Σαράντος Παυλέας, Το πιο φτερωτό φέρτε μου άλογο

Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Κώστας Βίρβος, Ένα αμάξι με δυο άλογα
(ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος: Μικροί καημοί (1975))

Το αραχνάκι

Θέλω να υπακούσω στην κλήση του ταξιδιού μου.
Το πιο φρέσκο, το πιο γοργό φέρτε μου άλογο.
Πηγαίνω προς τη νίκη μου και την τελειοποίησή μου
το πιο αστραφτερό φέρτε μου άλογο,
να το ανεβώ έτσι αφρισμένο όπως θα ‘ναι
μέσα στη μαύρη νύχτα
το πιο γοργό, το πιο αφράτο φέρτε μου άλογο,
να φτάσω στον καιρό μου πριν γίνει ο καλός του πλοίου μας απόπλους.

Το πιο γοργό, το πιο αφράτο φέρτε μου άλογο.
Δε θα φύγω σαν ένας Αννίβας
για μιαν έρημη παραλία της Θάψου. Δεν ακολουθεί τη φυγή μου
κανένας Σκιπίωνας, καμιά Ζάμα.
Πορεύομαι σε τροπαιούχον άλλο βίο.
Το πιο φτερωτό φέρτε μου άλογο,
να κάμω γρήγορο το τέλος των χιλιομέτρων μου
που με χωρίζουν από το Καράβι της Απεραντοσύνης μου.
Το πιο φτερωτό φέρτε μου άλογο.

Από τη συλλογή Ποιητικοί συνειδησιακοί διάλογοι, Β (1981) του Σαράντου Παυλέα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας

Advertisements

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Η Νύχτα

Μίκης Θεοδωράκης & Δημήτρης Χριστοδούλου, Βραδιάζει
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος: Πολιτεία Β’ (1964))

[Ενότητα Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο]

Η Νύχτα

Όταν χτυπήσουν τα μεσάνυχτα, να μη βιαστείς
ν’ ανοίξεις το παράθυρο. Την ώρα εκείνη
γυρνούν οι άνθρωποι στο σπίτι από τα θέατρα
κι οι παρθένες στις σκοτεινές γωνιές έρωτα κάμνουν.

Όταν χτυπήσουν τα μεσάνυχτα, δεν είναι νύχτα.
Επηρμένες οι στολές των στρατηγών χορεύουν
και των επισήμων τα φράκα υποκλίνονται
μπρος σ’ ανθισμένες άδειες μουσελίνες.

Όταν χτυπήσουν τα μεσάνυχτα, είναι μέρα.
Και τα δικά σου μάτια δεν αντέχουνε σε τέτοιο φως
κι ούτε στα φωτισμένα των ανθρώπων πρόσωπα.

Πρέπει να υπομείνεις πολύ. Κι όταν πεισθείς
πως όλα μπήκαν στις ντουλάπες, πως οι μελωδίες
τυλίχθηκαν να κοιμηθούνε μέσα στα όργανα,
άνοιξε το παράθυρο με προσοχή και κοίταξε
το φως των άστρων: είναι άλλο φως. Ή δέξου
το ράπισμα της καταιγίδας: είναι άλλο ράπισμα.

Κι αν ξαφνικά το μάτι σου διακρίνει
κάποια σκιά μες στο πυκνό σκοτάδι:
έναν κλέφτη, που το περίπτερο διάρρηξε∙
μια μάνα, που το μεθυσμένο γιο της περιμένει∙
ένα γιατρό, που φεύγει από το σπίτι πεθαμένου,
μη βιαστείς το παράθυρο να κλείσεις.

Αυτό που είδες άνθρωπος δεν είναι.
Είναι της μεγάλης νύχτας το φάντασμα,
που το λένε: αμαρτία, αγάπη ή χρέος.
Που καταφύγιο ζητά την ώρα τούτη.

Σκύψε μες στο πηγάδι αυτό του σκότους,
που με το βάθος μετριέται της συνείδησής σου,
και δώσε το χέρι σου στο φάντασμα της νύχτας.
Κι έπειτα κλείσε πάλι το παράθυρο σιγά,
πριν οι άνθρωποι ανοίξουν τα δικά τους παραθύρια.

Από τη συλλογή Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο (1959) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Κώστας Πλαστήρας, Μυστικοπάθεια μεσημεριού

Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Ελένη Λιάκου, Το μεσημέρι καίει το μέτωπό σου (με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, 1969)

Μυστικοπάθεια μεσημεριού

Φως μεσημεριού ζώντας αισθήσεις αυξημένες που σκάζουν
στο σχιστολιθικό γαλάζιο του άσπρου
Καλλιεργώντας την ιστορία κι ας διχόνοια κι ας
βίαιες αντιδράσεις του περιβάλλοντος ακούς
Μια δύση –ρολόι ηλεκτρικό– αγγίζοντας φιγούρες
φευγαλέες
Διεργασία μυστική, λέξεις –νοήματα–
ενώνοντας άκρες δαχτύλων
Όπως στη θάλασσα κουβέντες λέγοντας σιγανά
μην ταραχθεί ο ύπνος των άλλων

Μην ταραχθεί η φαντασία

Από τη συλλογή Mark Alexander Loys συζητάς τα περασμένα (1995) του Κώστα Πλαστήρα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κώστας Πλαστήρας

Αναστάσης Βιστωνίτης, Από τη μεριά της θάλασσας

Μίκης Θεοδωράκης & Νίκος Γκάτσος, Φέρτε μου τη θάλασσα
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος: Θαλασσινά φεγγάρια (1974))

Από τη μεριά της θάλασσας

[Ενότητα Ηλικία (1986)]

Νύχτα κατεβήκαμε από το στενό μονοπάτι στη θάλασσα. Δεν φυσούσε κανένας αέρας, όπως χθες. Φώτα καθρεφτίζονταν πάνω σ’ ένα μαύρο γυαλί. Εκεί είδαμε αρνητικά τα πρόσωπά μας.

Φαίνονταν μακριά οι τελευταίες λάμψεις μιας μεγάλης φωτιάς.

Εδώ θα μείνουμε ως το πρωί, είπα κι οι υπόλοιποι δεν μίλησαν. Μια άλλη χώρα άρχιζε εκεί που χαμήλωνε η φωτιά και κανείς δεν την ήξερε. Κανένας δεν γνώριζε αν αυτό που φλεγόταν ήταν το μεγάλο ανάκτορο, όπως έλεγαν οι φήμες της μέρας, ή ανταύγειες μιας δόξας που καιγόταν μέσα στο χρόνο. Κάποιος πρότεινε να πάμε να βρούμε τη στάχτη που θα μείνει πριν τη σκορπίσει ο αέρας.

Πάντα μεσολαβεί μια θάλασσα, είπε ο άλλος, με τη φωνή του σκεπάζοντας το πρόσωπο. Θα μπορούσαμε να βάλουμε κι εμείς μια φωτιά να κάψουμε τη θάλασσα. Δεν καίγεται το γυαλί κι αυτό που βλέπεις δεν είναι η θάλασσα.

Ώστε ήταν ψέματα λοιπόν. Και ποιος φταίει για την απάτη; Άφησέ με, δεν ξέρω. Δεν ξέρω σου λέω.

Θα μπορούσε ίσως να υπήρχαν κάποια άστρα. Αν προβάλεις τη θάλασσα στον ουρανό, δημιουργείς ένα τοπίο. Αυτό το γυαλί δεν καθρεφτίζει τίποτε, δεν φέγγει από πουθενά. Κοίτα μπροστά, κοίτα το πέρασμα, αλλού το πέρασμα, αλλού το μπροστά.

Αν έλεγα ότι μιλώ, δεν θα με πίστευε κανείς. Ήρθαμε για να σωπάσουμε. Τ’ άστρα είναι τα ψάρια, κι αν ο βυθός γεμάτος άστρα, ήταν δικός μας. Καλύτερα να ψάρευα στον ουρανό, να διώξω τη νύχτα.

Ποιος είναι η νύχτα, τι είναι η νύχτα, αριστερά δεξιά, ω αριστερά δεξιά, ω να ’ταν αυγή να ’βγαινα στο δρόμο ή να γλιστρούσα τώρα εδώ, ποιος είπε πως η θάλασσα γαλάζια, ν’ ασπρίσουμε τη θάλασσα, η θάλασσα εκμαγείο της νύχτας, υπάρχει μια νύχτα που είναι ο ουρανός, υπάρχει μια νύχτα που είναι ο βυθός, υπάρχει μια άλλη νύχτα και το άπειρο διάστημα καθώς διασχίζεις το μαύρο καθρέφτη.

Αλήθεια, δεν ξέρω. Γεννήθηκα μ’ ένα γυάλινο μάτι, να βλέπεις εκεί μέσα εκείνο που φαίνεται. Ό,τι βλέπω εγώ μου καίει το στομάχι.

Μου φαίνεται ότι έρχεται ο αέρας, ναι, τώρα ξέρω, ήρθαμε για τον αέρα, είναι ο δικός αέρας, όχι, είναι ο αέρας των άλλων, όχι, δεν είναι ο αέρας, είναι ο αέρας του αέρα, είναι ένα ξέφτι από το ανάκτορο, είναι η σκόνη από τη στάχτη των ανακτόρων, είναι ο καπνός από το φόρεμα της βασίλισσας, το κόκκινο άρωμά της, όχι, είναι το βογκητό της βασίλισσας στην αγκαλιά των εραστών της. Ναι, είναι ο αέρας – αλλά δεν έχει σημασία.

Αν πηδούσα θα βρισκόμουν στην άλλη άκρη αυτού του ουρανού, αν γύριζα γύρω από τον εαυτό μου. Αν.

Αν κοίταζα ταυτόχρονα μια πίσω και μια μπροστά, θα ήξερα αμέσως πως η Γη κινείται, ναι, θα έβλεπα ίσως τον Γαλιλαίο, αν ήμουν τηλεσκοπικός με το παλιό του κάτοπτρο.

Αν άπλωνα το χέρι, αν μάζευα το χέρι, αν γελούσα…

Αν εγώ ήμουν εγώ, αν εγώ ήμουν σαν κι εσένα κι αν εσύ δεν ήσουν εσύ αλλά αυτός που τώρα μου γνέφει, αν όλα με μια υπόθεση ή χωρίς υπόθεση, ή τέλος πάντων αν μπορούσαμε να στήσουμε έναν καθαρό συλλογισμό, αν βάζαμε κάποια όρια στο παιχνίδι, ποιο παιχνίδι, ποιος παίζει, ποιος σημαδεύει την τράπουλα, ποιος είναι ο Εωσφόρος και ο Άγγελος του χρόνου, ποιος μας φυλλορροεί…

Νύχτα κατεβήκαμε από το στενό μονοπάτι στη θάλασσα. Δεν είχε άστρα, κανένα φεγγάρι δεν φώτιζε. Τα ερείπια της φωτιάς στο ανάκτορο πήραν να βασιλεύουν.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Χώμα από ουρανό [1983-1995] (1996) του Αναστάση Βιστωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης

Αναστάσης Βιστωνίτης, Σάββατο

Σταύρος Ξαρχάκος & Λευτέρης Παπαδόπουλος, Σαββατόβραδο στην Καισαριανή
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος 45 στροφών του 1965)

Σάββατο

Σ’ ένα μικρό δωμάτιο με χαμηλό ταβάνι…
Έξω ένας μελανός αέρας γδέρνει την πόλη.
Έρχεται ο άλλος χειμώνας
γεμάτος αγκάθια και ξερόχορτα
και το λάθος παιγμένο τραγούδι.

Ραγισματιά στο χθες,
βραχνό τρέμισμα ήχου το μεσονύχτι,
το λερωμένο παράθυρο,
ο τσαλακωμένος ουρανός.

Από τη συλλογή Έδαφος (1981) του Αναστάση Βιστωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης

Αλέξης Ζακυθηνός, Ένας θάνατος

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Ήσουν καλός κι ήσουν γλυκός
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / έργο: Επιτάφιος (ηχογράφηση του 1960))

Ένας θάνατος

Κλαίμε που το τέλος έφτασε τόσο
νωρίς και που τον βρίσκει με καρδιά
γεμάτη αγάπη, όμως αυτός, το νέο
παιδί, δεν κλαίει καθόλου, χαμογελα-
στός κοιτάζει, σαν ευτυχισμένος
που το τέλος το δικό του είναι μιας
άλλης ομορφιάς, σωστή γιορτή.

Από τη συλλογή Τα θολά τζάμια (1954) του Αλέξη Ζακυθηνού

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Στέλλα Γεωργιάδου, Στιγμές

Μίκης Θεοδωράκης, Βάρκα στο γιαλό
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Ρία Κούρτη / θεατρική παράσταση: Όμορφη πόλη (1963))

Στιγμές

εκείνη κι εκείνος

I

Δεν είχα παρά μόνο μιαν ευχή
Να με λυτρώσει η ζωή σε λιμανιών αιθρίες
Μα εσύ κρυφά πώς τρύπωσες
στης πλάνης μου τα επικίνδυνα
Ανεμοδούριο φτερούγισμα
Χαλκογραφίας θρόισμα
Ήλος

Πώς μου ξεγλίστρησες και σ’ έχασα
γλυκιά στιγμή που ήσουν
Πάνω που η θάλασσα
μας είχε σμίξει με το τώρα
Έφιππος
του κυμάτου τον αφρό αγκάλιασες
Και δεν ξυπνώ μήπως φανείς και πάλι.

II

Τα δυο σου πόδια όμορφα
στ’ αριστερό παράθυρό μου σκαλωμένα
σε τρυφερή συνομιλία υακίνθων
Της γλάστρας μου πουλιά και θαύματα
Λίγο απ’ το λιανό φουστάνι σου
που σκέρτσα ισιώνεις να φανεί
κι έφτασε ο πίνακας σ’ αποκορύφωμα φωτός
Θηλυκές οι πτυχές της αθωότητας με διασχίζουν
και μ’ ανεβάζουνε στις κορυφές του ανθρώπου

Άσε λυτή να πέσει η στιγμή στο πλαίσιο
ν’ αστράψουνε της γειτονιάς τα μάτια
Να ’μαι περήφανος
που απλώνω στο περβάζι μου τέτοια ομορφιά
Εσύ οι υάκινθοι και η καρδιά μου.

Από τη συλλογή Μάσκα οξυγόνου (2011) της Στέλλας Γεωργιάδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Στέλλα Γεωργιάδου

Ορέστης Αλεξάκης, Το ωράριο

Μίκης Θεοδωράκης & Νίκος Γκάτσος, Το πανηγύρι των άστρων
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος: Θαλασσινά φεγγάρια (1974))

Το ωράριο

Θα πρέπει ωστόσο να παραδεχθείς
πως έχει πλέον η ώρα προχωρήσει
πως πρέπει πια να κλείσεις το πρατήριο
κι αν ίσως
δεν συμπληρώθηκε εντελώς ο χρόνος
αν μένει κάποιο υπόλοιπο ωραρίου
όμως για ποιο σκοπό να περιμένεις
αφού το εμπόρευμα έχει εξαντληθεί
στο δρόμο η κίνηση έχει λιγοστέψει
φίλος δεν θά ’ρθει να σ’ επισκεφθεί
– πού χάθηκαν; Πώς χάθηκαν οι φίλοι; –
και τι να κάνεις πια στον άδειο χώρο
μόνος κι ασάλευτος ένα tableau vivant
μ’ αυτό το κρύο χαμόγελο που μάταια προσποιείται
σβήσε το φως
κλείσε τη θύρα
ηρέμησε
ξέχνα για μια στιγμή την ύπαρξή σου
τα δούναι και λαβείν της κάθε μέρας
τον κουρνιαχτό… το συρφετό της πόλης

Και σκέψου λίγο το βαθύ ουρανό
Τα εκατομμύρια πάνω εκεί των άστρων…

Από τα επιλεγμένα ποιήματα της έκδοσης Το ρόπτρο (2014) του Ορέστη Αλεξάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ορέστης Αλεξάκης

Ιφιγένεια Διδασκάλου, Διαπιστώσεις

Σταύρος Ξαρχάκος & Λευτέρης Παπαδόπουλος, Δε σου χρωστάω τίποτα
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος 45 στροφών του 1964)

Διαπιστώσεις

Κάποτε ανοίγουμε τα παραθυρόφυλλα
και βλέπουμε
πόσο ο τόπος μας έχει στερέψει
πόσα τα σπίτια μας ξέβαψαν
στον πρώιμο ήλιο.

Ματώνουμε ως τις ρίζες
για τούτη τη γη
για τούτο το λάθος
για την καρδιά μας
για ένα απλό αύριο.
Αμφιβάλλουμε για τ’ όνομά μας
ψάχνουμε για τα χέρια μας
γυρεύουμε τα δάκρυά μας
ή το χαμόγελο.

Δεν προφτάσαμε να τ’ αγαπήσουμε.

Είναι μια μέρα χωρίς όνειρα
είναι μια μέρα χωρίς άνοιξη
μέσα στο αίμα μιας προσμονής.

Είμαστε εμείς και το κενό.

Από τη συλλογή Χρονικά (1969) της Ιφιγένειας Διδασκάλου

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα / Ιφιγένεια Διδασκάλου

Θανάσης Φωτιάδης: Ο μηλότοπος [Κάθε άνοιξη ανθίζανε…]

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Δέντρο το δέντρο
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / έργο: Ρωμιοσύνη (1966))

Κάθε άνοιξη ανθίζανε, το καλοκαίρι κάρπιζαν, το φθινόπωρο τρώγαμε τα μήλα και το Φλεβάρη, γύρω στις δεκαεφτά, πήγαινα κι έβλεπα πόσο μεγάλωσαν, πόσο ρυτίδωσαν, πόσο τις αγαπούσα και μ’ αγαπούσαν

κάθε καινούργια μηλιά που φύτευα, στην εποχή που πρέπει, είχε και τ’ όνομά της, με τη σειρά, τρίτη Κατίνα, Φρόσω, Μπέττη, Βάσω, Αφροδίτη, Βασιλική, Ελένη, και φυσικά, Ερατώ

κάθε καινούργια και τη φροντίδα της, δεν φτάνει να φυτεύεις ένα δέντρο, θέλει και την αγάπη σου, θέλει πολλά, όποιος το καταλαβαίνει

κάθε καινούργια και την κόρη της, άλλη κοντούλα κι άλλη ξέμαλλη, άλλη στοχαστική κι άλλη ξοδεύονταν, εκείνη φούσκωνε τον κορμό, και λίγο κάρπιζε, κι η πιο πέρα – τόσο τρελά λουλούδια και τίποτα καρπό

δεν προλαβαίναμε να τις φωτογραφίσουμε, είτε χαλούσε η ταινία, βλέπεις ήταν υλικά του πολέμου και ψάχναμε αναγκαστικά σ’ άλλες φωτογραφίες.

Από το ποίημα Ο μηλότοπος (1980) του Θανάση Φωτιάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θανάσης Φωτιάδης

Κώστας Παπαδόπουλος: 60 χρόνια στη μουσική / Φεστιβάλ Τήνου, Παρασκευή 12 Αυγούστου 2016

Μια παρέα είναι ο Ανδρέας Καρακότας (τραγούδι), η Σταυρούλα Μανωλοπούλου (τραγούδι), ο Νίκος Βαρβαρέσος (κιθάρα & τραγούδι), ο Θανάσης Αδαμόπουλος (τρίχορδο μπουζούκι) και ο Γιώργος Ζήτσας (τρίχορδο μπουζούκι) και πλαισιώνουν έναν από τους σπουδαιότερους Έλληνες μουσικούς όλων των εποχών, τον Κώστα Παπαδόπουλο και το θρυλικό τρίχορδο μπουζούκι του. Παράλληλα, γιορτάζουν τα 60 χρόνια της παρουσίας του στην ελληνική μουσική.

Την Παρασκευή 12 Αυγούστου στα Δυο Χωριά της Τήνου και στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Τήνου 2016 θα παίξουν και θα τραγουδήσουν συνθέσεις των Ηλία Ανδριόπουλου, Μάρκου Βαμβακάρη, Βασίλη Δημητρίου, Μίκη Θεοδωράκη, Απόστολου Καλδάρα, Λουκιανού Κηλαηδόνη, Χρήστου Λεοντή, Γιάννη Μαρκόπουλου, Δήμου Μούτση, Γρηγόρη Μπιθικώτση, Σταύρου Ξαρχάκου, Άκη Πάνου, Γιάννη Σπανού, Σταύρου Τζουανάκου, Βασίλη Τσιτσάνη και Μάνου Χατζιδάκι σε ποίηση/στίχους των Μάρκου Βαμβακάρη, Κώστα Βίρβου, Νίκου Γκάτσου, Δημήτρη Γκούτη, Βασίλη Δημητρίου, Μάνου Ελευθερίου, Οδυσσέα Ελύτη, Ερρίκου Θαλασσινού, Απόστολου Καλδάρα, Ιάκωβου Καμπανέλλη, Χρήστου Κολοκοτρώνη, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (σε απόδοση Λευτέρη Παπαδόπουλου), Μιχάλη Μπουρμπούλη, Άκη Πάνου, Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, Λευτέρη Παπαδόπουλου, Γιάννη Πουλόπουλου, Γιώργου Σεφέρη, Βασίλη Τσιτσάνη και Μάνου Χατζιδάκι.

Προσκαλούμε όσους αγαπούν και ξέρουν το καλό ελληνικό τραγούδι να έρθουν και να τραγουδήσουν μαζί μας, όπως και όσους δεν το ξέρουν καλά επειδή στο τέλος της βραδιάς θα το έχουν αγαπήσει όσο κι εμείς. Άλλωστε, μια παρέα είμαστε και μαζί τραγουδάμε με όλο μας το είναι. Γιατί στους δύσκολους καιρούς η τέχνη οδηγεί στην ψυχική ανάταση και στην εσωτερική κάθαρση και αποτελεί την πιο αναίμακτη μορφή αφύπνισης και αντίδρασης.

Στο πρόγραμμα συμμετέχουν οι:

Κώστας Παπαδόπουλος (τρίχορδο μπουζούκι)
Ανδρέας Καρακότας (τραγούδι)
Σταυρούλα Μανωλοπούλου (τραγούδι)
Νίκος Βαρβαρέσος (κιθάρα, τραγούδι)
Θανάσης Αδαμόπουλος (τρίχορδο μπουζούκι)
Γιώργος Ζήτσας (τρίχορδο μπουζούκι)

Επιμέλεια προγράμματος: Βίκυ Παπαπροδρόμου
Παρουσίαση: Θέμης Ροδαμίτης (καλλιτεχνικός διευθυντής Φεστιβάλ Τήνου)

Ώρα έναρξης: 21:00
Γενική είσοδος: 10 ευρώ (φοιτητές, άνεργοι, ΑΜΕΑ: 5 ευρώ)

Πηγή πληροφοριών: tinostoday.gr

Κλαμένη ήρθες μια βραδιά (Βασίλης Τσιτσάνης & Κώστας Μάνεσης)

Κλαμένη ήρθες μια βραδιά

Σύνθεση: Βασίλης Τσιτσάνης
Στίχοι: Κώστας Μάνεσης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Βούλα Γκίκα (ανέκδοτη εκτέλεση του 1970) [πρώτη φωνογράφηση με τη Σωτηρία Μπέλλου και τον Βασίλη Τσιτσάνη το 1949]
Δίσκος: Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγουδά Βασίλη Τσιτσάνη (HMV 034-4010651, 1987 / από τη σειρά της ΕΜΙΑΛ «Ο μουσικός θησαυρός της Columbia»)

Κλαμένη ήρθες μια βραδιά
μες στης ταβέρνας τη γωνιά
μα είναι αργά πολύ να ζωντανέψεις
τον έρωτα που σκότωσες

Δεv σε προσέχω σ’ ό,τι λες
δεν με πειράζει τι κι αν κλαις
μήπως εγώ για σε δεν έχω κλάψει
κι εσύ γελούσες, πονηρή

Μην περιμένεις τώρα πια
να ξαναζήσουν τα παλιά
όλα τελειώσανε πια μεταξύ μας
και δεν υπάρχει τίποτα

Τρικαλινή τσαχπίνα (Βασίλης Τσιτσάνης & Νίκος Λούπας)

Τρικαλινή τσαχπίνα

Σύνθεση: Βασίλης Τσιτσάνης
Στίχοι: Νίκος Λούπας
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Πόλυ Πάνου & Βασίλης Τσιτσάνης (εκτέλεση από δίσκο 45 στροφών του 1961) [πρώτη φωνογράφηση με τον Στελλάκη Περπινιάδη και τον Πάνο Χρυσίνη το 1937 (HMV A.0.2448)]
Δίσκος: Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγουδά Βασίλη Τσιτσάνη (HMV 034-4010651, 1987 / από τη σειρά της ΕΜΙΑΛ «Ο μουσικός θησαυρός της Columbia»)

Μη μου πληγώνεις σαν και πρώτα την καρδιά
τρικαλινή τσαχπίνα, όμορφη γλυκιά
ξέρεις για σένα έχω εγώ κρυφό καημό
μη με παιδεύεις αφού τόσο σ’ αγαπώ

Είμαι παιδάκι μάλαμα και ζηλευτό
μες στην Ελλάδα τ’ όνομά μου ξακουστό
τρικαλινή τσαχπίνα, γύρνα στα παλιά
τα περασμένα ξέχασε παντοτινά

Το γράμμα το ανώνυμο (Βασίλης Τσιτσάνης)

Το γράμμα το ανώνυμο

Σύνθεση & στίχοι: Βασίλης Τσιτσάνης
Μπουζούκι: Μανώλης Χιώτης
Ακορντεόν: Ευαγγελία Μαργαρώνη
Τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Αντώνης Ρεπάνης (πρώτη εκτέλεση σε δίσκο 78 στροφών το 1960)
Δίσκος: Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγουδά Βασίλη Τσιτσάνη (HMV 034-4010651, 1987 / από τη σειρά της ΕΜΙΑΛ «Ο μουσικός θησαυρός της Columbia»)

Το γράμμα το ανώνυμο
δεν πρέπει να πιστέψεις
και πιο πολύ, αγάπη μου
για πείσμα τους, θέλω να με λατρέψεις

Το γράμμα το ανώνυμο
σε γέμισε με δάκρυ
μα μην πιστεύεις, σκίσε το
και πέτα το στην άκρη

Ό,τι και να σου γράφουνε
το κάνουν από ζήλια
γιατί δεν θα τολμούσανε
τα ψέματα να πούνε με τα χείλια

Το γράμμα το ανώνυμο
σε γέμισε με δάκρυ
μα μην πιστεύεις, σκίσε το
και πέτα το στην άκρη

Ζηλεύουν την αγάπη μας
θέλουν να μας χωρίσουν
και γράμματα σου γράφουνε ανώνυμα
για να σε ξεμυαλίσουν

Το γράμμα το ανώνυμο
σε γέμισε με δάκρυ
μα μην πιστεύεις, σκίσε το
και πέτα το στην άκρη

Δεν θέλω να ξενιτευτείς (Βασίλης Τσιτσάνης)

Δεν θέλω να ξενιτευτείς

Σύνθεση & στίχοι: Βασίλης Τσιτσάνης
Μπουζούκι: Στέλιος Μακρυδάκης
Ακορντεόν: Γιώργος Κοινούσης
Τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Σόνια Ίμβρου (πρώτη εκτέλεση σε δίσκο 45 στροφών το 1964)
Δίσκος: Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγουδά Βασίλη Τσιτσάνη (HMV 034-4010651, 1987 / από τη σειρά της ΕΜΙΑΛ «Ο μουσικός θησαυρός της Columbia»)

Θα φύγω, μανούλα, και γεια σου αφήνω
του πόνου το δάκρυ κι εγώ το αφήνω
δεν θέλω ο χρόνος φαρμάκια να δώσει
σε σένα, μανούλα, και να σε πληγώσει

Είναι πικρό της θάλασσας, παιδί μου, το ψωμί
είναι τα ξένα μαύρα και βαριά σαν φυλακή
δεν θέλω να ξενιτευτείς, λεβέντικο κορμί

Σφυρίζει στη νύχτα το δόλιο καράβι
μια μάνα στον άγιο κεράκι ανάβει
στο πρώτο λιμάνι, παιδί μου, σαν φτάσεις
μια μάνα μονάχη ποτέ μην ξεχάσεις

Είναι πικρό της θάλασσας, παιδί μου, το ψωμί
είναι τα ξένα μαύρα και βαριά σαν φυλακή
δεν θέλω να ξενιτευτείς, λεβέντικο κορμί

Η Χριστίνα (Βασίλης Τσιτσάνης)

Η Χριστίνα

Σύνθεση & στίχοι: Βασίλης Τσιτσάνης
Μπουζούκι: Γιάννης Καραμπεσίνης
Μπαγλαμάς: Βασίλης Τσιτσάνης
Τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Καίτη Θύμη (πρώτη εκτέλεση σε δίσκο 78 στροφών το 1960)
Δίσκος: Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγουδά Βασίλη Τσιτσάνη (HMV 034-4010651, 1987 / από τη σειρά της ΕΜΙΑΛ «Ο μουσικός θησαυρός της Columbia»)

Ήταν ένα μαύρο δειλινό
βαρύ σκοτεινιασμένο
που έχασα τα μάτια σου τα δυο, Χριστίνα μου
κι ακόμα περιμένω

Θα κάνω άνω κάτω Περαία και Αθήνα
για να σε βρω, Χριστίνα

Σ’ έχασα και σαν τρελός ρωτώ
τ’ αστέρια, το φεγγάρι
μα όμως να μάθω δεν μπορώ, Χριστίνα μου
ποιο δρόμο έχεις πάρει

Θα κάνω άνω κάτω Περαία και Αθήνα
για να σε βρω, Χριστίνα

Έρημο το σπίτι κι αδειανό
ρήμαξ’ απ’ άκρη σ’ άκρη
τα παλιά σου γράμματα φιλώ, Χριστίνα μου
και πνίγομαι στο δάκρυ

Θα κάνω άνω κάτω Περαία και Αθήνα
για να σε βρω, Χριστίνα

Απ’ τον καημό ξεχείλισα (Βασίλης Τσιτσάνης)

Απ’ τον καημό ξεχείλισα

Σύνθεση & στίχοι: Βασίλης Τσιτσάνης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος, Λάκης Καρνέζης & Βασίλης Τσιτσάνης
Τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Βασίλης Τσιτσάνης & Χαρούλα Λαμπράκη (πρώτη εκτέλεση σε δίσκο 45 στροφών το 1966)
Δίσκος: Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγουδά Βασίλη Τσιτσάνη (HMV 034-4010651, 1987 / από τη σειρά της ΕΜΙΑΛ «Ο μουσικός θησαυρός της Columbia»)

Ξεχείλισα, ξεχείλισα
ξεχείλισα απ’ τον καημό ξεχείλισα
απ’ τον καημό ξεχείλισα
αχ μαύρη ζωή μπατίρισσα

Καλή είν’ η υπομονή
καλό και το κουράγιο
μα πρέπει να ’χεις κι άγιο

Χτυπούν βαριά, χτυπούν βαριά
χτυπούν βαριά δυο σήμαντρα
δυο σήμαντρα χτυπούν βαριά
αχ σαν τη δική μου την καρδιά

Καλή είν’ η υπομονή
καλό και το κουράγιο
μα πρέπει να ’χεις κι άγιο

Να γλίτωνα, να γλίτωνα
να γλίτωνα, να πέθαινα
να πέθαινα να γλίτωνα
αχ κι απ’ τον κακό μου γείτονα

Καλή είν’ η υπομονή
καλό και το κουράγιο
μα πρέπει να ’χεις κι άγιο

Μια Κυριακή σε γνώρισα (Βασίλης Τσιτσάνης)

Μια Κυριακή σε γνώρισα

Σύνθεση & στίχοι: Βασίλης Τσιτσάνης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Βούλα Γκίκα (ανέκδοτη εκτέλεση του 1970) [πρώτη φωνογράφηση με τον Στράτο Παγιουμτζή και τον Στελλάκη Περπινιάδη το 1938]
Δίσκος: Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγουδά Βασίλη Τσιτσάνη (HMV 034-4010651, 1987 / από τη σειρά της ΕΜΙΑΛ «Ο μουσικός θησαυρός της Columbia»)

Μια Κυριακή σε γνώρισα
καθόσουν σ’ ένα πάγκο
και, στοίχημα, στην τσέπη σου
δεν είχες ένα φράγκο

Θυμάσαι εκείνο τον καιρό
φιλιά και καρδιοχτύπια
μαζί με την αγάπη σου
πόσα φαρμάκια ήπια

Τώρα σε βλέπω κι έρχεσαι
απ’ τη γωνιά του δρόμου
και σκίζεται η καρδούλα μου
και χάνω το μυαλό μου