Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Berlin Alexanderplatz

Berlin Alexanderplatz

Κανονικά, με λένε Σόνια.
Μίτσε με βάφτισε ο Φραντς
– μονόχειρας, μα ξέρει ν’ αγκαλιάζει.
Τη μέρα προτιμώ να υπνοβατώ.
Με ένα νόμισμα κρυμμένο στο μαντίλι
περνάω βιαστικά έξω από τα προάστια
σκιές ευκίνητες πουλώ στην Alexanderplatz
στα ενυδρεία σπάζω τις φυσαλίδες
κι αφού των πληκτικών επεισοδίων
διασχίζω την ομίχλη
βρίσκομαι σώα σαν νεκρή
στο τέλος της θλιμμένης ιστορίας.

Η πλατεία γέμισε μεμιάς αρωματοπωλεία.
Έξω απ’ τις χαραμάδες των πληγών
πλημμύρα ακυβέρνητη
λεβάντα και θυμίαμα
γαζία και λιβάνι.

Όμως, εγώ
πάντοτε αλήθεια σου έλεγα, Φραντς.
Ω, μα και βέβαια μπορούσα
μόνο εσένα ν’ αγαπώ
ο άλλος ήτανε παιδί, μπορεί και γέρος
μην τα σκαλίζεις τώρα πια
ήπιε αλλιώς ένα κονιάκ
έβαλε φωτιά στα μαλλιά της μαριονέτας
κι έπειτα εξαφανίστηκε.

Κι άφησε, Φραντς
τι θες κι ανοίγεις τώρα το πορτάκι
άσ’ το μες στο κλουβί του το πουλί
μη μου το πνίγεις
πονάω, Φραντς, με σφίγγεις, Φραντς
χύθηκε κάτω όλο το νερό
ποτέ ξανά τιτίβισμα
ποτέ ξανά μισή αγκαλιά
γέμισε πούπουλα ο αέρας, Φραντς
δε σε ακούω πια
πούπουλα και φτερά
δε σε πονάω πια
μόνο φτερά
δε με πειράζει τώρα πια…

Οι άνθρωποι στο δάσος
πεθαίνουν πάντα από ντροπή.

Από τη συλλογή Το επιδόρπιο (2012) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Υπεκφυγή

Υπεκφυγή

Ουδέποτε προσέξατε τόσον καιρό
πως συστηματικά αποφεύγαμε
–και στα κουρεία ακόμα–
τους καθρέφτες
ότι μονίμως λείπαμε
πάντα απ’ το ίδιο μάθημα
και με την πλάτη
στον κρύο τοίχο κολλημένη
σφιχτά στην τσέπη μας
το βότσαλο κρατούσαμε.

Μόνο που ο ορίζοντας στενός
και οι λίμνες γύρω ξαφνικά
σε πλήρη ξηρασία
πώς να πληγώσεις το κενό
ποιοι κύκλοι να σχηματιστούν
μες στην ανυπαρξία.

Κι όχι…
δεν είν’ νερό αυτό που κυματίζει
μα η κακή απομίμηση
του βουλιαγμένου χρόνου
ή κέδρων αντανάκλαση
μες στη δική σας αυταπάτη.

Κοιτάξτε πιο προσεκτικά.
Δεν έχει λίμνη πουθενά
κι αφήστε πια αυτή την εμμονή
δεν είν’ νερό αυτό που κυματίζει.

Από τη συλλογή Το επιδόρπιο (2012) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Το διφορούμενο λευκό

Το διφορούμενο λευκό

Κι αν τώρα συγυρίζω και τακτοποιώ
αφύσικα φερσίματα
φλούδες δύσπιστων λέξεων
και μπουκαλάκια αιθέρα
και να φανερωθεί ζητώ
κείνο που δεν ορίζεται

είναι γιατί
το τρίξιμο κάθε μισάνοιχτου
με έχει αποτελειώσει
γιατί οι γνώμες
–ακόμη και των ειδικών–
διχάζονται
αν, λόγου χάρη, στρώνουμε
λευκό σεντόνι νυφικό
ή νεκρικό του τάφου.

Μα πιο πολύ
γιατί όπως ψιθυρίζεται
τα ξύλα ήδη κόπηκαν
και συναχτήκαν στη γωνιά
κι έξω από εμάς
μια δίχως έλεος πυρά
κλαδί κλαδί ετοιμάζεται.

Πλησιάσατε σαν λυτρωτές
κι αφού κερδίσατε
τη δύσπιστη καρδιά μας
αποσυρθήκατε σε μια γωνιά
και ρίξατε σφυρίζοντας τον κλήρο

«… να δούμε
ποιος, ποιος, ποιος θα φαγωθεί
να δούμε
ποιος, ποιος, ποιος θα τα φυλάει…»

Ποιος;
Μα, φυσικά, εγώ
κι όχι μόνο τα νώτα μου
αλλά τα ρούχα, τα γραφτά
τα μυστικά μου
και ό,τι άλλο θα μπορεί να φυλαχτεί.

Άσε που από δω κι εμπρός
θα ανοίγω –ακόμη και στο τρένο– τα παράθυρα
και τότε
όλες οι ανατριχιαστικές λεπτομέρειες
θα γίνονται αμέσως παρελθόν
θα μεγαλώνουν μονομιάς οι νύχτες που έσφαλα
και το ξημέρωμα θα ναυαγεί
σαν πυροβολισμός που ματαιώθηκε

ενώ εγώ
θα ανεβαίνω ατάραχη
μια σκάλα από αναβολές
προτιμώντας για τρόπαιο
μια λέξη άγνωστη τελείως σ’ εσάς
από έναν κήπο με νάνους
και βαρετά θαύματα.

Από τη συλλογή Το επιδόρπιο (2012) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Σωτήριες φαντασιώσεις

Σωτήριες φαντασιώσεις

Και μόνο ένας νέος κίνδυνος
ίσως να μας παρηγορήσει.
Μιλώ για μια απειλή κανονική
με αρχή, μέση και τέλος
όπως αυτές που διεκδικούν τον χρόνο μας
μες στην αδράνεια του απογεύματος.

Νωθροί και εγωπαθείς οι ριζωμένοι λογισμοί
μιμούνται τότε πειστικά
παλιές, οικείες ερημώσεις
σκηνοθετούν μέλλοντα απρόοπτα, ασαφή
με πρωταγωνιστές
κάτι θνητούς και ταλαιπωρημένους
απ’ αυτούς
που μοιράζουν τη συγκίνηση αφειδώς
όταν υποχωρούν αμίλητοι
κύριοι της αμηχανίας τους.

Όμως εκείνο που τους κάνει
τόσο αξιοθρήνητους και τόσο ερωτικούς
είναι που έχουν επάξια κερδίσει
τον τίτλο του «εντελώς απροετοίμαστου».

Κυκλοφορούν βράδυ πρωί
χωρίς ένα επιχείρημα
τυλιγμένοι ένα παμπάλαιο μυστικό
που κρύβει την ουλή του αναπόφευκτου
–εκ γενετής θαρρείς πως τη φορούν–
ελάχιστα διαφέροντας
απ’ τα βαλσαμωμένα σπάνια πουλιά
που ξέρουν λεπτομέρειες φριχτές
για αίθουσες ακροάσεων
ή δικηγορικά γραφεία.

Με τέτοια και μ’ εκείνα
σύντομες εκδρομές στο αβάσταχτο
θα επινοεί συνέχεια
η αφανισμένη μας καρδιά
ώσπου να εκτίσει επιτυχώς
τούτη την εξορία.

