονταριού και ουρά ιοβόλου,
δεινὸν ἀποπνείουσα πυρὸς μένος αἰθομένοιο

τέρας αφύλακτο.

Σημειώσεις του ποιητή για το βιβλίο:
— Γράφει ο Πρίμο Λέβι στο βιβλίο του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος (μτφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, εκδ. Άγρα, 2003): Στη Γερμανία του Χίτλερ ήταν διαδεδομένος ένας ιδιαίτερος τρόπος συμπεριφοράς: αυτός που ήξερε δεν μιλούσε, αυτός που δεν ήξερε δεν ρωτούσε, σε όποιον γίνονταν ερωτήσεις αυτός δεν απαντούσε. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο μέσος Γερμανός πολίτης κατοχύρωνε και υπεράσπιζε την άγνοιά του. Τούτη η φράση, κατακερματισμένη στις συμπεριφορές της, έδωσε τους τίτλους των τεσσάρων ενοτήτων του Δύσκολο.
— Τα motti ας θεωρηθούν δάνειοι στίχοι που κρυφοκοιτάζουν προς τη μεριά του κυρίως κειμένου, διεκδικώντας τη θέση τους σε αυτό, και όχι ως τεκμηριωτικές διατυπώσεις, ενθρονισμένες στην αυτάρκειά τους.
Λέει ο Ησίοδος (Θεογονία, 319-324): Αυτή (εννοεί την Έχιδνα) γέννησε ακόμη τη Χίμαιρα, που εκπνέει ανήλεο πυρ, φοβερή και τεράστια και ταχύτατη και δυνατή. Αυτή είχε τρεις κεφαλές: τη μια λιονταριού με μάτια αστραφτερά, την άλλη κατσίκας και την τρίτη φιδιού, ίδιου με παντοδύναμο δράκοντα.
Και ο Πλάτων (Πολιτεία, 507e):
— Ακόμη και αν έχουν τα μάτια τη δυνατότητα να βλέπουν, ακόμη και αν εκείνος που έχει τούτη τη δυνατότητα επιχειρήσει να τη χρησιμοποιήσει, ακόμη και αν όσα θέλει να δει έχουν τα χρώματά τους, δεν θα μπορέσει τίποτε να δει και τα χρώματα θα είναι αόρατα αν δεν υπάρχει κάτι τρίτο, δοσμένο από τη φύση γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο.
— Για πιο πράγμα μιλάς;
— Γι’ αυτό που ονομάζουμε φως.

Σημειώσεις του ποιητή για το συγκεκριμένο ποίημα:
— Παράθεμα:
Τελικά, οι νεκροί Αφρικανοί μετανάστες του ναυαγίου κοντά στις ακτές της Λαμπεντούζα ξεπέρασαν τους τριακόσιους πενήντα. Φυσικά, και από την πρώτη στιγμή, ο Πάπας, σε μήνυμά του στο Twitter, κάλεσε τους πιστούς να προσευχηθούν για τις ψυχές των θυμάτων, ενώ πέντε υπουργοί της ιταλικής κυβέρνησης ανέβαλαν αμέσως, σε ένδειξη πένθους, προγραμματισμένες τηλεοπτικές τους συνεντεύξεις.
— «δεινὸν ἀποπνείουσα πυρὸς μένος αἰθομένοιο», δηλαδή: «κι έβγαζε από το στόμα της φωτιές πολλές και φλόγες».
Βλ.: Όμηρος, Ιλιάδος Ζ’, 182.

Από το ποιητικό βιβλίο Δύσκολο (2014) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου: Αυτοί που ξέρουν και δεν μιλούν (II)

Αυτοί που ξέρουν και δεν μιλούν

II

Κλέος ανδρών,
το ίδιο που εκπληρώνεται απ’ την πεποίθησή του
ή απ’ τον καταναγκασμό της πραγματικότητας που απωθήσαμε,
επαναφέροντας στη ναρκωμένη εγρήγορση το ρίγος
και την επίκληρη βεβαιότητα του ανοίκειου στοιχείου.

Δύσκολο πια να περιγράψεις τον καιρό του ανοίκειου,
τον καιρό του φοβισμένου ματιού
και τον καιρό τ’ ουρανού που λιγοστεύει διαρκώς γύρω απ’ το μάτι.
Δύσκολο πια να περιγράψεις τον καιρό του ασύμπτωτου
και τον ασύμπτωτο καιρό του απαθούς.

Τώρα που ο ξένιος ξενίζει στην πλεκτάνη του τον ξένο,
εμπλέκοντας την κάθαρση του αίματος στη φαντασίωση ενός θεόπνευστου ιστού∙
τώρα που η πράξη συναντάει την πράξη πίσω απ’ τα κενοτάφια των οδών,
δύσκολο πια να περιγράψεις με τούτη τη γλώσσα τον καιρό της κρυπτείας
και τον καιρό της νέας ενοχής.

Γιατί η γλώσσα μπορεί να παρασύρει τα σημεία της
μονάχα μέχρι το ενδιάμεσο σκαλοπάτι της πλάνης,
εκεί όπου πρέπει να σταθεί και να υφάνει στον στοιχειωμένο αργαλειό της ιστορίας
την αιτιότητα και την εκδοχή∙

εκεί όπου πρέπει να σταθείς και να εξηγήσεις
πώς ό,τι ονομάτισες αποστρέφεται πια τ’ όνομά του,
πώς ό,τι περιέγραψες είναι δύσκολο πια να περιγραφεί.

Εκεί όπου πρέπει μόνος σου να φορτωθείς στις λέξεις
όλο το βάρος του φόβου που σωριάζεται αδιάκοπα,
όλο το στρώμα της στάχτης που κρατά στα ζεστά
τα βλαστάρια του φόβου.

Σημειώσεις του ποιητή για το βιβλίο:
— Γράφει ο Πρίμο Λέβι στο βιβλίο του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος (μτφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, εκδ. Άγρα, 2003): Στη Γερμανία του Χίτλερ ήταν διαδεδομένος ένας ιδιαίτερος τρόπος συμπεριφοράς: αυτός που ήξερε δεν μιλούσε, αυτός που δεν ήξερε δεν ρωτούσε, σε όποιον γίνονταν ερωτήσεις αυτός δεν απαντούσε. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο μέσος Γερμανός πολίτης κατοχύρωνε και υπεράσπιζε την άγνοιά του. Τούτη η φράση, κατακερματισμένη στις συμπεριφορές της, έδωσε τους τίτλους των τεσσάρων ενοτήτων του Δύσκολο.
— Τα motti ας θεωρηθούν δάνειοι στίχοι που κρυφοκοιτάζουν προς τη μεριά του κυρίως κειμένου, διεκδικώντας τη θέση τους σε αυτό, και όχι ως τεκμηριωτικές διατυπώσεις, ενθρονισμένες στην αυτάρκειά τους.
Λέει ο Ησίοδος (Θεογονία, 319-324): Αυτή (εννοεί την Έχιδνα) γέννησε ακόμη τη Χίμαιρα, που εκπνέει ανήλεο πυρ, φοβερή και τεράστια και ταχύτατη και δυνατή. Αυτή είχε τρεις κεφαλές: τη μια λιονταριού με μάτια αστραφτερά, την άλλη κατσίκας και την τρίτη φιδιού, ίδιου με παντοδύναμο δράκοντα.
Και ο Πλάτων (Πολιτεία, 507e):
— Ακόμη και αν έχουν τα μάτια τη δυνατότητα να βλέπουν, ακόμη και αν εκείνος που έχει τούτη τη δυνατότητα επιχειρήσει να τη χρησιμοποιήσει, ακόμη και αν όσα θέλει να δει έχουν τα χρώματά τους, δεν θα μπορέσει τίποτε να δει και τα χρώματα θα είναι αόρατα αν δεν υπάρχει κάτι τρίτο, δοσμένο από τη φύση γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο.
— Για ποιο πράγμα μιλάς;
— Γι’ αυτό που ονομάζουμε φως.

Σημειώσεις του ποιητή για το συγκεκριμένο ποίημα:
— «Δύσκολο πια να περιγράψεις τον καιρό του ανοίκειου.»
Υποστηρίζει ο Freud, και μπορεί να έχει δίκιο τουλάχιστον σε αυτό: Το ανοίκειο είναι αυτό το τρομακτικό στοιχείο που μας γυρνά πίσω, σε ό,τι εδώ και πολύ καιρό μας είναι γνωστό και οικείο.
— «… που κρατά στα ζεστά / τα βλαστάρια του φόβου.»
Βλ. και T. S. Eliot: Ο χειμώνας μάς ζέσταινε, σκεπάζοντας / τη γη με το χιόνι της λησμονιάς, θρέφοντας / λίγη ζωή μ’ απόξερους βολβούς. (Έρημη Χώρα, Α’, Η ταφή του νεκρού, μτφρ. Γιώργος Σεφέρης, εκδ. Ίκαρος, 1979).

Από το ποιητικό βιβλίο Δύσκολο (2014) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου: Αυτοί που ξέρουν και δεν μιλούν (I)

Αυτοί που ξέρουν και δεν μιλούν

I

Εδώ είναι ο λόγος ο δύσκολος, ρυθμός σπασμένος,
είπεν (;) ο Εκκλησιαστής,
δρόμος τυφλός του αγκαθιού στης Χίμαιρας το πέλμα∙
εδώ είναι ο τρόπος, λύνοντας την εξίσωση των παρατατικών του
μ’ ένα τετελεσμένο ήδη παρόν.

Και είπεν (;):
Κλέος ανδρών – ή μήπως έπρεπε κιόλας να ξέρω
ότι ο λόγος είναι ο δύσκολος τρόπος στον μύθο της ύπαρξης;
Έπρεπε, ωστόσο, να ξέρω:

Καθώς ο λόγος ανήκει στον τρόπο του και η ύπαρξη στην παρανόησή της,
καθώς το αγκάθι σαπίζει στο πέλμα και ο πόνος δυναμώνει στον χτύπο της οπλής,
μπορούμε τάχα να επαναλάβουμε την ύπαρξη έξω απ’ τον μύθο της,
σαν σκοπιμότητα που την ανακεφαλαιώνει;
Μπορούμε τάχα να δεχτούμε τα προτάγματα ενός αλλιώτικου μύθου,
που σέρνει στα καλύμματα σαν στειρωμένο ζώο;

Ίσως έφτανε κιόλας να εκτρέψουμε το ρεύμα του λόγου
σε μιαν αλήθεια που ξεφεύγει απ’ τις ρουφήχτρες της
– σ’ εκείνη την αλήθεια που αντιμάχεται
την εσκεμμένη οχλαγωγία της σιωπής.

Ίσως έφτανε κιόλας να πούμε:
Εδώ είναι ο τόπος και ο χρόνος που επιλέξαμε
ανάμεσα στο παράφορο και στο μάταιο της αρχαίας πληγής∙
εδώ είναι τέρας με τρεις μορφές, παρενδυμένο το μίσος,
αδιαίρετο και αγκιστρωμένο στο αδυσώπητο της στιγμής,
τέρας, ολοένα ανακτώντας τη δύναμη που ανασυστήνει τη φύση του,
προσθέτοντας τη λύσσα τους στην αναγνώρισή της.

Μπορούμε τάχα να εννοήσουμε τη δύναμη έξω απ’ τη φύση της,
όχι σαν τρόμο που σκηνοθετεί τις εμμονές του
μα σαν αναπαράσταση του επαρκούς της λόγου,
αξιώνοντας το παρελθόν μέχρι τ’ απομεινάρια των θεών του;

Έπρεπε κιόλας να ξέρω∙
όπως γνωρίζει ο ουραγός πως είναι αυτός που ακολουθεί τους άλλους,
όπως γνωρίζει ο σαλός πως είναι άτρωτος από τη λογική τους.

Κι ενώ φορτώνουν βιαστικά την επιμελητεία
και παραχώνουν τα οστά σε ασβεστωμένους λάκκους∙
κι ενώ οι αντιφάσεις ανατινάζουν στη φυγή τους τα προχώματα,
έπρεπε κιόλας να ξέρω:

Εδώ είναι ο τόπος της αρχαίας πληγής,
το στρατευμένο φρόνημα της λήθης.
Εδώ είναι ο χρόνος∙ σκληρός,
σκληρότερος ακόμη κι απ’ το τέλος του.

Σημειώσεις του ποιητή για το βιβλίο:
— Γράφει ο Πρίμο Λέβι στο βιβλίο του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος (μτφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, εκδ. Άγρα, 2003): Στη Γερμανία του Χίτλερ ήταν διαδεδομένος ένας ιδιαίτερος τρόπος συμπεριφοράς: αυτός που ήξερε δεν μιλούσε, αυτός που δεν ήξερε δεν ρωτούσε, σε όποιον γίνονταν ερωτήσεις αυτός δεν απαντούσε. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο μέσος Γερμανός πολίτης κατοχύρωνε και υπεράσπιζε την άγνοιά του. Τούτη η φράση, κατακερματισμένη στις συμπεριφορές της, έδωσε τους τίτλους των τεσσάρων ενοτήτων του Δύσκολο.
— Τα motti ας θεωρηθούν δάνειοι στίχοι που κρυφοκοιτάζουν προς τη μεριά του κυρίως κειμένου, διεκδικώντας τη θέση τους σε αυτό, και όχι ως τεκμηριωτικές διατυπώσεις, ενθρονισμένες στην αυτάρκειά τους.
Λέει ο Ησίοδος (Θεογονία, 319-324): Αυτή (εννοεί την Έχιδνα) γέννησε ακόμη τη Χίμαιρα, που εκπνέει ανήλεο πυρ, φοβερή και τεράστια και ταχύτατη και δυνατή. Αυτή είχε τρεις κεφαλές: τη μια λιονταριού με μάτια αστραφτερά, την άλλη κατσίκας και την τρίτη φιδιού, ίδιου με παντοδύναμο δράκοντα.
Και ο Πλάτων (Πολιτεία, 507e):
— Ακόμη και αν έχουν τα μάτια τη δυνατότητα να βλέπουν, ακόμη και αν εκείνος που έχει τούτη τη δυνατότητα επιχειρήσει να τη χρησιμοποιήσει, ακόμη και αν όσα θέλει να δει έχουν τα χρώματά τους, δεν θα μπορέσει τίποτε να δει και τα χρώματα θα είναι αόρατα αν δεν υπάρχει κάτι τρίτο, δοσμένο από τη φύση γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο.
— Για πιο πράγμα μιλάς;
— Γι’ αυτό που ονομάζουμε φως.

Σημειώσεις του ποιητή για το συγκεκριμένο ποίημα:
«Έπρεπε, ωστόσο, να ξέρω.»
Διαβάζω τον George Steiner στη Βαρβαρότητα της άγνοιας (μτφρ. Σεραφείμ Βελέντζας, εκδ. Scripta, 2001):
Τζέφερσον: «Δεν θα καίμε πια τα βιβλία.»
Βολτέρος: «Δεν θα επιτρέπονται πια τα βασανιστήρια στην Ευρώπη.»
Ολόκληρη σειρά από ορθολογικές υποσχέσεις, οι κορυφές μιας ελευθερόφρονης αστικής αυτοπεποίθησης. Και τότε εμφανίζεται η υπέρτατη φρίκη: τα στρατόπεδα του θανάτου, τα γκούλαγκ, οι μεγάλες σφαγές, δύο παγκόσμιοι πόλεμοι. Και αυτό στην καρδιά του υψηλότερου πολιτισμού! Και ακούμε που λένε: Μα θα έπρεπε να το ξέρετε, οφείλατε να το καταλάβετε, ο άνθρωπος είναι ένα άγριο ζώο…

Από το ποιητικό βιβλίο Δύσκολο (2014) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου: Φάουστ (III)

Φάουστ

III

Προς τα πού είναι η πύλη του ανθρώπινου, Φάουστ;
Προς τα πού είναι η γνώση των κανόνων της θέασης;(1)

Όλες οι αισθήσεις σου φωτίζονται στη γη,
όλες σου οι φύσεις αγρυπνούν στα ινδάλματά τους.

Ποια παραπάνω αλήθεια σε απελπίζει;

Υπάρχει ένας κήπος με περίτεχνες βραγιές,
με αλληγορίες δέντρων και θαυμάτων,
απρόσιτος απ’ όλες τις μεριές,
μα ευπρόσιτος απ’ τη μεριά της λύπης.

Υπάρχει ένας τόπος που ωριμάζει με τον άνεμο∙

έρχεται ο άνεμος σπρωγμένος απ’ τη στάχτη,
χώμα και στάχτη θαμπωμένα από το χνώτο της άφεσης,
από τις προσευχές που εξαντλούν το ουράνιο φάσμα∙

χώμα και στάχτη,
σαν την ουσία της φάρσας του σύμπαντος,
σαν την αθόρυβη επανάληψη του αδάκρυτου θανάτου.

Μην κρύβεσαι πίσω απ’ τον θάνατο, Φάουστ∙
υπάρχει ο τόπος που ακόμη αντηχεί
τους επιδέξιους ελιγμούς των σκευοφόρων,
τη φλέβα στον λαιμό του σαλπιγκτή,
το σπάσιμο του σβέρκου στην αγχόνη∙

σαν ένας τόπος πιο μακριά από το μέλλον
ή σαν συναισθηματική σειρήνα που καλεί

[για ένα φλιτζάνι ζεσταμένο καφέ με μπισκότα βουτύρου
στο καταφύγιο φως μιας λάμπας γκαζιού,
φλυαρώντας για ασήμαντα πράγματα,
παίζοντας τα ωροσκόπια στα δάχτυλα και τους αστερισμούς…
– Ώστε λοιπόν βρίσκουμε τόσα να κάνουμε, οι λεπτοδείκτες συνεχίζουν να γυρνούν και παραμένουμε όσο πρέπει καθωσπρέπει.]

Ποια παρωδία στοιχειώνει το μέλλον σου, Φάουστ;
Κάτι που μοιάζει με σκιά σκεπάζει τη σκιά σου
και η γοτθική διαλεκτική παραείναι βολική
για να ντυθείς το ρούχο της σαν πέπλο ονειροπόλου.

[– Από εδώ για τα tableaux vivants, παρακαλώ.(2)]

Κάτι που μοιάζει με σκιά σκεπάζει τις σκιές μας.

Σημειώσεις του ποιητή:
1. Μια φορά ήταν ένας μέσα κι ένας έξω. Εκείνος που ήταν μέσα έβλεπε πως είναι έξω, κι ο άλλος που ήταν έξω έβλεπε πως είναι μέσα. Εκείνος που ήταν μέσα, και έβλεπε πως είναι έξω, χτυπούσε την πόρτα που τους χώριζε. Ο άλλος που ήταν έξω, και έβλεπε πως είναι μέσα, δεν του άνοιγε. Έτσι συνέχιζαν να είναι ο ένας μέσα και ο άλλος έξω, βλέποντας πως είναι ο ένας έξω κι ο άλλος μέσα.
2. Πρβλ. Ταντέους Μπορόβσκι, Απ’ εδώ για τ’ αέρια κυρίες και κύριοι, εκδ. Στοχαστής, μτφ. Βασίλης Τσεκούρας – Γιώργος Καλής.

Από το ποιητικό βιβλίο Προς τα πού (Μια πολεμική ιστορία) (2012) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου