Γ. Θ. Βαφόπουλος, Τα παιδιά

[Ενότητα Η τριλογία του ανθρώπου]

Τα παιδιά

Οι γυρίνοι δεν έχουν γίνει ακόμα βάτραχοι.
Όμοια και τα παιδιά δεν έχουν τελειωθεί σ’ ανθρώπους.
Είναι οι προάνθρωποι, που στρέφουνε το πρόσωπο σ’ εμάς,
αλλά τον αφαλό τους κρατούν στη μήτρα της μεγάλης νύχτας.
Παίζουν μαζί, μα το καθένα στρέφεται στη μόνωσή του.

Των μικρών παιδιών οι φωνές δεν είναι καμωμένες
από ήχους πραγμάτων, που οι εμπειρίες τα κατοικούν.
Είναι από μνήμες αρχέγονες κι από σιωπή πλασμένες:
Καθώς κινούνται, δε συγκρούονται μεταξύ τους∙ απαλά
γλιστρούν η μια δίπλα στην άλλη∙ διαπερνούν κάποτε,
όπως σπαθί το σώμα, δίχως καν να εγγίζονται:
Τόσο ανάλαφρες η σιωπή τις έχει κάμει.
Τόσο τέλεια η μόνωση τις περιβάλλει.

Πώς το κέλυφος τούτο να διαπεράσεις με το ξίφος
του δήθεν τελειωμένου ανθρώπου; Πώς να κατεβείς βαθιά,
απ’ τα διάφανα μάτια των παιδιών, στον πρώτο θάνατο;
Στο δρόμο σου προς τον άνθρωπο έχεις χάσει τη μνήμη
από την πρώτη μόνωση κι από την πρώτη σιωπή.

Έτσι όπως είσαι τώρα, απ’ των καιρών τη σκόνη σκεπασμένος,
σ’ απανωτά στρώματα, σαν την πανάρχαια τούτη γη,
πρέπει στο χρόνο μέσ’ ανάστροφα να κινηθείς,
της κάθε σου στιγμής να ξεντυθείς τα ρούχα.

Όταν φτάσεις γυμνός στο τέρμα της αναδρομής,
στων προανθρώπων το σύνορο και των ανθρώπων,
τα πρωτινά σου ρούχα θα βρεις να σε προσμένουν.
Όμως θα ’ναι στενά, για να μπορούν να σε χωρέσουν,
καθώς θα ’χεις φαρδύνει απ’ τις ανθρώπινές σου μνήμες.

Θα ’σαι ένας άγγελος, εξορισμένος απ’ το μέλλον
των άλλων αγγέλων στο παρόν τους, που θα ’ναι τώρα
το παρελθόν σου. Κι αν φωνάξεις δυνατά:
«Γυρίνοι, που δεν είσθε ακόμα βάτραχοι».
Κι αν φωνάξεις πάλι: «Κοριτσάκι,
που ακόμα δεν είσαι ματρόνα σε οίκον ανοχής».
Κι αν ξαναφωνάξεις: «Αγοράκι, που δεν είσαι ακόμα
αμοιβός έρωτος ή μέλος του κοινοβουλίου»,
δεν θ’ ακούσουν: Η φωνή σου θα κείτεται στο μέλλον.
Η ακοή τους θα τη συλλάβει, όταν οι βάτραχοι
αρχίσουν να κοάζουν μες στο τέλμα τους.
Αλλά τότε δε θα μπορούνε να την εννοήσουν,
γιατί το νόημά της θα κείτεται στο παρελθόν τους.

Από τη συλλογή Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο (1959) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Advertisements

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Πολυκατοικία

[Ενότητα Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο]

Πολυκατοικία

«Πολιτεία βυθισμένη στη νύχτα. Κοιμητήρι
μ’ αλλεπάλληλους πολυώροφους τάφους
νεκρών, που ροχαλίζουν.»

Η Πολιτεία, «Το δάπεδο»

Στην πολυκατοικία μας τούτη, οι δικοί μας νεκροί
δε ροχαλίζουν μονάχα. Έχουν το προνόμιο
ν’ ανασταίνονται, ν’ αγαπούν και να πεθαίνουν πάλι.

Το βράδυ ανεβαίνουν με το ασανσέρ, όπως οι δίκαιοι
ανέρχονται, για να κριθούν ενώπιον του Κυρίου.
Και το πρωί κατεβαίνουν και πηγαίνουν να καούν
στο κρεματόριο του καζανιού της κεντρικής θερμάνσεως.

Να γιατί η πολυκατοικία μας βαριά μυρίζει:
Είναι η αποφορά από το μαγειρείο
του καθημερινού θανάτου. Όχι του άλλου.
Εκείνος αναδίνει εξαίσιον άρωμα.

Από τη συλλογή Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο (1959) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Ο χρόνος και το ξύλο

[Ενότητα Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο]

Ο χρόνος και το ξύλο

Το ξύλο τούτο, που στα χέρια σου ζυγιάζεται,
λέγεται σήμερα μπαστούνι. Χθες: κλωνάρι.
Αύριο θα λέγεται καυσόξυλο ή κάτι τέτοιο.
Όμως, πριν απ’ της γης τον κόλπο στον αέρα πεταχθεί,
ήτανε γη κι αέρας. Κι όταν στάχτη γίνει,
αέρα και γη πάλι θα ’ναι. Σήμερα είναι ράβδος:
Υποκατάστατο, κατά περίπτωση, του λόγου.

Το ξύλο τούτο, που έχει αλλάξει τόσα ρούχα,
το κατοικεί μια μνήμη, που όλο γύρους φέρνει:
Θυμάται το ταξίδι του μες στον αέρα,
το σύρσιμο μες στα βαθιά της γης λαγούμια,
το ρίγος του κορμιού απ’ το μήνυμα της άνοιξης.
Και δεν ξεχνά κάτι νυχτερινά καμώματα
και τα σοφά χαϊδέματα της πλάτης σου.

Το ξύλο τούτο είναι, επί τέλους, ένα ξύλο:
Ένα μικρό καρότσι φορτωμένο μνήμες.
Όμως εσύ είσαι κάτι παραπάνω από ένα ξύλο:
Είσαι ο σωρείτης των στιγμών του παρελθόντος,
που μέσα τους όχι μονάχα οι μνήμες κατοικούνε,
μα κι η συνείδησή τους, που τις κάμνει να στοχάζονται.
Είσαι ο πυκνός πυρήνας, όπου κατοικεί το μέλλον:
Ένας συσσωρευτής ενδεχομένων γεγονότων,
που είναι κατάφορτα από μνήμες αδοκίμαστες.

Είσαι το παρελθόν. Είσαι το μέλλον.
Είσαι το σπέρμα του μέλλοντος, που φύτεψε το παρελθόν
και φύτρωσε μέσα στον κήπο του παρόντος.
Είσαι ένα δέντρο φορτωμένο μνήμες: γνωστές κι’ άγνωστες.
Είσαι, δεν είσαι. Κι όμως είσαι το παρόν:
Το άπειρα ελάχιστο άτομο, που εντός του χώρεσε
το μέγιστο: τον αδιαίρετο κι άπειρο χρόνο.

Έχεις συλλογιστεί του ατόμου τούτου τη διάσπαση;

Από τη συλλογή Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο (1959) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Ο φόβος

[Ενότητα Η τριλογία του ανθρώπου]

Ο φόβος

Η μόνωση τούτη και τούτη η σιωπή δεν είναι
η πρώτη μόνωση κι η πρώτη σιωπή. Εκείνες ούτε
μνήμες δεν είναι πια: ποντίσθηκαν μες στη μεγάλη νύχτα.
Τούτες άνθισαν γύρω σου, καθώς νυχτερινά λουλούδια,
όταν ο φόβος σού έγνεψε να κλείσεις το παράθυρο.

Πριν, στεκόσουν στην ανοιχτή κορνίζα του. Κι αγνάντευες
στην αυλή το παιχνίδι των μικρών παιδιών. Αλλ’ όμως
δεν έβλεπες την κίνησή τους∙ ούτε τις φωνές τους άκουγες.
Τις θυμόσουν μονάχα, γιατί κείτονταν στο παρελθόν σου.
Κι αισθανόσουν ακέρια την αγάπη τους σ’ ακέριο
τον εαυτό σου ν’ απλώνεται πάνω, γιατί η αγάπη
είναι πέρ’ από το χρόνο κι από κάθε μερισμό.

Κάποτε είδες εκεί, που τίποτε δεν έβλεπες.
Άκουσες από εκεί, που τίποτε δεν άκουγες.
Και το παράθυρό σου ξάφνου βρέθηκε ν’ ανοίγει,
καθώς μάτι κατάπληκτο, ψηλά στον πύργο αυτό,
που ένα χαντάκι με πηχτό νερό τον φέρνει γύρα.
Και βιάστηκες να κλείσεις το παράθυρο, προτού
οι υποβρύχιες του τέλματος φωνές σε πνίξουν.

Όμως δεν είχες υποπτευθεί πως φυλάκιζες το φόβο,
πως κρατούσες κλεισμένη μέσα την ακέρια αγάπη.
Η μόνωση τούτη είναι απ’ το φόβο σου πλασμένη.
Της σιωπής τούτης τα χείλη η αγάπη τα ’χει κλείσει.

Από τη συλλογή Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο (1959) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Ο σκαντζόχοιρος

[Ενότητα Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο]

Ο σκαντζόχοιρος

Σ’ είχα ξεχάσει, μικρό περίφοβο πλάσμα,
όταν μέσα στη μόνωση και στη σιωπή μου,
του σκύλου την αδελφοσύνη επικαλούμουν
κι ενέδιδα στην παρουσία της Έλεν Κέλλερ.

Η αγάπη κι ο φόβος γεννήθηκαν την ίδιαν ώρα.
Κι ενώ τούτη εντός σου ολόκληρο σε περιτρέχει,
καθώς ποτάμι, σε κανάλια που μοιράζεται,
εκείνος, το καταφύγιό της ασφαλίζοντας,
έκτισε πάνω σου κάστρο: Πλήθος λογχοφόροι
αγρυπνούνε στις βίγλες και παραμονεύουν.

Στο φράχτη αυτόν ακουμπισμένος, σε χαϊδεύω,
μικρό, ανυποψίαστο σκεύος της αγάπης.
Όμως δε μ’ αισθάνεσαι. Με νοείς μονάχα.
Ή, μάλλον, την ασφάλειά σου νοείς. Για τούτο
οι λογχοφόροι σου κοιμήθηκαν στις βίγλες τους.

Να μπω μέσα σου η μόνωση με βοηθεί,
δίχως να το αισθανθείς, για να δεχθώ του φόβου
το μέγα δίδαγμα: Να σώσω την αγάπη μου.

Αδελφέ μου, πόσες φορές μου δάνεισες
την πανοπλία σου τούτη∙ πόσες φορές
οι λόγχες σου στο πετσί μου πάνω φύτρωσαν,
όταν ο φόβος πια μέσα μου τρομαγμένος
την προστασία ζητούσε της αγάπης.

Από τη συλλογή Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο (1959) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Η Νύχτα

Μίκης Θεοδωράκης & Δημήτρης Χριστοδούλου, Βραδιάζει
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος: Πολιτεία Β’ (1964))

[Ενότητα Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο]

Η Νύχτα

Όταν χτυπήσουν τα μεσάνυχτα, να μη βιαστείς
ν’ ανοίξεις το παράθυρο. Την ώρα εκείνη
γυρνούν οι άνθρωποι στο σπίτι από τα θέατρα
κι οι παρθένες στις σκοτεινές γωνιές έρωτα κάμνουν.

Όταν χτυπήσουν τα μεσάνυχτα, δεν είναι νύχτα.
Επηρμένες οι στολές των στρατηγών χορεύουν
και των επισήμων τα φράκα υποκλίνονται
μπρος σ’ ανθισμένες άδειες μουσελίνες.

Όταν χτυπήσουν τα μεσάνυχτα, είναι μέρα.
Και τα δικά σου μάτια δεν αντέχουνε σε τέτοιο φως
κι ούτε στα φωτισμένα των ανθρώπων πρόσωπα.

Πρέπει να υπομείνεις πολύ. Κι όταν πεισθείς
πως όλα μπήκαν στις ντουλάπες, πως οι μελωδίες
τυλίχθηκαν να κοιμηθούνε μέσα στα όργανα,
άνοιξε το παράθυρο με προσοχή και κοίταξε
το φως των άστρων: είναι άλλο φως. Ή δέξου
το ράπισμα της καταιγίδας: είναι άλλο ράπισμα.

Κι αν ξαφνικά το μάτι σου διακρίνει
κάποια σκιά μες στο πυκνό σκοτάδι:
έναν κλέφτη, που το περίπτερο διάρρηξε∙
μια μάνα, που το μεθυσμένο γιο της περιμένει∙
ένα γιατρό, που φεύγει από το σπίτι πεθαμένου,
μη βιαστείς το παράθυρο να κλείσεις.

Αυτό που είδες άνθρωπος δεν είναι.
Είναι της μεγάλης νύχτας το φάντασμα,
που το λένε: αμαρτία, αγάπη ή χρέος.
Που καταφύγιο ζητά την ώρα τούτη.

Σκύψε μες στο πηγάδι αυτό του σκότους,
που με το βάθος μετριέται της συνείδησής σου,
και δώσε το χέρι σου στο φάντασμα της νύχτας.
Κι έπειτα κλείσε πάλι το παράθυρο σιγά,
πριν οι άνθρωποι ανοίξουν τα δικά τους παραθύρια.

Από τη συλλογή Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο (1959) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Η ζυγαριά

[Ενότητα Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο]

Η ζυγαριά

Στη μια πλάστιγγα βάλε τον ήλιο∙
βάλε τη θάλασσα∙ βάλε το τραγούδι.
Στοίβαξε όλα τα νησιά του Αιγαίου,
με τα κοχύλια των ευτυχισμένων ποιητών.
Τι άλλο μένει; Ο έρωτας. Βάλε, λοιπόν,
στην κορφή, πάνω απ’ όλα, και τον έρωτα.

Όμως η πυραμίδα τούτη της χαράς
κατακόρυφα θα μπορούσε να υψωθεί,
αν στην άλλη πλάστιγγα ακουμπούσαν
ένα μικρό αντικείμενο νοσοκομείου.

Από τη συλλογή Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο (1959) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Αν ήσουν η νύχτα

[Ενότητα Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο]

Αν ήσουν η νύχτα

Αν ήσουν η νύχτα, σε κάποιες ώρες μυστικές, να ιδείς
κάτι σκιές θα μπορούσες, που σαλεύουν μες στα πάρκα.
Δεν είναι άνθρωποι, που στον παρόν τους κινούνται ή στο μέλλον τους.
Είναι τ’ αγάλματα, που από το παρελθόν τους αναδύονται
και στο μέλλον τους μέσα περπατούν συλλογισμένα.
Θυμούνται, αναριγούνε και τον εαυτό τους ερωτεύονται.

Αν ήσουν η νύχτα, σε κάποιες ώρες, που έμειναν έξω απ’ το χρόνο,
στα μεγάλα παράθυρα των πινακοθηκών θα μπορούσες
να διακρίνεις κάτι σκιές, που ασάλευτες βαριά ανασαίνουν.
Δεν είναι άνθρωποι, που μες στο χρόνο ταξιδεύουν.
Είναι τα παλιά πορτραίτα, που σταμάτησαν στο παρελθόν.
Κλείνουν τα μάτια και τον πρώτον εαυτό τους ονειρεύονται.

Αν ήσουν η νύχτα, σε κάποιες ώρες, που δεν έχουνε περάσει,
θα μπορούσες απ’ τα παράθυρα των ωδείων ν’ ακούσεις
κάτι βαθείς ήχους από ξεμακρυσμένες συμφωνίες.
Δεν είναι όργανα, που ανθρώπων χέρια τα κινούνε.
Είναι οι ξεχασμένες παρτιτούρες πάνω στ’ αναλόγια,
που εντός τους γρηγορεί το πνεύμα της μεγάλης μουσικής.
Καθώς αναπολούν, κραδαίνονται οι χορδές των πενταγράμμων τους.

Αν ήσουν η νύχτα, σε κάποιες ώρες, που δεν ξαναγυρίζουν,
μέσ’ απ’ των βιβλιοθηκών τα παράθυρα θα μπορούσες
ν’ ακούσεις κάτι βαθιές μελωδικές απαγγελίες.
Δεν είναι ανθρώπων φωνές, που αναδιπλώνονται στο χρόνο.
Είναι τα σκονισμένα των μεγάλων ποιητών βιβλία,
που απ’ την αρχή κατοικεί μέσα τους ο ακέριος Λόγος.

Αν ήσουν η νύχτα, σε ώρες, που όλες ίδιες είναι,
θα μπορούσες να ιδείς κι’ αγάλματα που δεν κινούνται∙
πορτραίτα που δεν ανασαίνουν∙ παρτιτούρες
βουβές και βιβλία απ’ την αρχή τους κοιμισμένα.

Είναι γιατί το μάρμαρο κι οι μπογιές δεν έχουν κίνηση.
Γιατί το χαρτί κι η μελάνη δεν μπορούν να τραγουδήσουν.

Από τη συλλογή Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο (1959) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Βύρων Λεοντάρης, Νυχτερινά (VI)

Νυχτερινά

VI

Έσπασα πια τις σάλπιγγες
έκαψα τις σημαίες.
Τώρα μιλώ με την ανθρώπινη φωνή μου,
αχ, τώρα σας μοιράζω την ψυχή μου
– κι εσείς γυρνάτε αλλού το πρόσωπο…

Από τη συλλογή Η ομίχλη του μεσημεριού (1959) του Βύρωνα Λεοντάρη

Βύρων Λεοντάρης, Νυχτερινά (V)

Νυχτερινά

V

Πονώ γιατί πέρασε μέσ’ απ’ την καρδιά μου
ένα μεγάλο αγκάθι
σπρωγμένο με τόση άνεση από δάχτυλα
που αγάπησα δίχως ελπίδα δίχως σύνεση
και τώρα πια δεν έχω λόγια να σκεπάσω τούτη την πληγή
φωνές για να την κρύψω.
Γιατί, δε θέλω, δεν μπορώ, δεν καταδέχομαι,
όσα έζησα
τώρα μονάχα ποίηση να ’ναι.

Από τη συλλογή Η ομίχλη του μεσημεριού (1959) του Βύρωνα Λεοντάρη

Οδυσσέας Ελύτης, Η γένεσις (δεύτερο απόσπασμα)

Η γένεσις (απόσπασμα)

[Ενότητα Η γένεσις]

[…]

Αυτός
ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!

Αλλά πριν ακούσω αγέρα ή μουσική
που κινούσα σε ξάγναντο να βγω
(μιαν ασήμαντη κόκκινη άμμο ανέβαινα
με τη φτέρνα μου σβήνοντας την Ιστορία)
πάλευα τα σεντόνια………. Ήταν αυτό που γύρευα
και αθώο και ριγηλό σαν αμπελώνας
και βαθύ και αχάραγο σαν η άλλη όψη τ’ ουρανού
Κάτι λίγο ψυχής μέσα στην άργιλλο
Τότε είπε και γεννήθηκεν η θάλασσα
Και είδα και θαύμασα
Και στη μέση της έσπειρε κόσμους μικρούς κατ’ εικόνα και ομοίωσή μου:
Ίπποι πέτρινοι με τη χαίτη ορθή
και γαλήνιοι αμφορείς
και λοξές δελφινιών ράχες
η Ίος η Σίκινος η Σέριφος η Μήλος
«Κάθε λέξη κι από ’να χελιδόνι
για να σου φέρει την άνοιξη μέσα στο θέρος», είπε
Και πολλά τα λιόδεντρα
που να κρησάρουν στα χέρια τους το φως
κι ελαφρό ν’ απλώνεται στον ύπνο σου
και πολλά τα τζιτζίκια
που να μην τα νιώθεις
όπως δεν νιώθεις το σφυγμό στο χέρι σου
αλλά λίγο το νερό
για να το ’χεις Θεό και να κατέχεις τι σημαίνει ο λόγος του
και το δέντρο μονάχο του
χωρίς κοπάδι
για να το κάνεις φίλο σου
και να γνωρίζεις τ’ ακριβό του τ’ όνομα
φτενό στα πόδια σου το χώμα
για να μην έχεις πού ν’ απλώσεις ρίζα
και να τραβάς του βάθους ολοένα
και πλατύς επάνου ο ουρανός
για να διαβάζεις μόνος σου την απεραντοσύνη

Αυτός
ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!

[…]

Από τη συλλογή Το Άξιον Εστί (1959) του Οδυσσέα Ελύτη

Οδυσσέας Ελύτης, Η γένεσις (πρώτο απόσπασμα)

Η γένεσις (απόσπασμα)

[Ενότητα Η γένεσις]

Στην αρχή το φως………. Και η ώρα η πρώτη
που τα χείλη ακόμη στον πηλό
δοκιμάζουν τα πράγματα του κόσμου
Αίμα πράσινο και βολβοί στη γη χρυσοί
Πανωραία στον ύπνο της άπλωσε και η θάλασσα
γάζες αιθέρος τις αλεύκαντες
κάτω απ’ τις χαρουπιές και τους μεγάλους όρθιους φοίνικες
Εκεί μόνος αντίκρισα
τον κόσμο
κλαίγοντας γοερά
Η ψυχή μου ζητούσε Σηματωρό και Κήρυκα
Είδα τότε θυμάμαι
τις τρεις Μαύρες Γυναίκες
να σηκώνουν τα χέρια κατά την Ανατολή
Χρυσωμένη τη ράχη τους και το νέφος που άφηναν
λίγο-λίγο σβήνοντας
δεξιά Και φυτά σχημάτων άλλων
Ήταν ο ήλιος με τον άξονά του μέσα μου
πολυάχτιδος όλος που καλούσε Και
αυτός αλήθεια που ήμουνα………. Ο πολλούς αιώνες πριν
Ο ακόμη χλωρός μες στη φωτιά………. Ο άκοπος απ’ τον ουρανό
Ένιωσα ήρθε κι έσκυψε
πάνω απ’ το λίκνο μου
ίδια η μνήμη γινάμενη παρόν
τη φωνή πήρε των δέντρων, των κυμάτων:
«Εντολή σου», είπε, «αυτός ο κόσμος
και γραμμένος μες στα σπλάχνα σου είναι
Διάβασε και προσπάθησε
και πολέμησε», είπε
«Ο καθείς και τα όπλα του», είπε
Και τα χέρια του άπλωσε όπως κάνει
νέος δόκιμος Θεός για να πλάσει μαζί αλγηδόνα κι ευφροσύνη.
Πρώτα σύρθηκαν με δύναμη
και ψηλά πάνω από τα μπεντένια ξεκαρφώθηκαν πέφτοντας
οι Εφτά Μπαλτάδες
κατά πώς η Καταιγίδα
στο σημείο μηδέν όπου ευωδιάζει
απ’ αρχής πάλι ένα πουλί
καθαρό παλιννοστούσε το αίμα
και τα τέρατα έπαιρναν την όψη ανθρώπου
Τόσο εύλογο το Ακατανόητο
Ύστερα και οι άνεμοι όλης της φαμίλιας μου έφτασαν
τ’ αγόρια με τα φουσκωμένα μάγουλα
και τις πράσινες πλατιές ουρές όμοια Γοργόνες
και άλλοι γέροντες γνώριμοι παλαιοί
οστρακόδερμοι γενειοφόροι
Και το νέφος εχώρισαν στα δύο……….Και αυτό πάλι στα τέσσερα
και το λίγο που απόμεινε φύσηξαν και ξαπόστειλαν στο Βορρά
Με πλατύ πάτησε πόδι στα νερά και αγέρωχος ο μέγας Κούλες
Η γραμμή του ορίζοντα έλαμψε
ορατή και πυκνή και αδιαπέραστη

Αυτός ο πρώτος ύμνος.

[…]

Από τη συλλογή Το Άξιον Εστί (1959) του Οδυσσέα Ελύτη

Ιφιγένεια Διδασκάλου, Ερωτικό…

Ερωτικό…

Ιτιές τα φύλλα τους θροούν και λεν και μουρμουρίζουν,
χύνουν τ’ ασήμια τους σωρό, τα κλώνια τους λυγίζουν.
Κι έρχεται και γλυκογελά σαν πούπουλο η σκιά τους
και μας τυλίγει, μας φιλά, μας φέρνει πιο κοντά τους.

Ρυάκι γάργαρους αχούς κυλώντας μουρμουρίζει,
βιολέτες, μοσχολούλουδα δροσίζει και ποτίζει.
Κι απάνω στα μαλλάκια σου διαμάντια στάζει η δρόσο,
δυο, δυο να τα χρυσόδενα, γιορντάνι να σ’ τα δώσω.

Ο ήλιος λες και ζήλεψεν και με περίσσια χάρη
χύνει χρυσάφια από ψηλά και το ’χει για καμάρι.
Τα μάτια σου στα μάτια μου τον ουρανό αγναντεύουν
και παίζουν και γλυκογελούν και χάδια μού γυρεύουν.

Από καιρόν ο πόθος μας τα σωθικά μας λιώνει
κι η δίψα του τυραννική, τρανεύει δεν τελειώνει.
Και σαν μελίσσι χρυσαφί κεντρίζει όλα τα μέλη
και θέλει στα δυο χείλια μας να κορφολογήσει μέλι.

Μες στις ιτιές, μες στα νερά, μέσα στο φως του κόσμου,
πάρε μου την ψυχή, Καλέ, και γίνε Συ δικός μου!
……………………………………………….
Πλήθος τ’ αγριολούλουδα σκορπούν ανθούς τριγύρα
νιώσαν τον πόθο μας βουβά, τον έλουσαν με μύρα!

Από τη συλλογή Άνθινες ώρες (1959) της Ιφιγένειας Διδασκάλου

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα / Ιφιγένεια Διδασκάλου

Στέργιος Βαλιούλης, Δειλία

Δειλία

[Ενότητα Επίλογος]

Ένα καινούριο αστέρι λάμπει στα ουράνια
και φέγγει στην πανώρια Βηθλεέμ.

