Θεοδώρα Ντάκου, Βόλτα στο λιμάνι

Βόλτα στο λιμάνι

Διέσχισα πολύ πρωί την πλατεία και ήρθα
άκρη-άκρη, αποφεύγοντας να βλέπω
πίσω, την πόλη έρημη ως τα κάστρα
γεμάτη απειλητικούς σφυγμούς.

Άμα κατέβεις τα σκαλιά της αποβάθρας, κρύβεσαι:
θάλασσα, πράσινα ντοκ, γόνοι ψαριών,
υποσχέσεις βυθού, υποσχέσεις καινούριας πολιτείας

χωρίς φόβους —όχι σαν τη δική μας την αβάσταχτη—
με ζεστά φαρδιά πεζούλια να παίζουν τα παιδιά,
με παράθυρα χωρίς σίδερα και πόρτες ανοιχτές
να μπαινοβγαίνουν άνθρωποι να λιάζονται,
με δέντρα στους δρόμους, με λουλούδια, με πουλιά
— αν και οι λεπτομέρειες δεν έχουν σημασία,
φτάνει μονάχα να μας επιτρέπουν ν’ αγαπιόμαστε.

Καταλαβαίνεις, ντρέπομαι που συχνάζω στο λιμάνι
μα είναι το μόνο μέρος σ’ αυτό τον τόπο που ακόμα
υπόσχεται κάτι.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Η ηλικία του πανικού (1984) της Θεοδώρας Ντάκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θεοδώρα Ντάκου

Advertisements

Θεοδώρα Ντάκου: «Αφηρημάδα»

«Αφηρημάδα»

Κάποτε ψιθύριζε, κάποτε τραγουδούσε,
τώρα φωνάζει να κλείσω το παράθυρο στη βροχή·
η αγαπητή μου Μαρία
σπούδασε φιλόλογος και δεν αυθαδίασε ποτέ.

Όμως τι να της πω, που από τότε που ’φυγες
οι μέρες έγιναν ανέκφραστοι σπασμοί
και καθετί σταμάτησε μέσα τους,
έξω απ’ αυτή την αποτρόπαιη κίνηση
που τις σπρώχνει.

Κι όλα σα σημαδάκια μπρος στα μάτια μου,
οι βόμβοι χωρίς όνομα στ’ αυτιά μου
και στην καρδιά μου κύματα-κύματα η ζωή,
κουκουλωμένη στο αίμα που με πλημμύρισες.
Να μη συμβιβάζεται. Να μη σταματάει.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Η ηλικία του πανικού (1984) της Θεοδώρας Ντάκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θεοδώρα Ντάκου

Θεοδώρα Ντάκου, Απολογία ιστορίας

Απολογία ιστορίας

Φτεροκοπήσαν όλα τα πουλιά μέσα στα μάτια σου
και ξαφνικά ξεχώρισα εκείνο
το μικρό λαβωμένο περιστέρι που δεν μπορούσε να πετάξει·
τ’ αγάπησα…

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Η ηλικία του πανικού (1984) της Θεοδώρας Ντάκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θεοδώρα Ντάκου

Θεοδώρα Ντάκου, Απέφευγα το πέσιμο

Απέφευγα το πέσιμο

Θες από φόβο, θες από πεποίθηση,
απέφευγα το πέσιμο.

Μα έφτασα εκεί που όλα κοροϊδεύουνε
και μένει απροστάτευτος ο στεναγμός σου.

Τώρα πυκνώνουν οι βραδιές που σ’ ονειρεύομαι·
κάθε υπόκωφη λαχτάρα σπαρταράει.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Η ηλικία του πανικού (1984) της Θεοδώρας Ντάκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θεοδώρα Ντάκου

Θεοδώρα Ντάκου, Αναμονή

Αναμονή

Δεν ήταν περιπλάνηση, σε γύρευε
το χέρι μου πάνω στο μέτωπό σου,
στην άκρη της μύτης, στο πηγούνι
(παρέλειπε πάντοτε τα χείλη).
Κάθε φορά σχεδίαζα ένα μικρό
φιλί (υπολόγιζα το σημείο
για να με φτάσει το στόμα σου, αν
σήκωνες τα μάτια να με δεις).
Κάθε φορά μετρούσα το φως.
(Αναβάλλω για ένα βράδυ με πολλές σκιές
να μη φανούν τα χέρια
πόσο τρέμουν.)

