Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Χημειοθεραπεία

Χημειοθεραπεία

Μπορεί να έφταιγε
εκείνο το χυδαίο πλήθος των τύψεων
που απεγνωσμένα μ’ έψαχνε
στην άκρη της γιορτής
ξεθωριασμένα ρούχα να με ντύσει.

Και δε μιλώ γι’ αυτό που
η παιδική απελπισία επινοεί
όταν σαν από γλύκισμα κλεμμένο
τρίμματα ερήμου προσπαθείς
κάτω απ’ τη γλώσσα σου να κρύψεις.

Τις αμαξοστοιχίες με τα σβηστά βαγόνια
πολύ μετά θα ανακάλυπτα.

Μιλώ για όσα προηγήθηκαν
στους κάτασπρους διαδρόμους
που βγάζουνε σ’ ανηφοριές
με οιδήματα λουλούδια
φαινόλης και ιωδίου ευωδιές
και δάση
με φορητούς μεταλλικούς κορμούς
–τσαμπιά του αλουμινόχαρτου–
να στάζουν τα φαρμάκια τους
στο αφελές σου αίμα
να μάθει αυτό που ήθελε οικειότητες
και άλλα τραταρίσματα
μ’ αυτόν τον ψεύτη θεατρώνη
που πάνω που τα λόγια σου
φαρσί τ’ αποστηθίζεις
έρχεται και –κακήν κακώς–
έξω σε βγάζει από το έργο.

Από τη συλλογή Όροφος μείον ένα (2008) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Advertisements

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Φοβάμαι

Φοβάμαι

Τακτική ακροάτρια στο αμφιθέατρο της φρίκης
όμως το μάθημα του σιωπηλού αναφιλητού
πάντοτε για την άλλη εξεταστική.

Γιατί τα λόγια απομακρύνονται
όταν διαστέλλονται οι μορφές
κι ό,τι φωνάζω
δεν αντηχεί πια την εγκατάλειψη
αλλά μια σιωπηλή παραδοχή
που ο σαλεμένος νους αποκαλεί
χρόνο μες στα εγκόσμια
παγίδα για να πιάνεται η αγάπη
πάντα σε λάθος αστραπή να κατεβαίνει
αφού φημολογείται ότι τη νύχτα
εξάπαντος θ’ ανέβει ο ελεγκτής
και τρέμει – βίαια μην την πετάξει έξω.

Και τότε
δε μένει πια κανείς εδώ;
Κανείς που από το παρελθόν του
να έχει πια παραιτηθεί;

Ξέρω πολλούς με ρουφηγμένα πρόσωπα
που δε γυρεύουν να σωθούν
μόνο να νικηθούν από την ομορφιά
να διαψευστούν
και ό,τι παρασταίνεται εν μέσω εορτασμών
να δούνε να σωριάζεται
απ’ τη βεγγαλική κραυγή

φοβάμαι.

Από τη συλλογή Όροφος μείον ένα (2008) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Φιλάνθρωπος θάνατος

Φιλάνθρωπος θάνατος

Δεν είναι που τα σκιάχτρα
προαισθάνονται τα χρόνια
– αέρηδες που σκορπίζουν
απ’ τις σχισμένες τσέπες τους
την κιμωλία του Σεπτέμβρη.

Άνοιξε τρύπες η καρδιά
και πια κανένας όμοιος με χτες
και τίποτα ολόιδιο με τη σκουριά μας
γιατί αυτή είναι ο θρήνος μας
αυτή αμετανόητη
στα πέρατα του βλέμματος ειδοποιεί
όχι για το αμετάκλητο
αλλά για ό,τι δε θα μάθουμε ποτέ.