Οι δρόμοι πάλι βάναυσοι
– τάχα ποια ρούγα πρώρα
να καρτερά φωτόλουστη κ’ ερωτική;

Κ’ εμείς οκνοί κι αργόσκεφτοι
στης σιγουριάς το χώμα ριζωμένοι
κ’ εκστατικοί…

(Να μούλειπαν τα σίδερα
που σφίγγουν της ψυχής τα σκλάβα χέρια
νάνοιωθα μέσα μου φωτιές, τραγούδια, περιστέρια
να πέταγα στης Βηθλεέμ τον έναστρο ουρανό…)

Πάντα θ’ αντιφέγγουνε τ’ αστέρια στα ουράνια
και τ’ όνειρο της Βηθλεέμ θα φλέγει τις καρδιές.
Και πάντα θάναι βάρβαρος κι ανάλγητος ο δρόμος
και μαύρες οι βραδιές…

(Χαρά σ’ αυτούς που τον περνούν
κι αλί σ’ αυτούς που γέρνουν
μεσοστρατίς.
Εμείς πάντα θα φρίττουμε στων αστεριών τη λάμψη
δειλοί και μοναχοί
δίχως σαντάλια κι’ άρματα
ελπίδες κ’ ηλιαχτίδες
δίχως μια γεύση προσφοράς στην κούφια μας ψυχή…)

Από τη συλλογή Το κρυμμένο τετράδιο (1959) του Στέργιου Βαλιούλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Στέργιος Βαλιούλης

Στέργιος Βαλιούλης, Απελευθέρωση (5, απόσπασμα)

[Ενότητα Απελευθέρωση]

5 (απόσπασμα)

Μαζί μας περπατούν
κι αυτοί που μόλις γλίστρησαν
απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο.
Καλόδεχτοι
αν περπατήσουνε μαζί στα πέρατα του κόσμου
στα μπράτσα τα ξεκούραστα
αν φορτωθούν το βάρος της θυσίας.

Πρόθυμοι
να συγχωρέσουμε τους χτεσινούς απόντες
που μας κοιτούν περίλυποι
και δακρυσμένοι.

Πρόθυμοι
ν’ ακροασθούμε διαλέξεις
για την ψυχή
την ποίηση
και τη μαγεία των αγώνων.

*

Τώρα…
Τώρα θα ρίξουμε τους σάπιους τοίχους
ν’ αποσκεπάσουμε τα κρύφια πρόσωπα
μεγάλων και μικρών.
Στα χέρια μας το ρωγοβύζι
το καμουτσί.

Τώρα θα γονατίσουμε αδάκρυτοι
στο χώμα της πατρίδας
και θ’ ασπασθούμε δακρυσμένοι
τ’ αχνάρια των νεκρών.

Τώρα…
Σ’ εφαρμογή τα σχέδια για την ανόρθωση:
Φράγματα, δρόμοι, φάμπρικες
— για το σπιτάκι των ονείρων μας
στα καπνισμένα ερείπια του πατρικού.
(Μοναχικό και κάτασπρο
με στέγη κοκκινόφλογη
με μια βεράντα προς το λιόγερμα
κ’ έναν μεγάλο χώρο υποδοχής
να μαζευόμαστε τα βράδια να υφαίνουμε
καινούριες φορεσιές για την πατρίδα…)

Θα σπείρουμε σε κάλυκες οβίδων
βασιλικό και μέντα και γαρούφαλα
να ευωδιάσουν οι γαλάζιοι ουρανοί μας
οι μολεμένοι από τη φρίκη του πολέμου.

ΠΟΤΕ ΠΙΑ ΠΟΛΕΜΟΣ
θα γράψουμε στις πόρτες των σπιτιών μας
στα μαγαζιά μας
στις καρδιές.

[…]

Από τη συλλογή Το κρυμμένο τετράδιο (1959) του Στέργιου Βαλιούλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Στέργιος Βαλιούλης