Από τη συλλογή Το επιδόρπιο (2012) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Σχήμα πρωθύστερο

Μάριος Τόκας & Σαράντης Αλιβιζάτος, Το σημάδι
(τραγούδι: Κωνσταντίνα / δίσκος: Τραγούδια για την Κωνσταντίνα (1987))

Σχήμα πρωθύστερο

Κι αν κάποιος τολμήσει ν’ απολογηθεί
για όλα τα απρόοπτα και τις παρανοήσεις
κι αν δείξει τη διάθεση
ακόμα και να επανορθώσει
που δεν προέβλεψε για εμάς
κανένα σχέδιο διαφυγής

εγώ και πάλι
θα επικαλεστώ τα λιόδεντρα
απ’ το παραθαλάσσιο σπίτι
όταν τη μελανιά του έρωτα
βουβά χρησμοδοτούσαν
–ανάγωγη, αισθησιακή
δραματικά ανυποψίαστη–

ολόιδια με τη μοναχή
εκείνου του πορτρέτου
που ούτε καν στη φαντασία
του Αλεξάντερ Ιβάνοβιτς υπήρξε
όμως υδράργυρος το σώμα της
και –δίχως όχθη ποταμός– το πρόσωπό της
γλίστρησε
εισχώρησε
δε ρώτησε κανέναν

να απαντήσει σπεύδοντας
σε ερωτήσεις που
δεν έγιναν ποτέ.

Από τη συλλογή Το επιδόρπιο (2012) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Συλλέκτης

Συλλέκτης

Παρά τις τόσες προειδοποιήσεις να παραιτηθώ
απ’ την αγαπημένη μου συνήθεια
εγώ επέμενα πως με τον τρόπο αυτό
θα διαλευκάνω μια για πάντα το μυστήριο.

Παλιά υπόθεση –ως γνωστόν– η αφηρημάδα
γι’ αυτό κι εγώ θα μάζευα τριγύρω μου
ό,τι οι άλλοι κάποτε για λόγους ανεξήγητους
το είχανε ξεχάσει:

Ένα σακάκι, μιαν ομπρέλα, ένα κασκόλ.
Κάποιον απλήρωτο λογαριασμό.
Την τηλεφωνική γραμμή ανοιχτή.
Της προηγούμενης βραδιάς τον εφιάλτη.

Τα απλωμένα ασπρόρουχα στην καλοκαιρινή βροχή.
Το χάπι για τον ίλιγγο.
Τα σπίρτα τους και τον φακό.
Το δρύινο συρτάρι κλειδωμένο.

Τα λόγια τους απ’ το θεατρικό.
Το παρελθόν μαζί με τ’ όνομά τους.
Την κρυψώνα και το παρασύνθημα.
Την επέτειο.

Μα, απ’ όλα πιο πολύ…

Τον δρόμο να επιστρέψουνε στο σπίτι.
Τον όρκο.
Την υπογραφή.

Τα δακτυλικά αποτυπώματα
στα πόμολα επάνω.

Από τη συλλογή Το επιδόρπιο (2012) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Στη ραπτομηχανή

Στη ραπτομηχανή

Ο τόπος είναι χρόνος
προορισμένος μόνο για την επιστροφή
γιατί ο τόπος πάντα ταξιδεύει

λιωμένο φως
μες στην ασυμμετρία των σφουγγαριών
τόνος λευκός κρυσταλλωμένος
μια ανάσα πριν τον ρεμβασμό
η επίφαση του ανύπαρκτου
μες στην ακινησία…

Κι αυτό που ως ήχο χρώματος
γραφεία ταξιδίων διαφημίζουν
δεν είναι τα παράθυρα που βλέπουν στα λιοτρίβια
–επιστατούν ανελλιπώς
η Τριχερούσα Παναγιά με τη Φραγκογιαννού–
ούτε οι γαρδένιες βέβαια στους γκαζοτενεκέδες
–ο σπαραγμός του εφήμερου που όλο κιτρινίζει–

αλλά η κατάμαυρη σκιά της ραπτομηχανής
σε ασβεστωμένο κήπο
αδιάκοπα τις ξηλωμένες μνήμες να γαζώνει
να μπουν στα ξενυχτάδικα τριζάτοι και με τσάκιση
οι ναύτες του Τσαρούχη
να πιουν κρασί
να κλάψουνε
να περιπλανηθούν
τ’ άλλο πρωί να μοιάζουνε
φιγούρες φαγωμένες του Μπουζιάνη.