Ξέρω, βασανισμένοι είμαστε
πολύ βασανισμένοι
κι ο θάνατος φιλάνθρωπος
– γιατί κι αυτή την ξενιτιά
στον θρίαμβο του ορατού
πόσο να την αντέξεις
πόση ομορφιά να πεις
ότι χωρά στα πεπρωμένα;

Από τη συλλογή Όροφος μείον ένα (2008) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Το φάντασμα

Το φάντασμα

Εξοικειωμένο μόνο με νυχτοφύλακες
και αθεράπευτα ωχρές μητέρες
είναι το φάντασμα του υπογείου μας.
Τη συντριμμένη αντίσταση του λύκου
μ’ ένα φτερό χαράζει τ’ απογεύματα
στη σκόνη της παλιάς μας ραπτομηχανής
και σε αγρυπνία προσκαλεί
ένοικους κι επισκέπτες
– πως τάχα
στον σκοτεινό θάλαμο του ύπνου
ο Θάνατος
τις πρώτες μας φωτογραφίες εμφανίζει.

Από την άλλη, δεν το ’χει σε τίποτα
να βάλει ξαφνικά τα κλάματα
μπροστά σ’ ένα χτενάκι φαγωμένο
αναβάλλοντας επ’ αόριστον
την προγραμματισμένη του αναμέτρηση με το μηδέν
που πάει να πει
με τ’ άκοπα νυχάκια του
σεντόνια λήθης να ξεσκίσει.

Τα βράδια όταν σβήνω το φως
φοράει τα παπούτσια μου
βάζει το παιδικό μου κόκκινο παλτό
στους ώμους σου επάνω με ανεβάζει
μπλέκει τα δάχτυλά μου στα δικά σου
και… λάααδι πουλώ, ξίιιδι πουλώ
εγώ την Ία μου δεν την πουλώ

όλη τη νύχτα ασταμάτητα
γύρω απ’ το κρεβάτι.

Από τη συλλογή Όροφος μείον ένα (2008) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Το σταυρόλεξο

Το σταυρόλεξο

Ήτανε ολοφάνερο.
Ένας φόβος παράφορος
όριζε τις υποχωρήσεις μου
μια αποστροφή
για το αιχμηρό βλέμμα τρυπάνι
που διαπερνά τα έπιπλα
για να επιστρέψει το σαράκι τους
κι άλλοτε θολωμένο εισχωρεί
σε ανατολίτικα χαλιά
σμήνη βηματισμών να ελευθερώσει.

Αργά ή γρήγορα θα εξατμιστούνε, έλεγα
τα σκοτωμένα χρώματα.
Δε θα μπερδεύονται στα πόδια μου
όλα τα ψίχουλα φιλιά
κι οι στάχτες του τσιγάρου
που στεφανώνουν διαψεύσεις.

Τέτοια αισιοδοξία!
Μόνο που τα νερά απότομα τραβήχτηκαν
και σε ασφαλές τετράγωνο εντοιχίστηκα.
Σταυρόλεξο για λύτες δυνατούς
μου είπανε
κι αν μάλιστα σταθείτε τυχερή
μπορεί για κάμποσο καιρό
και ν’ αποφύγετε το μαύρο το κουτάκι.

Από τη συλλογή Όροφος μείον ένα (2008) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Τα αποσιωπητικά

Τα αποσιωπητικά

Κι ενώ κάθε πρωί τα σχολικά
μαζεύουν από τις γωνιές
πολύχρωμους αθώους νυσταγμένους
με το σημάδι του μη προορισμού
ρόδινη χαρακιά στα μάγουλά τους
κάπου αλλού
αγέλαστες δασκάλες
σχεδιάζουν να τους μάθουν
πως σ’ ένα μέλλον κοντινό τη δυστυχία
θα την πυροβολήσουν με τις λέξεις
κι όχι, παιδιά μου
όπως κάποιοι τρελοί και ηττημένοι ισχυρίζονται
μ’ εκείνες τις τρεις ολόμαυρες τελίτσες.
Αυτές, μικροί μου άγγελοι
δεν είναι πια στη διδακτέα ύλη
.

Από τη συλλογή Όροφος μείον ένα (2008) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Σεσημασμένος

Σεσημασμένος

Θυμόταν
και δεν το καταλάβαινε
όπως συμβαίνει όταν ξεχνάς
κι οι άλλοι σπεύδουν
να σου κόψουν την κλωστίτσα
που κρέμεται απ’ τον ποδόγυρο
ενώ μήτε επισκέψεις περιμένεις
μήτε εξομολογήθηκες ποτέ τη συμφορά σου
σ’ όλους αυτούς
που εκτίθενται στους λιθοβολισμούς.

Βαραίνει η μάταιη προσμονή
πιότερο κι απ’ το κρίμα.

Όμως Εσύ
αυτάρεσκα αναβλητικός
επέμενες ν’ αποκαλείς Ζωή
τους χώρους ανανήψεως
που δε συμβαίνουν θαύματα.

Μια σκευωρία ήσουν τελικά
σεσημασμένη διάψευση
παμπάλαιο μεγάφωνο
αναχωρήσεις και αφίξεις που αναγγέλλει.

Μα αυτό που σου επιρρίπτω πιο πολύ
είναι ότι την αμαρτία σου γιγνώσκεις
κι εντούτοις απ’ τον φόβο σου
ολοένα και πιο σφιχτά
πάνω στο ψέμα σου με δένεις.

Από τη συλλογή Όροφος μείον ένα (2008) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Σαλώμη

Σαλώμη

Σπασμένα γυαλιά καρφωμένα στο σώμα μου
τρυπάνε τη ραχιτική ζωή μου.
Γωνίτσες αιχμηρές οι παγοκρύσταλλοι
κι αυτοί που μ’ αγκαλιάζουν
γίνονται ηλιοβασίλεμα
πηδούν φωτιές του Αϊ-Γιαννιού
και παίζουν την τυφλόμυγα
με ένα πόδι ξύλινο.

Εκείνος βέβαια προτίμησε τη στάχτη.
Χόρεψε στα υπόγεια
ένα ταγκό με πάθος
κι έδωσε μία και έλιωσε
με το αναπηρικό καρότσι
τη μορφή του.

Μια μάσκα ράβει έκτοτε
με αποκόμματα από εφημερίδες
φωτογραφίες μεταπολεμικές
και τα τραγούδια του Άριελ.

Όσο για μένα
τις νύχτες λαμπυρίζω
και καμπουριάζω το πρωί.
Φυτρώνουν τότε επάνω μου
τάφοι χορταριασμένοι
μικροί ναοί που δε μυρίζουνε λιβάνι
μα ανάβουν τα καντήλια τους
για τον Θεό του φόβου
που εφημερεύει κι αγρυπνά
και τους δικούς μου επί πίνακι γυρεύει.

Από τη συλλογή Όροφος μείον ένα (2008) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Όροφος μείον ένα

Όροφος μείον ένα

Ο θάνατος αποβραδίς μας έφραζε τον δρόμο
κι εγώ που από μικρό παιδί
τα έτρεμα τα καλοκαίρια
θα έφτανε, έλεγα, μία χειρονομία
ένα ανέλπιστο κλείσιμο λογαριασμών
όπως
όταν γυρίζει το φλιτζάνι του καφέ
κι όλα τα φίδια, οι εχθροί και οι κλεισμένοι δρόμοι
λιωμένες απειλές κατρακυλούν
μέσα στον νεροχύτη.

Όμως σιδηρουργείο η ζωή
και βάρος αμετάθετο η τελευταία λέξη
όταν σε αίθουσες αναμονής ηλεκτρικές
αδύναμα κορμιά κρέμονται στους καλόγερους
και πανωφόρια αδειανά
μπαίνουν ν’ ακτινοβοληθούν.

Τους μήνες που κοιμάται ο κάβουρας
κοντεύω να πιστέψω
πως ίσως και να με ακούς
πως κάπως Σε συγκίνησα κι εγώ.
Ύστερα, λέω, θα φταίει που δε γνωρίζω
τη διάλεκτο των περιστεριών
μπορεί το ασταθές του χαρακτήρα μου
ίσως κι εκείνη η καθ’ έξιν υπνηλία μου
τις Κυριακές στον όρθρο.

Όμως κακά τα ψέματα
ήρθε ο καιρός
τον πετροπόλεμο να συνηθίσουμε
τώρα που χτύπησαν μεσάνυχτα
κι η χρυσαφένια άμαξα
ξανάγινε κολοκύθα.

Από τη συλλογή Όροφος μείον ένα (2008) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Οι έτοιμοι

Οι έτοιμοι

Ανελλιπώς αποβραδίς
ακούνε το δελτίο καιρού
μήπως και δεν ξυπνήσουν στο κορμί
– τουλάχιστον ομπρέλες να φαντάζονται
στην τελευταία βόλτα τους με τους αγαπημένους.
Ή έστω
λίγη παραφορά ζωής
σαν χειμωνιάτικη λιακάδα
να ακινητεί επάνω τους
διδάσκοντας στη μέρα
του σκότους το αδιαπέραστο.

Και μόνη τους παρηγοριά το δέντρο
αυτό που παίρνουν οι νεκροί
και ταξιδεύουν
και πια γίνεται σώμα τους
μέχρι να προβληθεί κι αυτό
απ’ τη βαριά ασθένεια της νοσταλγίας
– πώς θά ’ρθουν, λέει, τ’ αληθινά πουλιά
με τον ασφράγιστο ύπνο
τ’ αγρίμια
με το άγιο φωτοστέφανο του τρόμου
που βεβαιώνει τη ζωή.

Κι αφού στο τέλος ενημερωθούν
για τις αρθριτικές μεταβολές
και τις συνέπειες γενικώς της υγρασίας
έπειτα μένουν άγρυπνοι
κι αδιάκοπα μονολογούν
– μια κι όσα λόγια ραθυμούν
σε κλειδωμένα στόματα
την αφασία του θανάτου διαιωνίζουν.

Από τη συλλογή Όροφος μείον ένα (2008) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Ο στρατός

Ο στρατός

Ύστερα απ’ την ανεπανάληπτη εκείνη περιήγηση
στο μητροπολιτικό κέντρο
το άλσος των πρώτων συναντήσεων
βρήκε επιτέλους την πραγματική του θέση
στον χρόνο της αφήγησης.
Η πληγή ωστόσο έχασκε ανοιχτή
όπως το στόμα
έχοντας μόλις περιβάλει με ηχώ τις αναμνήσεις.

Κι όλα μετά παύουν να είναι ορατά.
Τα ηλιοτρόπια τυλίγουν
με κορδέλες σκοτεινές τη νέα μέρα.
Μες στα ραγίσματα του χρόνου
πανέτοιμο ακροβατεί εκείνο που αφανίζει
κι εντούτοις η άνοιξη
ακάθεκτη επελαύνει
την ίδια ώρα που ο στρατός των σκουληκιών
δειπνεί κάτω από χαραγμένα ονόματα
κι οριακές χρονολογίες.

Ποια πρόφαση λοιπόν θα ’ναι ικανή
την παρουσία μας στους αποχωρισμούς
να αποτρέψει;
Μονάχα σκέψεις αιχμηρές
μα το μυστήριο –ό,τι κι αν πεις– δεν αναιρείται.
Με άφωνες κι ασυνάρτητες απαγγελίες κοριτσιών
δε στήνονται στους κεραυνούς ενέδρες.

Από τη συλλογή Όροφος μείον ένα (2008) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Ο βατραχάνθρωπος

Ο βατραχάνθρωπος

Την επόμενη μέρα θα πήγαιναν όλοι
όπως πάντα στις δουλειές τους
αναζητώντας στην έκφραση των περαστικών
τη διαβεβαίωση πως μια παράταση ακόμη
είχε και πάλι κερδηθεί.

Είχε προηγηθεί δύσκολη νύχτα.
Στο πατρικό σπίτι
η στέγη ανοιγόκλεινε επικίνδυνα.
Αυτό είχε βέβαια συμβεί στο παρελθόν
και σ’ ένα άλλο ποίημα
τότε που εκείνη
φορώντας το μαύρο της παλτό
κι έχοντας τη βαλίτσα της στο χέρι
περίμενε τον Αϊ-Γιώργη
από τα εικονίσματα να κατεβεί
και να την πάρει.

Αυτή τη φορά
θα αρκούσε ένα σφύριγμα
και τότε αύτανδρο το κρεβάτι
θα βυθίζονταν
κι εσύ
σαν έμπειρος νεκρός
μια και ήσουν δύτης
δίχως βαρίδια, μπουκάλες και στολή
μακριά απ’ το σώμα θα ταξίδευες
για μια διάρκεια αμετάπειστη.

Όσο για τα διαδικαστικά της εκφοράς
ο σωσίας σου
–κάτωχρος και σε στάση προσοχής–
θα έπαιρνε τη θέση σου.

Από τη συλλογή Όροφος μείον ένα (2008) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Ξύλινα συρτάρια

Ξύλινα συρτάρια

Όλα θαρρείς
τ’ απορροφάει ο κραδασμός

–στιγμιαία εξαίσια οικουμένη
που ιερουργεί τον θάνατο
μια πνιγηρή αντιφεγγιά
που εισέρχεται στο χόρτο
με δακρυγόνα κι ουρλιαχτά–

ώσπου η συγκομιδή του ουρανού
αδιάκοπα πληθαίνει
και έντομα γεμίζουν τα κρεβάτια μας.

Ίσως γι’ αυτό κι επείγει
να σκάψουμε τις σήραγγες.
Τα νυχτικά του πάνω κόσμου
φρεσκοσιδερωμένα
σε ξύλινα συρτάρια να τα κρύβουμε
να συνηθίζουν τα σατέν
σε κρεβατάκια πιο μικρά πια να ξαπλώνουν
να μάθουνε και τα βαμβακερά
πώς είναι να πλαγιάζεις με αγνώστους
–γαμπριάτικα κοστούμια ντεμοντέ
και καθημερινά φορέματα για τσάι
την ύπτια αποσύνθεση
ασάλευτα να περιμένουν.

Λίγη λεβάντα
πάντοτε σε τούλι τυλιγμένη
αθώος μοβ υπαινιγμός
για να ευωδιάζει κήπος στην κλεισούρα.

Από τη συλλογή Όροφος μείον ένα (2008) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου: Ντου μπι ντου μπι ντου…

Bert Kaempfert (μουσική) – Charles Singleton & Eddie Snyder (αγγλικοί στίχοι), Strangers in the night (με τον Frank Sinatra, 1966)

Ντου μπι ντου μπι ντου…

Κατά την πρωινή επίσκεψη
άγνωστοι κύριοι
με μακροχρόνιες σπουδές στην τρομερή
οφθαλμαπάτη της ζωής
κι άνθη βανίλιας ανάμεσα στα δόντια τους
μιλούσαν χαμηλόφωνα
για την τύχη που θα είχαν
οι ανομολόγητες αμαρτίες
τώρα που η σκάλα γινόταν επικίνδυνη
και η Αποκαθήλωση δε σήκωνε αναβολή.

Οι άλλοι μετά θα προσπαθούσαν
ν’ αποσιωπήσουν το συμβάν
και φυσικά μιλώ
για κείνη την Πρωτοχρονιά
που έγειρες απαλά για μια στιγμή στο πλάι
κι ανεξιχνίαστο έμεινε έκτοτε το αίνιγμα.

Πώς δηλαδή
ενώ ήξερες τόσο καλά ν’ ανακατεύεις χρώματα
επέλεξες το συμπαγές λευκό
κι όπως απότομα διακόπτεται η ταινία
και λες
τώρα θα πέσουν γράμματα
τώρα θ’ ακούσω μουσική

όμως ο ήρωας tableau vivant
θαρρείς και αφαιρείται
ή δεν μπορεί να θυμηθεί τα λόγια του.

Γιατί αλήθεια δεν είναι εύκολη υπόθεση
εκεί που προχωράς κι εσύ μαζί
μ’ άλλους σακατεμένους
ξάφνου στο βάθος ν’ αστράφτουν προβολείς
ο κύριος με το επίσημο κοστούμι
ν’ αφήνει το μικρόφωνο
να ’ρχεται κατά πάνω σου
το χέρι να σου απλώνει φιλικά
με λένε Φράνκι να σου λέει
το «Strangers in the night»
έμαθα σας αρέσει
.

Από τη συλλογή Όροφος μείον ένα (2008) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Να είναι οριστικό

Να είναι οριστικό

Μ’ άρπαζαν απειλητικά απ’ τον λαιμό
όλα εκείνα που φοβόμουν.
Κι αυτό αν το καλοσκεφτείς
ήταν λιγάκι διφορούμενο.
Έμοιαζε πως εγώ ακολουθούσα
με κάποια απόσταση ασφαλείας φυσικά
εκείνους που μετέφεραν
έναν βρεγμένο κήπο
– άνθρωποι τρομαγμένοι, σκοτεινοί
που παραμέριζαν τον ίσκιο τους
και στην αληθινή τους ιστορία
θριαμβικά εισέρχονταν.

Εκεί
έχοντας πρώτα διά παντός απαρνηθεί
τις παιδικές τους βεβαιότητες
ατάραχοι ξανάμπαιναν στον χθεσινό τους εφιάλτη
για να τραβήξουν απ’ την τράπουλα
και πάλι το κακό χαρτί
αυτό που κάνει τις βελόνες στις πυξίδες
να τρελαίνονται

κι όσοι είναι έτοιμοι στη σκάλα γι’ αναχώρηση
βοηθήστε να πεθάνουμε, να εκλιπαρούν
αλλά φροντίστε, όσο γίνεται, να είναι οριστικό
αφού απ’ το ημίψηλο δε βγαίνουν περιστέρια
κι όλες οι διευκρινίσεις
δεν αναφέρουν πουθενά τους ψευδομάρτυρες
που διαβεβαίωσαν πως στον κατακλυσμό
θ’ ακούγονταν καμπάνες.

Συνήθως έτσι γίνεται
και τελικά υπερισχύει η βροχή
που φτάνει πάντα τελευταία
και σαν Ημέρα Κρίσεως
μεμιάς όλα τα εγκλήματα αθωώνει.

Από τη συλλογή Όροφος μείον ένα (2008) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Μια εκκρεμότητα

Μια εκκρεμότητα

Πρώτα ήρθε το ελαφρό εκείνο σφίξιμο
που επινοούν τα άρρωστα πουλιά
όταν το κίτρινο χιόνι της καρδιάς
για ένα άλλο φως εγκαταλείπουν.

Εκεί το τέλος των φιλιών
κανέναν δεν πανικοβάλλει
αφού την τέφρα του καθρέφτη
η αταραξία των αγρών συναγωνίζεται.

Ίσως αυτή να είναι η αιτία
που κάθε απομεσήμερο
αγνώστων παραμιλητά
στον θάλαμό σου προσαράζουν
ραντίζοντας με ομίχλη και με πυρετό
τη χάρτινή σου μοίρα.

Γιατί κι η ύπαρξη μια καταδίκη είναι
μια εκκρεμότητα με πλάνες στολισμένη
μια διαρκής αναβολή
θα φεύγαμε, αλλά μείναμε
κάποια συνωμοσία, ξέρετε
μας παίδευε από παλιά
και μήπως άραγε γνωρίζετε
ποιος τάχα να ευθύνεται
γι’ αυτές τις βροχερές
μονότονες διαδρομές
στο πίσω μέρος της ζωής;

Από τη συλλογή Όροφος μείον ένα (2008) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου: Μέριλιν… παρ’ ολίγον

Marilyn Monroe on May 19, 1962, for President John F. Kennedy

Μέριλιν… παρ’ ολίγον

Αυτές οι σκάλες δεν έχουν κουπαστή
έτσι που το απρόσεκτο
να γίνει ανεπανόρθωτο
σαν δισταγμός που –ανίσχυρος να αντισταθεί
στα έγχορδα που ακούγονται στη σάλα–
ανάβει εντέλει πόθο μοχθηρό

γιατί δεν επισκέπτεται συχνά το πανδοχείο μας
ούτε κι αυτός ο υπαινιγμός μιας θύμησης
κάποιας αλληγορίας ενός ιλίγγου νικημένου
από ένα φιαλίδιο φτηνό
που βιαστικές ανάσες το εξαντλούνε.

Γι’ αυτό κι εγώ φοράω τα μποτάκια μου
και
βάλ’ το στα πόδια, κούκλα μου
φωνάζουν
την ξέρεις τη δουλειά σου εσύ
«happy birthday, Mr. President»
κι άσε για άλλους τις υποκλίσεις στο κενό
.

Από τη συλλογή Όροφος μείον ένα (2008) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου