Κατερίνα Γώγου: [Θα ’ρθει καιρός που θ’ αλλάξουν τα πράματα…]

32

Θα ’ρθει καιρός που θ’ αλλάξουν τα πράματα.
Να το θυμάσαι Μαρία.
Θυμάσαι Μαρία στα διαλείμματα εκείνο το παιχνίδι
που τρέχαμε κρατώντας τη σκυτάλη
–μη βλέπεις εμένα– μην κλαις. Εσύ είσ’ η ελπίδα
άκου θά ’ρθει καιρός
που τα παιδιά θα διαλέγουνε γονιούς
δε θα βγαίνουν στην τύχη
Δε θα υπάρχουνε πόρτες κλειστές
με γερμένους απέξω
Και τη δουλειά
θα τη διαλέγουμε
δε θα ’μαστε άλογα να μας κοιτάνε στα δόντια.
Οι άνθρωποι –σκέψου!– θα μιλάνε με χρώματα
κι άλλοι με νότες
Να φυλάξεις μοναχά
σε μια μεγάλη φιάλη με νερό
λέξεις κι έννοιες σαν κι αυτές
απροσάρμοστοι-καταπίεση-μοναξιά-τιμή-κέρδος-εξευτελισμός
για το μάθημα της ιστορίας.
Είναι Μαρία –δε θέλω να λέω ψέματα–
δύσκολοι καιροί.
Και θά ’ρθουνε κι άλλοι.
Δεν ξέρω –μην περιμένεις κι από μένα πολλά–
τόσα έζησα τόσα έμαθα τόσα λέω
κι απ’ όσα διάβασα ένα κρατάω καλά:
«Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος».
Θα την αλλάξουμε τη ζωή!
Παρ’ όλα αυτά Μαρία.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Advertisements

Κατερίνα Γώγου: [Είναι αργά τώρα. Κοντεύει…]

31

Είναι αργά τώρα. Κοντεύει 3 τη νύχτα.
Άφησα τη φίλη μου στο καινούριο σπίτι που ’πιασε
ένας διάδρομος
μιζέρια και κακομοιριά στη Βικτόρια
πλάι στα «ΤΡΙΑ ΑΔΕΛΦΙΑ»
είχε κόκκινα μάτια κι ένα σταυρό στο κούτελο
κι είπα δυνατά τι θα κάνουμε τώρα
φαρμακώθηκα τη γλάστρα που της έδωσα
τα μπουρδέλα τα θέατρα τα μπουζουκάδικα
και τις φίρμες τους τραγουδιστές
και τη φωτογραφία με τη μάνα της που ’τανε μωρό
και τις κάλπικες σχέσεις
είπα άντε να φύγουμε όλες οι πόρτες είχανε ρουφιανόματα
είπε κολλητά μένει μια κοπέλα
η κουζίνα και το μπάνιο δεν είναι καλά μην πάθεις κατάθλιψη
ήθελε να με φέρει να το δω
σα να μην ήξερα
5.000 αλλά με το τηλέφωνο
5.000 αλλά εδώ κοντά
5.000 πλακώνανε κι οι γιορτές
λέσχες σουγιάδες ταξί περίπτερα όλα τέντα όλη νύχτα
πυκνώνει η μοναξιά
σα να μην ήξερα
πόσο τα ενοίκια πόσο τα σκυλάδικα τόσο η ζωή
όσο πιο κοντά τόσο πιο βαθιά
όσο πιο βαθιά τόσο πιο κοντά
ήθελε να το δω ότι μπορούσε κι έτσι. Κι αλλιώς.
Θα το φάει όπως κι άλλοι. Όλο.
Στα καρφιά καρφωμένα κασκόλ με χρυσόσκονη το θέατρο τέχνης
μια φορά στο καμαρίνι κόντεψα να της σπάσω το κεφάλι
6 μέρες μέτρησα που δε μιλιόμαστε
τώρα που ’πιασε το καινούριο της σπίτι
κι όπου κοίταζα αναμμένα παράθυρα αυτά σβήναν
κατάλαβα πως αυτό ήταν.
Είχανε κοκκινίσει τα μάτια της
και το σημάδι έβγαινε σταυρός στο κούτελο
το ’χω κι εγώ σημάδι στο μεσόφρυδο
θα καρφωθεί απανωτές φορές από μονάχη της
όπως οι βελονάκηδες
κι ήτανε που την αγάπαγα πολύ
να της ανοίξω το κεφάλι.
Μα πάει τώρα. Έγινε πια.
Την πρωτοχρονιά θα φοράει το καλό μου φουστάνι
και θα της πάρω ένα λαχείο μισό-μισό.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ…]

30

Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ
είναι μη γίνω ποιητής.
Μην κλειστώ στο δωμάτιο
ν’ αγναντεύω τη θάλασσα
κι απολησμονήσω.
Μην κλείσουν τα ράμματα στις φλέβες μου
κι από θολές αναμνήσεις κι ειδήσεις της ΕΡΤ
μαυρίζω χαρτιά και πλασάρω απόψεις.
Μη με αποδεχτεί η ράτσα που μας έλιωσε
για να με χρησιμοποιήσει.
Μη γίνουν τα ουρλιαχτά μου μουρμούρισμα
για να κοιμίζω τους δικούς μου.
Μη μάθω μέτρο και τεχνική
και κλειστώ μέσα σ’ αυτά
για να με τραγουδήσουν.
Μην πάρω μεγάλα κιάλια για να φέρω πιο κοντά
τις δολιοφθορές που δε θα παίρνω μέρος
μη με πιάσουν στην κούραση
παπάδες κι ακαδημαϊκοί
και πουστέψω
Έχουν όλους τους τρόπους αυτοί
και την καθημερινότητα που συνηθίζει
όλα έτσι παν
σκυλιά μάς έχουν κάνει να ντρεπόμαστε την αργία
περήφανοι για την ανεργία
Έτσι είναι.
Μας περιμένουν στη γωνιά
καλοί ψυχίατροι και κακοί αστυνόμοι.
Ο Μαρξ…
τον φοβάμαι
το μυαλό μου δρασκελάει κι αυτόν
αυτοί οι αλήτες φταίνε
δεν μπορώ γαμώτο να τελειώσω αυτό το γραφτό
μπορεί… ε;… μιαν άλλη μέρα…

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [Είναι επικίνδυνη – όταν ο θεός χαλάει τον κόσμο…]

