Οδυσσέας Ελύτης, Δολώματα για τον κανένα

Δολώματα για τον κανένα

Ένα τριαντάφυλλο που γίνεται ποίηση μπορεί να σε συντρίψει πολύ περισσότερο από μια γροθιά που δεν γίνεται ποίηση. Μυριάδες λόγια μαραίνονται στα κόκκινα βιβλία, όταν ένα απλό κοριτσάκι πυροβολεί.

Καθώς φαίνεται, ακόμη και για ν’ αποτραπούν καθεστώτα –τι θρίαμβος– χρειάζεται η καλή ποιότητα.

Μέσα στη θλίψη της απέραντης μετριότητας που μας πνίγει από παντού, παρηγοριέμαι ότι κάπου, σε κάποιο καμαράκι, κάποιοι πεισματάρηδες αγωνίζονται να εξουδετερώσουν τη φθορά. Με πλήρη επίγνωση ότι μια μέρα ο πλανήτης αυτός θα καταψυχθεί ή θ’ αναφλεγεί μαζί με τα επιτεύγματά τους.

Άλλης λογής ήρωες, που, αυτοί, θα βγάλουν ασπροπρόσωπη την ποτέ ανθρωπότητα.

Ενότητα «Τα μικρά έψιλον» από τη συλλογή κειμένων Εν λευκώ (εκδ. Ίκαρος, Δεκέμβρης 1992) του Οδυσσέα Ελύτη

Οδυσσέας Ελύτης, Περασμένα μεσάνυχτα

Περασμένα μεσάνυχτα

Περασμένα μεσάνυχτα σ’ όλη μου τη ζωή

Σαν σε χαμηλωμένο Γαλαξία το κεφάλι μου βαρύ
Κοιμούνται οι άνθρωποι με τ’ ασημένιο πρόσωπο∙ άγιοι
Που άδειασαν από τα πάθη κι ολοένα τους φυσάει ο αέρας μακριά
Στον κάβο του Μεγάλου Κύκνου. Ποιος ευτύχησε, ποιος όχι
Και ύστερα;
Ίσα τερματίζουμε όλοι στερνά μένουν
Ένα σάλιο πικρό και στο αξύριστό σου πρόσωπο
Χαραγμένα ψηφία ελληνικά που το ένα στο άλλο ν’ αρμοστούν αγωνίζονται ώστε
Η λέξη της ζωής σου η μία εάν…

Περασμένα μεσάνυχτα σ’ όλη μου τη ζωή

Περνάν τα οχήματα της Πυροσβεστικής, για ποιαν από τις πυρκαγιές
Κανείς δεν ξέρει. Σ’ ένα δωμάτιο τέσσερα επί πέντε ντουμάνιασε ο καπνός. Προεξέχουν μόνο
Η κόλλα το χαρτί και η γραφομηχανή μου. Πλήκτρα
Χτυπά ο Θεός και αμέτρητα είναι τα βάσανα έως το ταβάνι
Κοντά να ξημερώσει
μια στιγμή φανερώνονται οι αχτές με κάθετα
Πάνω τους τα βουνά σκούρα και μοβ. Αλήθεια θα ’ναι φαίνεται ότι
Ζω για τότε που δεν θα υπάρχω

Περασμένα μεσάνυχτα σ’ όλη μου τη ζωή

Κοιμούνται οι άνθρωποι στο ’να τους πλευρό, τ’ άλλο τους
Ανοιχτό να βλέπεις που ανεβαίνει κύματα
Κύματα η ζωή και να ’ναι τεντωμένο το χέρι σου
Σαν του νεκρού τη στιγμή που του παίρνεται η πρώτη αλήθεια.

