Τάκης Βαρβιτσιώτης: Δέκα ποιήματα της οργής και του χρέους, 1972-1973 (6)

Δέκα ποιήματα της οργής και του χρέους, 1972-1973

Στον Γιάννη Ρίτσο

6

Απαγόρευσαν τα παιδιά να τραγουδούν
Τους πεθαμένους να χαμογελούν
Απαγόρευσαν τα πληγωμένα άλογα
Να ερωτεύονται τη σελήνη
Τους σακάτηδες να έχουν δεκανίκια
Με τ’ αναμμένα μάτια τους
Πυρπόλησαν και το μικρότερο χορτάρι
Έφραξαν τέλος όλους τους φεγγίτες

Από τη συλλογή Δέκα ποιήματα της οργής και του χρέους (1986) του Τάκη Βαρβιτσιώτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τάκης Βαρβιτσιώτης

Τάκης Βαρβιτσιώτης: Δέκα ποιήματα της οργής και του χρέους, 1972-1973 (5)

Δέκα ποιήματα της οργής και του χρέους, 1972-1973

Στον Γιάννη Ρίτσο

5

Ύστερα από τόσα εκατομμύρια πτώματα
Από τόσες ανοιχτές πληγές
Πριν από την έκλυση της φοβερής αστραπής
Η μαυρίλα καταπίνει τον ήλιο
Τα μάτια συστέλλονται
Μικραίνουν οι άνθρωποι
Χάνουν το πρόσωπό τους
Φορούν για παράσημα τη ντροπή
Και την καταφρόνια
Ίσως είναι κι αυτός ένας τρόπος
Να θυμηθούνε πάλι την ομορφιά
Να ξαναφτιάξουν έναν κόσμο καλύτερο
Από την αρχή

Από τη συλλογή Δέκα ποιήματα της οργής και του χρέους (1986) του Τάκη Βαρβιτσιώτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τάκης Βαρβιτσιώτης

Χρίστος Λάσκαρης, Ο περιπατητής του δειλινού

Μάνος Λοΐζος & Γιάννης Νεγρεπόντης, Δειλινό
(τραγούδι: Κώστας Θωμαΐδης / δίσκος: Κάτω από ένα κουνουπίδι (1995))

Ο περιπατητής του δειλινού

Περιπατητή πού πηγαίνεις προς το δειλινό,
πού φεύγοντας την πόλη χάνεσαι τις Κυριακές
σ’ ερημικά προάστια,
ψυχή πού αφουγκράζεσαι
κράτα το βήμα σου
και μην απομακρύνεσαι τόσο.
Σκέψου σε λίγο το γυρισμό.

Γιατί κανείς την πόλη δεν ξεφεύγει.
Όλοι επιστρέφουμε μπροστά σε κάποια μηχανή
και με μια μουσική
θαμμένη στην καρδιά μας,
σπρώχνουμε τον βδομαδιάτικο καιρό
κοιτώντας κάποτε απ’ το παράθυρο.
Κι όταν φτάνει η ώρα η δειλινή
που σταματούν τα κουρασμένα πλήκτρα
και η δακτυλογράφος σηκώνεται,
όλοι τραβιόμαστε προς την έξοδο.
Χωμένοι βαθιά στο θόρυβο,
καθένας
μ’ έναν ίσκιο πλάι του,
πηγαίνει.

Από τη συλλογή Απόγευμα προς βράδυ (2006) του Χρίστου Λάσκαρη

Χρίστος Λάσκαρης, Μην ψάχνεις στα λεξικά

Μην ψάχνεις στα λεξικά

Μια λέξη,
αλλά ποια;
Αυτή το ποίημα
θα το έκανε ν’ ανθίσει.
Όμως, ποια;

Αν έκανες ησυχία
και έσκυβες να το αφουγκραστείς,
μπορεί και να την άκουγες.

Από τη συλλογή Απόγευμα προς βράδυ (2006) του Χρίστου Λάσκαρη

Χρίστος Λάσκαρης, Άπνοια

Άπνοια

Η άπνοια
είναι μια λέξη τρομερή.
Φοβίζει τα καράβια
και ρίχνει σε μελαγχολία το παιδί
που το χαρταετό του να σηκώσει δε μπορεί
και κλαίει.
Μια λέξη
που δυσκολεύει την αναπνοή
και απειλεί με θάνατο.
Που τον πνιγμό της
μόνο το αθώο ψάρι ζει
κι ο ποιητής∙
το πιο συχνό της θύμα.

Από τη συλλογή Απόγευμα προς βράδυ (2006) του Χρίστου Λάσκαρη

Χρίστος Λάσκαρης, Χαμένη οριστικά

Χαμένη οριστικά

Τι μπορεί να την ξαναφέρει.
Ούτε ο άνεμος
ούτε τα όνειρα.

Δεν θα ξαναπερπατήσει μες στα ποιήματα.
Κι οι στίχοι θα συνεχίζουν να χτυπιούνται άδειοι.

Από τη συλλογή Απόγευμα προς βράδυ (2006) του Χρίστου Λάσκαρη

Χρίστος Λάσκαρης, Για σένα γράφω

Για σένα γράφω

Μόνο για σένα γράφω.
Ποιος άλλος θα ένιωθε αυτούς τους στίχους.
Εσύ με την κοφτερή μοναξιά,
μπορείς μέσα τους να αισθανθείς
το παιδικό μας γέλιο ή το παράπονο
την πληγή
που κανένας καιρός δεν κλείνει.
Μόνο εσύ μου μοιάζεις.
Πιάνεσαι σαν το πουλί στα ξόβεργα
και σπαρταράς.
Για σένα γράφω.
Αν απουσίαζες
δεν θα υπήρχα.
Όσο ζεις
δε μ’ αφήνεις να πεθάνω.
Ξυπνάω το πρωί
και σ’ ακούω μέσα μου ν’ αναστενάζεις
με το ίδιο πάθος.
Ξυπνάω το πρωί
και είμαι ό,τι είσαι:
ένας καημός,
ή ένα ξεχασμένο τραγούδι.

Από τη συλλογή Απόγευμα προς βράδυ (2006) του Χρίστου Λάσκαρη

Χρίστος Λάσκαρης, Βραδιάζει στην άδεια του κάμαρη

Βραδιάζει στην άδεια του κάμαρη

Τους ποιητές, σκέφτεται,
καθώς ακούει να φτάνουν ως εδώ
μες στη μονήρη του κάμαρη,
οι γόοι τους.

Ανάμεσά τους,
οι πιο αγαπημένοι του

όπως
ο Κ. Π. Καβάφης,
που βλέποντας τα άθλια γηρατειά του,
δεν έχει εγκαρτέρηση καμιά
κι εκλιπαρεί την Ποίηση
τα φάρμακά της να του φέρει…

ή,
ο Κώστας Καρυωτάκης,
που αλυχτάει
μες στην απομόνωσή του αβοήθητος:
«δεν είναι πια τραγούδι αυτό,
δεν είναι αχός ανθρώπινος…»

κι από τα βάθη η Σαπφώ όλο παράπονο:
«κι αν το φεγγάρι έγειρε,
βασίλεψε κι η πούλια,
είναι μεσάνυχτα –
περνά περνά η ώρα
κι εγώ κοιμάμαι μόνη.»

Αύγουστος 1997-Νοέμβριος 2003

Από τη συλλογή Απόγευμα προς βράδυ (2006) του Χρίστου Λάσκαρη

Χρίστος Λάσκαρης, Σύντομο βιογραφικό

Σύντομο βιογραφικό

Χρησιμοποίησα τις λέξεις,
κατά προτίμηση τις πιο σκοτεινές.
Μ’ αυτές εργάστηκα,
μ’ αυτές, και με ένα φόβο.