Από τη συλλογή Το επιδόρπιο (2012) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Σταματημένο στον πέμπτο

Σταματημένο στον πέμπτο

Μια λέξη αναποδογυρισμένη
–το μέσα έξω του άδειου δηλαδή–
είναι απλώς ένας ορίζοντας που απομακρύνεται
μία χρυσόμυγα ανάσκελα πεσμένη
στον γυάλινο βυθό της φυλακής της.
Τινάζει τα μαύρα ποδαράκια της
κι ο ανεστραμμένος πάτος ποτηριού
απόδραση βαφτίζεται μεμιάς ή ουρανός.

Θα ειπωθούν ξεκάθαρα κάποια φορά
η ανάσα, η αόρατη σκιά
το κίτρινο που αφήνει ο καιρός
πάνω στα σεμεδάκια.
Κι ό,τι γλιστράει ασώματο
μέσα απ’ τις χαραμάδες
κι αυτό θα ειπωθεί.

Δε θα ’χει τότε επιστροφή
και το δωμάτιο
δε θα ’ναι πια κουρτίνες στα παράθυρα
αλλά μια σκόνη κι ένα μούδιασμα
και βήματα που υποχωρούν και παραλύουν
κι αφόρετα σακάκια στην ντουλάπα.

Όμως κι οι λέξεις…
Οι λέξεις ίδιες δε θα ’ναι πια ποτέ.
Ο «κίνδυνος» κι η «αντοχή»
η «αιχμαλωσία» κι η «σπατάλη»
θα καταγράφονται από εδώ και μπρος
με αριθμούς.

Κι αφού τα χέρια σπάνια
θα βρίσκουν ν’ αγκαλιάζουν
υπομονετικά και ήσυχα
θ’ αρχίσουν να μετράνε.

Από τη συλλογή Το επιδόρπιο (2012) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Ρεζεντά

Λόλα Βώττη, Ρεζεντά (1930)
(τραγούδι: Ορέστης Μακρής / από την επιθεώρηση Παναθήναια του 1931)

Ρεζεντά

Εκείνη:
– Δεν ομοιοκαταληκτούσανε ποτέ
τα λόγια μου με τη φωνή μου.
Κι ήμουν αυτό που αρνιόμουν
ηχώ από βράχια που έπεφταν
ίχνη γεμάτη μιας αφής
που όμως της λείπαν δάχτυλα
– κάποιος μετράει
επάνω στο σεντόνι τα λεφτά του
τα βρίσκει πάντοτε λειψά –
μια επανάληψη αστροφεγγιάς
κι ύστερα πάλι το άδειο

και όταν λέμε άδειο
δεν εννοούμε τη σιωπή
αλλά να ζεις το αταίριαστο
κι άφαντος να ’ναι ο κήπος.

Εκείνος:
– Μην παραδίνεσαι, μικρή μου Ρεζεντά
ανέλπιστα κάποια στιγμή
τα αδύνατα μπορούν να γίνουν δυνατά
κι ας αναβοσβήνει σταθερά τα φώτα της
η ηλικία του καθρέφτη
–θα λήξει κάποτε κι αυτή
σύντομη σαν διήγηση
με έκβαση προβλεπόμενη–
κι ας είναι αφηρημένοι οι δικαστές
και σιωπηλοί οι άγιοι μες στα εορτολόγια.