29

ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ – ΟΤΑΝ Ο ΘΕΟΣ ΧΑΛΑΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΧΑΛΑΖΙΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟΣ ΒΓΑΙΝΕΙ ΞΕΚΑΛΤΣΩΤΗ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΣΦΥΡΙΖΕΙ ΤΟΥ ΑΝΤΡΕΣ ΠΕΤΑΕΙ ΠΕΤΡΕΣ ΣΤΑ ΠΕΡΙΠΟΛΙΚΑ ΤΗΝ ΑΡΑΖΕΙ ΠΑΝΩ ΣΑ ΣΚΙΟΥΡΟΣ ΣΤΑ ΔΕΝΤΡΑ ΚΙ ΑΝΑΒΕΙ ΤΣΙΓΑΡΟ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΣΤΡΑΠΕΣ.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΡΑ ΕΠΕΣΗΜΑΝΘΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΙΔΙΑΝ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΝ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑΝ ΚΑΙ ΩΡΑΝ ΕΙΣ ΤΡΙΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΜΕΡΗ – ΚΑΤΑ ΕΞΑΚΡΙΒΩΜΕΝΑΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ ΜΑΣ Η ΑΝΑΤΙΝΑΞΙΣ ΓΕΦΥΡΑΣ ΣΤΟ ΜΑΝΧΑΤΑΝ Η ΠΡΟΜΗΘΕΥΣΙΣ ΟΠΛΩΝ ΣΕ ΑΝΑΡΧΟΚΟΥΜΟΥΝΙΣΤΙΚΑ ΚΙΝΗΜΑΤΑ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ Η ΦΥΓΑΔΕΥΣΙΣ ΚΡΑΤΙΚΩΝ ΑΚΡΩΣ ΑΠΟΡΡΗΤΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΟΦΕΙΛΟΝΤΑΙ Σ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΙΔΙΟ ΑΤΟΜΟ. ΦΕΡΕΤΑΙ ΦΕΡΟΥΣΑ ΜΑΥΡΟ Ή ΚΟΚΚΙΝΟ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟ ΠΟΥΛΟΒΕΡ ΠΑΙΔΙΚΑ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΕΝΙΑ ΧΤΕΝΑΚΙΑ ΣΤΑ ΜΑΛΛΙΑ ΜΕ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΤΙΣ ΤΣΕΠΕΣ ΔΑΝΕΙΚΟΥ ΠΑΝΩΦΟΡΙΟΥ.
ΓΕΝΝΗΘΕΙΣΑ: ΑΓΝΩΣΤΟΝ
ΓΕΝΟΣ: ΑΓΝΩΣΤΟΝ
ΚΑΤΟΙΚΙΑ: ΑΓΝΩΣΤΟΣ
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ: ΑΓΝΩΣΤΟΝ
ΘΡΗΣΚΕΥΜΑ: ΑΘΕΟΣ
ΧΡΩΜΑ ΟΦΘΑΛΜΩΝ: ΑΓΝΩΣΤΟΝ
ΟΝΟΜΑ: ΣΟΦΙΑ ΒΙΚΥ ΜΑΡΙΑ ΟΛΙΑ ΝΙΚΗ ΑΝΝΑ ΕΦΗ ΑΡΓΥΡΩ
ΔΑΡΕΙΟΣ ΔΑΡΕΙΟΣ. ΠΡΟΣ ΟΛΑ ΤΑ ΠΕΡΙΠΟΛΙΚΑ
ΠΡΟΣΟΧΗ ΟΠΛΟΦΟΡΕΙ. ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ. ΟΠΛΟΦΟΡΕΙ. ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ.

ΤΗ ΛΕΝΕ ΣΟΦΙΑ ΒΙΚΥ ΜΑΡΙΑ ΟΛΙΑ ΝΙΚΗ ΑΝΝΑ ΕΦΗ ΑΡΓΥΡΩ
ΚΙ ΕΙΝΑΙ ΟΜΟΡΦΗ ΟΜΟΡΦΗ ΟΜΟΡΦΗ ΟΜΟΡΦΗ ΘΕ ΜΟΥ…

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [Πάρε με σούπερμάν μου…]

28

Πάρε με ΣΟΥΠΕΡΜΑΝ μου
η εν πολλαίς αμαρτίαις
περιπεσούσα γυνή
προσπίπτω
στα φοβερά μπούτια σου
πάρε με απ’ τον γήινο κόσμο!
Χρόνια αφήνω το παράθυρο ανοιχτό
προσμένοντας εσένα και τα UFO
δεν αντέχω άλλο τους θνητούς
είμαι ανάμεσα φθοράς και αφθαρσίας
Πάρε με από το χέρι
ανέβασέ με στους ανεξερεύνητους πλανήτες
δείξε μου να πετάω
πάνω απ’ τα γήινα και τα συμπλέγματά μου
Δες με: μ’ έπιασε ντελίριο από την προσμονή σου
τα καυσαέρια η μόλυνση και η ακατάπαυστη εργασία
το ’χω φιλοσοφήσει
κομπλάραν τις αισθήσεις μου… ξέρεις τώρα τι λέω…
ο Βίλχελμ Ράιχ λέει
πως οι σχέσεις των ανθρώπων είναι σχέσεις οργασμού
δηλαδή η ζωή μας κατάντησε εδώ ένα μαύρο γαμήσι
Πάρε με ΣΟΥΠΕΡΜΑΝ μου
πάρε με Δυνατέ
Πάρε με στην πανίσχυρη αμερικανική εταιρεία σου
να παίξω κι εγώ στην ταινία
στο Αστρο-μιούζικαλ
με ντεκόρ τους άλλους πλανήτες
και εκατομμύρια κομπάρσους παίδαρε
τους ψωραλέους της γης.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [Έλα να σου πω…]

27

Έλα να σου πω…
Έλα πάρε με από δω. Πάμε να φύγουμε από δω μέσα.
Τα χέρια μου τρέμουν σπάω συνέχεια πράγματα
έχουνε σπάσει τα νεύρα μυ
κι εσύ –το βλέπεις– όποτε έρχεσαι δω
δεν έχω να σου πω τίποτα
μας καβαλάν τα έπιπλα μ’ αυτή τη λογική
που είναι ταχτοποιημένα
εκτρώσεις μπουκάλια καθρέφτες προγράμματα
η ιδιωτική ζωή των φίλων μου
–ποιος θα κατεβάσει τα σκουπίδια–
Κάθε βράδυ ενώ βουλιάζω σε κάποια θάλασσα
εγώ φυλάγομαι με βρόχινη ομπρέλα. Σημαδιακά πράγματα.
Σ’ όλες τις φωτογραφίες που τράβηξα στη γη
βγαίνει συνέχεια στον ουρανό
ένα κίτρινο άλογο που δεν προχωράει.
Είμαι πολύ λυπημένη σκοντάφτω συνέχεια
μπορεί ε; να φταίν’ και τα τακούνια
το μόνο που με δένει πια με τη μάνα μου είναι οι ενοχές μου
και τ’ όνομά μου Κατερίνα έτσι απλά που με φωνάζουνε
μου φέρνει δάκρυα δε θέλω να κλαίω
Πάρε με λοιπόν από δω.
Θέλω να σου δείξω τα καλοκαιριάτικα θέατρα
πώς ζούνε τον χειμώνα
Πόσο άδεια είναι τα σχολικά όταν έχουν αργία
κι όλους τους φίλους που φύγανε
και δεν μπορούν πια να με προδώσουν
πάμε από δω πάμε εκδρομή σε μέρος που δεν έγινε
αφού σ’ το ’χω γράψει σ’ το ’χω πει
όπου κι αν πάτησα άφηνα αίμα
γι’ αυτό δεν μπορώ ποτέ πού να σταθώ
κι όλο αλλάζω σεντόνια
φέρε κι ένα τρενάκι ψεύτικο
πρέπει να παίξω γι’ αυτό δε μεγάλωσα
και λέω το φαΐ μαμ και τον ύπνο για νάνι
σκέψου δεν έμαθα τίποτα τίποτα
μοιάζω με τα ζώα
όποιος ηλίθιος κυνηγός βγει μπορεί να με σκοτώσει
ξέρω μονάχα ανακλαστικά
τον δρόμο που πηγαίνει στη δουλειά
αρχίζω να γερνάω
ποτέ κανείς κανείς δεν κατάλαβε
θα μου πεις καλύτερα έτσι
θυμάμαι μικρή…
όχι. Θυμάμαι αργότερα…
όχι. Μεγάλη. Μετά θέλω να πω…
Ψέματα. Τώρα… Ούτε…
Μίλα! Μίλα!
Πώς έζησα
Θέλω να φύγω από δω!
Αρχίζω να ξεχνάω…

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [σημείωμα της άλλης μέρας.]

26

σημείωμα της άλλης μέρας.

ΜΑΝΟΥΛΑ
σου αφήνω 200 δρχ. να πάρεις απ’ τη λαϊκή φασολάκια απ’ αυτά που λέει ο ποιητής γιατί τ’ άλλα είναι ακριβά και δε φτάνουνε. Να ’χουνε πολύ ζουμί να βουτάμε. Βγάλε ένα κλειδί για το παιδί. Όλα τα χάνει μες στον δρόμο. Πέρνα του το σ’ ένα κορδόνι στον λαιμό βρες ένα χρώμα γαλανό να μη στεναχωριέται. Έτσι όπως το πάει θα μένει πάντα έξω. Βάλε σ’ ένα ποτηράκι του κρασιού κάτι λουλουδάκια που ζωγράφισα την ώρα που κοιμόσαστε. Θα σας αρέσουν. Και πρόσεχε ρε μάνα που πλένεις τα τζάμια έκοψες απ’ τη χαλκομανία την πατούσα του ακροβάτη και τώρα αγριοκοιτάει εμένα που στέκει μετέωρος στο τεντωμένο σκοινί. Πέταξε να παν στον διάολο τα νάιλον σακούλια που μαζεύεις θα μας πνίξουνε και τις πρωτομηνιές με τους αγιασμούς που μας ραίνεις σ’ το ’χω πει εκατομμύρια φορές δε μ’ αρέσουν αυτά. Σ’ ΑΓΑΠΑΩ.
Μη νομίζεις ξέρω πόσο κουράζεσαι να ζωντανεύεις τα όνειρα. Μα το παιδί είναι μικρό κι εγώ στριμωγμένη. Μη βάλεις πάλι τις φωνές και μουρμουράς μονάχη σου πως όλο ζω με ψέματα έμαθα και το παιδί κι είμαι ονειροπαρμένη.
Δεν ξέρω όμως μάνα άλλο τρόπο να ζω.
Είναι ένας τρόπος κι αυτός μάνα να ζήσεις.
Σας αγαπώ πολύ και τις δυο. Μην κλαις.
Πάω να κοιμηθώ.
Έχω να ονειρευτώ
–λεπτομέρειες δηλαδή μείνανε–
χωνιά τα χέρια μου γύρω απ’ το στόμα εεεεεεεεεεεεεεεεε
απ’ αύριο δε θα κλαίει κανένας.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [Έτσι και πω…]

25

Έτσι και πω
να πάρω το πλοίο των 7
και σηκώσω ψηλά στους αέρηδες φωνή παντιέρες και πανιά
θ’ ακούγαν θα βλέπαν οι άνθρωποι των βουνών τα σινιάλα μου
θα κατηφόραγαν σταφύλια από ψηλά
φτέρνες πέτρινες λύκοι αφορεσμένοι
γερούληδες με συρμάτινα γυαλιά
παιδάκια κουρεμένα
θα ξεπερνιόντουσαν άπιαστοι ήχο από κει και πέρα μακριά
θα σπρώχνανε θα βάζανε χέρι θα στήναμε θα τσουλάγαμε
τα βομβαρδισμένα καράβια
κι εμείς οι άνθρωποι των πόλεων
με επιτυχημένες συναυλίες κι αποτυχημένη προσωπική ζωή
με τα γνωστά μας ρούχα αμερικάνικων οδών
και λιμανιών μπατιρισμένων
και τους εργάτες που φρακάρανε μέσα σε μίνι κούπερ
θα ξεκολλάγαμε. Έξω. Έξω από δω!
Θα σαλτάραμε πάνω!
Και πάνω στην ώρα!
Είναι 7 που κοκκινομπλέ φωτιές
και στριφογυριστά ντουμάνια καπνιές
θρυψαλιάζανε πολυελαίους μέσα σε πάρτι γενεθλίων
σηκώσανε φράγμα στα μολύσματα
φωτιές
κυκλώσανε σκάλες που ’χουνε δει κι έχουνε δει
ποντίκια τις ανεβοκατεβαίνουνε τα όργανα τάξης
χωρίς τον μοναδικό λόγο ύπαρξης
χωρίς φάκελο οι φακελωμένοι κανένα χαρτί όλοι μας
χωρίς υπερωρίες κίτρινες κάρτες μομφής
άδειες διανυκτέρευσης διαβατήρια και πιστοποιητικά θανάτου
θα ρίχναμε τα καράβια μας
μέσα στην κάθαρση του χαλασμού
στη σιγουριά της άπιαστης θάλασσας
τώρα που ξέρουμε πώς μοντάρανε την τρέλα
οι μεγαλόψυχοι κι οι ευεργέτες
και πώς μας ξετινάξανε οι ενοχές
βιτρίνες με κούκλες καραφλές όχι άλλο κάτω το κεφάλι
στον Πειραιά θα κατεβώ και στη Θεσσαλονίκη με άδεια βαλίτσα
και το μονόγραμμά μου χρυσό
ξυπόλητη
για να στουμπάω με τη φτέρνα μου
όποιο σκουλήκι σηκώσει κεφάλι
μ’ ένα άσπρο παντελόνι μοναχό
με μακριές μεγάλες τσέπες να χώνω τον καιρό
χωρίς σουτιέν κι εσώρουχα μαύρη κατάμαυρη
μουντζουρωμένη απ’ την καπνιά
κι ένας αέρας της φωτιάς θα παίρνει τα μαλλιά μου
θα σκαρφαλώσω στα καμπαναριά
όλα τα ρολόγια των λιμανιών να φέγγουν στις 7
έτσι που να ’ναι ορατό απ’ όλο τον κόσμο
κάθετες μονοκόμματες γραμμές –θα ’ρθει καιρός για τις καμπύλες–
χωνιά τα χέρια μου γύρω απ’ το στόμα εεεεεεεεεεεεεεεεε
ανθρακωρύχοι της ζωής κανονίστε τα ρολόγια σας
βάλτε τα με το δικό μου.
Σπάστε τα εκεί.
Σπάστε τη ζωή που μας τσακίζει!
7. Κοίτα! Από κει η γη αρχίζει να γυρίζει…

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [Η μοναξιά…]

24

Η μοναξιά…
δεν έχει το θλιμμένο χρώμα στα μάτια
της συννεφένιας γκόμενας.
Δεν περιφέρεται νωχελικά κι αόριστα
κουνώντας τα γοφιά της στις αίθουσες συναυλιών
και στα παγωμένα μουσεία.
Δεν είναι κίτρινα κάδρα παλιών «καλών» καιρών
και ναφθαλίνη στα μπαούλα της γιαγιάς
μενεξελιές κορδέλες και ψάθινα πλατύγυρα.
Δεν ανοίγει τα πόδια της με πνιχτά γελάκια
βοϊδίσιο βλέμμα κοφτούς αναστεναγμούς
κι ασορτί εσώρουχα.
Η μοναξιά.
Έχει το χρώμα των Πακιστανών η μοναξιά
και μετριέται πιάτο-πιάτο
μαζί με τα κομμάτια τους
στον πάτο του φωταγωγού.
Στέκεται υπομονετικά όρθια στην ουρά
Μπουρνάζι-Αγ. Βαρβάρα-Κοκκινιά
Τούμπα-Σταυρούπολη-Καλαμαριά
Κάτω απ’ όλους τους καιρούς
με ιδρωμένο κεφάλι.
Εκσπερματώνει ουρλιάζοντας κατεβάζει μ’ αλυσίδες τα τζάμια
κάνει κατάληψη στα μέσα παραγωγής
βάζει μπουρλότο στην ιδιοχτησία
είναι επισκεπτήριο τις Κυριακές στις φυλακές
ίδιο βήμα στο προαύλιο ποινικοί κι επαναστάτες
πουλιέται κι αγοράζεται λεφτό λεφτό ανάσα ανάσα
στα σκλαβοπάζαρα της γης –εδώ κοντά είν’ η Κοτζιά–
ξυπνήστε πρωί.
Ξυπνήστε να τη δείτε.
Είναι πουτάνα στα παλιόσπιτα
το γερμανικό νούμερο στους φαντάρους
και τα τελευταία
ατέλειωτα χιλιόμετρα ΕΘΝΙΚΗ ΟΔΟΣ-ΚΕΝΤΡΟΝ
στα γαντζωμένα κρέατα από τη Βουλγαρία.
Κι όταν σφίγγει το αίμα της και δεν κρατάει άλλο
που ξεπουλάν τη φάρα της
χορεύει στα τραπέζια ξυπόλητη ζεμπέκικο
κρατώντας στα μπλαβιασμένα χέρια της
ένα καλά ακονισμένο τσεκούρι.
Η μοναξιά
η μοναξιά μας λέω. Για τη δική μας λέω
είναι τσεκούρι στα χέρια μας
που πάνω απ’ τα κεφάλια σας γυρίζει γυρίζει γυρίζει γυρίζει

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [Πάει. Αυτό ήταν.]

23

Πάει. Αυτό ήταν.
Χάθηκε η ζωή μου φίλε
μέσα σε κίτρινους ανθρώπους
βρόμικα τζάμια
κι ανιστόρητους συμβιβασμούς.
Άρχισα να γέρνω
σαν εκείνη την ιτιούλα
που σου ’χα δείξει στη στροφή του δρόμου.
Και δεν είναι που θέλω να ζήσω.
Είναι το γαμώτο που δεν έζησα.
Κι ούτε που θα σε ξαναδώ.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [Κάτω μωρέ!]

22

Κάτω μωρέ!
Κάτω τα χέρια από πάνω μου!
Τέρμα τα δίφραγκα κομμένες οι παρτίδες.
Έχω ανεβεί μάνα μου στο τελευταίο σκαλί που θα χτιστεί.
Τέρμα θεού δεν πέφτω.
Περνάει τσιγαριλίκι ο θεός
και σκάει μύτη ο Ήλιος.
Αγναντεύω από κει
καρσί τον κόσμο και τη γη
τα γυρίζω τ’ απίστομα τα φέρνω καπάκι.
Κάνω έτσι
και βγαίνει από κει Αλλιώτικος
Μάγκας ο Ήλιος.
Φοράει σακάκι παπατζή αστράφτει τη μιζέρια
γιούργια ρε στα ενέχυρα
στον 7 ουρανό λαθραίες κασέτες
τρώμε στον ίδιο κεσέ για κολατσιό
της Παναγιάς τα μάτια
μου ξηγιέται καλά
λιλιά απ’ τα περίπτερα στα ίσα στην καρδιά μου
μαντίλι μού δένει στον λαιμό κόκκινο και πορτοκαλιό
–οι άλλοι λεν δεν πάει–
σηκώνει τα ρούχα στις χοντρές και κάνουμε μάτι
είναι σπαθί αγαπητικός. Δε λέει να βρέξει.
Λούστρος καρντάσι αδερφός
περνάει χρυσό στους λούστρους
στράτα στρατούλα πάει τη βάρδια τη νυχτερινή
κάνει πως είναι βράδυ
κωλοτούμπες στα νερά φιγουρατζής και Παοκτζής
στεγνώνει στον αέρα
βγάζει απ’ τη μασκάλη του –μ’ αρέσει όπως μυρίζει–
ένα πλακέ μπουκαλάκι μπανάλ λαδώνει τα μαλλιά του
παράνομος τύπος φυλακές στο δισάκι του
ντύνεται μ’ άσπρο πουκάμισο στενό και μαύρο παντελόνι
φοινικιές ο μάγκας κι αμμουδιές στη γραβάτα του
–κάνει του κεφαλιού του–
και καρφιτσωμένη ζαβά η καρφίτσα του
–να σπάσουμε πλάκα μού λέει–
φεγγάρι της Π. Ιωακείμ – τι να του πεις τώρα
γιορντάνια περασμένα στον λαιμό του Αιγάλεω σκυλάδικα.
Κάτω μωρέ τα χέρια από πάνω μου!
Βγαίνω για να χορέψω.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [Είναι επειδή είμαστε παρέα με το παιδί…]

21

Είναι επειδή είμαστε παρέα με το παιδί
κι αμέτρητες φορές – αγκαλιά απ’ τη μέση
μετρήσαμε τ’ αμέτρητα τ’ άστρα
και κείνα που λέγανε για καλύτερα χρόνια
τα φάγαμε βγάζοντας κουβάδες με νερό
για να μπορούν να ταξιδεύουνε για πάντα
τα πλοία που δεν άραξαν
κι είναι επειδή μια και κάτω
κατεβάσαμε όλα τα ξινισμένα κρασιά
και βγάλαμε τα σωθικά μας τραγουδώντας
γεμάτα παράπονο –παιδιακίσια πράγματα–
τον Ιούλιο κάποτε
γι’ αυτό άμα κάνει κανείς μια κίνηση έτσι
για να μας χαϊδέψει
κάνουμε εμείς μια κίνηση πίσω
σα να μη φάμε ξύλο.
Γι’ αυτό αν τύχει και μ’ αγαπήσεις
πρόσεχε σε παρακαλώ πολύ πολύ
πώς θα μ’ αγκαλιάσεις. Πονάει εδώ.
Κι εδώ. Κι εκεί. Μη! Κι εδώ.
Κι εκεί.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [Ο Γιάννης μου ’πε…]

20

Ο Γιάννης μου ’πε
να μην ακουμπάω το κεφάλι μου στον τοίχο
όταν διαβάζω ή όταν καπνίζω.
Στη φυλακή, μου ’πε
γι’ αυτό είχανε πάντα πονοκεφάλους.
Το βράδυ άρχισε καβγάς γι’ αυτούς που γράψαν δήλωση.
Ο Χρόνης είπε
πως αν αυτοί βρήκαν τη δήλωση
εμείς βρήκαμε να μην υπογράφουμε.
Εγώ έλεγα πως η αντοχή έχει όρια οι άνθρωποι είν’ από κρέας
έλεγα για τους σταλινικούς και τη μέθοδο
να τουφεκάνε σα προδότες τους καλύτερους
κι αυτοί να ουρλιάζουνε πεθαίνοντας ΖΗΤΩ ΤΟ ΚΟΜΜΑ.
Ο Σήφης είπε
η δήλωση είν’ η αρχή.
Μετά ρωτάνε ποιοι είναι οι φίλοι σου.
Μετά πού μένουν.
Εγώ είπα εκατομμύρια άνθρωποι ρε. Γιατί; Για ποιο κόμμα;
Ο Γιώργος είπε γι’ αυτό που θα φιάξουμε.
Στο τραπέζι είμαστε 3 εργάτες, 2 δηλωσίες, ο Γιώργος άνεργος
κι εγώ προνομιούχα φέτο δουλεύω. Καπνίζαμε.
Πίνανε. Ο Γιάννης πιο πολύ
–πώς διάβολο θ’ ανεβεί στο μηχανάκι–
δε θέλανε που μίλαγα έτσι.
Ύστερα έφυγα πιο μπρος μ’ είχε πιάσει ο πονοκέφαλος
ακούμπαγα πάλι στον τοίχο. Δεν ξέρανε πως ήξερα.
Πως δε θα υπόγραφα ποτέ.
Και για κανένα κόμμα.
Πως ένα σακάκι έριξα –Γενάρης 79–
στην παγωνιά που κουβαλάν οι δηλωσίες…

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [Κανείς δε θα γλιτώσει…]

19

Κανείς δε θα γλιτώσει.
Κι αυτό το μακέλεμα δε θα ’χει
ούτε μισό μισοσβησμένο Όχι.
Θα βουλιάζουμε –βουλιάζουμε–
κατακόρυφα με 300 και βάλε
σε συφιλιδικά νερά χωρίς τέλος
με αφορισμούς και χτυπήματα στο κεφάλι
από διαμαντένιους σταυρούς τραβεστί πατέρων
γλείφοντας
υπογράφοντας
ικετεύοντας
κι ουρλιάζοντας ξεφτιλισμένα ΝΑΙ ΝΑΙ ΝΑΙ ΝΑΙ.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου