Μανόλης Αναγνωστάκης, Αισθηματικό διήγημα

Διαβάζει ο ποιητής.

Αισθηματικό διήγημα

Στον Κώστα Κουλουφάκο

Ο πατέρας του του ’λεγε: «Βρε δε θα φτιάξεις εσύ το ρωμέικο…»
Προς στιγμήν πίστεψε κι αυτός, σχεδόν παιδί, πως θα το φτιάξει
(Τριάντα χρόνια τώρα, παλιά χρόνια, ποιος τα θυμάται…)
Αλλά το πρακτικό παράδειγμα το ’δωσε ο μεγάλος αδερφός
Επίδοξος σωτήρας κι αυτός κάποτε, πολύ νωρίς ανανήψας
Ή μάλλον προώρως λογικευθείς, υπουργικός κατόπιν ιδιαίτερος
Σε παραγωγικό υπουργείο με ευρύ κύκλο ιδιωτικών εργασιών.
Κι αυτός, πιστός υιός και αδερφός σκέφτηκε, ξανασκέφτηκε,
Είδε τα λάθη, διέγνωσε προδοσίες, ζύγισε τα υπέρ και τα κατά
Μίλησε τέλος για εγκλήματα και για ξένους δακτύλους
–Είχαν αρχίσει άλλωστε λίγο-πολύ τα πράγματα να σφίγγουν–
Πάντα ξυπνό μυαλό δεν ήθελε πολύ να διαλέξει.
Όχι βέβαια πως ο Μάκης θα ’σωζε τότε το ρωμέικο
Εδώ δεν το ’σωσε ο … ή ο … μη λέμε τώρα ονόματα,
Αλλά, βρε αδελφέ, πώς να το κάνουμε, κάποτε ήπιαμε μαζί κρασί,
Χωθήκαμε στη οδό Αρριανού κυνηγημένοι από τους πεταλάδες,
Φιλήσαμε τα ίδια κορίτσια, αλλάξαμε σύνθημα και παρασύνθημα
(Πολύ ρομάντζο όλα αυτά, συναισθηματικά, λες δεν το ξέρω,
Κι η ζωή θέλει σκληρότητα –μένα μου λες– και «ρεαλισμό» κυρίως)

Και τώρα

Εσύ πάλι από μέσα κι ο Μάκης πάλι απ’ όξω
(Έτσι χοντρά-χοντρά) παράγων πια τρανός της καταστάσεως
–όπως, εδώ που τα λέμε, της κάθε μέχρι τώρα καταστάσεως–
Να γίνεις, λέει, Έλλην, να βάλεις μυαλό, να γίνεις χρήσιμος
Κι εσύ μια φορά στην κοινωνία, να δουλέψεις γι’ αυτή τη δόλια την πατρίδα
Και να σου δίνει συμβουλές εν ονόματι της παλιάς παλιάς φιλίας και του «… για θυμήσου».

(Επιμένω να διηγούμαι και μάλιστα πολύ ωμά, πράγματα που τα ξέρετε όλοι
Που τα ’πα και τα ξανάπαν κι άλλοι πιο πριν πολύ καλύτερα από μένα
Πράγματα ανιαρά, που δεν κινούν πια διόλου το ενδιαφέρον σας
Όπως η δολοφονία της Σάρον Τέιτ π.χ. ή οι γάμοι της Τζάκυ ή το ψυγείο «Κελβινέιτορ».)

Από τη συλλογή Ο στόχος (1970) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Γιώργος Καφταντζής, Ξέρω το λαό

Μίκης Θεοδωράκης & Ιάκωβος Καμπανέλλης, Ο εχθρός λαός
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνταντίνου / δίσκος: Ο εχθρός λαός (1975))

Ξέρω το λαό

Ξέρω το λαό αυτό
τον καυχησιάρη και τον ευκολόπιστο
που όλα τα φτιάχνει με τα χέρια του
και το καρβέλι και τα στέμματα
και το βιολί και τα ντουφέκια
και το αλφαβητάρι και τις χειροπέδες.
Ό,τι ελπίζει κάποτε θα γίνει
ό,τι έχει λειψό θα συμπληρωθεί
και τη σαπίλα ο ίδιος ο λαός
με τον καιρό από πάνω του θα καθαρίσει.

Από τη συλλογή Το πανηγύρι της φωτιάς (Αναστενάρια) [1959] του Γιώργου Καφταντζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Καφταντζής

Ανέστης Ευαγγέλου, Κατάθεση

Κατάθεση

[Ενότητα Ανάβαση]

Βρέθηκα στο καταγώγιο–
μη με ρωτάτε πώς βρέθηκα.
Σε σκοτεινές, υπόγειες αίθουσες, αποπνιχτικές,
ξύπνησε ένα πρωί η γενιά μας
και των πατέρων μας η γενιά
και των παιδιών μας.

Ανάγκη τώρα να τα καταγράψω όλα μη χαθούν
να ειπώ μ’ ακρίβεια όση μπορώ αυτά που είδα
μην τ’ αλλοιώσουν πληρωμένοι ιστορικοί,
ανάγκη να τα σώσω σαν τιμαλφή πολύτιμα
για μένα και για σένα και γι’ αυτούς που θα ’ρθουν.

Εκεί –τα είδα όλα με τα ίδια μου τα μάτια–
ανάμεσα από τους καπνούς, τη μπόχα, τις βρισιές,
ανάμεσα από μαχαιρώματα κι από καβγάδες,
παίζαν στα ζάρια δολοφόνοι αδίσταχτοι
παίζανε χαρτοκλέφτες προσωπιδοφόροι,
με χάχανα, σαν ένα τίποτα, παίζαν το αίμα μας,
το αίμα μας και το αίμα των παιδιών μας.

Βρέθηκα στο καταγώγιο–
έφταιγα εγώ, εσύ, ποιος φταίει,
υποψία απαίσια με βασανίζει
μήπως βοήθησα κι εγώ ασυναίσθητα,
μην έβαλα μια πέτρα με τη σιωπή,
μην έφερα νερό και λάσπη με την αδιαφορία.

Πού είναι ο αναμάρτητος, ο καθαρός, ο δίκαιος,
που θα χωρίσει τα πρόβατα από τα ερίφια
εδώ που η σήψη έχει μολύνει τον αέρα,
πού είναι ο αδιάφθορος, ο αδέκαστος,
ποιος θα μας δικάσει.

Από τη συλλογή Αφαίμαξη, ’66-’70 (1971) του Ανέστη Ευαγγέλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανέστης Ευαγγέλου

Νίκος Βρεττός, Ξένος τόπος

Σταύρος Ξαρχάκος & Νίκος Γκάτσος, Τούτος ο τόπος
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Τα κατά Μάρκον (1991))

Ξένος τόπος

[Ενότητα Κολαστήριο]

Και η γη μας και η θάλασσα κι αυτές οι φωνές
και τούτες οι μέρες δεν είναι δικές μας
μήτε δικός μας ο ήλιος ο παλμός του φωτός
άλλοι ορίζουνε τη ζωή μας
κόβουνε τους ανθρώπους στα δυο τα δυο στα τέσσερα
σα να παίζουν μοχθηροί με σκουλήκια

δεν είναι οι γυναίκες δικές μας
μήτε δικοί μας οι άντρες δικά μας τα παιδιά
και τα παιδιά που μόλις πιαστήκαν στη μήτρα
γεννιόμαστε μεγαλώνουμε αντίκρυ στο θάνατο
ζώντας στη γη μας όπως ξενιτεμένοι

άγνωστη η μουσική των πουλιών
κι η πανσέληνος άγνωστη πάνω στο βράχο της θάλασσας
με τον έρωτα φτεροκοπώντας παντού στο παρόν
και πολύ βαθιά στον ορίζοντα μέσα στο μέλλον

άγνωστος ο σπασμός του σπόρου στ’ οργωμένο χώμα
και το σκάσιμο άγνωστο και το τίναγμα της νέας ζωής
και το τραγούδι της αύρας στις πράσινες φυλλωσιές
μ’ ευγνωμοσύνη χαϊδεύοντας τους καρπούς των κλαδιών

ντυμένοι με την τελευταία λέξη της μόδας
καθένας κι ένα κομμάτι βιτρίνας
ωραίοι
σα μίσχοι
φιγουρίνια
και μέσα μας τίγρεις ιπποπόταμοι σκορπιοί
πρόσωπα φωτογραφίας που δεν ελπίζεις πως κάποτε θα σαλέψουν

πως θα δακρύσουν πως θα φωνάξουν
κι όμως απελπισμένος επιμένεις να καρτερείς.

Από τη συλλογή Τριλογία (1976) του Νίκου Βρεττού

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Βρεττός

Γιάννης Αγγελάκας, Μπαλωμένες απόχες

Μπαλωμένες απόχες

[Ενότητα Αποσπάσματα από ανολοκλήρωτες σκέψεις]

Θα ’ρθουν καιροί
Που ακόμη και τα βαλσαμωμένα πουλιά
Θα ανοίξουν
Τις φτερούγες τους
Και θα αποχωρήσουν περήφανα
από τις βιτρίνες μας.
Και εμείς
Οι δήθεν ζωντανοί και παντοδύναμοι
Πιο ηττημένοι από ποτέ
Θα τα κυνηγάμε ασθμαίνοντας
Και θα ανεμίζουν στον αέρα
Ανήμπορες
Οι μπαλωμένες μας απόχες

Από τη συλλογή Πώς τολμάς και νοσταλγείς, τσόγλανε; (1999) του Γιάννη Αγγελάκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Αγγελάκας

Πάνος Θασίτης, Δυτικά προάστια

Δυτικά προάστια

Στ’ αριστερά ο ηλεχτρικός πορτοκαλιώνας. Χειμώνα-καλοκαίρι
ανάβει κάθε νύχτα, αυτό το περιβόλι.
Βουνό από άδειο πετροκάρβουνο, το αίμα του καμένο, καπνός και σφυρίγματα
κι έργο για το καλό και το κακό, ξετελειωμένα. Σωροί τα κυβικά
του σκοταδιού, ξετροχιασμένα τραίνα, άχρηστο υλικό, το φάντασμα
του μηχανοδηγού ανάμεσα στις ράγες και τ’ άλογο μαρμαρωμένο,
οι ράγες δένουν και χωρίζουν, στιλπνές ολόγυμνες ψυχές
κάτω απ’ το νικέλινο φεγγάρι, ελίσσονται, αδιάκοπα φεύγουν-γυρίζουν
και δε γυρίζουν, βουλιάζουν στ’ απροσδόκητο σκοτάδι, κι όλα
τα μαντήλια σταματημένα ξαφνικά στον αέρα∙
απολιθωμένη στρώση του χιονιού από παλιούς χειμώνες.

Πιο κάτω η Σίβυλλα του κάμπου, η λάσπη του Δέλτα
η νεκρή θάλασσα που μαντεύεις, γιατί είναι νύχτα
κι η νύχτα φέρνει κι αυτή το δικό της σκοτάδι
κι η μαντική, το μόνο φως που σου δόθηκε να πορεύεσαι,
να περάσεις ψηλαφώντας την ψυχή του δροσερού καλαμιώνα,
στο ποτάμι, που από κύκλο σε κύκλο κατεβαίνει
γυρεύοντας τη θάλασσα, τη μητέρα.

*

Μετά τη στροφή, φέρε φωτιά, μπορώ να την αγγίξω,
να την κρατήσω σφιχτά. Έχω μάθει τις φωτιές,
αυτές που καίγουνε απ’ έξω και την άλλη,
που πάει βαθιά, συντρώγει κόκαλα και σπλάχνα
πυρπολεί το αίμα και τ’ αλλάζει.
Μιλώ για την αγάπη, αν το ’χετε ξεχάσει.
Φωνή στη γη, στον ουρανό για την αγάπη,
αιώνια σπασμένο κλωνάρι, χρυσός μύλος για τις ψυχές μας που βιάζονται,
το μαχαίρι και το ψωμί, αλλάζοντας χέρια.

Φώτα μεγάλα, σταθερή πορεία, χιλιάδες μίλια άσπρη ερημιά.
Ο ουρανός του γκαζιού πάνωθέ μας κι η άσπρη φονική αιθάλη
κατεβαίνοντας αργά, ενώνοντας τη μέρα και τη νύχτα
στο χημικό ευλύγιστο κορμί της, καταργώντας τη μέρα και τη νύχτα
κι ο ήλιος στην αποθήκη και το φεγγάρι στα οξέα.
Κάτω από τις ελεφάντινες φυλλωσιές του μετάλλου
τ’ αυτοκίνητο τρέχει,
τάσι ανοιχτό με τις ψυχές μας που παραμιλούν.
Το θρόισμα κι η μεγάλη σιωπή των μαλλιών της και ο τοίχος
που προχωρεί αντίθετα κι ο ίσκιος του πάντα μας προφταίνει.

Ξενοδοχείο Αύγουστος, μαύρα σίδερα σταυρωτά, μαίανδροι
και πουλιά από πυρακτωμένο ψευδάργυρο,
ανώνυμη γεωμετρία του τοίχου. Στη σκοτεινή θύρα που έκλεισα
η βούλα της ερυθρής Αφροδίτης, το μάτι του ξενοδόχου στη σκάλα σα φίδι κι ύστερα,
η μεγάλη πυρά της αγάπης κατακαίγοντας τον πηλό,
ελευθερώνοντας την ήσυχη άσπρη ανταύγεια της καρδιάς
την ακύμαντη τάξη των άστρων που σου ’δειχνα τις νύχτες.

*

Η συνοικία πεθαίνει νωρίς. Όπου φως, αγρύπνια
για τ’ άρρωστο κορμί, για την ψυχή που παραδίνεται και πάει.
Το κορίτσι στο κατώφλι, γυμνό ως τη μέση βαστά τον καθρέφτη
που σε δείχνει. Σκούρα μεγάλα δάση οξειδωμένα, πλαστικά πουλιά
άνθη πορφυρά γύρω-γύρω, πληγές από σωριασμένο φθόριο
σκεπάζουν το κορμί του, τέλια χρυσά, ηλεχτρικά αηδόνια
και στη μέση ο πληρωμένος τραγουδιστής με το κουτί της αγάπης
και το κουτί του καημού, με το κουτί που ναρκώνει
κι αυτό που τρελαίνει. Και δίπλα η λίμνη σου κι ο πιστός αντικατοπτρισμός
κι η όχθη εγώ που σε περισφίγγει, θησαυρίζοντας την κρυφή διδαχή.

*

Αυτό είναι τ’ όνειρο μες στη χαρτοπετσέτα, πάνω στο τραπέζι
του χαμένου καφενείου. Αν ανοίξεις, πρόσεξε αυτό το πουλί
κι αυτό το φυτό και τη θάλασσα που καίγεται στα δάχτυλά σου
και τ’ άσπρο και το γαλάζιο που ικετεύουν,
τον πήλινο ύπερο και τον πήλινο κάλυκα και τη χρυσή σκόνη
ανάμεσά τους, τον πολλαπλασιαστή. Και στ’ αφανέρωτα βάθη,
τόσες προσμίξεις μ’ άγνωστα μέταλλα και στα ρήγματα
πολυώροφα σκοτάδια, βουνά της Περσεφόνης από γαλαζόπετρα,
ο τυφλός Ορφέας κι η Ευρυδίκη η ελαφίνα αποσβολωμένη
στα νύχια του γρίπου.

Ακριβώς στη στροφή, μετά το κίτρινο βενζινάδικο,
που πήρε φωτιά και ουρλιάζει.

Από τη συλλογή Εκατόνησος (1971) του Πάνου Θασίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Πάνος Θασίτης

Κλείτος Κύρου, Κραυγή δέκατη ένατη

Μίκης Θεοδωράκης & Κώστας Τριπολίτης, Αν
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / δίσκος: Ο επιβάτης (1981))

Κραυγή δέκατη ένατη

Απευθύνομαι πάλι σε σας ζητώ να μ’ ακούσετε
Για τελευταία φορά το ζητώ δε χωρεί αναβολή
Τώρα που είναι ακόμη καιρός τώρα που η μέρα
Αρχίζει πάλι και ξαναμικραίνει τώρα που κι αυτό
Το καλοκαίρι λιγοθυμάει μέσα στις χούφτες σας
Κι η κάθε λέξη γίνεται βαριά κι ασήκωτη

Σας προσφωνώ και πάλι με τα ίδια όπως τότε ψευδώνυμα
Τα ‘χετε ως κι αυτά λησμονήσει πάνε τόσα χρόνια
Πού να θυμάστε τώρα τις βραδινές συγκεντρώσεις
Τις ασκητικές σας μορφές κάτω από το σπασμένο φως
Πιστεύατε με φανατισμό θέσει και πράξει επιδοκιμάζατε
Υστερικά τον κάθε ομιλητή διεκδικούσατε την αποκατάσταση
Της φωτιάς της δικής σας φωτιάς που ζητούσε μια διέξοδο
Αναποδογυρίζοντας ουρανούς καταβροχθίζοντας κόκαλα

Δε θέλω να κουράσω τη μνήμη σας μικρό θα ‘ναι το όφελος
Μεγάλος ο κόπος ποιος τόλμησε ποτέ να ταράξει
Τον ύπνο της λάβας τώρα έχετε απομακρυνθεί απ’ το πεδίο βολής
Επαναπαύεσθε μακάρια πάνω στα τρόπαια των αστικών μαχών
Γυμνάζοντας αρνητικά τις αισθήσεις σας αποταμιεύοντας όνειρα
Κάθε μέρα γίνεσθε και πιο εκλεκτικοί αλλάζετε
Τις μάρκες των τσιγάρων αλλάζετε τα ρούχα σας αλλάζετε
Συνήθειες διασκεδάσεις κλίμα σπίτια και γυναίκες αλλάζετε
Τα δόντια σας και την καρδιά σας και τους λυγμούς
Ακόμη της καρδιάς σας τους αλλάζετε που δεν μπορώ
Να τους ξεχάσω γιατί με κυνηγούν κυκλοφορούν στο αίμα μου
Σαν ψάρια σκοτεινά που χάσαν τα νερά τους

Σας υπενθυμίζω πως για να φτάσετε στην αποθέωση
Θα πρέπει να ταπεινωθείτε πρώτα ν’ αρχίσετε από την τριβή
Που σιγοκαίει στα δάχτυλα σεις από φυσικού σας
Δεν ήσασταν αγέρωχοι όπως οι Άλλοι που ρουφήχτηκαν στη γη
Προτιμήσατε τη συναλλαγή απλώνοντας το χέρι στον ήλιο
Μείνατε στατικοί μέσα στο χρόνο αγάλματα του δισταγμού σας
Συνωστισμένοι μπρος στις εξόδους κινδύνου στην καμπή του δρόμου
Εκεί που χωρίσαμε οριστικά παρασυρμένοι από έξαλλα πλήθη

Μην απορείτε λοιπόν για τη σημερινή σας προκάλυψη
Μη διαστέλλετε τα έκθαμβα μάτια σας μπροστά
Στο άνοιγμα που μας χωρίζει το ξέρετε πως δεν μπορεί
Να κλείσει με σχήματα νεκρών πια περιπτύξεων
Σας κατηγορώ δίχως τύψη καμιά σεις οι ίδιοι
Επισπεύσατε τη μελλούμενη αναπόφευκτη πτώση σας

Από τη συλλογή Κραυγές της νύχτας (1960) του Κλείτου Κύρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κλείτος Κύρου