Μαρία Πισιώτη, Τ’ αποτσίγαρα

Τ’ αποτσίγαρα

Σκέψεις καπνισμένες
πάνω στο τασάκι
σιωπούν.
Λόγια παλεύουν
να γεμίσουν το κενό,
να σβήσουν την αγωνία.
Μέσα απ’ την καύτρα τους
ανέγγιχτος γλιστρά ο χρόνος
συλλέγοντας αρώματα
που ασφυκτιούν απελπισμένα
μέσα στο τασάκι.

Από τη συλλογή Το υδάτινο πέρασμα του χρόνου (2001) της Μαρίας Πισιώτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Πισιώτη

Μαρία Πισιώτη, Ο πίνακας

Ο πίνακας

Τέσσερις τοίχοι
Πνοή ριγμένη στη σκόνη,
στη βοή.
Στο κρεμαστό δάσος
τα φύλλα αργοσαλεύουν.
Ο αγέρας χαϊδεύει απαλά
τη μοναξιά.
Αχόρταγα πίνει τη δροσιά,
το πεντοβόλημά του,
Οι τέσσερις τοίχοι
πνίγονται στη σκόνη.

Από τη συλλογή Το υδάτινο πέρασμα του χρόνου (2001) της Μαρίας Πισιώτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Πισιώτη

Μαρία Πισιώτη, Μελαγχολία

Μελαγχολία

Συννεφόσκεπη η καρδιά μου
πνίγεται στην ομίχλη της πλήξης,
της ανίας και της απογοήτευσης.
Τα όριά μου εξανεμίζονται
μπρος στην αδιαφορία.
Στο φουρτουνιασμένο μυαλό μου
ένα ρήμα κυριαρχεί.
Να φύγω.

Το κεφάλι μου βαρύ.
Τα μάτια μου καίνε.
Κύματα οργής γίνονται
στάλες βροχής.
Ξεσπώ.

Η κούραση σκιάζει
την ψυχή μου.
Τίποτε δε μ’ αγγίζει.
Τίποτε δε μ’ ευχαριστεί.
Τα μάτια μου κλείνουν.
Κουράστηκα.

Ώρα να φύγω.
Έστω μέσα απ’ το όνειρο.

Από τη συλλογή Το υδάτινο πέρασμα του χρόνου (2001) της Μαρίας Πισιώτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Πισιώτη

Σιδέρης Ντιούδης, Σκόνη

Λαυρέντης Μαχαιρίτσας & Μιχάλης Μαρματάκης, Σκόνη
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Η αμαρτωλή Μαρία (1983))

Σκόνη

Η σκόνη καταλάγιασε
και ανάλαφρα σκέπασε τα πάντα.
Τόσο αθόρυβα
σχεδόν αόρατα
στο βασίλειο της εικόνας.

Άπειρα μικρά σωματίδια
σε περιρρέουσα ατμόσφαιρα.

Μια βουτιά
ήρεμη και βαθιά,
σε πτυχές και επιφάνειες
σε κρεβάτια και όνειρα
σε υαλικά και προσδοκίες
σε έπιπλα και ανθρώπους.

Από τη συλλογή Η βραδυπορία της στιγμής (2011) του Σιδέρη Ντιούδη

Σιδέρης Ντιούδης, Πεταλούδα

Λάκης Παπαδόπουλος & Σάννυ Μπαλτζή, Τσαλακωμένη πεταλούδα
(τραγούδι: Φίλιππος Πλιάτσικας & Λάκης Παπαδόπουλος / δίσκος: Κάτι γλυκό (2002))

Πεταλούδα

Έσκαψε με το χέρι του
το σώμα.
Η σκέψη του
έγινε εμμονή
και από νύμφη
μεταμορφώθηκε σε πεταλούδα.

Πέταξε βαθιά.
Βυθίστηκε στο κορμί
και εκεί έριξε τα φτερά της.

Έσβησε σαν κερί,
αφήνοντας ίχνη σκόνης
και αποτυπώματα μνήμης.

Από τη συλλογή Η βραδυπορία της στιγμής (2011) του Σιδέρη Ντιούδη

Μάνος Λοΐζος & Γιάννης Νεγρεπόντης, Ο γερο-νεγρο-Τζιμ

Ο γερο-νεγρο-Τζιμ

Μουσική: Μάνος Λοΐζος
Στίχοι: Γιάννης Νεγρεπόντης
Τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη
Δίσκος: Μάνος Λοΐζος | Τα νέγρικα (1975)

Ο γερο-νεγρο-Τζιμ
σ’ ολόκληρο το Χάρλεμ
ε, γερο-νεγρο-Τζιμ
κορνέτα δεύτερη
δεν είχε σαν εσένα

Μέσα στη νύχτα ούρλιαζε η κορνέτα
λευκοί και νέγροι δίνανε τα χέρια
ε, γερο-νεγρο-Τζιμ

Γιατί να καίν’ στο νότο τη σοδειά
όταν πεινάν στον κόσμο τα παιδιά
ποιοι και γιατί σκοτώσανε τον Τζον
τι θέλουν τα παιδιά μας στα Βιετνάμ

Ο γερο-νεγρο-Τζιμ
σε βρόμικο χαντάκι
ε, γερο-νεγρο-Τζιμ
τώρα η κορνέτα
πιο δυνατά ουρλιάζει

Μέσα στη νύχτα ουρλιάζει η κορνέτα
λευκοί και νέγροι δίνουνε τα χέρια
ε, γερο-νεγρο-Τζιμ

Γιάννης Νεγρεπόντης, Αυτός ο τόπος

Λήδα Χαλκιαδάκη & Σπύρος Βλασσόπουλος, Έλα να δεις τον τόπο μου
(φεστιβάλ τραγουδιού Θεσσαλονίκης 1974)

Αυτός ο τόπος

Κουραστήκαμε. Άλλο δεν μπορούμε
σ’ αυτόν τον τόπο εδώ
που η ιστορία αναβλύζει
σε κάθε μας βήμα.

Κι αυτές οι πληγές
που δε λένε να κλείσουν
σε κάστρα, σε ναούς, σε αγάλματα
σε τάφους συλημένους που δε συγχωρούν
σε αγίων εικόνες
μιας θρησκείας παρθένας μαινάδας∙
παντού το πάθος∙ το δέος αυτό
άλλο δεν το μπορούμε.

Τι να καταλάβουν οι άλλοι;
Έρχονται, φωτογραφίζουν, σημειώνουν
φεύγουν, περιγράφουν, ησυχάζουν.

Τι ξέρουν αυτοί απ’ τα δικά μας
μ’ αυτόν τον τόπο τον ανοικτίρμονα
τον παντοκράτορα, τον αβασίλευτο.

Από τη συλλογή Δωρήματα (1963) του Γιάννη Νεγρεπόντη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Γιάννης Νεγρεπόντης, Γενετήσια πράξη

Γενετήσια πράξη

Απομονωμένοι στο πιο ανελέητο βάθος
απ’ όπου η απελπισία τους ποτέ
δε θα ’φτανε στον κόσμο
πάνω σ’ ένα κοινό, κοινότατο κρεβάτι
που η ύπαρξή του έχει ξεχαστεί
μαζί με όλα τ’ άλλα, όλα
στην αμνησία την πιο αδιαπέραστη
των αφημένων τους κορμιών
στον πιο απαίσια ηδονικό πνιγμό
ως την τρέλα
βοήθεια… βοήθεια
μάταια οι κρουνοί του αίματός τους
τ’ απροσπέλαστο φράγμα να διαρρήξουν
απεγνωσμέν’ αγωνιούν.

(Μην τους χτυπήσετε την πόρτα
είναι υπεύθυνοι, αδίστακτοι
ασύλληπτα ωραίοι).

Από τη συλλογή Καθημαγμένοι (1960) του Γιάννη Νεγρεπόντη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Γιάννης Νεγρεπόντης, Ένας διορισμός

Ένας διορισμός

Το μέσον –για να περάσει ο Τάκης τους απ’ τους γιατρούς–
ήταν ένας κύριος με κόκκινο πρόσωπο, γκρίζα μαλλιά
περιποιημένα νύχια∙ ένας πολύ σοβαρός κι ευγενικός κύριος.
Εκείνη μόνο δεκαοχτώ χρονώ κι αγαπούσε πολύ τον αδελφό της.

Κανείς δεν έκανε πως κατάλαβε τίποτα.
Την Κυριακή έκαναν κι ένα γλεντάκι
για το διορισμό κι έφτιαξαν και χαλβά.

Από τη συλλογή Πρόσωπα και χώρος (1958) του Γιάννη Νεγρεπόντη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Τ. Κ. Παπατσώνης, Σοφία

Σοφία

Εφθάσαμε έτσι λίγο λίγο στη γυμνότητα,
ένα ένα αποδοθήκαμε τα περίφημα προβλήματα,
τα πολύχρωμα, τα βύσσινα, τα πορφυρά των γοητειών,
και μόνον τώρα, μολονότι κάποιος φόβος κι από πριν,
κάποιο προμήνυμα, μας έλεγαν τι μας προσμένει,
όμως, μονάχα τώρα, οι γυμνωμένοι
είδαμεν, ότι χους εσμέν. Άθλιας επίγνωση
σοφίας. Ένδεια σημερινή. Βραδύνοια της χθες.
Δουλειά μας τώρα να την αναγάγομε σε θρίαμβο.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Εκλογή Β’ (1962) του Τάκη Παπατσώνη

Τ. Κ. Παπατσώνης, Η παρηγοριά

Η παρηγοριά

Ένα μικρό πράσινο δρομάκι οδηγεί στην Ευτυχία.
Είναι μια τόσο πρόωρα ζεστή Άνοιξη.
Στο βάθος, θηριώδης Κερασιά λάμπει από τον καρπό.
Βρίσκεται εκεί Σπιτάκι, στην γαλήνην ερημιάς σπουδαίας.
Τι φουντωμένα είναι όλα τα δέντρα τριγύρω.
Ό,τι μαζεύουμε πικρία και απελπισίες της ζωής,
πάμε συχνά και τα κρύβουμε στην Λήθη
αυτής της πρασινάδας. Τάφος του κακού,
οπόθε πηγάζει η Ανάσταση Καλής Ελπίδας
και το απαραίτητο Θάρρος για τη σκληρήν αυτή Ζωή.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Εκλογή Α’ (1934) του Τάκη Παπατσώνη

Αλέξης Ζακυθηνός, Πλοηγός

Πλοηγός

Με τον αφρό των πλοίων, που σάλπαραν χωρίς εμένα,
γράφεται σιγά σιγά το μακρινό ταξίδι μου. Οι πολλοί
νομίζουν πως γεννήθηκα πλοηγός, όμως κανείς αλήθεια
δε γεννιέται, μόνο γίνεται. Γεννήθηκα θαλασσοπόρος,
μα η κακή στιγμή μ’ έφερε εδώ, πάνω σε ξένες γέφυρες,
των άλλων τα ταξίδια να ετοιμάζω και να παραστέκομαι
σε ξένους γυρισμούς, γεμάτους μυρωδιά του ωκεανού.

Από τη συλλογή Η θέα των συνανθρώπων (1970) του Αλέξη Ζακυθηνού

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Αλέξης Ζακυθηνός, Ένας θάνατος

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Ήσουν καλός κι ήσουν γλυκός
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / έργο: Επιτάφιος (ηχογράφηση του 1960))

Ένας θάνατος

Κλαίμε που το τέλος έφτασε τόσο
νωρίς και που τον βρίσκει με καρδιά
γεμάτη αγάπη, όμως αυτός, το νέο
παιδί, δεν κλαίει καθόλου, χαμογελα-
στός κοιτάζει, σαν ευτυχισμένος
που το τέλος το δικό του είναι μιας
άλλης ομορφιάς, σωστή γιορτή.

Από τη συλλογή Τα θολά τζάμια (1954) του Αλέξη Ζακυθηνού

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Μάνος Ελευθερίου, Επανάληψη ήχων αισθημάτων και αναμνήσεων

Επανάληψη ήχων αισθημάτων και αναμνήσεων

Μυρίζει απόψε κόκκινο κι αγάπη.
Άσπρα κατάμαυρα γάντια και πανάκριβες ώρες χωρίς επιστροφή
με τα ερείπια αισθήματα και τους τρόμους της αστυνομίας.
Τα καφενεία της συμφοράς του μέλλοντός μου
καμιάν ωδή δεν αξιώθηκαν μέσα σε τόση βασανισμένη στιχουργική.

Μυρίζει απόψε κόκκινο και μυρωδιές ξενοδοχείων
όταν ανοίγεις τις ντουλάπες και ζωντανεύουν οι σκιές
μαστιγωμένες απ’ τις αρρώστιες και τους θανάτους
σκιές μιας δόξας και μιας ταπείνωσης
εμπορικών αντιπροσώπων και παγωμένων δικαστικών
πλασιέ, χαρτοπαικτών, ηθοποιών και ταχυδρόμων
πρωταθλητών μιας άνοιξης που ξέπεσαν ή κάποιοι σαν αυτούς που είχαν τα χρόνια τους απόχη

και ψάχνουν να βρουν στους καθρέφτες εκείνο που ήδη κρατούν
πρόσωπα τόσο αλλοιωμένα από τα φάρμακα και το αλκοόλ
τα μυστικά, τις αναμνήσεις, τις καθημερινές συναλλαγές,
μυρίζει ναφθαλίνη, λάβδανο και λησμονιά,
γυναίκες δίχως όνειρα και όνειρα που μεταμορφώθηκαν σε γυναίκες.

Σε τι ανάξια χέρια ξεπέφτει κάποτε η αγάπη.

Από τη συλλογή Το νεκρό καφενείο (1997) του Μάνου Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου, Σώμα και ψυχή

Σώμα και ψυχή

Όχι μονάχα εκείνο που είμαστε κι ό,τι απόμεινε από μας
ή ό,τι αγωνιζόμαστε να φαίνεται

αλλά μαζί μας σέρνουμε και τις μορφές των άλλων
που με τα χρόνια γίνονται ίσκιος ανάμνησης

μαζί μας σέρνουμε σημάδια και κομμάτια τους
το αίμα, την αγάπη τους, την περιφρόνησή τους
τα πάθη και τα μίση τους και την εκδίκησή τους
αυτά που χάσαμε σε τρόμους και κινδύνους –

όσα κερδίσαμε σε μάχες βιαστικές, τυραννικές
κι όσες μας έδωσαν χαρές περαστικές οι αθάνατοι.

Έτσι σιγά σιγά χτίζεται σώμα και ψυχή.
Έτσι σιγά σιγά το πρόσωπό μας.

Από τη συλλογή Το νεκρό καφενείο (1997) του Μάνου Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου, Τα θαύματα

Τα θαύματα

Δίπλα μας γίνονται τα θαύματα.
Δίπλα μας γίνονται ως μέσα στα ερείπια
των παλαιών σπιτιών με τις εξαίσιες σκάλες
που οδηγούν στον ουρανό –

πόσοι τις κατεβήκανε για τελευταία φορά
κοιτάζοντας προς τα ταβάνια

(προς τη ζωή του φοβερού νοήματος κοιτάζοντας)

ελπίζοντας πως από κει θα ’ρθει μια σωτηρία.

Από τη συλλογή Το νεκρό καφενείο (1997) του Μάνου Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου, Η πόρτα της Πηνελόπης

Η πόρτα της Πηνελόπης

Μοιάζει μαρμάρινη στήλη με τα εγχάρακτα
ονόματα ανθρώπων που έπεσαν για την πατρίδα.
Κάθεται χρόνια μπροστά στην πόρτα της.

Ποτέ στη ζωή της δε σηκώθηκε από κει.
Ίσως εκεί γεννήθηκε στα πένθη της και γέρασε.
Νερό των πεθαμένων πίνει, της Σελήνης.
Φοράει μαύρα και πενθεί.
Και για πολλούς πενθεί κι ίσως για μένα.

Ποτέ κανείς δεν πέρασε απ’ την πόρτα της.
Ποτέ κανείς να τη ρωτήσει πώς και τι.
Μονάχα εγώ ψωμάκι και τυράκι της πηγαίνω
και το χαρίζει στους αγίους.

Μια πόρτα στο χρώμα ακριβώς της στάχτης.
Ξύλο ναυαγίου, σκεβρωμένη, γριά πόρτα.
Μ’ ανοιγμένες φλέβες ξερές απ’ τον ήλιο
ίδιες με πλοκάμια χταποδιού
και τη χυμένη σκουριά της σάπιας κλειδαριάς.

Χρώμα σαν τα φτερά πολλών πουλιών
και των αγγέλων.

Από τη συλλογή Η πόρτα της Πηνελόπης (2004) του Μάνου Ελευθερίου