Στη λέξη θάνατος,
κατέφυγα πολλές φορές∙
μου φαίνονταν,
η μόνη αληθινή.

Από τη συλλογή Σύντομο βιογραφικό (1991) του Χρίστου Λάσκαρη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Χρίστος Λάσκαρης, Τι ελπίδες να ’χει

Τι ελπίδες να ’χει

Τι ελπίδες να ’χει
το γέρικο κλαδί;

Μια γεύση άνοιξης, μπορεί,
ίσως
και κάποια ταραχή–

μα την ανθοφορία
να την ξεχάσει!

Από τη συλλογή Να τελειώνουμε! (1986) του Χρίστου Λάσκαρη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Χρίστος Λάσκαρης, Αντίσταση

Μάριος Τόκας & Φώντας Λάδης, Το φεγγάρι
(τραγούδι: Τάνια Τσανακλίδου / δίσκος: Άρες, μάρες, κουκουνάρες (παιδικά τραγούδια, 1978))

Αντίσταση

Το ακατόρθωτο επιχειρεί η ψυχή
σ’ αυτή τη ζωή
της πολυκατοικίας.

Τη μέρα αντιστέκεται στο ασανσέρ,
το βράδυ στις τηλεοράσεις.

Και τα μεσάνυχτα,
που εξαντλείται ο θάνατος,
πληγώνει τα φτερά της στο φωταγωγό

για λίγο παιδικό φεγγάρι.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Χρίστος Λάσκαρης: Ποιήματα, 1965-1978 (1979)

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Ματθαίος Μουντές, Η παγίδα και ο τροχός

Ματθαίος Μουντές, Η παγίδα και ο τροχός

Θα ταξινομήσω τις οδύνες
που πέφτουν στο λογαριασμό μου
αχ και να έβρισκα
μιαν ιεραρχική ψυχή ν’ ακουμπήσω
αχ και να μπορούσα να πορευτώ
μονάχος σαν το ρινόκερο.
Σ’ άφησα να κατακλύσεις σιγά σιγά
τ’ όνειρό μου ώσπου το κυριάρχησες
όποιος έχει αγάπη για εκατό αγάπες
έχει και λύπη για εκατό λύπες.
Ο καθένας ας ασχολείται για λογαριασμό του
με μυστικές συγκομιδές εκσπερματώσεων
και με εξωγαμικές ονειρώξεις.
Θα ταξινομήσω σήμερα
τις οδύνες μου.
Κάπου εδώ βρισκόταν η παγίδα.
Ο πιθανός λόγος της αμηχανίας μου
στην αρχή ήταν
οι αυθαίρετες όψεις των οραμάτων.
Χωρίς επαρκείς βλαστήσεις
και θεολογικές ανταμοιβές
βρέθηκα κάτω από την αναποδογυρισμένη
χύτρα της περιφρόνησης,
να συμμαχώ με τα φυτά και τα ζώα.
Έμαθα τις ιδιοτυπίες των ονομάτων
τον πόνο του φέροντος
τον ομφαλικό πόθο.
Μιλώ κουβαλώντας τη σημαία της ερημιάς.
Κανένα όνειρό μου
δεν μπορεί πια να αντικατασταθεί
και με διαπερνά μια διάστικτη
γραμμή δακρύων.
Τουλάχιστον να με απασχολούσε
η συνέχεια της προσευχής.
Μόνον η θυσία είναι μια ενέργεια της χαράς.
Σχεδιάζεται με καθημερινές χειρονομίες.
Ξεκινάει από τα χρόνια της απορίας
αναβλύζει από το θεϊκό απόθεμα
της αγάπης.
Παίρνω το σχήμα της θυσίας.
Χαρούμενος γίνομαι το καθαγιασμένο σφάγιο
μια παραχώρηση της χάρης.
Η θυσία είναι μια ενέργεια της αγάπης,
βρίσκεται στα σύνορα της σιωπής και του θανάτου.
Στη σιωπή, θα βάλω μπροστά τον
τροχό της θυσίας για να σε δέσω με την ενοχή.

Από το περιοδικό Γράμματα και Τέχνες (τεύχος 25-36, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1984)

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Ματθαίος Μουντές: από «Τα οθόνια κείμενα»

από «Τα οθόνια κείμενα»

Διαδόθηκε πως είδαν την Παναγία να υφαίνει
μικρά ράσα για τα παιδιά των σκλάβων.
Κάθεται λένε παράμερα, κάτω από ένα σκίνο,
υφαίνει και κλαίει. Ποιος ξέρει, ίσως ν’ άκουσε
για την προδοσία, ίσως να λυπάται ακόμα για
τις μικροσκοπικές δεσποινίδες που τις έδιωξαν
από τον Πύργο και κατεβαίνουν τρεκλίζοντας προς τα βράχια.
Η Παναγία δεν είναι μια ξένη σε τούτο τον τόπο.
Βέβαια, δεν έχει καμιά σχέση με τα φιλόπτωχα ταμεία
ούτε με τα κλουβιά, ούτε με τα πυροτεχνήματα.
Όμως κάτι παιδιά είπαν πως την είδαν να κοιμάται
πολλές βραδιές σ’ εκείνα τα χαλάσματα στο ρέμα.
Άραγε πληροφορήθηκε για τη λόγχη;
Τα πηγάδια –ευτυχώς– φέτος γέμισαν.
Λένε πως βοήθησαν σ’ αυτό πολύ τα δάκρυά της.

Από τη συλλογή Η αντοχή των υλικών (1971) του Ματθαίου Μουντέ

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Κώστας Μόντης: Όλοι εμείς που γράφουμε στίχους…

Όλοι εμείς που γράφουμε στίχους…

Όλοι εμείς που γράφουμε στίχους,
όλοι εμείς το διαμπερές τραύμα της Γης,
λευκοί και μαύροι και κίτρινοι,
«ανεπτυγμένοι» κι «υπανάπτυκτοι»,
πλούσιοι και φτωχοί,
που τους γράφουμε απάνω στο χιόνι,
που τους γράφουμε απάνω στην άμμο,
απάνω στον ήλιο, απάνω στη βροχή,
απάνω στο πεζοδρόμιο,
απάνω στους χαρταετούς της καρδιάς μας,
απάνω στα υπόγεια της καρδιάς μας,
στα σαλόνια και στις σοφίτες,
με πέννα και με κάρβουνο,
όλοι εμείς που γράφουμε στίχους,
που εξακολουθούμε να τους γράφουμε στον ανοιχτό πίνακα,
που εξακολουθούμε να τους γράφουμε στον υπαίθριο πίνακα,
με τις κιμωλίες μας στεγνές ή βρεγμένες,
που εξακολουθούμε να τους γράφουμε με το αίμα μας
σε μια παντιέρα που δεν τη γνωρίσαμε ακόμα,
σε μια παντιέρα που την ψάχνουμε ψηλαφητά μες στους αιώνες,
σε μια παντιέρα που μας αποκρύβεται
για να μην τελειώσει,
που μας ξέρει κι αποκρύβεται
για να μην την παρατήσουμε,
σε μια παντιέρα που δεν τη βλέπουμε
μας σφιγγόμαστε γύρω της,
που δεν τη βλέπουμε μα κρεμαζόμαστε απάνω της,
που δεν ξέρουμε αν υπάρχει μα δεν το συζητάμε.
Όλοι εμείς που γράφουμε στίχους
μπροστά στο φεγγάρι ή στο εχτελεστικό απόσπασμα
κι ανακυκλωνόμαστε και δεν εκλείπουμε
απ’ τον Όμηρο ή και πιο πριν ή και πάντα
μέχρι τον τελευταίο μας άσημο,
όλοι εμείς – τι σύμπτωση!
Χωρίς καμιά προσυνεννόηση,
χωρίς καμιά προεπαφή!
Τι παράξενη σύμπτωση, αδελφοί μου!

Από τη συλλογή Αγνώστω Ανθρώπω (1968) του Κώστα Μόντη

Κώστας Μόντης: Μας έλεγαν διαρκώς…

Μας έλεγαν διαρκώς…

Μας έλεγαν διαρκώς: «Γράφετε τώρα κι έπειτα βλέπουμε».
Μας έλεγαν διαρκώς: «Σύμφωνοι, μ’ αφήστε στο τέλος τις απορίες σας».
Και τώρα, ειλικρινώς, δεν ξέρουμε
αν αυτό μας δικαιολογεί επαρκώς,
και, τώρα, ειλικρινώς δεν ξέρουμε
αν αυτό είναι εν πάση περιπτώσει μια κάποια απάντηση στο ερώτημά σας,
αν είναι μια κάποια απάντηση στο ερώτημά μας,
μια κάποια παρηγορία,
αν ευσταθεί κατ’ ελάχιστο.

Από τη συλλογή Εξ ιμερτής Κύπρου (1969) του Κώστα Μόντη

Θάνος Παπαδόπουλος: Γιατί να ελπίζεις;

[Ενότητα Διασκευές του Ταό]

Γιατί να ελπίζεις;

Γιατί να ελπίζεις στο καλύτερο;
Πως ο χειμώνας θα κυλήσει όπου νάναι
και το αύριο θάναι πιο φωτεινό απ’ το σήμερα
Πως η δική σου ζωή θάναι ξεχωριστή
αλλιώς ο κόσμος θα πεθάνει απ’ το κακό του;
Γιατί αλήθεια να ελπίζεις πως εσύ —
ειδικά εσύ θα σωθείς μέσα
σ’ αυτή τη νύχτα του γενικού χαμού;

Ξέχασε αυτά που σούλεγε η φίλη σου
μέσα στο δάσος με πνιχτή φωνή
Αυτά που σούλεγε ο δάσκαλός σου
λέγοντας τέτοια ο ίδιος δεν πήγε στο καλύτερο
Αυτά που σε νανούριζε η μάνα σου
όταν σε σκέπαζε να μην κρυώσεις
Και κοίταξε να επιζήσεις μέσα σ’ αυτόν
τον κόσμο τον ασφυκτικό

Από τη συλλογή Έγχελυς ή επιστροφή (1981) του Θάνου Παπαδόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θάνος Παπαδόπουλος

Θάνος Παπαδόπουλος, Το τραγούδι των νέων που είναι απελπισμένοι

[Ενότητα Έγχελυς ή επιστροφή]

Το τραγούδι των νέων που είναι απελπισμένοι

Τους γέρους τους αφήσαμε κει κάτω
μες στις υγρές σπηλιές τους να κοιμούνται.
Πριν φύγουμε ωστόσο μας δωρήσαν
τα μυστικά τους λάβαρα, μας κοινωνήσαν
και τέλος μας ξεβγάλαν ως τα σύνορα μ’ ευχές και μ’ οδηγίες.
Μα εμείς φρουμάζαμε ν’ αρχίσει το ταξίδι
κι αυτί δεν είχαμε για τις σοφές τους συμβουλές.
Τώρα
χίλιες ημέρες ταξιδεύουμε πάντα στο ίδιο το τοπίο
Πολλοί πεθάναν απ’ την πείνα και τη λοιμική
και μερικοί λιποταχτήσαν μες στη νύχτα
και χάθηκαν στην ερημιά για πάντα.

Πότε θα φτάσουμε λοιπόν πότε θα φτάσουμε σ’ αυτή τη μακρινή πατρίδα
Σπάσαν τα νεύρα μας διαλύσαν οι γραμμές μας
Μόλις και μετά βίας μας συγκρατούν οι αρχηγοί.
Ούτε και τους νεκρούς δε σταματούμε πια να θάψουμε
απλώς γυρίζουμε για μια στιγμή τα μάτια
και σιωπηλοί ατενίζουμε τ’ άσπρα τους κόκαλα ν’ αστράφτουν στο σκοτάδι.

Πότε μας σπρώχνει το Γκολφ Στριμ και πότε μας σαρώνει
κι απ’ του Sargasses τη θάλασσα ως εδώ
Πόσες παγίδες Θε μου πόσο αίμα
Οι πιο πολλοί δε φτάσαμε ποτέ

Από τη συλλογή Έγχελυς ή επιστροφή (1981) του Θάνου Παπαδόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θάνος Παπαδόπουλος

Θάνος Παπαδόπουλος, Το τραγούδι των γερόντων που μείναν πίσω

[Ενότητα Έγχελυς ή επιστροφή]

Το τραγούδι των γερόντων που μείναν πίσω

Αργά να κυλήσουν οι ώρες
Αργά να διαβούν τα πουλιά για το νότο
Αργά να σβήσει ο κόσμος στο κατώφλι της νύχτας
κι όταν θα ’ρθει η τελική σιωπή
με τις φωτιές και τα πυκνά οράματα
(κάτι ανάμεσα στο θάνατο και στ’ όνειρο)
Εδώ θα μας βρει
Στην άκρη του νερού στην πέτρα βυθισμένους
Το χνούδι των περασμένων ημερών να μας τυλίγει
με τα μαλλιά γεμάτα φύκια και σιγανές φωνές πνιγμένων
με την παλάμη ανοιχτή ακόμη απ’ την παλιά πληγή
αδιόρατα γέρνοντας το κεφάλι στους σιωπηλούς θεούς της θάλασσας

Κάποτε βαθιά μέσα στην πέτρα αναδεύει
μνήμη σκληρή του Βυζαντίου και της Ιωνίας
Κάποτε ένας βασιλιάς πεθαίνει
και σε ώρες μεγάλης ερημιάς ακούγεται η σκοτεινή φωνή του Ατρείδη
Τότε γεμίζουνε τα μάτια απ’ την κρυμμένη ταραχή
και στα θαλασσινά μας γένια μουρμουρίζει παλιών γερόντων το παράπονο
Τότε το πέλαγο φουσκώνει σ' ανοιχτούς κυματισμούς
κι απ’ το αλάτι της φωνής μας
αιμάτινοι σταλαχτίτες λάμπουν στο δειλινό

Από τη συλλογή Έγχελυς ή επιστροφή (1981) του Θάνου Παπαδόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θάνος Παπαδόπουλος

Θάνος Παπαδόπουλος, Το τραγούδι των αντρών που ξέρουν

[Ενότητα Έγχελυς ή επιστροφή]

Το τραγούδι των αντρών που ξέρουν

Πέρασε ακόμα ένας αιώνας
πρέπει λοιπόν να μετακινηθεί ο ορίζοντας
πρέπει αυτή η φωτιά να δυναμώσει
και τα παιδιά να κινδυνέψουν μες στη νύχτα
Τότε μονάχα θα ησυχάσουν οι γερόντοι

Άκου! τα δέντρα μουρμουρίζουν πάλι ένα τραγούδι απ’ την Ασία
Καινούριοι μισθοφόροι φάνηκαν στους λόφους
Κρατούν κλαδιά και πορφυρούς θεούς

Ψυχή μου βάστα πάλι
Αυτή η φωτιά πρέπει να δυναμώσει
και το ποτάμι να κυλήσει τα νερά του

Από τη συλλογή Έγχελυς ή επιστροφή (1981) του Θάνου Παπαδόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θάνος Παπαδόπουλος