Πού να την κρύψω την αγάπη μου,
να μη σε σκιάζει, να μη σε πονά,
μέσα σε ποια νύχτα να σε πλησιάσω;
(Θα νηστέψω, θα καθαριστώ με νερό
και φωτιά, θ’ αλαφρύνω.)

Κάθε φορά που απλώνεις το χέρι
φοβάμαι (είμαι έτοιμος; είμαι έτοιμος;)
Μικρό μου χέρι, γυμνό
επιστρέφεις από τις καθημερινές χειραψίες.
Έχω μια μεγάλη τσέπη να σε κρύψω
και φοβάμαι.

Όταν
σταθώ στο φως
και σε φωνάξω
«Έλα, κοιμήσου πάνω στην καρδιά μου»,
δε θα ’χω χέρια πια,
δε θα ’χω ταραγμένα όνειρα·
θα ’μαι αγνός και δυνατός
σα δάκρυ.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Η ηλικία του πανικού (1984) της Θεοδώρας Ντάκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θεοδώρα Ντάκου

Θεοδώρα Ντάκου, Αναβολή δύσης

Αναβολή δύσης

Ανάμεσα στα σύννεφα πέρασαν
όλα τα πουλιά, κι ο ήλιος
έδυσε γράφοντας ακατανόητα χρώματα στη θάλασσα.

Από αυτή την ώρα γίνεται ανυπόφορη
η ματαιότητα αυτής της αναμονής,
ιδίως όταν είναι Κυριακή που κλείνουν
τα σχολεία, τα μαγαζιά, τα γραφεία,
και έχω λόγους πιο πολύ να περιμένω

ότι δηλαδή κάποτε θα ξαναβρεθούμε,
ότι θ’ αρχίσουμε πάλι απ’ την αρχή
(αυτή τη φορά σωστά),
ότι θα βρούμε ένα τρόπο να θυμηθούμε τη φωνή μας
(Θε μου, λυπήσου μας, πώς να ζήσουμε άσχετοι;)
ότι όλο αυτό το φως στα μάτια σου
δεν ήταν μόνο μια ανταύγεια
ασυναισθήτως απολεσθείσα.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Η ηλικία του πανικού (1984) της Θεοδώρας Ντάκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θεοδώρα Ντάκου

Θεοδώρα Ντάκου, Αν

Αν

Αν ξαφνικά, όταν, σίγουρη πια για το χάσιμό μου, σφίγγουν
τα χέρια σου το σίδερο του βαγονιού κι ασπρίζουν καθώς
εξακοντίζεις το χαμόγελό σου στην πλατεία·

αν ξαφνικά, όταν ψάχνεις στα μάτια των παιδιών
για τρυφερότητα, με θυμηθείς·

θέλω να πω, στην πιο γυμνή σου μοναξιά, αν τύχει
και νοσταλγήσεις κάτι από μένα, απ’ ό,τι δεν μπόρεσα
να καταφέρω να σου πω, σε παρακαλώ, τηλεφώνησε αμέσως.

Χτες βράδυ στο σταθμό περίμενα τα τρένα. Δεν ήξερα
από πού μπορούσε να φανείς, ούτε την ώρα. Φαντάστηκα
πως θα ’ταν τότε οπωσδήποτε. Δεν ήσουν.

Καταλαβαίνεις τώρα γιατί κρεμιέμαι απ’ αυτό το τηλεφώνημα.
Λέω να φτιάξουμε έν’ ακόμα ραντεβού, να μη χαθείς, να συμφωνήσουμε
αν γίνεται,
αν γίνεται, κι αν, βέβαια, περνώντας όλους αυτούς τους σταθμούς
του κόσμου, ψάχνεις ακόμα για μένα.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Η ηλικία του πανικού (1984) της Θεοδώρας Ντάκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θεοδώρα Ντάκου

Θεοδώρα Ντάκου, Αλλαγή πορείας

Αλλαγή πορείας

Κι όμως χτες κρατούσα μονάχα τα χέρια σου
κι έβρισκα χίλιες δυο αφορμές
για ν’ αγγίξω τα μαλλιά, το πηγούνι, τα γόνατά σου.
Έτσι τάχα αδιάφορα και φευγαλέα,
και μέσα μου να συνωστίζεται το περασμένο καλοκαίρι,
εκείνη η λιγόχρονη κατοχή πάνω στο στέρνο μου.

Έπειτα το κεφάλι σου έγειρε κουρασμένα στην παλάμη μου
κι ειρωνεύτηκε τα λόγια μου και τη φωνή μου.
Σίγουρα σκέφτηκες την «ομαλή πορεία» κάπως αργά.

Αλλά σ’ αυτή την καινούρια τροπή πώς να το ξεχάσω
πως χτες βούτηξα τον εαυτό μου μέσα στην πρόφαση,
μόνο για να μπορώ να σου κρατώ το χέρι.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Η ηλικία του πανικού (1984) της Θεοδώρας Ντάκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θεοδώρα Ντάκου

Θεοδώρα Ντάκου, Ακόμα μια φορά

Ακόμα μια φορά

Πριν από λίγο όλες οι μουσικές τελείωσαν
κι έμεινα απροστάτευτη στο έλεος του τηλεφώνου,
του ρολογιού και της καρδιάς μου,
που χτυπούσαν.

Ακόμα μια φορά δεν μπόρεσα, τίποτα
απ’ αυτά τα τρία, ν’ αντιμετωπίσω.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Η ηλικία του πανικού (1984) της Θεοδώρας Ντάκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θεοδώρα Ντάκου

Θεοδώρα Ντάκου, Ακατανόητη μάχη

Ακατανόητη μάχη

Ούτε και ξέρω πώς βλαστήσαν οι αιχμές
μα εγώ πήρα τους δρόμους για να φτάσω
τ’ αποτελέσματα μιας ακατανόητης μάχης
χωρίς εχθρούς, χωρίς τρελούς, χωρίς ερωτευμένους.

Σε παρακαλώ, πες μου
γιατί κάψαμε όλα αυτά τα οδοφράγματα;
Για ποιους εξασφαλίσαμε ψωμί;
Για ποιους τραγουδούσαμε ώσπου να ξημερώσει;

Αν το σώμα σου δεν είναι δικό μου,
αν το αίμα σου δεν είναι δικό μου,
γιατί και τι να περισώσω απ’ τον εαυτό μου;
Σε παρακαλώ,
πες μου.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Η ηλικία του πανικού (1984) της Θεοδώρας Ντάκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θεοδώρα Ντάκου

Θεοδώρα Ντάκου, Υγρό φεγγάρι

Υγρό φεγγάρι

Σ’ όλους τους δρόμους τρεμοσβήνει η φωνή σου
μέσα στον θόρυβο που πότε δυναμώνει
και πότε χάνεται βαθιά στην υγρασία
τόσο πνιχτά που κρύβει το παράπονο
και μένει η ζωή σκέτος ρυθμός.

Και η φωνή σου ξεχωρίζει μες στο νύχτωμα
επίμονη και μόνη, σα χαμόγελο
μέσα στα διαλυμένα σύννεφα που φεύγουν

κι όλα να σταματούνε στην καρδιά μου
κι όλα να αφουγκράζονται ελπίδες.

Από τη συλλογή Δευτέρα πρωί (1966) της Θεοδώρας Ντάκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θεοδώρα Ντάκου

Θεοδώρα Ντάκου, Το ουράνιο τόξο

Το ουράνιο τόξο

Έγινε όλη η μπόρα βρόμικο νερό
δίπλα στο πεζοδρόμιο να τρέχει.
Για σήμερα δεν έχει άλλους κεραυνούς.

Κάθε φορά που ξεγλιστράς έτοιμο το χαμόγελο
δήθεν εξαγνισμένο, συμβιβαστικό, αβέβαιο
πάνω απ’ τις λάσπες που γυαλίζουνε
και στολισμένο χρώματα σαν το ουράνιο τόξο.

Από τη συλλογή Δευτέρα πρωί (1966) της Θεοδώρας Ντάκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θεοδώρα Ντάκου

Θεοδώρα Ντάκου, Στην άμπωτη

Στην άμπωτη

Στην άμπωτη, όταν τραβιούνται τα νερά
κι αρχίζουν να σαλεύουν τα σκουλήκια
μέσα στην άμμο, να ξεγυμνώνονται τα φύκια
και να λιάζονται τα ξεπλυμένα χρώματα

τότε οι βράχοι ψηλώνουνε πολύ
στην καινούρια στεριά βουλιάζουνε τα βήματα
και τα ναυάγια φαίνονται πιο θλιβερά.

Από τη συλλογή Δευτέρα πρωί (1966) της Θεοδώρας Ντάκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θεοδώρα Ντάκου

Θεοδώρα Ντάκου, Λες και δεν είμαι εγώ

Λες και δεν είμαι εγώ

Κάποτε μου ’φτανε η σκέτη χυδαιότητα
(έξω απ’ τη ζωή μου. Καταβόθρα για την τρέλα μου).
Τώρα τελειώνει με μια πίκρα που δεν έχει αντίδοτο
που δεν σηκώνει ούτε νάρκωση ούτε αναβολή.

Έγινα πια πολύ απόλυτη, πολύ εκλεκτική
γεμάτη θράσος για τα δικαιώματά μου.
Λες και δεν είμαι εγώ
που πάντα φοβόμουνα μια κατά πρόσωπο ενατένιση.

Δεν υπάρχει «τύψη» ούτε προσπάθεια για προσαρμογή
μονάχα πείνα και κάτι σαν αγνότητα που καίει.

Από τη συλλογή Δευτέρα πρωί (1966) της Θεοδώρας Ντάκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θεοδώρα Ντάκου

Θεοδώρα Ντάκου, Ευκαιρία

Ευκαιρία

Υποχώρησε και το τελευταίο σύννεφο
σ’ αυτό τον άδειο ουρανό·
γι’ αυτούς που δεν κουράστηκαν να παίζουν
υπάρχει τόπος για πολλούς χαρταετούς.

Από τη συλλογή Δευτέρα πρωί (1966) της Θεοδώρας Ντάκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θεοδώρα Ντάκου

Θεοδώρα Ντάκου, Δεν έχει άλλο από παράπονο

Δήμος Μούτσης, Μ’ ένα παράπονο (ορχηστρικό) (δίσκος: Ένα χαμόγελο (1969))

Δεν έχει άλλο από παράπονο

Υπάρχουν νύχτες που δεν έχει άλλο από παράπονο,
όταν φωτίζουν ξαφνικά όλα μαζί τα σπίτια
και ξετυλίγεται αδιάφορα, σχεδόν ανεπαίσθητα η ζωή.

Και συ να τρέμεις στην ταράτσα ολοσκότεινος,
αποκομμένος κι απ’ την ίδια τη ζωή σου.

Από τη συλλογή Δευτέρα πρωί (1966) της Θεοδώρας Ντάκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θεοδώρα Ντάκου

Θεοδώρα Ντάκου, Βροχή

Βροχή

Στην αρχή προσπαθούσε να κρύψει τα σημάδια
απ’ το μαστίγωμα, ρουφούσε το νερό επίμονα
όσο μπορούσε πιο αδιάφορα στην όψη.
Σαν άρχισαν οι πρώτοι κεραυνοί, παρακαλούσε.
Ήταν η τελευταία του εικόνα πριν απ’ τη διάλυση
λίγο πριν γίνει λάσπη.

Αυτό που τώρα αχνίζει μουσκεμένο
καρτερικά, πνιγμένο μέσα στη ζωή του
σηκώνοντας ακίνητο το τέλος της εκμηδένισης·
αυτό το χώμα που δακρύζει κάτω απ’ τον ήλιο
δέχεται πάντα με την ίδια έκπληξη
κάθε καινούριο κατακλυσμό.

Από τη συλλογή Δευτέρα πρωί (1966) της Θεοδώρας Ντάκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θεοδώρα Ντάκου

Θεοδώρα Ντάκου, Αγρυπνία

Αγρυπνία

Συσπειρωθήκαν πάνω σου τα χέρια μου
θολώσανε τα δάχτυλά μου στον αχνό σου.

Κάθε φορά που ξενυχτάω την ανάσα σου
μετράω όλες τις πικρές μου υποψίες.

Και πάντα είναι λίγο το μαρτύριο
φτωχό, γι’ αυτόν τον έρωτα που φέγγει.

Από τη συλλογή Δευτέρα πρωί (1966) της Θεοδώρας Ντάκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θεοδώρα Ντάκου

Ολυμπία Σταύρου: [Τώρα που μένουμε μαζί…]

Τώρα που μένουμε μαζί
μου λείπει
ό,τι χωρούσε στο φιλί της καληνύχτας
μα πιο πολύ η εικόνα σου
να χαιρετάς μαρσάροντας ανάμεσα στα φώτα.

Από τη συλλογή Σκόνη σε γυαλιά ηλίου (1997) της Ολυμπίας Σταύρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ολυμπία Σταύρου