Γιώργος Καφταντζής, Στολισμένοι

Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης, Της αγάπης αίματα
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Μικτή Χορωδία της Θάλειας Βυζαντίου / δίσκος: Το άξιον εστί (1964))

Στολισμένοι

Στολισμένοι με τα αιμόφυρτα ρόδα της αγάπης
από έκθαμβα φύλλα και σμήνη εκστατικών στιγμών
προσπερνούμε ανώφελες περιοχές που σκοτώνουν τα όνειρα
γερασμένες σκιές, ξεστρατισμένες εποχές
και το φοβερό μυστήριο της σπασμένης λάμπας
κάτω απ’ τις στοιβαγμένες νύχτες όλων των ανθρώπων
γεμάτες τρύπες στουπωμένες με ξερές ψυχές
αφήνοντας πίσω μας ανέγγιχτη τη λήθη.

Από τη συλλογή Περίπλους (1991) του Γιώργου Καφταντζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Καφταντζής

Advertisements

Γιώργος Καφταντζής, Θύμηση

Brendan Behan | Βασίλης Ρώτας) & Μίκης Θεοδωράκης, Τον Σεπτέμβριο θυμάμαι
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / έργο: Ένας όμηρος (1966))

Θύμηση

Θα τους θυμάμαι πάντοτε από σκιές δεμένους
στα σκοτεινά δρομάκια του Κουλέ-Καφέ.
Από τότε άλλαξαν πολλά
σβήστηκαν τα ονόματα
τα σύννεφα πνίγουν τα καράβια και τα τρένα
το αίμα τους δεν κοιμάται τρομάζει το βράδυ τα παιδιά.

Από τη συλλογή Περίπλους (1991) του Γιώργου Καφταντζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Καφταντζής

Κλείτος Κύρου, Ασκήσεις μνήμης

Σταύρος Ξαρχάκος & Νίκος Γκάτσος, Παλικάρι στα Σφακιά (με τον Νίκο Ξυλούρη)

[Ενότητα Άλλα ποιήματα: Α’]

Ασκήσεις μνήμης

Ο Μάης του ’68
Ο Δεκέμβρης του ’44
Πιο πρόσφατος ο Νοέμβρης του ’73
Σήμερα ενδείξεις μόνο χρονολογικές
Κι οι επίγονοι επιλήσμονες σαν πάντα

Μη βάζετε πια σημάδια σε λέξεις
Σε σπίτια ερειπωμένα ή σε τραγούδια παλιά
Πάντα θα βρίσκετε το δρόμο σας
Και πάντα θα τον χάνετε
Αναζητώντας κάθε τόσο καινούργιους θεούς

Από τη συλλογή Περίοδος χάριτος και άλλα ποιήματα (1992) του Κλείτου Κύρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κλείτος Κύρου

Σαράντος Παυλέας, Χτισμένα σημεία

Brendan Behan & Μίκης Θεοδωράκης, Άνοιξε λίγο το παράθυρο (απόδοση στα Ελληνικά: Βασίλης Ρώτας)
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / δίσκος: Ένας όμηρος (1966))

Χτισμένα σημεία

Είπαμε να μην τσακίζουμε, να μην ισοπεδώνουμε τα παράθυρα.
Κανένα παράθυρον όσο σκληρό κι αν έχει φως, το φως γνωρίζει να γιατρεύει.
Γυρεύαμε τα παράθυρα, δε μας αρκούσαν τα παράθυρα,
γιατί θέλαμε πολύ φως για να διαλύουμε το κάθε μας σκοτάδι.
Γι’ αυτό ψάχναμε για παράθυρα σα να ’μασταν διαρκώς χτισμένοι.
Παντού ψηλαφούσαμε για φως, θέλαμε τα παράθυρα, προσπαθούσαμε
να ελευθερώνουμε όλα τα χτισμένα τους σημεία, σχηματίζαμε ρωγμές
κι ανοίγματα, να πετύχουμε ένα τέλειο παράθυρο
όπου το φως συνέχεια κι άφθονο να φτυαρίζεται μέσα του
απέναντι στο απέραντο το Σύμπαν.

