Βασίλης Βασιλικός: [Μικρός, έξω απ’ τα ακραία σπίτια του χωριού…]

Γιάννης Μαρκόπουλος & Γιώργος Σκούρτης, Μη μου μιλήσεις πάλι για ταξίδια
(τραγούδι: Βίκη Μοσχολιού / έργο: Μετανάστες (1974))

[Λάκα – Σούλι (1967-1974), ενότητα 2: Λάκα – Σούλι]

[17]

Μικρός, έξω απ’ τα ακραία σπίτια του χωριού,
συνήθιζε να κολλάει τ’ αυτί του
δίπλα στις ρίζες της οξιάς
για ν’ ακούσει το προμήνυμα
του μοναδικού λεωφορείου,
που έφερνε τους επιβάτες,
κάθε απόγευμα,
από τη «σκάλα» στο χωριό,
τις εφημερίδες, τον πάγο,
την ασετιλίνη… Έφυγε μετανάστης
για το Βέλγιο. Παλιότερα
είχε φύγει ο πατέρας του, με το Δημοκρατικό Στρατό,
στο δεύτερο αντάρτικο,
κι εγκαταστάθηκε στην Τασκένδη.
Χρόνια πέρασαν ώσπου ν’ ανταμώσουν
πατέρας και γιος. Κάποτε βρέθηκαν
στο Έσεν, στη Δυτική Γερμανία.
Ο γέρος του τον ρώτησε τι έκανε, πώς ζούσε.
Όσο και να άλλαζε σταθμούς,
του είπε, στο τρανζίστορ, η βελόνα του
κολλούσε στην πατρίδα, καθώς μικρός
συνήθιζε να κολλάει τ’ αυτί του
στο χωματόδρομο, να δει αν έρχεται το λεωφορείο.
Είκοσι δύο χρόνια είχαν ν’ αγκαλιαστούν.
Πριν χωρίσουν, «υποσχόμενοι αμοιβαίως
ν’ αλληλογραφούν, γιατί τώρα που πιάσαν επαφή
δεν έπρεπε, βεβαίως, να τη χάσουν»,
ο πρώην αντάρτης ρώτησε: «Και το χωριό;»
«Όπως τ’ άφησες. Μόνο που ασφαλτόστρωσαν
τη δημοσιά και δεν ακούγεται πια
ο θόρυβος του λεωφορείου». Αυτό του έφτανε.
Έμαθε επιτέλους μια λεπτομέρεια συγκεκριμένη.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Βασίλης Βασιλικός: Τα Ποιήματα (2006)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Βασίλης Βασιλικός

Νίκος Βρεττός, Ξένος τόπος

Σταύρος Ξαρχάκος & Νίκος Γκάτσος, Τούτος ο τόπος
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / έργο: Τα κατά Μάρκον (1991))

Ξένος τόπος

[Ενότητα Κολαστήριο]

Και η γη μας και η θάλασσα κι αυτές οι φωνές
και τούτες οι μέρες δεν είναι δικές μας
μήτε δικός μας ο ήλιος ο παλμός του φωτός
άλλοι ορίζουνε τη ζωή μας
κόβουνε τους ανθρώπους στα δυο τα δυο στα τέσσερα
σα να παίζουν μοχθηροί με σκουλήκια

δεν είναι οι γυναίκες δικές μας
μήτε δικοί μας οι άντρες δικά μας τα παιδιά
και τα παιδιά που μόλις πιαστήκαν στη μήτρα
γεννιόμαστε μεγαλώνουμε αντίκρυ στο θάνατο
ζώντας στη γη μας όπως ξενιτεμένοι

άγνωστη η μουσική των πουλιών
κι η πανσέληνος άγνωστη πάνω στο βράχο της θάλασσας
με τον έρωτα φτεροκοπώντας παντού στο παρόν
και πολύ βαθιά στον ορίζοντα μέσα στο μέλλον

άγνωστος ο σπασμός του σπόρου στ’ οργωμένο χώμα
και το σκάσιμο άγνωστο και το τίναγμα της νέας ζωής
και το τραγούδι της αύρας στις πράσινες φυλλωσιές
μ’ ευγνωμοσύνη χαϊδεύοντας τους καρπούς των κλαδιών

