Μαρία Πολίτου, Ύβρις

Γιώργος Σεφέρης & Σταύρος Κουγιουμτζής, Λυπούμαι
(τραγούδι: Γιάννης Μπογδάνος & Αιμιλία Κουγιουμτζή / δίσκος: Μικραίνει ο κόσμος (1982))

Ύβρις

Λυπούμαι γιατί άφησα να περάσει ένα πλατύ ποτάμι
μέσα από τα δάχτυλά μου χωρίς να πιω ούτε μια στάλα.
Τώρα βυθίζομαι στην πέτρα.

Γιώργος Σεφέρης

Και πάλι βγαίνει αργόσυρτο, νωθρό το νέο φεγγάρι.
Νυχτώνει.
Πού ταξιδεύεις τώρα με σπασμένα τα κατάρτια;
Ποια θάλασσα γυρεύεις; Ποια στεριά;
Ποιον έναστρο ουρανό;

Σε τύλιξαν τα ερέβη.
Η στρατιά σε κατατρόπωσε του χρόνου.
Έργο καταραμένων ποιητών η ζωή σου.
Πίνακας βαθυστόχαστων, ρομαντικών ζωγράφων.

Πού είναι τα μαργαριτάρια, τα κοράλλια και τα πολύχρωμα,
γυαλιστερά κοχύλια;
Οι θησαυροί σου οι ακριβοί πού είναι;

Έλεγες, αγναντεύοντας του ορίζοντα τα βάθη:
«Είναι νωρίς ακόμα… Θε να ’ρθει πιο λαμπερή πραμάτεια.»
Πάντα περίμενες το γύρισμα της μέρας.
Το αύριο, ο προορισμός σου.
Το βλέμμα σου πάντα εκεί στραμμένο.
Το εφήμερο κοιτάς με υπεροψία.
Μα οι θεοί δε συγχωρούν την ύβρη.

Τώρα τα μάτια σου θολά.
Νύχτα βαθιά εντός σου.
Και τόσες θάλασσες… Τόσοι ουρανοί… Και τέτοιο ένα φως…
Πώς τ’ άφησες να προσπεράσουν όλα…

Συντρίμμια οι γραμμές των οριζόντων.
Πώς έχτισες πάνω στην άμμο;

Τώρα βυθίζεσαι στην πέτρα.
Κάτι ήξερε, λοιπόν, ο ποιητής…

Από τη συλλογή Εφήμερη στην πένα του θεού (2014) της Μαρίας Πολίτου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Πολίτου

Γιάννης Σπανός & Τάκης Καρνάτσος, Αν μ’ αγαπάς

Αν μ’ αγαπάς

Μουσική: Γιάννης Σπανός
Στίχοι: Τάκης Καρνάτσος
Τραγούδι: Τάνια Τσανακλίδου
Δίσκος: Φίλε (1982)

Αν μ’ αγαπάς, θα κλέψω χρώμα της φωτιάς και λευκό πανί
οι δυο μαζί να ζωγραφίσουμε ξανά τη ζωή
αν μ’ αγαπάς, δεν θα ’χει γκρίζο πουθενά να κοιτάς
θα με κρατάς και σε λιμάνια γιορτινά θα με πας

Μα αν όλα αυτά που μοιάζουν όνειρα τρελά γίνουν μια κραυγή
αν όλα αυτά κι ό,τι κι αν έχω φανταστεί δεν θα ’ρθει
θα ’ναι χαμός, θα σκοτεινιάσει όλο το φως, θα σβηστεί
ίσως γιατί για μένα ο κόσμος είσ’ εσύ, μόνο εσύ

Αν μ’ αγαπάς, δε θα ’χει σύνορα για μας ούτε μοναξιά
με το βοριά και με τ’ αστέρια της νυχτιάς συντροφιά
αν μ’ αγαπάς, με λόγια μόνο της καρδιάς θα μιλάς
θα με κρατάς και σε λιμάνια γιορτινά θα με πας

Αν μ’ αγαπάς, δεν θα ’χει γκρίζο πουθενά να κοιτάς
θα με κρατάς και σε λιμάνια γιορτινά θα με πας

Αν μ’ αγαπάς, θα κλέψω χρώμα της φωτιάς, μόνο αν μ’ αγαπάς
Αν μ’ αγαπάς, δεν θα ’χει σύνορα για μας, μόνο αν μ’ αγαπάς

Αλέξανδρος Ίσαρης, Προγράμματα

Γιώργος Σταυριανός, Καημός της φυσαρμόνικας
(τραγούδι: Μαρία Δημητριάδη / δίσκος: Έρημη πόλη (1982))

[Ενότητα Όμιλος Φίλων Θαλάσσης]

Προγράμματα

Πρώτον:
Αύριο θα ξεριζώσω
Και τις τελευταίες ρίζες του χειμώνα
Γιατί ο Μάιος πάει να τελειώσει
Κι οι υποθέσεις μας ακόμα στον Φεβρουάριο
Βρίσκονται, με τα δικαστήρια
Και μ’ όλα τα δυσάρεστα.

Δεύτερον:
Θα στείλω γράμματα σε φίλους.
Σ’ αυτόν από την Καστοριά
Άρτι απολυθέντα απ’ το στρατό, φιλόλογο,
Σ’ αυτόν που μου υποσχέθηκε
Ποιήματα, ημερολόγια και τέτοια
Και σε σένα από την Καλαμάτα
Από τη Λακωνία και την οδό Μνησικλέους
Για να τελειώσουν αυτές οι ιστορίες
Με τα γραμμάτια και τις κατεδαφίσεις.

Τρίτον:
Θα σ’ αγαπήσω περισσότερο∙
Θα προσπαθήσω τουλάχιστον.
Εξάλλου, σκέφτομαι ν’ αλλάξω
Τις κορνίζες και τις φωτογραφίες μας
Γιατί οι πόζες άλλαξαν τώρα πια
Κι οι επισκέπτες ζητούν όλο
Και περισσότερη ποικιλία, ακόμα και
Στα λόγια, και στη ματιά.

Προς το παρόν δουλεύω
Την κάτοψη που άρχισα πέρσι
Κι ακόμα να βρω λύση.

Από τη συλλογή Όμιλος Φίλων Θαλάσσης – Ο Ισορροπιστής (1976) του Αλέξανδρου Ίσαρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξανδρος Ίσαρης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Όραμα

Σωτήρης Σκίπης & Γιάννης Σπανός, Άσπρα καράβια
(ερμηνεία: Πένυ Ξενάκη & Γιάννης Πουλόπουλος / δίσκος: Γιάννης Πουλόπουλος, μια φορά θυμάμαι… (1982))

Όραμα

Ελληνικό μες στο γαλάζιο θεώρημα ο άσπρος φλόκος.
Πάνω στην πλώρη ο κασιδιάρης μούτσος συλλογιέται.
Μια όμορφη στη σκότα είναι του τριγκέτου ζωγραφισμένη,
δεν είν’ αυτός που την αγαπά αλλ’ ο Καπετάνιος.

«Μέσα στη λεβέντικη καρδιά του Καπετάνιου με τα μουστάκια,
όλες τις θάλασσες και τους γιαλούς του κόσμου που δεν ξέρω αρμένισα.
Εσύ Αδελφή του Μέγ’ Αλέξανδρου που για τ’ αθάνατο τριγυρίζεις
ακολούθα μας σαν δέλφινας, γιατί ζει και βασιλεύει μα την πίστη μου.

»Από τις Ίντιες εκεί που λεν ότι έφτασε ίσως να γυρνάμε τώρα.
Μπορεί από πλιο μακρύτερα. Ποιο λιμάνι να πρωτοσυλλογιστεί ο νους;
Λαός πολύς παντού μ’ άλλες κουβέντες, που κι ο Καπετάνιος συνεννοόταν φαρσί.
Έχουμε τ’ αμπάρι με πραμάτεια κάργα και ρεγάλα για την όμορφη».

Συχαρίκια παίρνει ο Βίγλαρης και το μπάρκο άραξε.
Στα σοκάκια τον ανήφορο για τη σαστικιά του πάει ο Καπετάνιος.
Ανεβάζοντας από τη θάλασσα έναν κουβά, νίβεται ο Μούτσος.
Αγναντεύει τ’ άσπρο σπίτι της με τις γλάστρες στα παράθυρα.

(1951)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Ανθούλα Σταθοπούλου-Βαφοπούλου, Στο τέρμα

Στέλιος Καζαντζίδης & Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, Τώρα που φεύγω απ’ τη ζωή
(τραγούδι: Βίκη Μοσχολιού / δίσκος: Τραγούδια της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου [Βίκη Μοσχολιού & Σταύρος Ξαρχάκος] (1982))

Στο τέρμα

[Από τα Νέα ποιήματα (1932-1935)]

Στο τέρμα της ζωής μου έχω φτάσει,
κατάκοπη απ’ την πορεία τη δεινή.
Μια νύχτα με κυκλώνει σκοτεινή,
που το φτωχό κορμί θα ξαποστάσει.

Την πόρτα του θανάτου ηύρα κλειστή
και μάταια χτυπώ το μάνταλό της.
Θέλω η ψυχή μου εκεί να δροσιστεί
απ’ το πικρότατο μαρτύριό της.

Άλικο αίμα πια δε μου έχει μείνει
για να ξαναγυρίσω πίσω στη ζωή.
Στους ζωντανούς γυρίζω μια νεκρή,
δίχως του τάφου να ’χω τη γαλήνη.

1935

Σημείωση του Γιώργου Βαφόπουλου:
Η ποιήτρια αναπαύθηκε από το οδυνηρότατο μαρτύριό της στις 16 Απριλίου 1935.

Από το βιβλίο Ανθούλας Σταθοπούλου-Βαφοπούλου Έργα [ποιήματα, διηγήματα, δράματα] (1936)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανθούλα Σταθοπούλου-Βαφοπούλου

Θέμης Λιβεριάδης, Εξομολόγηση

Άκης Πάνου, Θέλω να τα πω
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Θέλω να τα πω (1982))

Εξομολόγηση

Πάτερ… τρέμω σύψυχος.
Νομίζω πως είμαι στο Κλειδί της Αμαθείας. Επιπλέον δεν έχω ποτέ μου προβεί σε εξομολόγηση, εξόν από μια-δυο ερωτικές.
Δεν μου αρέσει η κοιλιά ούτε το λιγωμένο βλέμμα σου, αλλά θα προσπαθήσω.
Μου είπανε πως έχεις την χάριν Του.
Αυτοί που πρόλαβαν να με δουν είναι πια σιωπηλοί από καιρό κι απόμεινα με τους τυφλούς που ντύθηκαν εχθροί.
Δε νήστεψα το πάθος και ζήλεψα το φως των μακρινών μου.
Εμοίχευσα με την Ελευθερία και έκλεψα: πήρα απ’ το σεντούκι της Μάνας όλα τα ελαττώματα του Πατέρα.
Αμφισβητώ τους επερχόμενους. Μετά τον πόλεμο, κάθε βδομάδα σκοτώνω δύο φυσιογνωμιστές, έναν κατακρυψία και πολυάριθμους εκφωνητές.
Φοβάμαι πως χάνω ολοένα την Πίστη μου. Είναι στιγμές που βρίσκομαι σε ξέφραγο αμπέλι, κυκλωμένος από γαϊδούρια που έχουν δεμένα με σχοινί μόνο τα μπροστινά τους πόδια.
Αρνήθηκα τον Πέτρο όταν ελάλησε τρίτη φορά και υπήρξα ψευδομάρτυρας στη δίκη του Καραϊσκάκη.
Είμαι εξ αγχιστείας συγγενής με το όνειρο και ζιγκολό της γερασμένης Ομορφιάς. Παλαιότερα και επί χρόνια αυνανιζόμουν με τη σκέψη της.
Προχθές μπήκα σε μια φωτογραφία: δεν ήμουν μόνος, ούτε στην πλώρη. Καθόμουνα με τους πολλούς πίσω στην, πώς την λένε… πρύμνη, βλέποντας να μικραίνει ολοένα η Πατρίδα, ώσπου σηκώθηκα και βύθισα ιστό και θαλασσινή σημαία κάθετα στο μυαλό. Έμεινα έτσι καρφωμένος τρεις νύχτες και δυο μέρες. Ο καπετάνιος, λέει, περίμενε να «κόψει ο καιρός» για να με ταξιδέψει στο πιο εφήμερο νοσοκομείο κάποιας Σμύρνης.
Ξαναδιαβάζω τους αρχαίους για να σκουπίζω στωικά τον εμετό τον καθημερινό, προσπαθώντας να δεχθώ πως «μίσος δ’ εστίν δυνάμεως παράδειγμα, η δε φιλία ασθενείας δηλούμενον…»
Τελευταία, έκανα ένδεκα ασκήσεις ετοιμότητας, μα αν και εσύ νομίζεις πως δε φτάνουν, πες μου:

Να γράψω εκατό φορές πως τα αδέλφια μου είναι καλοί, αγγελικά πλασμένοι δεν είναι κωλοέλληνες.
Να ανέβω και να κατεβώ με τα γόνατα εβδομήντα επτά φορές τα μαρμαρένια τα σκαλιά μιας βίλας στην Ελάκη.
Να αποστηθίσω όλους τους στίχους του γεράσημου.
Να έκτιζα ξανά τον Παρθενώνα.

Παπά μου,
πάρε αυτό εδώ, για τους πτωχούς της ενορίας των πνευμάτων. Σ’ ευχαριστώ.
Ευχαριστώ. Είμαι πιο ήσυχος τώρα, ό,τι μου πεις.
Είμαι πιο ήσυχος. Έχω ησυχάσει και φιλώ το χέρι σου με τα βρόμικα νύχια.

Από τη συλλογή Ο θάνατος του ζώου, 1988-1996 (1997) του Θέμη Λιβεριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θέμης Λιβεριάδης

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Το πάρκο

Ντίνος Χριστιανόπουλος & Σταύρος Κουγιουμτζής, Το πάρκο
(τραγούδι: Γιάννης Μπογδάνος / δίσκος: Μικραίνει ο κόσμος (1982))

Το πάρκο

[Ενότητα Ο αλλήθωρος (ποιήματα 1949-1970)]

Παροπλισμένα γεροντάκια και νταντάδες,
μικρά παιδιά που παίζουν στα λουλούδια
και κουλουρτζήδες, και μικροί αλήτες
τα πρωινά στολίζουνε το πάρκο
με την αθώα τους ξενοιασιά και με τη φτώχεια τους.

Κι ο ήλιος λάμπει μέσ’ απ’ τα φυλλώματα,
κι όλα είναι ωραία και μικροαστικά.

Μα όταν πέφτει η νύχτα, αλλάζουν όλα:
Μούτρα επικίνδυνα κυκλοφορούνε τώρα,
λογιώ λογιώ υποκείμενα πίσω απ’ τα δέντρα,
κάθε παγκάκι κι ένας βιασμός.
Μονάχα πού και πού κάνα ζευγάρι,
σε τρυφερές δοσμένο περιπτύξεις,
τον έρωτά του ριψοκινδυνεύει
μπροστά σε μάτια που αχόρταγα κοιτούνε.

Κι όλο το πάρκο γίνεται πρατήριο,
που βγάζει στο σφυρί την παρθενιά του.

Μα το πρωί, θα ’ρθει το συνεργείο
του Δήμου, βιαστικά να καθαρίσει∙
της νύχτας τα τεκμήρια μαζεύονται,
μαντίλια βρόμικα, χαρτιά τσαλακωμένα –

νά ’ρθει ο ήλιος, νά ’ρθουν τα παιδιά,
να παίξουν στα λουλούδια ανυποψίαστα.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ντίνος Χριστιανόπουλος | Ποιήματα (Ιανός, 2004)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ντίνος Χριστιανόπουλος

Σπύρος Λαζαρίδης, Άποψη

Λάκης Παπαδόπουλος & Παύλος Μάτεσις, Κουρσάρος
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Φοβάμαι (1982))

Άποψη

Δεν τραγουδάνε πια τις νύχτες οι θλιμμένοι.
Ανοίγουν τα παράθυρα και κοιτάνε ανέκφραστοι
την άδεια λεωφόρο.
Κι όταν φανεί από μακριά ο δυνατός προβολέας,
αφήνονται στο μουγκρητό της μηχανής και
καρφώνουν το βλέμμα στη μέση του μοτοσυκλετιστή
εκεί που τυλίγονται αμήχανα τα χέρια του συνεπιβάτη.

Από τη συλλογή Λαίμαργο βλέμμα (1990) του Σπύρου Λαζαρίδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σπύρος Λαζαρίδης

Τάσος Κόρφης, Η θάλασσα γίνεται κήπος

Τάσος Κόρφης & Σταύρος Κουγιουμτζής, Μικραίνει ο κόσμος
(τραγούδι: Αντώνης Καλογιάννης / δίσκος: Μικραίνει ο κόσμος (1982))

Η θάλασσα γίνεται κήπος

Μικραίνει ο κόσμος κι η θάλασσα γίνεται κήπος.
Στερεύει το φως στις γυμνές αποβάθρες. Μ’ ασβέστη
σκεπάζουν τα δάκρυα. Σεντόνι λευκό χειρουργείου
σκεπάζει τ’ ανήσυχα χέρια.

Μικραίνει ο κόσμος μα εσύ, ματωμένη καρδιά μου, πολύκαρπο ρόδι,
και πάλι μαζί σου με πας ταξιδιώτη για ναυάγιο και πάλι
και πάλι σκιρτάς σαν πουλί μες στο χιόνι, σαν ελπίδα αιχμαλώτου.

Από τη συλλογή Εργόχειρα (1983) του Τάσου Κόρφη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Γιάννης Καρατζόγλου, Όπως λέει κι ο Ντίνος

Σταύρος Κουγιουμτζής & Ντίνος Χριστιανόπουλος, Καημένε Μακρυγιάννη
(τραγούδι: Γιάννης Κούτρας & χορωδία / δίσκος: Μικραίνει ο κόσμος (1982))

Όπως λέει κι ο Ντίνος

[Ενότητα Κομματική εποχή]

Η πρώτη ιδέα για ποίημα κομπολόι ημερομηνίες:
απόλυτες τιμές αναφοράς του πότε η μία τραγωδία
κωδικοί και πίσω τους αρρωστημένη βία ενός βαθμοφόρου
κι ύστερα το ρίγος μιας ανάστασης
ως τον επόμενο Μεσσία.

Όλα βγαλμένα με αντίγραφο καθώς γύφτικες κασέτες
στάχτες μ’ αίματα απ’ την πρώτη ως την έσχατη στροφή
με ηρωισμούς ανάμειχτα βουνίσιους-πελαγίσιους.

Οι λυγμοί σ’ αυτόν τον τόπο συνεννοούνται με αριθμούς
οι άνθρωποι γέρνουν να κοιμηθούν πάνω σε ημερομηνίες:
αριθμηθήκαν στα πρωτόκολλα οι διαδοχικές απάτες
πνιγμοί στραγγαλισμοί και αύτανδρα ναυάγια σπίτι σε σπίτι
πράξεις ταξικές που μεταγράφηκαν σε ένοπλες ληστείες
κομματικά θεριά εκμηδενισμένα σαν χαφιέδες…

Για να χορεύουν σέικ, που λέει κι ο Ντίνος,
στις ντισκοτέκ και στα υπόγεια, τα κωλόπαιδα
και για ν’ ανάβουν τα τσιγάρα τους με ασημένιους Dunhill…

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Αποσβέσεις (1987) του Γιάννη Καρατζόγλου

Το ποίημα περιλαμβάνεται στην ενότητα Σε κατάσταση πολιορκίας στη συγκεντρωτική έκδοση Πηγαίος κώδικας (2009) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Μια αγάπη μου

Σπύρος Παπαβασιλείου & Νίκος Βρεττός, Έχω εσένα ν’ αγαπώ
(τραγούδι: Βίκη Μοσχολιού / δίσκος: Σ’ ένα κόσμο σαν κι αυτό (1982))

Μια αγάπη μου

Απλωμένα σε καναπέδες, πατώματα και τοίχους
εκθέτονταν χαλιά εισαγωγής από την Ανατολή.
Η συντροφιά που ακολούθησα συναγωνίζονταν
ποιος θα διαλέξει το καλύτερο,
και ποιος θα πληρώσει περισσότερο.
Έφερναν βαβούρα και υστερία επιδειξιομανίας.
«Παραδέξου το, είναι άχαρα άτομα
κι εσύ πνίγεσαι ανάμεσά τους.
Μια ανοησία η βαβούρα τους,
απορώ πώς τους ανέχεσαι.»
Γύρισα και τον κοίταξα καθώς απρόσμενα
εμφανίστηκε μπροστά μου και έκανε την υπόδειξη.
Με μάλωνε και τα μάτια του υπέφεραν από αγάπη,
με μάλωνε και η φωνή του λιγωμένη
κόμπιαζε από αγάπη –
με τον πιο μειλίχιο τρόπο με μάλωνε.
Και ήταν το αντίδοτό μου,
το πιο αληθινό αντίδοτο
για τις άχρηστες και άχαρες συναναστροφές μου με άλλους.

Από τη συλλογή Παρακαταθήκη ηδυπάθειας (2000) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Πρόσωπο με πρόσωπο

Σταύρος Κουγιουμτζής & Κώστας Ριτσώνης, Τι σημαίνει αγάπη
(τραγούδι: Αιμιλία Κουγιουμτζή / δίσκος: Μικραίνει ο κόσμος (1982))

Πρόσωπο με πρόσωπο

Ας τον θεωρούν συγγραφέα ολκής
κι ας τον προσέχουν. Εμένα δεν με πείθει.
Οι παθιασμένοι καημοί που μ’ ενδιαφέρουν
δεν υπάρχουν στα γραπτά του.

Κάποτε μου επιτέθηκε –
«Η εμμονή σου με τα ερωτικά θα σε βλάψει.
Κάθε ποίημά σου στο ίδιο μοτίβο,
επαναλαμβάνεσαι και μας κουράζεις».

Όποτε με κλονίζουν οι επιθέσεις τους
με τη σκέψη περιπλανιέμαι σ’ ένα παλιό μου ταξίδι.
Επισκεπτόμασταν με πούλμαν διάφορες πόλεις,
διανύαμε τεράστιες αποστάσεις.
Μας λίκνιζε ο δρόμος και η μουσική στο κασετόφωνο.
Αργόσυρτοι αμανέδες ακούγονταν
γεμάτοι από το πάθημα της αγάπης.
Γίνονταν πια ανεξάντλητο το ρεπερτόριο της αγάπης.
Στον ίδιο ρυθμό, στο ίδιο μοτίβο
η μία κασέτα διαδέχονταν την άλλη,
που ο κόσμος στο πούλμαν αποζητούσε –
τόσο που οι διαδρομές και οι επισκέψεις
ήταν ένα πρόσχημα γι’ αυτά τα ακούσματα,
γι’ αυτές τις μουσικές της αποχαύνωσης.

Συνειδητά οδηγούμαι στο ίδιο μοτίβο στα ποιήματά μου.

Από τη συλλογή Παρακαταθήκη ηδυπάθειας (2000) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Σύγκριση

Μάνος Χατζιδάκις & Άρης Δαβαράκης, Πορνογραφία
(τραγούδι: Έλλη Πασπαλά / δίσκος: Πορνογραφία (1982))

Σύγκριση

Η γνώμη του με κέντρισε:
«Είναι φτηνά και άνοστα τα πορνογραφικά έντυπα,
ενώ τα ποιήματά σου διεγείρουν
και συγχρόνως προκαλούν ανάταση ψυχής.
Έχω εξάρτηση, είμαι ναρκομανής με τους στίχους σου.»

Ξανασκέφτηκα την άποψή του.
Διόλου αμελητέος αντίπαλος η πορνογραφία,
πανστρατιές με βουλιμία τη διαβάζουν.
Τιμή μου να βγάζω άχρηστα τα έντυπα
και την παραλογοτεχνία της.

Από τη συλλογή Θείο κορμί (1994) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Φωτοσκιάσεις

Μάνος Χατζιδάκις & Νίκος Γκάτσος, Έλα σε μένα
(τραγούδι: Δήμητρα Γαλάνη / δίσκος: Πορνογραφία (1982))

Φωτοσκιάσεις

Η φωτογραφία την κολάκευε ιδιαίτερα
κάπου στη μέση της κάμαρας,
ρίχνοντας φως και πολλά αντικείμενα τριγύρω,
το καθένα στη σωστή απόσταση
για τις φωτοσκιάσεις που μεγάλωναν,
καθώς κατέβαινε ο ήλιος
τυλίγοντας τα μαλλιά και τα λεπτά της δάκτυλα
μέσα στην κάμαρα με τα πολύχρωμα βιβλία
και την κλειστή πόρτα για καταφύγιο.

Στο σπίτι της θείας
είχαν ένα στενό διάδρομο
κι ένα μεγάλο γιο που γκρίνιαζε.

Τώρα μπαίνουν άνθρωποι
που ανοίγουν με πάταγο
και με κλoτσιές τις πόρτες∙
Δεν έχουν συγκέντρωση,
δεν έχουν τεχνική.

Η κάμαρα μένει άδεια
χωρίς το όμορφο κορμί της,
τους φωτισμούς, τους υπολογισμούς,
τα μακριά φουστάνια
και τα διάφορα αντικείμενα τριγύρω της.

Αυτή η απουσία φοβερά
τον βασανίζει∙
περνάει το διάδρομο, σβήνει τους προβολείς,
περπατάει σταθερά και αδέξια συγχρόνως,
φεύγει και τους αφήνει ατιμώρητους,
γυρίζει στα καταφύγια
και στα θαλάσσια σπορ
το καλοκαίρι.

Από τη συλλογή Ανοικτή γραμμή (1984) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Γιάννης Ποδιναράς, Τριών χρονών

Οδυσσέας Ελύτης & Δημήτρης Λάγιος, Ε σεις στεριές και θάλασσες
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Ο ήλιος ο ηλιάτορας (1982))

[Μέρος Β’]

Τριών χρονών

«Έχεις τη δύναμη της αγάπης
να φτερουγίσεις στη λιτανεία των πουλιών.»
Σου ψιθύρισα σαν προσευχή.
Και συ τριών χρονών μου φώναξες:
«Θέλω να γίνουμε θάλασσες.
Όπως τη θάλασσα να μου μιλάς.
Όπως το κύμα.»

Από τη συλλογή Φαράγγια των Αγγέλων (2008) του Γιάννη Ποδιναρά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Ποδιναράς