Από τη συλλογή τα ελεγεία της οξώπετρας (1991) του Οδυσσέα Ελύτη

Οδυσσέας Ελύτης, Μυρίσαι το άριστον (XIV: Τα ανώτερα μαθηματικά μου τα έκανα στο Σχολείο της θάλασσας)

Οδυσσέας Ελύτης & Δημήτρης Λάγιος, Όμορφη και παράξενη πατρίδα
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Ο ήλιος ο ηλιάτορας (1983))

[Ενότητα Μυρίσαι το άριστον]

XIV

Τα ανώτερα μαθηματικά μου τα έκανα στο Σχολείο της θάλασσας. Ιδού και μερικές πράξεις για παράδειγμα:

1. Εάν αποσυνδέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.

2. Το γινόμενο των μυριστικών χόρτων επί την αθωότητα δίνει πάντοτε το σχήμα κάποιου Ιησού Χριστού.

3. Η ευτυχία είναι η ορθή σχέση ανάμεσα στις πράξεις (σχήματα) και στα αισθήματα (χρώματα). Η ζωή μας κόβεται, και οφείλει να κόβεται, στα μέτρα που έκοψε τα χρωματιστά χαρτιά του ο Matisse.

4. Όπου υπάρχουν συκιές υπάρχει Ελλάδα. Όπου προεξέχει το βουνό απ’ τη λέξη του υπάρχει ποιητής. Η ηδονή δεν είναι αφαιρετέα.

5. Ένα δειλινό στο Αιγαίο περιλαμβάνει τη χαρά και τη λύπη σε τόσο ίσες δόσεις που δε μένει στο τέλος παρά η αλήθεια.

6. Κάθε πρόοδος στο ηθικό επίπεδο δεν μπορεί παρά να είναι αντιστρόφως ανάλογη προς την ικανότητα που έχουν η δύναμη κι ο αριθμός να καθορίζουν τα πεπρωμένα μας.

7. Ένας «Αναχωρητής» για τους μισούς είναι, αναγκαστικά, για τους άλλους μισούς, ένας «Ερχόμενος».

Από τη συλλογή Ο μικρός Ναυτίλος (1988) του Οδυσσέα Ελύτη

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Οδυσσέας Ελύτης, Ποίηση (εκδ. Ίκαρος, 2002)

Οδυσσέας Ελύτης, Μυρίσαι το άριστον (IV: Την άνοιξη δεν τη βρήκα)


Sandro Botticelli, Primavera (c. 1482 / Tempera on panel, 203 cm × 314 cm)
Uffizi, Florence
Πηγή: wikipedia

[Ενότητα Μυρίσαι το άριστον]

IV

Την άνοιξη δεν τη βρήκα τόσο στους αγρούς ή, έστω, σ’ έναν Botticelli όσο σε μια μικρή Βαϊφόρο κόκκινη. Έτσι και μια μέρα, τη θάλασσα την ένιωσα κοιτάζοντας μια κεφαλή Διός.
Όταν ανακαλύψουμε τις μυστικές σχέσεις των εννοιών και τις περπατήσουμε σε βάθος θα βγούμε σ’ ένα άλλου είδους ξέφωτο που είναι η Ποίηση. Και η Ποίηση πάντοτε είναι μία, όπως ένας είναι ο ουρανός. Το ζήτημα είναι από πού βλέπει κανείς τον ουρανό.

Εγώ τον έχω δει από καταμεσής της θάλασσας.

Από τη συλλογή Ο μικρός Ναυτίλος (1988) του Οδυσσέα Ελύτη

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Οδυσσέας Ελύτης, Ποίηση (εκδ. Ίκαρος, 2002)

Οδυσσέας Ελύτης, Το Μαγισσάκι

Οδυσσέας Ελύτης & Νένα Βενετσάνου, Το Μαγισσάκι (δίσκος: Νέα γη (1996))

Το Μαγισσάκι

[Ενότητα Τ’ αφανέρωτα]

Από τους χρόνους τους παλιούς
το ’χω βαθύ μεράκι
να βγω στις πέρα θάλασσες
να βρω το Μαγισσάκι

Τ’ άπιαστο σαν αερικό
στην εμορφιά του Μάης
που αν κάνεις να τον μυριστείς
αλίμονό σου — εκάης

Έβγα έβγα Μαγισσάκι
χτύπα χτύπα το ραβδάκι
Ντο και ρε και μι και φα
μες στα ροζ τα σύννεφα

Τι ζουμπούλια και τι κρίνα
Τι και τούτα τι κι εκείνα
Ντο και ρε και φα και μι
φούχτα μου και δύναμη

Ποιος θα μου δώκει δύναμη
κι ένα μακρύ καμάκι
να βγω στις πέρα θάλασσες
να βρω το Μαγισσάκι

Που ’ναι σπηλιά του ο ουρανός
άγγελος η μαμά του
κι αφρός το φουστανάκι του
στην άκρια του κυμάτου

Χτύπα χτύπα το ραβδάκι
χύνε το νερό στ’ αυλάκι
Φα και ρε και μι και ντο
μες στο μπλε το ξάγναντο

Τα παπιά και τα βαπόρια
παν μαζί και πάνε χώρια
έξι τέσσερα κι οχτώ
γούρι μου και φυλαχτό

Ανοίξτε πύλες κι εκκλησιές
ν’ ανάψω ένα κεράκι
να κάνει θαύμα στα κρυφά
για μέ το Μαγισσάκι

Που να κοιμάμαι ξυπνητός
να τρέχω ξαπλωμένος
και να με λεν χωρίς καρδιά
μα να ’μαι ερωτευμένος

Από τη συλλογή Τα ρω του έρωτα (1973) του Οδυσσέα Ελύτη

Οδυσσέας Ελύτης, Το μονόγραμμα (III)

Το μονόγραμμα

III

Έτσι μιλώ για σένα και για μένα

Επειδή σ’ αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος
Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ’ αχανή σεντόνια
Να μαδάω γιασεμιά – κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μέσ’ από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε

Ακουστά σ’ έχουν τα κύματα
Πώς χαϊδεύεις, πώς φιλάς
Πώς λες ψιθυριστά το «τι» και το «ε»
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’ αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά

Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Επειδή σ’ αγαπώ και σ’ αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ ουρανού με τ’ άστρα
Τόσο η ελάχιστή σου αναπνοή

Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα και ν’ αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’ αλλού φερμένο
Δεν τ’ αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ για σένα και για μένα.

Από τη συλλογή Το μονόγραμμα (1972) του Οδυσσέα Ελύτη

Οδυσσέας Ελύτης, Το μονόγραμμα (II)

Το μονόγραμμα

II

Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς και τραγουδώ τ’ άλλα που πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες που έκρουσαν γλυκά
Οι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τα «πίστεψέ με» και τα «μη»
Μια στον αέρα, μια στη μουσική

Τα δύο μικρά ζώα, τα χέρια μας
Που γύρευαν ν’ ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλο
Η γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτες
Και τα κομμάτια οι θάλασσες που ερχόντουσαν μαζί
Πάνω από τις ξερολιθιές, πίσω από τους φράχτες
Την ανεμώνα που κάθισε στο χέρι σου
Κι έτρεμε τρεις φορές το μοβ τρεις μέρες πάνω από τους καταρράχτες

Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Το ξύλινο δοκάρι και το τετράγωνο φαντό
Στον τοίχο, τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιά
Τη γάτα που μας κοίταξε μέσα στα σκοτεινά

Παιδί με το λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό
Την ώρα που βραδιάζει στων βράχων το απλησίαστο
Πενθώ το ρούχο που άγγιξα και μου ήρθε ο κόσμος.

Από τη συλλογή Το μονόγραμμα (1972) του Οδυσσέα Ελύτη

Οδυσσέας Ελύτης, Το μονόγραμμα (I)

Το μονόγραμμα

I

Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές
Της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος
Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός

Πώς αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

Θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Και θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα
Με το δριμύ του μαύρου τού θανάτου.

Από τη συλλογή Το μονόγραμμα (1972) του Οδυσσέα Ελύτη

Οδυσσέας Ελύτης, Λακωνικόν

Διαβάζει ο ποιητής.

Λακωνικόν

Ο καημός του θανάτου τόσο με πυρπόλησε, που η λάμψη μου επέστρεψε στον ήλιο.

Κείνος με πέμπει τώρα μέσα στην τέλεια σύνταξη της πέτρας και του αιθέρος,

Λοιπόν, αυτός που γύρευα, είμαι.

Ω λινό καλοκαίρι, συνετό φθινόπωρο,

Χειμώνα ελάχιστε,

Η ζωή καταβάλλει τον οβολό του φύλλου της ελιάς

Και στη νύχτα μέσα των αφρόνων μ’ ένα μικρό τριζόνι κατακυρώνει πάλι το νόμιμο του Ανέλπιστου.

Από τη συλλογή Έξη και μία τύψεις για τον ουρανό (1960) του Οδυσσέα Ελύτη

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Οδυσσέας Ελύτης, Ποίηση (εκδ. Ίκαρος, 2002)

Οδυσσέας Ελύτης, Η γένεσις (δεύτερο απόσπασμα)

Η γένεσις (απόσπασμα)

[Ενότητα Η γένεσις]

[…]

Αυτός
ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!

Αλλά πριν ακούσω αγέρα ή μουσική
που κινούσα σε ξάγναντο να βγω
(μιαν ασήμαντη κόκκινη άμμο ανέβαινα
με τη φτέρνα μου σβήνοντας την Ιστορία)
πάλευα τα σεντόνια………. Ήταν αυτό που γύρευα
και αθώο και ριγηλό σαν αμπελώνας
και βαθύ και αχάραγο σαν η άλλη όψη τ’ ουρανού
Κάτι λίγο ψυχής μέσα στην άργιλλο
Τότε είπε και γεννήθηκεν η θάλασσα
Και είδα και θαύμασα
Και στη μέση της έσπειρε κόσμους μικρούς κατ’ εικόνα και ομοίωσή μου:
Ίπποι πέτρινοι με τη χαίτη ορθή
και γαλήνιοι αμφορείς
και λοξές δελφινιών ράχες
η Ίος η Σίκινος η Σέριφος η Μήλος
«Κάθε λέξη κι από ’να χελιδόνι
για να σου φέρει την άνοιξη μέσα στο θέρος», είπε
Και πολλά τα λιόδεντρα
που να κρησάρουν στα χέρια τους το φως
κι ελαφρό ν’ απλώνεται στον ύπνο σου
και πολλά τα τζιτζίκια
που να μην τα νιώθεις
όπως δεν νιώθεις το σφυγμό στο χέρι σου
αλλά λίγο το νερό
για να το ’χεις Θεό και να κατέχεις τι σημαίνει ο λόγος του
και το δέντρο μονάχο του
χωρίς κοπάδι
για να το κάνεις φίλο σου
και να γνωρίζεις τ’ ακριβό του τ’ όνομα
φτενό στα πόδια σου το χώμα
για να μην έχεις πού ν’ απλώσεις ρίζα
και να τραβάς του βάθους ολοένα
και πλατύς επάνου ο ουρανός
για να διαβάζεις μόνος σου την απεραντοσύνη

Αυτός
ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!

[…]

Από τη συλλογή Το Άξιον Εστί (1959) του Οδυσσέα Ελύτη

Οδυσσέας Ελύτης, Η γένεσις (πρώτο απόσπασμα)

Η γένεσις (απόσπασμα)

[Ενότητα Η γένεσις]

Στην αρχή το φως………. Και η ώρα η πρώτη
που τα χείλη ακόμη στον πηλό
δοκιμάζουν τα πράγματα του κόσμου
Αίμα πράσινο και βολβοί στη γη χρυσοί
Πανωραία στον ύπνο της άπλωσε και η θάλασσα
γάζες αιθέρος τις αλεύκαντες
κάτω απ’ τις χαρουπιές και τους μεγάλους όρθιους φοίνικες
Εκεί μόνος αντίκρισα
τον κόσμο
κλαίγοντας γοερά
Η ψυχή μου ζητούσε Σηματωρό και Κήρυκα
Είδα τότε θυμάμαι
τις τρεις Μαύρες Γυναίκες
να σηκώνουν τα χέρια κατά την Ανατολή
Χρυσωμένη τη ράχη τους και το νέφος που άφηναν
λίγο-λίγο σβήνοντας
δεξιά Και φυτά σχημάτων άλλων
Ήταν ο ήλιος με τον άξονά του μέσα μου
πολυάχτιδος όλος που καλούσε Και
αυτός αλήθεια που ήμουνα………. Ο πολλούς αιώνες πριν
Ο ακόμη χλωρός μες στη φωτιά………. Ο άκοπος απ’ τον ουρανό
Ένιωσα ήρθε κι έσκυψε
πάνω απ’ το λίκνο μου
ίδια η μνήμη γινάμενη παρόν
τη φωνή πήρε των δέντρων, των κυμάτων:
«Εντολή σου», είπε, «αυτός ο κόσμος
και γραμμένος μες στα σπλάχνα σου είναι
Διάβασε και προσπάθησε
και πολέμησε», είπε
«Ο καθείς και τα όπλα του», είπε
Και τα χέρια του άπλωσε όπως κάνει
νέος δόκιμος Θεός για να πλάσει μαζί αλγηδόνα κι ευφροσύνη.
Πρώτα σύρθηκαν με δύναμη
και ψηλά πάνω από τα μπεντένια ξεκαρφώθηκαν πέφτοντας
οι Εφτά Μπαλτάδες
κατά πώς η Καταιγίδα
στο σημείο μηδέν όπου ευωδιάζει
απ’ αρχής πάλι ένα πουλί
καθαρό παλιννοστούσε το αίμα
και τα τέρατα έπαιρναν την όψη ανθρώπου
Τόσο εύλογο το Ακατανόητο
Ύστερα και οι άνεμοι όλης της φαμίλιας μου έφτασαν
τ’ αγόρια με τα φουσκωμένα μάγουλα
και τις πράσινες πλατιές ουρές όμοια Γοργόνες
και άλλοι γέροντες γνώριμοι παλαιοί
οστρακόδερμοι γενειοφόροι
Και το νέφος εχώρισαν στα δύο……….Και αυτό πάλι στα τέσσερα
και το λίγο που απόμεινε φύσηξαν και ξαπόστειλαν στο Βορρά
Με πλατύ πάτησε πόδι στα νερά και αγέρωχος ο μέγας Κούλες
Η γραμμή του ορίζοντα έλαμψε
ορατή και πυκνή και αδιαπέραστη

Αυτός ο πρώτος ύμνος.

[…]

Από τη συλλογή Το Άξιον Εστί (1959) του Οδυσσέα Ελύτη

Οδυσσέας Ελύτης, Η Πορτοκαλένια

Διαβάζει η Τόνια Καράλη (ανέκδοτη ηχογράφηση, 1962).

IV. Η Πορτοκαλένια

Τόσο πολύ τη μέθυσε ο χυμός του ήλιου
Που έγειρε το κεφάλι της και δέχτηκε να γίνει
Σιγά-σιγά: η μικρή Πορτοκαλένια!

Έτσι καθώς γλαυκόλαμψαν οι εφτά ουρανοί
Έτσι καθώς αγγίξαν μια φωτιά τα κρύσταλλα
Έτσι καθώς αστράψανε χελιδονοουρές
Σάστισαν πάνω οι άγγελοι και κάτω οι κοπελιές
Σάστισαν πάνω οι πελαργοί και κάτω τα παγόνια
Κι όλα μαζί συνάχτηκαν κι όλα μαζί την είδαν
Κι όλα μαζί τη φώναξαν: Πορτοκαλένια!

Μεθάει το κλίμα κι ο σκορπιός μεθάει ο κόσμος όλος
Όμως της μέρας η κεντιά τον πόνο δεν αφήνει
Τη λέει ο νάνος ερωδιός μέσα στα σκουληκάκια
Τη λέει ο χτύπος του νερού μες στις χρυσοστιγμές
Τη λέει κι η δρόσο στου καλού βοριά το απανωχείλι:

Σήκω μικρή μικρή μικρή Πορτοκαλένια!
Όπως σε ξέρει το φιλί κανένας δεν σε ξέρει
Μήτε σε ξέρει ο γελαστός Θεός
Που με το χέρι του ανοιχτό στη φλογερή αντηλιά
Γυμνή σε δείχνει στους τριανταδυό του ανέμους!

Από τη συλλογή Ήλιος ο πρώτος, παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα (1943) του Οδυσσέα Ελύτη

Μαρία Ζαβιανέλη-Διαμαντάκη, Στην αγκαλιά του καλοκαιριού

Στην αγκαλιά του καλοκαιριού

Δες με, σου άπλωσα το χέρι…
Μεθυσμένο ξωτικό γίνομαι σου γδέρνω απαλά
τον αυχένα και την πλάτη
για να έχεις σημάδια μαγεμένα!
Άγγιξέ με, να δεις πως έχω κορμί κέδρου
και δέρμα από απαλή αμμούδα.
Και όποτε νιώσω καταιγίδα βαθιά
τις ρίζες μου απλώνω και όποτε
οσμή από θύελλα μυρίσω στο πέλαγος
απλώνω τα φτερά μου.
Μετέωρος μες στου ουρανού
το στόμα, κρεμάμενος στου κόσμου τη βουή
έχω προσκέφαλο γαλάζια φύκια
και στα ποδάρια μου τα λόγια του βυθού.
Σε ό,τι αγαπώ είμαι κρυμμένος
στα χέρια του καλοκαιριού στάχυ, αγκάθι,
μπλε σταφύλι, άρωμα είμαι δειλινού!
Μόνο μη πεις πως δεν με είδες!
Μόνο μη κλάψεις αν χαθώ!
Άνοιξε αργά το παραθύρι σφοδρή η
ορμή μου να χυθεί για να φουσκώσουν οι κουρτίνες
στους τοίχους να ζωγραφιστεί
η λάμψη απ’ των ματιών τις κόρες
μες στο δωμάτιο να απλωθεί!
Δες με, σου άπλωσα το χέρι…

Ανέκδοτο και αδημοσίευτο ποίημα (2009) της Μαρίας Ζαβιανέλη-Διαμαντάκη

Μαρία Ζαβιανέλη-Διαμαντάκη, Εξωτικό

Κώστας Μουντάκης, Θάλασσα (με τον Γιάννη Πάριο)

Εξωτικό

To καλαφάτισα το καράβι μου,
όρθιο στους πολυήμερους κυκλώνες,
στις ατέλειωτες απανεμιές…
σαν το κορμί μου, γενναίο σκαρί,
στην ενέδρα, στο ναυάγιο!
Χωρίς σκουλήκι οι σανίδες του
φρεσκοβαμμένο, με κόφες καινούργιες
στέρεο λινό για τα πανιά του το όνειρό μου…
Πολεμιστής εγώ θαλασσοπόρος
για σένα
στην παγωνιά και στο λιοπύρι θα αφεθώ…
Ένα στολίδι από ελεφαντοκόκαλο του Σιάμ,
θ’ αφήσω στα μαλλιά σου
στους ώμους σου κασμίρι Βεγγάλης
θ’ ακουμπήσω…
Ηδυπαθή μόσχο στη λακκούβα του λαιμού
ροδέλαιο στον καρπό σου
λευκό μαργαριτάρι της Κεϋλάνης
εκεί…
στο χώρισμα του στήθους.
Απλωμένα τα κορμιά μας πάνω
στις κανελιές του Τιντόρε,
μυρωμένες αγκαλιές πάνω
στις πιπεριές του Μαλαμπάρ φιλιά
σε μπαχαρένιο περιβάλλον…
Μαζί θα σε έχω, βελουδένιο μου άρωμα
και αν ο θαλασσινός αέρας κροταλίσει
πάνω στο φινιστρίνι…
δεν φοβάμαι.
Το στόμα σου δικιά μου αναπνοή
πυκνό άρωμα μαύρου φρούτου,
βατόμουρο ρουμπινί, δαμάσκηνο,
αγκαλιασμένο με νότες ξωτικιάς βανίλιας.
Μέσα στο αίμα μου γράφεις
με ανταύγειες ζωής,
βαθιά μπλάβα ρότα.
Τι θα ήταν το ταξίδι μου χωρίς την αυγή
της σκέψης σου,
αναπνοή μου μεταξένια
γεύση μαύρου καπνού, μύρου και θάλασσας…

Ανέκδοτο ποίημα (Αύγουστος 2007) της Μαρίας Ζαβιανέλη-Διαμαντάκη

Μαρία Ζαβιανέλη-Διαμαντάκη, Η ερωτευμένη θάλασσά μου


Πηγή: wikimedia.org

Η ερωτευμένη θάλασσά μου

Κοράλλια και μαργαριτάρια στολίζουν την κάμαρά μου,
θαλάσσιες μοβ οι ανεμώνες ανθίζουν πάνω στα σεντόνια
και το μικρό μου το κρεβάτι γενναίο γίνεται σκαρί!
H λαβωμένη θάλασσά μου τον πόνο κρύβει στον αχό της
και τα αλμυρά τα δάκρυά της κύματα είναι ασημένια
μα είναι το σκάφος μου γλαρόνι με τα κατάλευκα φτερά του
ανοίγω τα πανιά και να ’μαι μες στα μαβιά τα χρώματα της.
Την νανουρίζω τυλιγμένη με φύκια και ασημιά κοχύλια…
Θαλασσοπούλια, ησυχάστε – κοιμήθηκε, μην την τρομάζετε
γιατί ερωτεύτηκε η γλυκιά μου τον Βέγα το λευκό αστέρι
που βρίσκεται πολύ μακριά της και έτσι ποτέ δεν θα ειδωθούνε
κι ούτε φιλιά θ’ ανταλλάξουν!
Μα, σαν μερώσει ο μαΐστρος, βιράρω τις καδένες φεύγω
κι εκείνη μέσα στα όνειρά της ερωτευμένη ταξιδεύει!

Αδημοσίευτο και ανέκδοτο ποίημα (2008) της Μαρίας Ζαβιανέλη-Διαμαντάκη

Μαρία Ζαβιανέλη-Διαμαντάκη, Στη Μεσόγειο


Πηγή: wikipedia

Στη Μεσόγειο

Πόσο μακριά η Λισμπόα απ’ τ’ Αγκριτζέντο;
Το Μπονιφάτσιο απ’ τη Βαλέτα πόσα μίλια;
Περνά ο ήλιος μέσα απ’ τ’ αλμυρίκια…
Στα λιόφυτα γελούν οι κοπελιές.
Ετούτη η θάλασσα στολίδι, ιριδίζει.
Δίχτυ χρυσό απλώνω και την κλείνω.
Της κλέβω θαλασσόχορτα, φύκια, μαργαριτάρια.
Στολίζω όλα τ’ όνειρα με κρόκους και κρινάκια.
Απόσταγμα λευκό κρασί, σε χρυσαφένιο τάσι.
Μέλι το σύκο, το φιλί, γλυκόστυφο κυδώνι.
Ετούτη η αύρα τραγουδά, ταξίδια όλο μου τάζει.
Σαλεύει ο έρωτας, τρέχει στα καλντερίμια,
άπλετο φως, σε μια ματιά, σε ένα κορμί.
Σε δέρμα ηλιοκαμένο παιχνιδίζει,
σε χάρτες σχέδια ξεκινά.
Πόσο μακριά το Αιάκειο από την Πάφο;
Το Κάλιαρι από το Ρέθυμνο, αλήθεια;
Ναι, σε είδα ένα τριαντάφυλλο κλεφτά να το μυρίζεις…
Όμορφος και περήφανος όπως σου ταιριάζει,
μέσα σε κήπους ξωτικούς, της Μεσογείου αγέρα…

Από τη συλλογή Κύματα (2007) της Μαρίας Ζαβιανέλη-Διαμαντάκη