ντυμένοι με την τελευταία λέξη της μόδας
καθένας κι ένα κομμάτι βιτρίνας
ωραίοι
σα μίσχοι
φιγουρίνια
και μέσα μας τίγρεις ιπποπόταμοι σκορπιοί
πρόσωπα φωτογραφίας που δεν ελπίζεις πως κάποτε θα σαλέψουν

πως θα δακρύσουν πως θα φωνάξουν
κι όμως απελπισμένος επιμένεις να καρτερείς.

Από τη συλλογή Τριλογία (1976) του Νίκου Βρεττού

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Βρεττός

Θοδωρής Βοριάς, Μια ηλιαχτίδα

Μια ηλιαχτίδα

Μια ηλιαχτίδα τον τοίχο να εμβολίσει,
να διαπεράσει και τη μοίρα μας
που ξεχάστηκε στον πίνακα ανακοινώσεων.

Πόρτες και διάδρομοι είναι το τηλέφωνο.
Στοίχειωσε το κουδούνισμά του.

… Μια ηλιαχτίδα να ελευθερωθούμε.
Μονάχα να περάσει μέσα μας,
να μας πυρώσει,
να λιώσει το δεσμοφύλακα,
τη νοοτροπία μας.

Από τη συλλογή Το τρύπιο ταβάνι (2005) του Θοδωρή Βοριά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θοδωρής Βοριάς

Μαρία Πισιώτη, Το υδάτινο πέρασμα του χρόνου

Το υδάτινο πέρασμα του χρόνου

Ανέγγιχτος διαθλάται
στις αισθήσεις
στη μνήμη
στη ρυτίδα

Επάνω του τα έντομα
ακουμπούν
γνώση
πάθη
φοβίες

Από τη συλλογή Το υδάτινο πέρασμα του χρόνου (2001) της Μαρίας Πισιώτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Πισιώτη

Τόλης Νικηφόρου, μια άτυχη ζαριά

μια άτυχη ζαριά

τι όνειρο ήταν κάποτε
τι πάθος
η περιπέτεια της ζωής
η γνώση πάνω απ’ όλα
να ταξιδέψουμε
να ερωτευτούμε
ν’ ανακαλύψουμε τον κόσμο

πενήντα χρόνια αργότερα
με όλα όσα ζήσαμε
με αιώνια αναπάντητα
τα εφηβικά μας ερωτήματα
και με τη φλόγα που δεν λέει να σβήσει
δεν έχουμε καταλάβει τίποτα
υπήρξαμε ένα τίποτα
μια σύμπτωση
ένα λάθος
ή ένα παραμύθι
που ψιθυρίζει η θάλασσα στην άμμο

ένα παιχνίδι με σημαδεμένη τράπουλα
μια άτυχη ζαριά

Από τη συλλογή φλόγα απ’ τη στάχτη (2017) του Τόλη Νικηφόρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τόλης Νικηφόρου

Βασίλης Φαϊτάς, Ρους και ροή

Ρους και ροή

Θα ’θελα να ’μαι ένα πουλί στην κουπαστή του χάους
σώμα από λάμψεις που ψαύει
ανείπωτες εκδοχές
μια γλώσσα εντός μου ορφανή
λέξεις που θραύονται
αναζητά την οδό για το απρόσμενο
μια διαδρομή που δεν γνωρίζει την ύπαρξή της
και δεν αναρωτιέται
όπως οι βράχοι απολιθωμένη ηχώ των ακτών
ακίνητοι πορεύονται χωρίς να ρωτάνε

Πλάι μου κάποιος μιλάει στη γλώσσα του ωκεανού
φεύγοντας να δει την ετοιμόγεννη αθωότητα
περιπλάνηση στο συμπαγές κενό
σκαρί σκουριασμένο επιμένει
στη σελίδα που τέλειωσε και δεν λέει να γυρίσει
ένας αγέρας ανώνυμος σηκώνεται μέσα του
ρους του βυθού αδιόρατος ερχομός
συντρίβεται η στιγμή και παίρνει
όλους τους δρόμους που οδηγούν στο θαύμα
ολόκληρη η ζωή του άγρυπνη χίμαιρα
να πει μια μόνο λέξη θέλει
βαθιά και αδυσώπητη
για να πιστέψει

Πίσω απ’ το γενεαλογικό δέντρο της αιωνιότητας
αποτραβιέται το χρυσόμαλλο δέρας
η τραγωδία του μακρινού σινιάλου
στο αόρατο κέντρο του ανεξήγητου
η καρδιά του μηδενός είναι το Ένα
από πάντα εκεί βρέχει ανταύγειες
παλίρροιες μ’ αινιγματικά μήκη κύματος μεταναστεύουν
το αλφάβητο της περιπλάνησης ανυψώνεται
μελάνι απ’ τη σκόνη των άστρων
στα μαλλιά της γυναίκας ψηλαφώντας
γράφει λέξεις
από τότε που ήταν κορίτσι
στα ιερογλυφικά του λυκόφωτος
αποβάθρες της νύχτας
φανοστάτες του έρωτα
στα μουράγια ο καλπασμός της αθωότητας
περπατώ και δίπλα μου
αγκυροβολημένες οι αισθήσεις στην αέναη ροή το ανείπωτο
το αύριο είναι ήδη εδώ
ποιος ν’ αποκρυπτογραφήσει; τι;
το κάθε άστρο μια λέξη ίχνη λαβύρινθου
ένα τραύμα παλιό που δεν κλείνει
μυστικά τα κλειδιά του Γαλαξία
η κιβωτός των χαρταετών
τόσα αντίο ριγμένα χωρίς παραλήπτη
ο σπόρος που φυτέψαμε
δεν είναι για το χώμα
θα βγει να συναντήσει τα σύνορα των πραγμάτων
να γνωρίσει
τα περάσματα των προορισμών

Ό,τι αφήνει κανείς πίσω είναι δρόμος
οβολός της θνητότητας
γλάρος που αιωρείται στην πλάνη της απόστασης
για λίγο υπάρχουμε στη συμβολή των κυματισμών
εκεί η πέτρα ονειρεύεται να γίνει βουνό
η χλόη τη νύχτα δέντρο
η γραμμή του ορίζοντα νήμα της προσωρινότητας
το λουλούδι που για σένα θα ’κοβα.

Έχει πολλές πατρίδες το ποτάμι
κυλάει δεν σκέφτεται, κυλάει
φορτωμένο εποχές και ανθρώπους
αυτό που αφήνει πίσω
στιγμές νερού
σύντομες ανθισμένες νύχτες
στη ροή ανεξάντλητου μυστικού.

Από τη συλλογή Ρους και ροή (2014) του Βασίλη Φαϊτά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Βασίλης Φαϊτάς

Τριαντάφυλλος Η. Κωτόπουλος, Το Βόιο

Το Βόιο

[Ενότητα Σημαδούρες]

Μια μικρή κηλίδα στην ψυχή μου το Βόιο
σαν βιαστικός χρόνος, σάλιο μικρού παιδιού που ονειρεύεται
Κίτρινα ομοιόμορφα κομμάτια στάρι ανάμεσα στις πλαγιές
και περήφανες δρύες
Κρανιές, ξεχασμένες λεύκες, σπιτικές ακακίες
Σε ικανή απόσταση ένας πανέμορφος γεωφυσικός
Απ’ την άλλη οπτική γωνία, πιο μακρινή
να μπαίνει στο κάδρο ο πολιτισμός
Αυτοκίνητα νέου τύπου, σε κάθε εκδοχή τετρακίνησης, υπερτερούν
σπίτια ανάκατα –σεισμοδάνεια και τα παλαιά
χωριά τελικά με και χωρίς το απαιτούμενο χρώμα
Πάντα η θέληση μιας ιδιαίτερης ράτσας να επιβιώσει
Ναι, αλλά χωρίς υπερφίαλες βλέψεις
χωρίς ιδιαίτερες παραχωρήσεις στο φιλότιμο και στην καθαρότητα της ματιάς
Απουσιάζουν οι φλυαρίες
Συμφιλιώθηκα τελικά με την καταγωγή μου με τα της ποίησης αργότερα
Η κατάληξη στη μεγάλη παντοτινή πόλη
στη γεμάτη ιδεολογήματα ερωτική, συμβασιλεύουσα, συμπρωτεύουσα κ.ά.
αποδελτίωσε από τα λευκώματα της φλαμουριάς,
σαν να αιωρείται ο σοφός καρπός της στο κτήμα του παππού Ηλία,
το γονιδιακό μου πεπρωμένο
Κι αγάπησα τις 40 Εκκλησιές, τα Κάστρα και τα βουλεβάρτα της θάλασσας