Από τη συλλογή Τ’ όνομά μας ήταν ενοχή (1983) του Σαράντου Παυλέα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας

Σαράντος Παυλέας, Το πιο φτερωτό φέρτε μου άλογο

Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Κώστας Βίρβος, Ένα αμάξι με δυο άλογα
(ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος: Μικροί καημοί (1975))

Το αραχνάκι

Θέλω να υπακούσω στην κλήση του ταξιδιού μου.
Το πιο φρέσκο, το πιο γοργό φέρτε μου άλογο.
Πηγαίνω προς τη νίκη μου και την τελειοποίησή μου
το πιο αστραφτερό φέρτε μου άλογο,
να το ανεβώ έτσι αφρισμένο όπως θα ‘ναι
μέσα στη μαύρη νύχτα
το πιο γοργό, το πιο αφράτο φέρτε μου άλογο,
να φτάσω στον καιρό μου πριν γίνει ο καλός του πλοίου μας απόπλους.

Το πιο γοργό, το πιο αφράτο φέρτε μου άλογο.
Δε θα φύγω σαν ένας Αννίβας
για μιαν έρημη παραλία της Θάψου. Δεν ακολουθεί τη φυγή μου
κανένας Σκιπίωνας, καμιά Ζάμα.
Πορεύομαι σε τροπαιούχον άλλο βίο.
Το πιο φτερωτό φέρτε μου άλογο,
να κάμω γρήγορο το τέλος των χιλιομέτρων μου
που με χωρίζουν από το Καράβι της Απεραντοσύνης μου.
Το πιο φτερωτό φέρτε μου άλογο.

Από τη συλλογή Ποιητικοί συνειδησιακοί διάλογοι, Β (1981) του Σαράντου Παυλέα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας

Νίκος Μυλόπουλος, Η μικρή και η μεγάλη συμπόρευση (III)

Γιώργος Σεφέρης & Μίκης Θεοδωράκης, Άρνηση
(Ανατολικό Βερολίνο, 1987 / τραγούδι: Μίκης Θεοδωράκης, Σοφία Μιχαηλίδου & Θανάσης Μωραΐτης)

[Ενότητα Η μικρή και η μεγάλη συμπόρευση]

III

Τι κι αν τα βήματα δεν ήτανε σωστά;
Όλοι φτάσανε κάπου.
Ύστερα φύσηξε άστατα
Σβήνοντας μονομιάς όλα τα χρώματα.
Μόνο το χώμα βάραινε αναλλοίωτο
Κι οι εικασίες…
Κι εμείς αρχίσαμε να το κοιτάμε
Ελπίζοντας μάταια να βρούμε
Όλα εκείνα τα χνάρια
Που κάποτε νομίζαμε
Πως έχουμε χαράξει
Όμως το χώμα
Τύπωνε αδιάφορο τα καινούργια.

Πώς χύθηκε ολόκληρη η ζωή
Από μια τόσο μικρή κλειδαρότρυπα;

Από τη συλλογή Οι εραστές πάντα σιωπούν (2007) του Νίκου Μυλόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Μυλόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Η Νύχτα

Μίκης Θεοδωράκης & Δημήτρης Χριστοδούλου, Βραδιάζει
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος: Πολιτεία Β’ (1964))

[Ενότητα Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο]

Η Νύχτα

Όταν χτυπήσουν τα μεσάνυχτα, να μη βιαστείς
ν’ ανοίξεις το παράθυρο. Την ώρα εκείνη
γυρνούν οι άνθρωποι στο σπίτι από τα θέατρα
κι οι παρθένες στις σκοτεινές γωνιές έρωτα κάμνουν.

Όταν χτυπήσουν τα μεσάνυχτα, δεν είναι νύχτα.
Επηρμένες οι στολές των στρατηγών χορεύουν
και των επισήμων τα φράκα υποκλίνονται
μπρος σ’ ανθισμένες άδειες μουσελίνες.

Όταν χτυπήσουν τα μεσάνυχτα, είναι μέρα.
Και τα δικά σου μάτια δεν αντέχουνε σε τέτοιο φως
κι ούτε στα φωτισμένα των ανθρώπων πρόσωπα.

Πρέπει να υπομείνεις πολύ. Κι όταν πεισθείς
πως όλα μπήκαν στις ντουλάπες, πως οι μελωδίες
τυλίχθηκαν να κοιμηθούνε μέσα στα όργανα,
άνοιξε το παράθυρο με προσοχή και κοίταξε
το φως των άστρων: είναι άλλο φως. Ή δέξου
το ράπισμα της καταιγίδας: είναι άλλο ράπισμα.