Η απάντηση θά ’ρθει μια βραδιά
όταν οι επιζήσαντες σχίσουν μεμιάς
του κόσμου όλα τα σεντόνια
– τι θάβρουν τότε
να φορέσουν τα φαντάσματα
ποια τύψη θα εφεύρει ο θάνατος
για να μας διεκδικήσει;

Εκείνη:
– Μα τι κουβέντες, κύριε
τι απερισκεψία
κι αν όσα αισιόδοξα μου υπόσχεστε
αίφνης πραγματοποιηθούν
–για τα σεντόνια, λέω, τα σχισμένα–
τότε όλο αυτό το θέατρο σκιών
πού θα παιχτεί
κι εμείς που ως γνωστόν
φοβόμαστε το χιόνι
χωρίς μία παράσταση

πώς θα περάσουμε το απόγευμα
πριν τη Μεγάλη Νύχτα;

Από τη συλλογή Το επιδόρπιο (2012) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Πώς πεθαίνει κανείς από πλήξη ή Ευγηρίας οξύμωρον

Πώς πεθαίνει κανείς από πλήξη ή Ευγηρίας οξύμωρον

Σκοτείνιασε μέσα μου ξαφνικά η λεμονιά
αναίρεση διεκδικούν τα ειπωμένα
και τα μελλούμενα
δε μου ζητούν καμιά συμμετοχή.

Θα γυρίσω κι εγώ από τ’ άλλο πλευρό
να βάλω και το δάχτυλο στο στόμα
και πότε μελάνι, πότε κάρβουνο
την πτητική μου εικόνα θα συνθέσω.

Εκτός, αν είμαι τυχερή
όπως συνήθως στους χορούς των τελειοφοίτων
όπου κανένα χέρι διαθέσιμο για τη δική σου μέση
κι ο δίσκος ξαφνικά κολλά
και σώζεσαι, ως εκ θαύματος, απ’ την αμηχανία
κι έτσι ευτυχής
–πρώτη φορά μέσα στην επανάληψη–
διακρίνεις τον Αθέατο
που όσο κρατάει το τραύλισμα
παλεύει απεγνωσμένα να σου πει
ότι ήρθε η ώρα
–για να μην πλήττεις άλλο πια–
μέσα στις μαύρες αυλακιές του βινυλίου
μαζί Του να σε πάρει.

Από τη συλλογή Το επιδόρπιο (2012) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Πέρα απ’ τα συμφωνηθέντα

Πέρα απ’ τα συμφωνηθέντα

«Κοιταζόμαστε ώρα πολλή
σαν μαλωμένα αδέρφια.»
Μιχάλης Γκανάς, Παραλογή, (Ι)

Το χρονικό της μεγάλης παρεξήγησης
ξεκίνησε με δεδομένη την αποτυχία της φωνής
να θυμηθεί απ’ την αρχή
τι έπρεπε να συναρμολογήσει.

Αδύνατον να συγκρατήσει επακριβώς
χρονολογίες κι εκδοχές
κι εκείνη τη συγκίνηση
που εν τέλει ήταν άλλοθι.

Μάλλον θα έχασα τον δρόμο
μονολογούσε ανήσυχη
και πώς να ψάχνω μόνη μου τη σκάλα
που βγάζει κατευθείαν στις γιορτές
.

Να δεις που, πάλι, το πολύ
ως τις παραμονές θα φτάσω

είπε κι ευθύς
άνθισαν γύρω τους συρματοπλέγματα
κι ό,τι ραγίζει δεν ξανακολλά
κι ό,τι με παραμύθια ανατρέφεται
γυρνά αλλού το πρόσωπο
σβήνει για τελευταία φορά
στην τούρτα τα κεράκια
κι ας ήταν χτες που γεννηθήκανε μαζί
κι ας είναι τώρα που αλλού άλλοι
τους κάναν να ξεχάσουν

για ν’ απλωθεί
στους κήπους του καλοκαιριού
σούρουπο και μολύβι
για να μοιράζουνε σε ξένες πόρτες πια
σε άγνωστους
κομμάτια απ’ την ψυχή τους

σαν προκηρύξεις.

Από τη συλλογή Το επιδόρπιο (2012) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Παλιές αμηχανίες

Παλιές αμηχανίες

Να τελειώσει πια και τούτη η μετακόμιση
και κάποιος να μαζέψει
τα καμένα σπίρτα από το πάτωμα
– καμένα αδίκως βέβαια
αφού και τα όνειρα κι ο θάνατος
φωτίζονται από μέσα.

Να θυμηθώ και ν’ αποχαιρετίσω
όπως ξέρουν ν’ αποχαιρετιούνται
μόνο οι ασθενείς
όταν ο ένας απ’ τους δυο
πρώτος τον θάλαμο εγκαταλείπει.

Περάσαμε επιτυχώς όλες τις αμαρτίες
μα πριν απ’ την καταστροφή
«Τας θύρας! Τας θύρας!» φώναξαν
και τότε
αν και μας κάλυπτε
όπως παλιά στην τάξη η δασκάλα μας
είν’ η σειρά σου, μου είπανε
αλλά εγώ ως συνήθως δείλιασα
και κάπως έτσι άρχισε σιγά σιγά
η φόδρα μες στην τσέπη
να ξηλώνεται.

Από τη συλλογή Το επιδόρπιο (2012) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Οικογενειακή υπόθεση

Οικογενειακή υπόθεση

Στα σπίτια μέσα
οι λέξεις είναι χωρισμός
μια ύπουλη λιτάνευση ληγμένων υποσχέσεων
μια ανόητη υπομονή ανάμεσα σε δυο πνιγμούς
τη λάμψη των χρυσών δαχτυλιδιών
και τη φριχτή αναπνοή του γηραλέου ζώου.

Πονάνε οι ταγμένοι να ημερέψουν
τη φωνή τής μέσα χορωδίας
ματώνουν ολομόναχοι
μες στην κρυψώνα του καημού
καμιά φορά πάνω χιμούν στους προβολείς
κι ύστερα επιστρέφουνε πάλι στο ίδιο ψέμα.

Βολεύονται όπως όπως
σ’ αυτό το θερμοκήπιο κλουβί
που βλέπει στον ακάλυπτο
κι έχει την πλάτη του στραμμένη
στα διλήμματα.

Θαμπό και νοτισμένο το κλουβί
θαρρείς κι αχνίζουν δάκρυα σε κελιά
πριν από την εκτέλεση
μα το αποδίδουν έντεχνα
στην αχνιστή τους σούπα.

Κάποτε, ένας απ’ αυτούς
–περιορισμένων μάλλον αντοχών–
σαν άστρο πέφτει αιφνίδια
μες στον φωταγωγό
ψελλίζοντας για τελευταία φορά
χαϊδευτικά το όνομά του

οι υπόλοιποι
γδέρνουν επάνω κάτω το παρκέ
κάποιοι επιλέγουν καθιστή διαμαρτυρία
κι ελάχιστη πιο τολμηροί
ανοίγουν τα προσχέδια
φωτογραφίζουνε
ασκήσεις επί χάρτου και μακέτες
κι εκδίδουνε τα Άπαντα
ποιημάτων που δεν τύπωσαν ποτέ
ποιημάτων που ούτε γράφτηκαν.

Από τη συλλογή Το επιδόρπιο (2012) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Ο μονόλογος του πεθαμένου

Ο μονόλογος του πεθαμένου

Και βέβαια
δεν είχαμε βρεθεί τυχαία εκεί.
Ένα αίνιγμα θα λύναμε
κι αν ύστερα επιτυχώς
το ρόδινό μας πρόσωπο φορούσαμε
ίσως να παρακάμπταμε εντελώς
υπεύθυνους και υπογραφές
για μιαν απλή και άχρηστη
άδεια εκταφής.