Από τη συλλογή Σημαδούρες (2015) του Τριαντάφυλλου Η. Κωτόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τριαντάφυλλος Η. Κωτόπουλος

Στέλλα Γεωργιάδου, Συναστρίες

Συναστρίες

στην λογοτεχνική συντροφιά
εκείνων των ημερών

Θα τους λέγατε χαρούμενη συντροφιά
ίσως και να τους λέγατε λιγάκι βαρεμένους
(απ’ τον αέρα του βουνού;)
Σίγουρα μοιάζανε τύποι ιδιόρρυθμοι
Αντί για βότσαλα
λέξεις κλωθογυρνούν στο στόμα τους
να καθαρίσει ο ήχος
κι ατόφιο να προβάλλει
το βουητό των ρυακιών
το θρόισμα των φύλλων
το φτεροκόπημα απ’ των πουλιών το ξάφνιασμα

Ο καθένας τους κουβαλά και μιαν έρημο
μια γραφίδα ακατέργαστα όνειρα
κι έναν δρόμο με υπόγειες χαράξεις
Όλοι μαζί συνθέτουν τη στιγμιαία όαση
και πλημμυρίζει πράσινο αλλότροπο
ζεστό γαλάζιο ρέον φως

Εκρήξεις γέλιου
στα ποτήρια που υψώνονται
Ο πύργος δραπετεύει απ’ τη σκακιέρα
Ο φιλόσοφος επιμένει κυνικός
Η βασίλισσα πετά το διάδημα καθώς
το βουνό ολισθαίνει στη θάλασσα
Οι καλεσμένοι –επίτηδες– αφήνουν αιωρούμενα
μικρά ψήγματα ψυχής
υπόμνηση στο γυρισμό Κενταύρων κι Αμαζόνων

Στο Πήλιο
Ιούλιος του δυο χιλιάδες έντεκα
κάτι ανερμήνευτο συνέβη
Ίσως –καταπώς λέν’ οι αλχημιστές–
ήρθαν σε σύζευξη τ’ αστέρια.

Από τη συλλογή Αμφίβια εγώ (2015) της Στέλλας Γεωργιάδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Στέλλα Γεωργιάδου

Γιώργος Θέμελης, Ars Poetica (3)

Ars Poetica

3

Το ποίημα συγγενεύει με τη φωτιά

Όπως συγγενεύει το Ρόδο με τον Ουρανό, ο Χαρταετός
με τον Άνεμο
Και συ, το σώμα σου, με το ποτάμι.

Το σωστό Ποίημα, το αληθινό

Αυτό που έρχεται ανεβαίνοντας μέσ’ απ’ την Ποίηση
κι είναι καρπός της
Σπινθήρας που ξέφυγε απ’ την
πυρακτωμένη ουσία της μες σε μια έκρηξη

Πώς ανεβαίνει επάνω στα χείλη το φιλί βαθιά το στήθος σχίζοντας.

Για τούτο το Ποίημα φέγγει

Όπως τα σπάνια μετέωρα που ξαφνιάζουν τον ουρανό
και κάνουν νύχτα μέρα αλλάζοντας τα οπτικά
πεδία των ματιών.

Το Ποίημα κοιμάται μες στην πληρότητά του

Σαν τα νήπια που χόρτασαν το μητρικό τους γάλα
κι έγιναν πλήρη
Σπιθίζοντας ευφροσύνη κάτω από τα
βλέφαρά τους–

Κρύβοντας μέσα του την αναμμένη φλόγα του, το αίμα του,
Τη λάμψη του λάμποντας, λάμψη για λάμψη, στην ερημία.

Το Ποίημα πρέπει να το ξυπνάς

Σιγά σιγά, μην εκραγεί και σε γεμίσει εγκαύματα και
μείνεις ο σημαδιακός, ο καυστικά στιγματισμένος,
και σε πετροβολούν

Μπορεί να σ’ αναφλέξει όλον μεμιάς να καίγεσαι
και να καπνίζεις ως το τέλος,
ώσπου να γίνει η σάρκα σου φως

Πώς καίγεται και λιώνει η αναμμένη λαμπάδα και γίνεται δέηση.

Είναι σάρκα και σάρκα,
Σάρκα πυκνή
Και σάρκα ανάερη,
Εκθαμβωτική
Φως
Ως ιμάτιον

Αμφίεση Σκιών κι Ενσάρκωση Ασωμάτων.

Το Ποίημα σε ποιεί,
Δεν το ποιείς
Μην το παραβιάζεις.

Από τη συλλογή Ars Poetica (1974) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Ars Poetica (1)

Ars Poetica

1

Αν είναι κάτι το Ποίημα,
Είναι κάτι που δεν πιάνεται,
Όπως το νόμισμα ή το πουλί

Το Ποίημα σε παίρνει,
Δεν το παίρνεις
Μην το παραβιάζεις.

Το Ποίημα είναι σαν την Αγάπη,
Την Αγάπη την αναπάντεχη,
Όταν σου κόβει τη μιλιά,

Σαν την Αγάπη, σαν τη Μουσική

Μια συνοδεία παντοτινή,
Μια λάμψη ακαταθάμπτωτη

Σ’ ακολουθεί παντού το Ποίημα,
Σε σκοπεύει
Μην το παραβιάζεις.

Είναι κατάφωτο το Ποίημα

Αδιάρρηκτο, καθρεφτικό,
Σαν το αγλαό φεγγάρι
Όταν γεμίζει το δίσκο του

Το Ποίημα δεν είναι πράγμα σου,
το πράγμα είσαι συ

Σε βγάζει στο φως,
Σε φανερώνει
Μην το παραβιάζεις.

Από τη συλλογή Ars Poetica (1974) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Ευτέρπη Κωσταρέλη, Ανοχή

Ανοχή

Σπασμένη μοιάζει η ραχοκοκαλιά
των ονείρων μου
καθώς τ’ αστέρια παλεύουν
να στολίσουν με αισιοδοξία
το κέντημα του αύριο.
Θυμάμαι είχα γεννηθεί
υγιές παιδί
με νου χορτάτο από ταξίδια
και ψυχή εύκολη στο «πλανάσθαι».
Μα κάπου ίσως χτύπησα
κι η μνήμη φύλαξε
την αίσθηση του πόνου.
Το σώμα κράτησε το σημάδι
κείνης της συνάντησης.
Έπαψα να πιστεύω στις σεισμικές δονήσεις.
Και απ’ όνειρα κράτησα
τα μόνα ανεχτά,
τα περιτυλίγματα της μετριότητας.

Από τη συλλογή Βερντάντι (2013) της Ευτέρπης Κωσταρέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτέρπη Κωσταρέλη

Γεωργία Τρούλη, Μετρώντας ανάποδα

Μετρώντας ανάποδα

Να σκοντάφτεις πάνω σε δυο-τρεις σελίδες συνοδευτικές
Να οπισθοχωρείς αβέβαια
Και τα αγκαθωτά φιλιά να έχουν σφηνώσει πάνω στα χέρια σου
Και μ’ αυτά σφιχτοδεμένο πλεκτό να φτιάχνεις με άμμο
Και μ’ αυτήν να μετράς τον χρόνο κουκκίδα-κουκκίδα ασημαντότητας
Και μ’ αυτόν να ξεπλένεις τα δάχτυλα και πάλι να ξορκίζεις δύο βασισμένες στη ράχη σκέψεις
Και μ’ αυτές να κάνεις συναισθήματα που δεν έχουν λογική αλληλουχία — μόνο θύμο αδένα
Και από εκεί να εκκρίνεις το τελευταίο γλαφυρό ερωτηματικό όλο καμπύλη
Και μ’ αυτήν να βάζεις στρατσόχαρτο και σιγά-σιγά να προκαλείς οξύνσεις σφυριχτές
Και μ’ αυτές να φτιάχνεις γωνίες να τρυπώνεις τις φυγές
Και τις αυταπάτες

Και οι σελίδες οι συνοδευτικές
Που με όλα τα προηγούμενα έχουν τσαλακωθεί
Και αυτές να τις ξετυλίξεις σιγά-σιγά
Και με μουρμουριστό γυροφάνι ν’ αρχίζεις
Αμφιταλαντεύσεις στο νόημα
Και ο χρόνος να γυρνάει σαν ανάποδο μέτρημα
Από το εκατό και κάτω
Και με αυτόν να φτάνεις στην κουκκίδα
Και με αυτήν να σημαίνεις
Τέλος
Τέλος

Από τη συλλογή ακρογωνιαία πορεία στο και (2012) της Γεωργία Τρούλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γεωργία Τρούλη

Δημήτρης Λαμπρέλλης, Ένα πρωί ο κύκλος

Ένα πρωί ο κύκλος

Το Σάββατο το τετριμμένο
Το Σάββατο της συντριβής
Ο ένας μυρίζει ναφθαλίνη
Ο άλλος μια υπόσχεση
πίσω από μια βιτρίνα που έμεινε κλειστή.

Το Σάββατο το τετριμμένο
Το Σάββατο της συντριβής
Μες στο συρτάρι βρίσκει τη θέση του ο πόθος
Κι η μετρημένη πλήξη αγγίζει ένα ρόδι
καμώνεται πως ζει.

Από τη συλλογή Η ανεμώνη και ο ίλιγγος (2005) του Δημήτρη Λαμπρέλλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Λαμπρέλλης

Παναγιώτης Αργυρόπουλος, Ατενίζοντας το απρόσιτο

Ατενίζοντας το απρόσιτο

Τόσα χρόνια
καθόμαστε απέναντι, ουρανέ
και δε συστηθήκαμε.
Ονομάζομαι άπειρος.
«Δες σύμπτωση», μου απάντησε
«κι εγώ άπειρος είμαι.
Προγιαγιά μου η αιωνιότητα
και παππούς μου το χάος».
Μάλλον πρόκειται για συνωνυμία, του είπα.
Εγώ κατάγομαι απ’ την έλλειψη πείρας.
Μητέρα μου ήταν η άγνοια.
Ορφανός.
Με μεγάλωσε η αναζήτηση.
Μιας και φαίνεσαι όμως άκληρος, ουρανέ
και τυχαίνει να ’χουμε ομόηχο όνομα
δε με υιοθετείς στο απέραντο
για ν’ αλλάξω και σημασία;

Μη λικνίζεσαι επιδεικτικά, ουρανέ.
Σκανδαλίζεται η θνητότητά μου.
Κι όταν καλπάζεις
στους δρόμους του ανέφικτου
να φοράς τις οπλές σου συμπόνια
για ν’ απορροφώνται
οι κραδασμοί της υπεροψίας σου.
Με τρομάζουν οι ήχοι του απρόσιτου.

Βρέχει.
Παραπονιέται πάλι ο ουρανός.
Σκληρή η μοναξιά του αχανούς.
Είσαι τουλάχιστον αιώνιος, ουρανέ.
Σκέψου λιγάκι και εμάς.
Και μόνοι και εφήμεροι.

Από τη συλλογή Εκκωφαντική σιωπή (2004) του Παναγιώτη Αργυρόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Παναγιώτης Αργυρόπουλος

Λήδα – Βασιλική Θέμελη, Στο διπλανό φράχτη

Στο διπλανό φράχτη

Στο περιβόλι
φύτεψα αμαρτίες
κι οι αγκαθιές που φύτρωσαν
φρόντισα να μην πληγώσουν
του διπλανού φράχτη

τα τριαντάφυλλα.

Από τη συλλογή Κρίσιμες στιγμές (2010) της Λήδας – Βασιλικής Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Λήδα – Βασιλική Θέμελη

Ιωάννα Λιούτσια, Λανθάνω

Δημήτρης Ζερβουδάκης, Λήθη
(τραγούδι: Δημήτρης Ζερβουδάκης & Σοφία Γεωργαντζή / δίσκος: Πώς να αναπνεύσω (2009))

[Ενότητα Συνομιλίες σε Μη+ (Ζωή)]

γ. Λανθάνω

Το λάθος είναι ένα.
Οι αλήθειες είναι πολλές.
Ή μήπως ανάποδα;

Λανθάνω θα πει: «Διαφεύγω της προσοχής».
Άρα λάθος τι θα πει;
«Κάνω κάτι χωρίς να προσέχω.»
Αν πρόσεχα, θα ήταν σωστό.

Και αλήθεια τι θα πει;
«Παραδέχομαι το λάθος μου.»
Δεν πρόσεξα και τώρα το φωνάζω.

Έπειτα έρχεται η λήθη.
Η λήθη τι είναι;
«Ξεχνάω το λάθος που έκανα.»
Ή ξεχνάω που δεν πρόσεξα.

Και ποιο πονάει πιο πολύ;
Το λάθος;
Η αλήθεια;
Ή η λήθη;

Από τη συλλογή Συνομιλίες σε Μη+ (2013) της Ιωάννας Λιούτσια

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ιωάννα Λιούτσια

Στέλλα Τιμωνίδου, Ευρώπη

Ευρώπη

Η γηραιά κυρία πλήττει από ανία
και βρίσκεται σε πλήρη αμηχανία.
Δέχεται στωικά τα σημάδια
του αδυσώπητου χρόνου, αλλά
διαπιστώνει πως δεν σηκώνει
άλλη αναβολή και καθυστέρηση
κι αρχίζει ν’ αντιδρά σπασμωδικά.

Τη μια κάνει lifting προσώπου,
την άλλη βάφει τα μαλλιά της μπλε.
Μα κάποιος πρέπει να της μιλήσει
για τα παλιομοδίτικα μοντελάκια της.

Ριζικές αλλαγές κι ανανεώσεις στη στόφα,
στο στιλ, στο χρώμα και στις αποχρώσεις.
Επιστροφή στο πνεύμα της σημερινής εποχής
με άμεση αλλαγή στάσης και πλοήγησης αν
θέλει να κρατά ακόμα τα ηνία του ταύρου της.

Από τη συλλογή ατελείωτες νύχτες (2008) της Στέλλας Τιμωνίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Στέλλα Τιμωνίδου

Κάρολος Τσίζεκ, Το άθραυστο ποτήρι

Το άθραυστο ποτήρι

Το πράσινο ποτήρι, όπως και τ’ άλλα σκεύη
με το ίδιο χρώμα, που είχανε πρόσφατα αγοραστεί,
ήταν άθραυστο, ωστόσο, το αδόκητο συνέβη:
έσπασε. Χτες τη νύχτα, ενώ έπινα κρασί,
ξάφνου με πήρε ο ύπνος και μου έπεσε απ’ το χέρι.

Θέλω να πω ότι, όσο κι αν πιστεύει,
αυτός που ξέρει
επαγρυπνεί.

Θαρρώ πως συμφωνείς με αυτό που λέω:
δεν αναιρεί την πίστη το τυχαίο,
απλώς συμβαίνει ξαφνικά.

Ό,τι κι αν κάνεις είναι ανώφελο μετά,
ήταν της μοίρας, το τυχαίο, η μαρτυρία.
Ποτέ σου δεν θα βρεις άλλη ευκαιρία
αν και η καρδιά σου, μια ζωή, θα την αναζητά.

Από τη συλλογή Στίχοι έρωτα και αγάπης (2005) του Κάρολου Τσίζεκ

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κάρολος Τσίζεκ