Κι αν ξαφνικά το μάτι σου διακρίνει
κάποια σκιά μες στο πυκνό σκοτάδι:
έναν κλέφτη, που το περίπτερο διάρρηξε∙
μια μάνα, που το μεθυσμένο γιο της περιμένει∙
ένα γιατρό, που φεύγει από το σπίτι πεθαμένου,
μη βιαστείς το παράθυρο να κλείσεις.

Αυτό που είδες άνθρωπος δεν είναι.
Είναι της μεγάλης νύχτας το φάντασμα,
που το λένε: αμαρτία, αγάπη ή χρέος.
Που καταφύγιο ζητά την ώρα τούτη.

Σκύψε μες στο πηγάδι αυτό του σκότους,
που με το βάθος μετριέται της συνείδησής σου,
και δώσε το χέρι σου στο φάντασμα της νύχτας.
Κι έπειτα κλείσε πάλι το παράθυρο σιγά,
πριν οι άνθρωποι ανοίξουν τα δικά τους παραθύρια.

Από τη συλλογή Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο (1959) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Έγκλειστες συναντήσεις (2008): ελπίδα

Μάνος Χατζιδάκις & Νίκος Γκάτσος, Άσπρο περιστέρι
(τραγούδι: Δήμητρα Γαλάνη / δίσκος: Της γης το χρυσάφι (1971))

ελπίδα

Με το στήθος στην πάλη
Στον αγώνα
Στον πόλεμο της ζωής
Στον ΕΡΩΤΑ
Άσπρο περιστέρι το αύριο

Από τη συλλογή έγκλειστες συναντήσεις (2008) ανήλικων κρατουμένων στις δικαστικές φυλακές Διαβατών Θεσσαλονίκης

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανήλικοι κρατούμενοι στις δικαστικές φυλακές Διαβατών Θεσσαλονίκης

Ανθούλα Σταθοπούλου-Βαφοπούλου, Στο τέρμα

Στέλιος Καζαντζίδης & Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, Τώρα που φεύγω απ’ τη ζωή
(τραγούδι: Βίκη Μοσχολιού / δίσκος: Τραγούδια της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου [Βίκη Μοσχολιού & Σταύρος Ξαρχάκος] (1982))

Στο τέρμα

[Από τα Νέα ποιήματα (1932-1935)]

Στο τέρμα της ζωής μου έχω φτάσει,
κατάκοπη απ’ την πορεία τη δεινή.
Μια νύχτα με κυκλώνει σκοτεινή,
που το φτωχό κορμί θα ξαποστάσει.

Την πόρτα του θανάτου ηύρα κλειστή
και μάταια χτυπώ το μάνταλό της.
Θέλω η ψυχή μου εκεί να δροσιστεί
απ’ το πικρότατο μαρτύριό της.

Άλικο αίμα πια δε μου έχει μείνει
για να ξαναγυρίσω πίσω στη ζωή.
Στους ζωντανούς γυρίζω μια νεκρή,
δίχως του τάφου να ’χω τη γαλήνη.

1935

Σημείωση του Γιώργου Βαφόπουλου:
Η ποιήτρια αναπαύθηκε από το οδυνηρότατο μαρτύριό της στις 16 Απριλίου 1935.

Από το βιβλίο Ανθούλας Σταθοπούλου-Βαφοπούλου Έργα [ποιήματα, διηγήματα, δράματα] (1936)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανθούλα Σταθοπούλου-Βαφοπούλου

Θέμης Λιβεριάδης, Εξομολόγηση

Άκης Πάνου, Θέλω να τα πω
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Θέλω να τα πω (1982))