Εκείνοι
βασίζονταν στη χρωματοφοβία μας
κι όσο να πεις, σκεφτόντουσαν
δεύτερος γύρος στο τρενάκι του τρόμου
ε, όχι, θα πήγαινε πολύ.

Μας είχανε αφύλαχτους.
Μια άσκηση ετοιμότητας
μας έλεγαν πως ήταν
και σύμφωνα με τους Πιστούς
θα επιστρέφαμε ξανά
στην πρώτη μας ανία.

Ούτε κι οι ίδιοι γνώριζαν
πως οι βηματισμοί που ακούγονταν
σαν πάνω σε σανίδι
ήταν αυτοί, εμείς κι οι ρόλοι μας
κι απ’ ό,τι ως τώρα έδειχναν
οι τόσες προπωλήσεις
το έργο θα ανέβαινε

για άλλη μια γενιά.

Από τη συλλογή Το επιδόρπιο (2012) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Μια βαθιά υπόκλιση

Μια βαθιά υπόκλιση

«Πραγματικά εκλεπτυσμένοι
είναι μόνο οι νεκροί.»
Jane Austen

Στους δρόμους χορωδίες και γιορτές
ξύλινοι πάγκοι με γλυκά
συνωμοσία και άγνοια.

Παλιά βαγόνια στις αλάνες
μεταμφιέζονται πυρετωδώς
σε καμαρίνια με χρωματιστά φτερά.
Σβηστά λαμπιόνια, φωσφορίζουσες σκιές
ρόμπες σατέν και γούνινα μανσόν
να αστράψουν ετοιμάζονται
για τη βραδιά των χειροκροτημάτων.

Σκηνοθέτης:
Σκορπίστε γρήγορα στα σκηνικά
μπαχάρια και λουίζες
να καλυφθεί ως το απόγευμα
η μυρωδιά της ναφθαλίνης…

Ερασιτέχνες πυροτεχνουργοί
και αστυφύλακες
εν είδει Επιταφίου περιφέρουν
κλουβιά με ντροπαλούς Αμβρόσιους
και ξεπεσμένες Ιουλίες
–κάτι αναμμένα κηροπήγια κρατούν
και απαγγέλλουν–

την ίδια ώρα που αλλού
σε υγρό βάθος σκοτεινό
ήδη η Γκρέτα μακιγιάρεται
πανέτοιμη να κοιταχτεί στα δάκρυα
ενός ακόμη ανάξιου θαυμαστή
που θ’ αρνηθεί να την πυροβολήσει
ενώ ο ωραίος Ολιβιέ
προβάρει την υπόκλιση
στο μαύρο κοκτέιλ φόρεμα
της Όντρεϊ που κρυώνει.

Ντελάλης:
Σήμερα
επισκέπτεται την πόλη σας
για μια μοναδική βραδιά
ο φημισμένος θίασος
που εμφανίζει επί σκηνής
πασίγνωστους νεκρούς ηθοποιούς
του κλασικού ρεπερτορίου.

Για μια βραδιά αποκλειστικά
μια ολόκληρη εποχή θα αναστηθεί
όμως δε θα το ξέρει.
Να υποκριθείτε συνεπώς
ότι δεν πέθαναν ποτέ
πως παίζουν ασταμάτητα και δε γερνούν
πως δε μεσολαβήσαν χώματα
αφιερώματα εκτενή και νοσταλγίες.

Να είστε, εξάπαντος, όλοι εκεί!

Και μη σκεφτείτε, φυσικά, το εισιτήριο.
Η ανατριχίλα απόψε
θα είναι δωρεάν!