Εξομολόγηση

Πάτερ… τρέμω σύψυχος.
Νομίζω πως είμαι στο Κλειδί της Αμαθείας. Επιπλέον δεν έχω ποτέ μου προβεί σε εξομολόγηση, εξόν από μια-δυο ερωτικές.
Δεν μου αρέσει η κοιλιά ούτε το λιγωμένο βλέμμα σου, αλλά θα προσπαθήσω.
Μου είπανε πως έχεις την χάριν Του.
Αυτοί που πρόλαβαν να με δουν είναι πια σιωπηλοί από καιρό κι απόμεινα με τους τυφλούς που ντύθηκαν εχθροί.
Δε νήστεψα το πάθος και ζήλεψα το φως των μακρινών μου.
Εμοίχευσα με την Ελευθερία και έκλεψα: πήρα απ’ το σεντούκι της Μάνας όλα τα ελαττώματα του Πατέρα.
Αμφισβητώ τους επερχόμενους. Μετά τον πόλεμο, κάθε βδομάδα σκοτώνω δύο φυσιογνωμιστές, έναν κατακρυψία και πολυάριθμους εκφωνητές.
Φοβάμαι πως χάνω ολοένα την Πίστη μου. Είναι στιγμές που βρίσκομαι σε ξέφραγο αμπέλι, κυκλωμένος από γαϊδούρια που έχουν δεμένα με σχοινί μόνο τα μπροστινά τους πόδια.
Αρνήθηκα τον Πέτρο όταν ελάλησε τρίτη φορά και υπήρξα ψευδομάρτυρας στη δίκη του Καραϊσκάκη.
Είμαι εξ αγχιστείας συγγενής με το όνειρο και ζιγκολό της γερασμένης Ομορφιάς. Παλαιότερα και επί χρόνια αυνανιζόμουν με τη σκέψη της.
Προχθές μπήκα σε μια φωτογραφία: δεν ήμουν μόνος, ούτε στην πλώρη. Καθόμουνα με τους πολλούς πίσω στην, πώς την λένε… πρύμνη, βλέποντας να μικραίνει ολοένα η Πατρίδα, ώσπου σηκώθηκα και βύθισα ιστό και θαλασσινή σημαία κάθετα στο μυαλό. Έμεινα έτσι καρφωμένος τρεις νύχτες και δυο μέρες. Ο καπετάνιος, λέει, περίμενε να «κόψει ο καιρός» για να με ταξιδέψει στο πιο εφήμερο νοσοκομείο κάποιας Σμύρνης.
Ξαναδιαβάζω τους αρχαίους για να σκουπίζω στωικά τον εμετό τον καθημερινό, προσπαθώντας να δεχθώ πως «μίσος δ’ εστίν δυνάμεως παράδειγμα, η δε φιλία ασθενείας δηλούμενον…»
Τελευταία, έκανα ένδεκα ασκήσεις ετοιμότητας, μα αν και εσύ νομίζεις πως δε φτάνουν, πες μου:

Να γράψω εκατό φορές πως τα αδέλφια μου είναι καλοί, αγγελικά πλασμένοι δεν είναι κωλοέλληνες.
Να ανέβω και να κατεβώ με τα γόνατα εβδομήντα επτά φορές τα μαρμαρένια τα σκαλιά μιας βίλας στην Ελάκη.
Να αποστηθίσω όλους τους στίχους του γεράσημου.
Να έκτιζα ξανά τον Παρθενώνα.

Παπά μου,
πάρε αυτό εδώ, για τους πτωχούς της ενορίας των πνευμάτων. Σ’ ευχαριστώ.
Ευχαριστώ. Είμαι πιο ήσυχος τώρα, ό,τι μου πεις.
Είμαι πιο ήσυχος. Έχω ησυχάσει και φιλώ το χέρι σου με τα βρόμικα νύχια.

Από τη συλλογή Ο θάνατος του ζώου, 1988-1996 (1997) του Θέμη Λιβεριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θέμης Λιβεριάδης

Κατερίνα Καριζώνη, Σχεδόν 12 χρόνια πριν

Δήμος Μούτσης & Γιώργος Παπαστεφάνου, Στου Προφήτη Ηλία
(τραγούδι: Σταμάτης Κόκοτας / δίσκος: Δήμος Μούτσης / Πρώτη εκτέλεση (1973))

Σχεδόν 12 χρόνια πριν

Έλεγα να δώσουμε ραντεβού
κάπου αλλού
ας πούμε σε μια ξεχασμένη πάροδο της πόλης
δίχως όνομα
να μας εγκαταλείπει η μέρα
σα μουσική ανάμεσα στα βράχια της ακτής
σαν κούραση γλυκιά από συντριμμένα πάθη.

Έλεγα στα τριάντα μου
πως με πειράζει αυτό το άρωμα των κάστρων
που κατεβαίνει με τον άνεμο
ως τα καθίσματα των συνελεύσεων
ως τις σκηνές των τσιγγάνων στη Δυτική πλευρά
και πως απόψε θα σε συναντούσα
στο σιωπηλό πλήθος του επιταφίου
θα κατεβαίναμε τρέχοντας όλες τις κατηφόρες
του Προφήτη Ηλία
ως τη θάλασσα
κι ο Προφήτης θα μας παρατηρούσε
από τα νοικιασμένα σπίτια μέχρι αργά το βράδυ
που θα ’πιανε η ψυχρούλα απ’ το Θερμαϊκό

τότε θα ’ριχνε το μανδύα του
στα παγωμένα μπράτσα μας.

Από τη συλλογή Τσάι και μυθολογία (1985) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Απόστολος Λυκεσάς, Νηπενθές

Βασίλης Δημητρίου & Κώστας Μουρσελάς: Ω! Τι κόσμος, μπαμπά! (από την ομότιτλη θεατρική παράσταση του 1970)
[Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Μάρτης 2008: συναυλία προς τιμήν του Βασίλη Δημητρίου / τραγούδι: Παιδική Χορωδία Δημήτρη Τυπάλδου]

Νηπενθές

Στα χρόνια της αχαλίνωτης πλήξης
μόνο τα στομάχια θέριευαν, αγριάδα σε άσκαφτο κήπο,
βάθαινε η αδιαφορία
η ασυναρτησία κύκλωνε και τους ενάντιους

το μέλλον του ενός σκόνταφτε πάνω στον γάμο τ’ αλλουνού
άθαφτοι οι χωρισμοί απ’ τα παιδιά, σάπιζαν αργά
ρουτίνα εσωτερική που βάδιζε ανεμπόδιστη.
Τα αστέρια δεν προανήγγειλαν τίποτα
αν και πολλοί τα μελετούσαν
όμως οι ζαβοί δεν μιλούσαν πια
γλιτσιασμένες οι δεξαμενές κατάπιναν το χρώμα του ουρανού.

Η λύση άφαντη καθώς την περίμεναν όλοι στο πιάτο
ενώ αυτή κυκλοφορούσε άσφαχτη.
Αρουραίος στον υπόνομο δεν εμπιστεύεται
κροταλία ταμία.

Από τη συλλογή Μότορσιπ «Προκρούστης» (2008) του Απόστολου Λυκεσά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Απόστολος Λυκεσάς

Απόστολος Λυκεσάς, Χιλιετία

Μίκης Θεοδωράκης & Κώστας Τριπολίτης, 80
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / δίσκος: Ο επιβάτης (1981))

Χιλιετία

Ω βουλιμικό πλάσμα εντός μου
παράθυρο φωτισμένο που καταπίνει νύχτα
δικράνια χαυλιόδοντες με φορτώνουν
το σκυλί μάλλον οσμίστηκε και γαβγίζει τη χιλιετία
που μας πρόλαβε με την ουρά στα σκέλια.

Από τη συλλογή Τῷ αγνώστῳ (2001) του Απόστολου Λυκεσά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Απόστολος Λυκεσάς

Κώστας Πλαστήρας, Μυστικοπάθεια μεσημεριού

Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Ελένη Λιάκου, Το μεσημέρι καίει το μέτωπό σου (με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, 1969)

Μυστικοπάθεια μεσημεριού

Φως μεσημεριού ζώντας αισθήσεις αυξημένες που σκάζουν
στο σχιστολιθικό γαλάζιο του άσπρου
Καλλιεργώντας την ιστορία κι ας διχόνοια κι ας
βίαιες αντιδράσεις του περιβάλλοντος ακούς
Μια δύση –ρολόι ηλεκτρικό– αγγίζοντας φιγούρες
φευγαλέες
Διεργασία μυστική, λέξεις –νοήματα–
ενώνοντας άκρες δαχτύλων
Όπως στη θάλασσα κουβέντες λέγοντας σιγανά
μην ταραχθεί ο ύπνος των άλλων

Μην ταραχθεί η φαντασία

Από τη συλλογή Mark Alexander Loys συζητάς τα περασμένα (1995) του Κώστα Πλαστήρα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κώστας Πλαστήρας

Αναστάσης Βιστωνίτης: Ό,τι περνάει χάνεται

Μίκης Θεοδωράκης & Κώστας Τριπολίτης, Λέγε
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Ραντάρ (1981))

Ό,τι περνάει χάνεται

[Ενότητα Terra Incognita (1989-1995)]

Σαν το βηματισμό των λεγεώνων,
σαν τον παλμό της γέφυρας κάτω από το βήμα,
σαν ψίθυρος γέρικων αιώνων
που τους δένει ένα ξεφτισμένο νήμα,

όλα είναι πιο παλιά κι από τη μέθη,
από το δάκρυ και την κατακραυγή,
από τη μηχανή που μας αλέθει
κι από τη μολυσμένη αυγή.

Γύρω σου μόνον ερημιά και σκοτάδι,
το μαύρο πέπλο, η σημαία του νεκρού,
κι αυτό που πίστεψες όνειρο και χάδι
σφηνωμένο στο χρόνο του ατσαλιού.

Η Μούσα δεν παίρνει εκδίκηση για μας,
τα λόγια δεν περιγράφουν την πτήση.
Εδώ θ’ ακούς μονάχα τον τροχό της αγοράς.
Ο ήλιος που ήξερες έχει σιγήσει.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Χώμα από ουρανό [1983-1995] (1996) του Αναστάση Βιστωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης

Αναστάσης Βιστωνίτης, Από τη μεριά της θάλασσας

Μίκης Θεοδωράκης & Νίκος Γκάτσος, Φέρτε μου τη θάλασσα
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος: Θαλασσινά φεγγάρια (1974))

Από τη μεριά της θάλασσας

[Ενότητα Ηλικία (1986)]

Νύχτα κατεβήκαμε από το στενό μονοπάτι στη θάλασσα. Δεν φυσούσε κανένας αέρας, όπως χθες. Φώτα καθρεφτίζονταν πάνω σ’ ένα μαύρο γυαλί. Εκεί είδαμε αρνητικά τα πρόσωπά μας.

Φαίνονταν μακριά οι τελευταίες λάμψεις μιας μεγάλης φωτιάς.

Εδώ θα μείνουμε ως το πρωί, είπα κι οι υπόλοιποι δεν μίλησαν. Μια άλλη χώρα άρχιζε εκεί που χαμήλωνε η φωτιά και κανείς δεν την ήξερε. Κανένας δεν γνώριζε αν αυτό που φλεγόταν ήταν το μεγάλο ανάκτορο, όπως έλεγαν οι φήμες της μέρας, ή ανταύγειες μιας δόξας που καιγόταν μέσα στο χρόνο. Κάποιος πρότεινε να πάμε να βρούμε τη στάχτη που θα μείνει πριν τη σκορπίσει ο αέρας.

Πάντα μεσολαβεί μια θάλασσα, είπε ο άλλος, με τη φωνή του σκεπάζοντας το πρόσωπο. Θα μπορούσαμε να βάλουμε κι εμείς μια φωτιά να κάψουμε τη θάλασσα. Δεν καίγεται το γυαλί κι αυτό που βλέπεις δεν είναι η θάλασσα.

Ώστε ήταν ψέματα λοιπόν. Και ποιος φταίει για την απάτη; Άφησέ με, δεν ξέρω. Δεν ξέρω σου λέω.

Θα μπορούσε ίσως να υπήρχαν κάποια άστρα. Αν προβάλεις τη θάλασσα στον ουρανό, δημιουργείς ένα τοπίο. Αυτό το γυαλί δεν καθρεφτίζει τίποτε, δεν φέγγει από πουθενά. Κοίτα μπροστά, κοίτα το πέρασμα, αλλού το πέρασμα, αλλού το μπροστά.

Αν έλεγα ότι μιλώ, δεν θα με πίστευε κανείς. Ήρθαμε για να σωπάσουμε. Τ’ άστρα είναι τα ψάρια, κι αν ο βυθός γεμάτος άστρα, ήταν δικός μας. Καλύτερα να ψάρευα στον ουρανό, να διώξω τη νύχτα.

Ποιος είναι η νύχτα, τι είναι η νύχτα, αριστερά δεξιά, ω αριστερά δεξιά, ω να ’ταν αυγή να ’βγαινα στο δρόμο ή να γλιστρούσα τώρα εδώ, ποιος είπε πως η θάλασσα γαλάζια, ν’ ασπρίσουμε τη θάλασσα, η θάλασσα εκμαγείο της νύχτας, υπάρχει μια νύχτα που είναι ο ουρανός, υπάρχει μια νύχτα που είναι ο βυθός, υπάρχει μια άλλη νύχτα και το άπειρο διάστημα καθώς διασχίζεις το μαύρο καθρέφτη.

Αλήθεια, δεν ξέρω. Γεννήθηκα μ’ ένα γυάλινο μάτι, να βλέπεις εκεί μέσα εκείνο που φαίνεται. Ό,τι βλέπω εγώ μου καίει το στομάχι.

Μου φαίνεται ότι έρχεται ο αέρας, ναι, τώρα ξέρω, ήρθαμε για τον αέρα, είναι ο δικός αέρας, όχι, είναι ο αέρας των άλλων, όχι, δεν είναι ο αέρας, είναι ο αέρας του αέρα, είναι ένα ξέφτι από το ανάκτορο, είναι η σκόνη από τη στάχτη των ανακτόρων, είναι ο καπνός από το φόρεμα της βασίλισσας, το κόκκινο άρωμά της, όχι, είναι το βογκητό της βασίλισσας στην αγκαλιά των εραστών της. Ναι, είναι ο αέρας – αλλά δεν έχει σημασία.

Αν πηδούσα θα βρισκόμουν στην άλλη άκρη αυτού του ουρανού, αν γύριζα γύρω από τον εαυτό μου. Αν.

Αν κοίταζα ταυτόχρονα μια πίσω και μια μπροστά, θα ήξερα αμέσως πως η Γη κινείται, ναι, θα έβλεπα ίσως τον Γαλιλαίο, αν ήμουν τηλεσκοπικός με το παλιό του κάτοπτρο.

Αν άπλωνα το χέρι, αν μάζευα το χέρι, αν γελούσα…

Αν εγώ ήμουν εγώ, αν εγώ ήμουν σαν κι εσένα κι αν εσύ δεν ήσουν εσύ αλλά αυτός που τώρα μου γνέφει, αν όλα με μια υπόθεση ή χωρίς υπόθεση, ή τέλος πάντων αν μπορούσαμε να στήσουμε έναν καθαρό συλλογισμό, αν βάζαμε κάποια όρια στο παιχνίδι, ποιο παιχνίδι, ποιος παίζει, ποιος σημαδεύει την τράπουλα, ποιος είναι ο Εωσφόρος και ο Άγγελος του χρόνου, ποιος μας φυλλορροεί…

Νύχτα κατεβήκαμε από το στενό μονοπάτι στη θάλασσα. Δεν είχε άστρα, κανένα φεγγάρι δεν φώτιζε. Τα ερείπια της φωτιάς στο ανάκτορο πήραν να βασιλεύουν.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Χώμα από ουρανό [1983-1995] (1996) του Αναστάση Βιστωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης

Ορέστης Αλεξάκης, Το ωράριο

Μίκης Θεοδωράκης & Νίκος Γκάτσος, Το πανηγύρι των άστρων
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος: Θαλασσινά φεγγάρια (1974))

Το ωράριο

Θα πρέπει ωστόσο να παραδεχθείς
πως έχει πλέον η ώρα προχωρήσει
πως πρέπει πια να κλείσεις το πρατήριο
κι αν ίσως
δεν συμπληρώθηκε εντελώς ο χρόνος
αν μένει κάποιο υπόλοιπο ωραρίου
όμως για ποιο σκοπό να περιμένεις
αφού το εμπόρευμα έχει εξαντληθεί
στο δρόμο η κίνηση έχει λιγοστέψει
φίλος δεν θά ’ρθει να σ’ επισκεφθεί
– πού χάθηκαν; Πώς χάθηκαν οι φίλοι; –
και τι να κάνεις πια στον άδειο χώρο
μόνος κι ασάλευτος ένα tableau vivant
μ’ αυτό το κρύο χαμόγελο που μάταια προσποιείται
σβήσε το φως
κλείσε τη θύρα
ηρέμησε
ξέχνα για μια στιγμή την ύπαρξή σου
τα δούναι και λαβείν της κάθε μέρας
τον κουρνιαχτό… το συρφετό της πόλης

Και σκέψου λίγο το βαθύ ουρανό
Τα εκατομμύρια πάνω εκεί των άστρων…

Από τα επιλεγμένα ποιήματα της έκδοσης Το ρόπτρο (2014) του Ορέστη Αλεξάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ορέστης Αλεξάκης

Ιφιγένεια Διδασκάλου, Διαπιστώσεις

Σταύρος Ξαρχάκος & Λευτέρης Παπαδόπουλος, Δε σου χρωστάω τίποτα
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος 45 στροφών του 1964)

Διαπιστώσεις

Κάποτε ανοίγουμε τα παραθυρόφυλλα
και βλέπουμε
πόσο ο τόπος μας έχει στερέψει
πόσα τα σπίτια μας ξέβαψαν
στον πρώιμο ήλιο.

Ματώνουμε ως τις ρίζες
για τούτη τη γη
για τούτο το λάθος
για την καρδιά μας
για ένα απλό αύριο.
Αμφιβάλλουμε για τ’ όνομά μας
ψάχνουμε για τα χέρια μας
γυρεύουμε τα δάκρυά μας
ή το χαμόγελο.

Δεν προφτάσαμε να τ’ αγαπήσουμε.

Είναι μια μέρα χωρίς όνειρα
είναι μια μέρα χωρίς άνοιξη
μέσα στο αίμα μιας προσμονής.

Είμαστε εμείς και το κενό.

Από τη συλλογή Χρονικά (1969) της Ιφιγένειας Διδασκάλου

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα / Ιφιγένεια Διδασκάλου

Γιώργος Ιωάννου, Τ’ όνειρο που θα ’ρθει

Ηλίας Ανδριόπουλος & Μιχάλης Μπουρμπούλης, Τα ρεμπέτικά μας μες στη στράτα
(τραγούδι: Σωτηρία Μπέλλου / δίσκος: Λαϊκά προάστια (1980))

Τ’ όνειρο που θα ’ρθει

Δεν έχει πάλι ύπνο κι ακούει τα ρεμπέτικα
και τα σκυλιά που αγαπούν τους μεθυσμένους.
Έκλεισε κι ο μπακάλης που πουλάει κρασί.
Στα σπίτια περιμένουν οι γυναίκες.
Το τρένο πέρασε σφυρίζοντας∙ ο τελευταίος σεισμός.

Τ’ όνειρο που θα ’ρθει κι απόψε το φαντάζεται:
Λιθογραφίες της Γενοβέφας, μυρωδιές, κρασί
στο δρόμο της καρδιάς που τρίζει μες στην κούραση.
Ξανθά παιδιά που πήρε ο ύπνος με τα ρούχα τους,
καθώς περίμεναν τα βήματα του γυρισμού του.
Και δυο μεγάλα μάτια, μάτια υπομονής, μες στο σκοτάδι.

Από τη συλλογή Τα Χίλια Δέντρα (1963) του Γιώργου Ιωάννου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Ιωάννου

La Grecia de Theodorakis (Μίκης Θεοδωράκης & Κώστας Παπαδόπουλος)

La Grecia de Theodorakis

Σύνθεση: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος
Δίσκος: La Grecia de Theodorakis (1978, ισπανικής παραγωγής)

Τα μουσικά θέματα του δίσκου:

Α’ όψη:
1. Zoρμπάς
2. Μάνα μου και Παναγιά
3. Είμαστε δυο
4. Δραπετσώνα
5. Απρίλη μου
6. Όμορφη πόλη
7. Το γελαστό παιδί

Β’ όψη:
1. Μαργαρίτα Μαργαρώ
2. Το παράπονο
3. Σ’ αυτή τη γειτονιά
4. Αγάπη μου
5. Μυρτιά
6. Κατάσταση πολιορκίας
7. Και δόξα τω Θεώ

Υ.Γ.: Ευχαριστώ πολύ τον φίλο Μανόλη Τζιλιβάκη που μου υπέδειξε τη συγκεκριμένη ηχογράφηση και μου έδωσε όλες τις σχετικές πληροφορίες και τις φωτογραφίες των εξωφύλλων.