Από τη συλλογή Το επιδόρπιο (2012) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Μια δοκιμασία περιττή

Μια δοκιμασία περιττή

Το μόνο μας κοινό ήταν η ανυπομονησία
ένας σταθερός ήχος σταξίματος
μια τύψη ενοχλητική
όπως οι σπόροι στο καρπούζι
και μια επίμονη ανάγκη διευκρίνισης:

τρέξαμε τελικά
για να προλάβουμε
ή
για να παραστούμε στο κακό;

Βουλιάζουμε μες στα δεδικασμένα
και στη χλωμάδα των φωνών που σίγησαν
σάμπως δεν καίγονται επαρκώς τα σωθικά μας
από σταθμό σ’ άλλο σταθμό
συλλέκτες σκόνης παπουτσιών
και εισιτηρίων
μια μετανάστευση σκληρή
με όλους τους προβολείς
επάνω μας στραμμένους
και τ’ άγρια ποδοβολητά

ολοένα να πλησιάζουν.

Από τη συλλογή Το επιδόρπιο (2012) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Μέρες δύσκολες

Μέρες δύσκολες

Σπασμένα όλα τα φράγματα
κι η μόνη νίκη του νερού
να ομολογεί την ξηρασία του.

Ακίνητη και η όραση
στάχτη κι ανατολή ομίχλης
έξω απ’ την πόρτα
που δεν άνοιξε στον κίνδυνο.

Η λάσπη ορίζει τώρα την απόσταση.

Όμως, πού να βρεις έναν άνθρωπο
που να κρατά τον λόγο του
την κρίσιμη ώρα να μπορεί
να κάνει τον αδιάφορο
να κρύψει έστω ένα παιδί
κάτω από το τραπέζι.

Οι άλλοι έξω χτυπάνε στα τυφλά
η μια πίσω απ’ την άλλη
κλειδώνονται οι εξώπορτες
και λόγια πια παρηγοριάς
ούτε στη σκόνη γράφονται
ούτε και στα βιβλία.

Από τη συλλογή Το επιδόρπιο (2012) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου: … Κι εμείς χειρότερα

… Κι εμείς χειρότερα

Υπάρχει κάπου ένα τέρμα
που τίποτα εκεί δε λιγοστεύει.
Καμιά αφορμή δε στέκεται ικανή
ν’ ανοίξει τα παράθυρα
να μπει ο αέρας ο τρελός
που ανακατώνει τα χαρτιά
και ξέσκεπα αφήνει στη νεροποντή
χρώματα και προσχήματα
μέχρι να ξεθωριάσουν.

Υπάρχει κάπου και γαλήνη
γαλάζια και γυαλιστερή
όπως τα κυριακάτικα λουστρίνια
και οι ποδόγυροι εκεί
ποτέ δεν είναι λασπωμένοι
ούτε τα λόγια στήνουν ενέδρες
σε κανέναν.

Με τέτοια μελιστάλαχτα
και άλλες υποσχέσεις
μη διανοηθείτε άλλη μια φορά
να νανουρίσετε μικρά παιδιά.

Από τη συλλογή Το επιδόρπιο (2012) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Ιντερμέδιο

Ιντερμέδιο

Ας μιλήσουμε, επιτέλους, για τα ασήμαντα.
Για τα κρυμμένα πίσω από μια πράξη
όπως τα ντροπαλά παιδιά
πίσω από μια φούστα

για τις ρουφήχτρες και τα ηλεκτρόδια

την άνιση πάλη
και τη μάταιη ανταμοιβή

για την απόσταση.

Πώς μπλέξαμε νυχτιάτικα
σ’ αυτή τη διαδήλωση;
Και να πεις ότι είχαμε άφθονο καιρό:

Μονάχα χέρια είχαμε
που απλωμένα έτρεμαν
αναζητώντας χειροπέδες
κι ίσως κι ένα προαίσθημα
πως το χρεόγραφο
εξάπαντος θα πληρωθεί
και τα κλειδιά
–το πιθανότερο–
δε θα ταιριάζουνε στην πόρτα.

Από τη συλλογή Το επιδόρπιο (2012) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου