Νικηφόρος Βρεττάκος, Ίσως είναι…

Ίσως είναι…

Ίσως είναι το μητρικό σου αλάτι
που σήμερα μ’ έφερε, θάλασσα,
κοντά σου. Αλλά κι αν ακόμη
δεν είσαι μητέρα μου, μοιάζουμε
πάντως. Μπορεί και τα λόγια μου
να είναι αέρας σαν τα δικά σου.
Καιρός είναι άλλωστε ν’ αφήσουμε
τα όνειρα, σαν μια φούχτα άμμο
που τη ρίχνουμε πίσω μας. Αρκεί
πως αυτός ο παράδοξα όμορφος
κόσμος μάς μάγεψε. Μεθύσαμε
θάλασσα!
Τόσο η ψυχή μου όσο
κ’ εσύ, τον γιομίσαμε κύματα.


Από τη συλλογή Συνάντηση με τη θάλασσα (1991) του Νικηφόρου Βρεττάκου

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου, ποιήματα 1933-1991 (εκδ. Ποταμός, 2008)

Νικηφόρος Βρεττάκος, Σου στήνω μια καλύβα

Σου στήνω μια καλύβα

Σου στήνω μια καλύβα στους αιώνες των αιώνων,
έναν κήπο να περπατάς, ένα ρυάκι να καθρεφτίζεσαι,
μια πλούσια πράσινη φραγή να μη σε βρίσκει ο άνεμος
που βασανίζει τους γυμνούς τους αιώνες των αιώνων!
Σου στήνω τ’ όραμά σου πάνω σ’ όλους τους λόφους
να σου φυσάει το φόρεμα η δύση με δυο τριαντάφυλλα
να γέρνει ο ήλιος αντίκρυ σου και να μη βασιλεύει
να κατεβαίνουν τα πουλιά να πίνουνε στις φούχτες σου
των παιδικών ματιών σου το νερό στους αιώνες των αιώνων!

Από τη συλλογή Τα θολά ποτάμια (1950) του Νικηφόρου Βρεττάκου

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου, ποιήματα 1933-1991 (εκδ. Ποταμός, 2008)

Νικηφόρος Βρεττάκος, Μοιάζουνε οι στίχοι μου

Μοιάζουνε οι στίχοι μου

Μοιάζουνε οι στίχοι μου με τη χρυσή επαφή του ήλιου πάνω στο χιόνι
μοιάζουνε με την καλοσύνη του βλέμματος των αλόγων
μοιάζουνε με το βάρος της αυγής πάνω στις μαργαρίτες
μοιάζουνε με το βάρος της ελπίδας πάνω στην καρδιά
μοιάζουνε με την ήσυχη βροχή πάνω από τ’ αφοσιωμένα πρόβατα.

Από τη συλλογή Η παραμυθένια πολιτεία (1947) του Νικηφόρου Βρεττάκου

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου, ποιήματα 1933-1991 (εκδ. Ποταμός, 2008)

Δημήτρης Κ. Τσίτος, Πρόσωπα

Πρόσωπα

Έλεγα εσύ
κι εννούσα εμάς.

Έλεγα εγώ
κι εννοούσα εσένα κι εμάς.

Έλεγες εγώ
κι εννοούσες εσένα
–έλεγες εμείς κι εννοούσες εσένα.

Από τη συλλογή Αντιμήνσιο (εκδ. Πανδώρα, Αθήνα, 2004) του Δημήτρη Κ. Τσίτου

Η συλλογή είναι αφιερωμένη στον Ντίνο Χριστιανόπουλο.

Ρία Φελεκίδου, Θαλασσινό παραλήρημα

Κώστας Χατζής & Σώτια Τσώτου, Όλος ο κόσμος είσαι εσύ (με τη Μαρινέλλα)

Θαλασσινό παραλήρημα

Στη σιωπή πετροβολώ τις ώρες
που μου ’λειψαν καθώς μεγάλωνα.
Θάλασσα κι ουρανός
καιρός άγριος στην κάψα του
καλοκαίρι δαιμονικό στην όψη.
Στον αφρό των κυμάτων
σπάνε γυάλινες θύμησες.
Στον αχό της άμμου
προσκυνάνε νέες επιθυμίες.
Στο εκτόπισμα των βοτσάλων
παραμονεύεις εσύ ανίκητος
Αεικίνητος
Ρευστός
Αειφόρος
Ερπετός
Αειθαλής
Εσύ
Καινούριος και παλιός
Εσύ
Στη σκιά της μέρας
Στον παφλασμό της νύχτας
Στων άστρων το πήδημα στον απολεσθέντα χρόνο
Εσύ.

Από τη συλλογή Τελεία και παύλα (2005) της Ρίας Φελεκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ρία Φελεκίδου

Μάτση Χατζηλαζάρου, Σφήκες


Adult wasp feeding on nectar (wikipedia)

σφήκες

Κουκκίδα καϊκιού ταλαντεύεται πάνω στη γραμμή τού ορίζοντα φορτωμένο ψάρια και καρπούζια

μα είναι δυνατόν αλλού και την ίδια ώρα τα χώματα με τις πετζεμένιες σκιές και τις πυκνές νωθρότητες της ομίχλης να στολίζονται πάντα με τα κυκλάμινά τους αυτό τώρα που ο ήλιος πλένει το κατάστρωμα με μεγάλους κουβάδες αντηλιάς και που μονάχα δυο σφήκες βουίζουνε ακόμα

κι είναι οι σφήκες τα μάτια σου για μένα που πετάνε και ζυγιάζονται πάνω στις λέξεις γραμμή τού ορίζοντα τα δυο σου μάτια που πιάνουνται και μπερδεύουνται μες στα μαλλιά μου προτού σιμώσουνε εκείνο το καΐκι το φορτωμένο ψάρια και καρπούζια και τούτες οι σφήκες τα μάτια σου στριφογυρίζουνε στους ακραίους δεσμούς μας χαρακώνουνε φλέβες άλλου αίματος τα μάτια σου βέλη και καμάκια τα μάτια σου βάρκα πάνω στη θάλασσα όπου ορθώνεται ένα πρόσωπο πολύ μελαχρινό

Από τη συλλογή La Frange de Mots (Τα λόγια έχουν κρόσσια) (1954) της Μάτσης Χατζηλαζάρου [Η συλλογή είναι αφιερωμένη στον Javier Vilató, ζωγράφο, τότε σύζυγο της ποιήτριας και ανιψιό του Πάμπλο Πικάσο.]

Πηγή: Μάτση Χατζηλαζάρου, Ποιήματα 1944-1985 (εκδ. Ίκαρος, 1989)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μάτση Χατζηλαζάρου

Μάτση Χατζηλαζάρου, Αφιέρωση

αφιέρωση

Πόσοι χώροι και χρόνια
με αντικείμενα
με ορέξεις
και με δάση με άγριες βιολέτες
εσύ αγγίζεις με τη ζωγραφική τα όρια
που χρωματίζεις τα πράματα και τα ονόματά τους
και τους σπαραγμούς τους μια αχτίδα
είναι η ριπή τής ορμής σου με τον ρυθμό και τον
σφυγμό και τη βραχνή φωνή του έρωτα που κρατιέται
κάποτε ψηλά και κάποτε χαμηλά πάνω σε γκάμες έξω
από κάθε γραμμή είμαι πάντα μαζί σου.

Από τη συλλογή La Frange de Mots (Τα λόγια έχουν κρόσσια) (1954) της Μάτσης Χατζηλαζάρου [Η συλλογή είναι αφιερωμένη στον Javier Vilató, ζωγράφο, τότε σύζυγο της ποιήτριας και ανιψιό του Πάμπλο Πικάσο.]

Πηγή: Μάτση Χατζηλαζάρου, Ποιήματα 1944-1985 (εκδ. Ίκαρος, 1989)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μάτση Χατζηλαζάρου

Μάτση Χατζηλαζάρου, Άσμα

άσμα

Σήμερα νομίζω
τελευταία φορά
θα σε τραγουδήσω γιατί
εσύ είσαι
ο οίστρος και ο σφυγμός και η βραχνή φωνή του έρωτα που κρατιέται άλλοτε ψηλά και άλλοτε βαθιά σε χορδές
έξω από κάθε γραφή γιατί
ένα Ζήτω με ψηφία
και λίγες πούλιες
μαύρες ή τριανταφυλλιές
μες στο χρώμα της αρένας
δε σπαρταράνε βέβαια όπως
η δράση
η σάρκα
που είσαι
όταν μου μαθαίνεις την ξένη πόλη
κατάκαρδα
είπα τι χρειάζεται
και λέω δεν πειράζει
δεν πειράζει πετάμε όλα τα λόγια
όπως να ’ναι
η αγάπη
ξεντύνει τα κορμιά
εσύ μ’ ανοίγεις παράθυρο
με κλείνεις
με στολίζεις φυτά
και τα περιποιέσαι
με μυρίζεις
με διψάς
με κρατάς
ξαφνικά
με λύνεις
και γελάω ακόμα ακόμα
πάμε ερχόμαστε μες στα κρύα και τις ζέστες και τις σκόνες που
μετά λασπώνουνε κι έχουνε για νήμα τα φύλλα του φθινόπωρου
άνοιξη αντικριστήκαμε τότες που ζητούσα να πεθάνω
γνωρίσαμε από κείνη την ημέρα
χρόνους και χώρους πολλούς
με αντικείμενα
με ορέξεις
με δάση με άγριες φράουλες
με ζωγραφική
εσύ αγγίζεις τα όρια που χρωματίζουνε τα πράγματα και τα ονόματά τους και τη φθορά τους
τι άλλο
είναι ο κύκλος
από την ίριδα του ματιού σου
ακτίνα μελαχρινή
ριπή
της ορμής
τι άλλο
είναι η ύπαρξή μου
από μια νέα σφαίρα
με τα έπιπλα
με τη φύση
όταν μ’ αγαπάς
μικρή εικόνα στρογγυλή
μες στην ίριδα του ματιού σου
είμαι
σ’ ένα δωμάτιο ασβεστωμένο
κοντά στη θάλασσα
άσπρο το αλάτι της
ξεραίνει άγκυρες μόλους σκοινιά
αισθάνουμαι τον ήλιο μαύρο
και τα μάτια σου
άλλοτε είμαι
λαχανιασμένη
σκύβω το πρόσωπο
χιονίζει δυνατά
ό,τι οριζόντιο φέγγει κατάλευκο
μονάχα λίγα κάθετα μαυρίζουν πάλι
και η ίρις του ματιού σου
που με ζυγιάζει έχει μαγικές αξίες
κουκκίδα είναι αϊτού πέταμα
και διαγράφει πράξεις
τοπία
ή ζωές
έτσι θυμάμαι
τι σχήματα αφήνει
όποιος ξεριζώνει δέντρα
και όποιος χτίζει γιοφύρια
γιατί εσύ είσαι
ο οίστρος και ο σφυγμός και η βραχνή φωνή του έρωτα που κρατιέται άλλοτε ψηλά και άλλοτε βαθιά σε χορδές
έξω από κάθε γραφή γιατί
εσύ μ’ ανοίγεις παράθυρο
χαμογελάς
και μου τάζεις
κάτι γοβάκια
από δέρμα μανταρινιού
μου σιγοψιθυρίζεις καιρούς
σαν άγρια άλογα
λίμνες βαθιές στρώνεις χάδια
ρίχνεις παράξενα ζάρια
με δυο γαρίφαλα αίμα της καρδιάς σου
φυτρώνουν τα λόγια
ανάμεσα μια νυχτερίδα
στα σμιγμένα φρύδια
με τη σελήνη
τι είναι ο ύπνος τι είναι ο ύπνος
και το βλέμμα σου
είναι πάντα σήμερα το βλέμμα σου
με μένα

Από τη συλλογή Κρυφοχώρι της Μάτσης Χατζηλαζάρου (εκδ. Τετράδιο, Αθήνα, 1951) [με τέσσερις χαλκογραφίες του Javier Vilató]

Πηγή: Μάτση Χατζηλαζάρου, Ποιήματα 1944-1985 (εκδ. Ίκαρος, 1989)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μάτση Χατζηλαζάρου

Ζορζ Μουστακί & Δημήτρης Χριστοδούλου, Μεσόγειος

Ζορζ Μουστακί & Δημήτρης Χριστοδούλου, Μεσόγειος

Μουσική: Georges Moustaki
Απόδοση στίχων στα Ελληνικά: Δημήτρης Χριστοδούλου
Τραγούδι: Μελίνα Μερκούρη (ηχογράφηση του 1972)
Πρώτη εκτέλεση: δίσκος Le Métèque («Ο μέτοικος», 1971) με τον Georges Moustaki)

Μεσόγειο τη λεν και παίζουνε γυμνά
παιδιά με μαύρα μάτια αγάλματα πικρά
γέννησε τους Θεούς, τον ίδιο το Χριστό
το καλοκαίρι εκεί δεν τρέμει τον καιρό
μέσα στη λίμνη αυτή

Το αίμα τους αιώνες σκάλισε εκεί
τα βράχια και τους κάβους και τη βαθιά σιωπή
νησιά σαν περιστέρια αιώνιες φυλακές
το καλοκαίρι εκεί δεν τρέμει τις βροχές
μες στη Μεσόγειο

Οι κάμποι κι οι ελιές χάνονται στη φωτιά
τα χέρια μένουν μόνα κι άδεια τα κορμιά
λαοί τής συμφοράς και πίκρα του θανάτου
το καλοκαίρι εκεί δε χάνει τα φτερά του
μες στη Μεσόγειο

Κάτω στη λίμνη αυτή γεννήθηκα κι εγώ
μεσόγειο του φόβου και των πικρών καιρών
τα όνειρα που παίζαν στα βαθιά νερά
γινήκαν δέντρα μόνα στα ξερά νησιά
μες στη Μεσόγειο

Τον Παρθενώνα κρύβουν σύννεφα βαριά
στην Ισπανία εχάθη η λέξη «λευτεριά»
πάντα η Αθήνα μένει όνειρο πικρό
το καλοκαίρι εκεί δεν τρέμει τον καιρό
μες στη Μεσόγειο

Γιώργος Χρονάς, Όχι δεν πρέπει

Μέρος του ποιήματος μελοποιήθηκε τη δεκαετία του 1970 από τον Γιάννη Μαρκόπουλο και η πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού ανήκει στον Θέμη Ανδρεάδη.
Στο βίντεο τραγουδούν ο Μάριος Φραγκούλης και ο Γιώργος Περρής (από την εκπομπή της ΝΕΤ «Στην υγειά μας»).

Όχι δεν πρέπει

[Ενότητα Οι Εβραίοι τής Νέας Υόρκης]

Όχι δεν πρέπει να συναντηθούμε
Πριν από τη δύση του ήλιου
Στο δάσος με τις άδειες κονσέρβες
Γιατί οι επιθυμίες μας είναι πλοία
Που θ’ αράξουν μια νύχτα τού χειμώνα
Απέναντι στη Σαλαμίνα ενώ εμείς
Θα ζητάμε τις νυχτερινές βάρδιες
Της Βηρυτού, της Όστιας

Όχι δεν πρέπει να συναντηθούμε
Πριν από τη δύση του ήλιου
Στο δάσος με τις πεταμένες καπότες
Γιατί οι επιθυμίες μας είναι ταβέρνες πρόστυχες
Στο Πέραμα
Που τις νύχτες διαιωνίζουν το είδος με ζεϊμπέκικο
Ενώ εμείς ναύτες σιωπηλοί και δυνατοί
Της θάλασσας παιδιά και του έρωτα
Κατεβαίνουμε αργά τα σκαλιά τού πλοίου

Στις μέσα κάμαρες εκεί που περνούν
Οι υπόνομοι των νεκρών επιθυμιών
Στις μέσα κάμαρες εκεί που περνούν
Οι υπόνομοι της Νέας Υόρκης
Στις μέσα κάμαρες εκεί που περνούν
Η μάνα σου, η μάνα μου στα μαύρα
Στις μέσα κάμαρες εκεί που οι χαμένοι
Παίζουν στην πρέφα και στο τάβλι
Για ένα τσιγάρο
Για έναν καφέ
Τις νεκρές επιθυμίες τους

Εγώ διαλύομαι
Εγώ τεμαχίζομαι
Και συ με καλείς με πρόσκληση
Ανάμεσα σε επισήμους
Να παρακολουθήσω από την εξέδρα
Την κηδεία μου
Το δείπνο
Με τα μέλη τα διάσπαρτα του σώματός μου

Όχι προτιμώ να μην πάω στο δάσος
Με τις άδειες κονσέρβες
Όχι δε θα πάω στο δάσος
Με τις πεταμένες καπότες
Θα μείνω στις μέσα κάμαρες
Εκεί που αδιάκοπα περνούν
Οι υπόνομοι
Οι υπόνομοι της Νέας Υόρκης
Η μάνα σου, η μάνα μου στα μαύρα
Όχι δε θα πάω στο δάσος

Μπορείς λοιπόν
Απόψε να βγεις με τους Εβραίους της Νέας Υόρκης.

Από την ποιητική συλλογή Βιβλίο 1 (1973) του Γιώργου Χρονά

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γιώργος Χρονάς, Τα ποιήματα (1973-2008) [εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα, 2008]

Γιώργος Χρονάς, Τετάρτη

Τετάρτη

[Ενότητα Αρνητικά ειδώλων]

Την πρώτη φορά αγαπηθήκαμε
Σε έρημους δρόμους
Πάνω από ένα σκεπασμένο ποτάμι
Βρώμικο
Σε ακατανόητους χωματόλοφους
Των οδών Καισαρείας, Περιστάσεως, Κοζάνης
Και των λοιπών.

Την πρώτη φορά αγαπηθήκαμε
Σε άδειους δρόμους
Πάνω από την παλίρροια των επιθυμιών μας
Σε γωνίες σκοτεινές
Πίσω από τρίκυκλα
Πίσω από φορτηγά
Σχολικά λεωφορεία
Και μπουλντόζες.

Ήταν Τετάρτη.

Από την ποιητική συλλογή Βιβλίο 1 (1973) του Γιώργου Χρονά

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γιώργος Χρονάς, Τα ποιήματα (1973-2008) [εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα, 2008]

Γιώργος Χρονάς, Ίβυκος

Ίβυκος

[Ενότητα Αρνητικά ειδώλων]

Όπως η ψυχή τον πέταξε σαν ανάσα σε πνευστό
από τα χείλη στα δέντρα που πράσινα στο χώμα της Κορίνθου
τη μουσική από μόνα τους τριγύρω έφτιαναν
τους γερανούς στον ουρανό βαριά είδες να πετούν σαν άστρα
όταν το μαχαίρι μπαίνοντας βαθιά άνοιγε ζωή στο θάνατο.

Οι μέρες πέρασαν αφήνοντας τα κουμπιά ανοιχτά στο πουκάμισο
Οι γερανοί του Ιβύκου — είπαν
Τους γερανούς βαριά στον ουρανό να πετούν σαν είδαν.
Οι μέρες πέρασαν. Μα το πουκάμισο έμενε ανοιχτό.

Από την ποιητική συλλογή Βιβλίο 1 (1973) του Γιώργου Χρονά

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γιώργος Χρονάς, Τα ποιήματα (1973-2008) [εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα, 2008]

Γιώργος Χρονάς, Πάντα είναι Αύγουστος

Πάντα είναι Αύγουστος

[Ενότητα Αρνητικά ειδώλων]

Πάντα είναι Αύγουστος
Το χώρισμα ανάμεσα στα δωμάτια
Ξύλο μαυρισμένο.
Πάντα η φωτογραφία στον κίτρινο τοίχο
Δείχνει τη συνάντηση στο ποτάμι
Την ώρα που ο ήλιος μετέωρος ανάμεσα
Από δέντρα και άμμο ναρκισσεύεται
Στο νερό.
Πάντα φτάνει το τραίνο στο σταθμό
Οι πρώτες φωνές στους διαδρόμους, το πρώτο τσιγάρο, τα μεγάφωνα
Οι απίστευτες ματιές της Κυριακής για ένα ταξίδι στη μυθολογία
Το πλήθος, τα χέρια, τα μέλη, τα μάτια των υπνωτιστών.
Πάντα είναι Αύγουστος
Η μητέρα σου στο διπλανό δωμάτιο ξερνάει και συ αγωνίζεσαι
Για τη μετατόπιση ανάμεσα από λίμνες, έλη, νεκρούς
Σε βιβλία χημείας και φυσικής που τα οφείλεις τον Σεπτέμβρη
Σε σώματα απέραντα ανέπαφων
Που διατηρούνται στη ζωή
Με τη μυθολογία του Αυγούστου

– Ο πατέρας σου υπέγραψε πριν από λίγο
Δεν μπορείς να φύγεις
Είναι Αύγουστος.

Από την ποιητική συλλογή Βιβλίο 1 (1973) του Γιώργου Χρονά

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γιώργος Χρονάς, Τα ποιήματα (1973-2008) [εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα, 2008]

Γιώργος Χρονάς, Πέραμα

Πέραμα

[Ενότητα Αρνητικά ειδώλων]

Κάθε φορά που η αίσθηση της παρουσίας
μέσα στην ανώνυμη κάμαρα προσπαθεί να συλλάβει
στο κλάσμα του δευτερολέπτου την ηδονή
ξεπροβάλλει σπαραχτικά μόνο το Πέραμα
όπως το είδαν τα παιδιά εκείνη την Κυριακή
που ο φωτογράφος έξω από τις ταβέρνες
με τα γραμμόφωνα και τον τραγουδιστή
με τη χωρίστρα στη μέση
στις επτά το πρωί φωτογράφιζε τη μάνα
του Νέρωνα και του Αλκιβιάδη
με φόντο τη Σαλαμίνα, τα καρνάγια
και τις βάρκες που σαπίζαν στα νερά.

Από την ποιητική συλλογή Βιβλίο 1 (1973) του Γιώργου Χρονά

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γιώργος Χρονάς, Τα ποιήματα (1973-2008) [εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα, 2008]

Γιώργος Χρονάς, Αύρα

Μάνος Λοΐζος & Μανώλης Ρασούλης, Τίποτα δεν πάει χαμένο
(τραγούδι: Λιζέτα Καλημέρη, Μανώλης Ρασούλης & Παντελής Θεοχαρίδης /
πρώτη εκτέλεση από τη Χαρούλα Αλεξίου στον δίσκο Τα τραγούδια της Χαρούλας (1979))

Αύρα

Όταν θα φτάσεις στο σταθμό
μην κάνεις τίποτα το περιττό
Μην κινηθείς προς το περίπτερο
στους πωλητές καπνού ή φρούτων
Κάτω από τη μεγάλη πόρτα να σταθείς
ακίνητος μέσα στο φως της μέρας
αφήνοντας τη σκόνη του κόσμου στα παπούτσια
στις κλειστές γραμμές των χεριών σου
Γιατί εμείς από μακριά
θα σε αναγνωρίσουμε
κάτω από το ρολόι που θα σημαίνει
χαμένην ώρα.

Από την ποιητική συλλογή Ο αναιδής θρίαμβος (1984) του Γιώργου Χρονά

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Γιώργος Χρονάς, Τα ποιήματα (1973-2008) [εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα, 2008]

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Τίποτα δεν μου ανήκει

Τίποτα δεν μου ανήκει

Καθώς πια τίποτα δεν μου ανήκει μέσα στ’ ανάκτορα
ούτε καν το χρυσάφι της οροφής και τα μάρμαρα
και οι κονσόλες παγώσανε και τα μαλλιά σου σέρνονται πίσω από τα σφιγμένα κρύσταλλα
και οι πλαφονιέρες σταλάζουν την τέφρα του χειμωνιάτικου ήλιου
καθώς οι λειμώνες δε βρίσκουνε πια την παλιά τους λαλιά

Βλέπω πως λάθεψα γυρίζοντας έξω από θέρετρα
στο πυκνό δάσος των πολυκατοικιών δίπλα στη θάλασσα
όπου βυθίζομαι για να σ’ αγγίξω μόλις
επειδή σ’ αγαπώ περισσότερο απ’ όλα τα κτίσματα
και αν δε σε γνώριζα θα ’ταν όλα εφήμερα
γιατί οι βιτρίνες είναι μια λάσπη, τα εργοστάσια μια θλίψη και η πόλη
αφήνει να πέσουν οι κάλυκες της πλαστικής μου καρδιάς
πάνω σε φύλλα από δάκρυα

Τίποτα δεν μου ανήκει, καμιά παλινόρθωση
τα μάγουλά σου στο χιονισμένο αυχένα των βουνών
καθώς η ματιά μου βυθίζεται στην άπειρη έκταση
αφήνοντας πια τ’ αυτοκίνητα στα δικά τους τραγούδια

Γιατί η δίψα για το ατόφιο χρυσάφι είναι τα μάτια σου
και η πείνα για καθαρό αλουμίνιο τα χέρια σου
φιλιόμαστε σε σκοτεινές δισκοθήκες και σου εξηγώ
Κι όταν χαράζει πως τάχα θα πάμε αντίθετα
θα γυρίζουμε με ρούχα παλιά στα νεόχτιστα
μια άσπρη κορνίζα, βιβλία και θέρμανση στις γωνιές

Από τη συλλογή Ωδές στον Πρίγκιπα (1981) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Περαία

Περαία

Ένα γυμνό σώμα μακραίνει ακόμα στην άμμο, Άρχοντα
συστρέφεται, σφαδάζει μες στο φθινοπωριάτικο φως
δεν είναι δικό μου, μήτε δικό σου. Δεν το χρειαζόμαστε.
Ποιο άφθαρτο πλάσμα θρυμματίζεται μέσα μας και πεθαίνει
όπως τότε που σε αγκάλιαζα δίπλα στη θάλασσα κι έκαιγα
μέσα στους λυπημένους όρμους και δε σου μιλούσα
ποιος μας αρνιέται το δίκιο να ζήσουμε πια εν ειρήνη
σχεδόν ανέλπιδα

Συσπάται, αιωρείται γεμίζοντας βελονισμούς το κορμί
και μας κάνει να βλέπουμε θολά πια τα δάκρυα
μη κάμνοντας τίποτε τρεμίζει στο φως
ανήμπορο πια για ελπίδες και θαύματα
μη θέλοντας τίποτε

Από τη συλλογή Ωδές στον Πρίγκιπα (1981) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου: Ω, διορισμένε Πρίγκιπα, πόσο σε νιώθω

Ω, διορισμένε Πρίγκιπα, πόσο σε νιώθω

Ω, διορισμένε Πρίγκιπα, πόσο σε νιώθω
δεν υποφέρω το ραγισμένο χαμόγελο σε κατάπληκτα πλήθη
υπογράφεις διαγγέλματα που δε διάβασες, απαγγέλλεις τα ποιήματα που δεν θέλησες, προφασίζεσαι τύψεις
οι πεθαμένοι σού υπαγορεύουν τώρα τη δική τους φωνή

Καλέ μου Άρχοντα, τώρα ισχυρίζεσαι πως δήθεν δεν ένιωσες
το δάκρυ του μικρού οικοδόμου Δευτέρα πρωί
καθώς θα πεθάνει εργάτης, τάχα δεν πρόσεξες
το αίμα του λαβωμένου στις μισόφωτες αυλές
πάλι δεν έτρεξες
στο βογκητό του μουσικού λαού σου σε υπόγεια κτίσματα
και προφασίστηκες αιώνια άνοιξη, αυτό τ’ ορκίζεσαι

Παιχνίδι αυτών που έσκυψαν στο πέρασμά σου ευλαβικά
Πρίγκιπα, πώς δεν άκουσες γέλια ή ψιθύρους των παιδιών
τώρα τις αποφάσεις τους δε γίνεται, πια δεν μπορεί
να τις εγκρίνεις

Από τη συλλογή Ωδές στον Πρίγκιπα (1981) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου: Πρίγκιπα, η μέρα αργοσβήνει

Πρίγκιπα, η μέρα αργοσβήνει

Πρίγκιπα, η μέρα αργοσβήνει στις χιονισμένες πλαγιές
κι εσύ οδεύεις ψηλότερα. Τα χέρια σου αγκάλιασαν
το τιμόνι. Τα μάτια σου πάγωσαν λίμνες και δάση
κοιτούν κουρασμένα τις άσπρες κορυφογραμμές
ώσπου ο ουρανός ν’ αστράψει τη νύχτα της Γέννησης
χρωματιστά παιδάκια στη δακρυσμένη σου σκέψη

Κι εμένα με στέλνεις στις λασπωμένες ακτές. Να εξάψω
τις φωλιές της αντίστασης στα χωριά και τα πνεύματα
μιας ηλιόλουστης χειμωνιάτικης μέρας. Μεθυσμένος
από μιαν ολονυχτία σε μισοφώτιστα μπαρ
να ορκιστώ πίστη κι ύστερα να πεθάνω
για σένα

Πρίγκιπα, γύρισα κι είδα τον άρρωστο ήλιο στις πορτοκαλιές
είδα τα νυχτολούλουδα στο παλάτι σου και τις κατάκλειστες γρίλιες
και τ’ άλογά σου συλλογισμένα να βόσκουν στη χλόη.
Γιατί τα κτήματα δόθηκαν για το τίποτα, τα οικόσημα
της αιώνιας βασιλείας σου στο εφήμερο αίσθημα.
Στις μαρμάρινες σκάλες, στα ανάκλιντρα μιας επίχρυσης δόξας με πήραν τ’ αναφιλητά
το αίμα σου μας δόθηκε, Πρίγκιπα, δε μας ανήκει

Από τη συλλογή Ωδές στον Πρίγκιπα (1981) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Στους κήπους της έπαυλης

Στους κήπους της έπαυλης

Η θέση σου είναι στην Αθήνα, Πρίγκιπα

Το όψιμο φθινόπωρο στους κήπους της έπαυλης σε ξεγελά
και οι πικροδάφνες σου φυλλορροούν στο πέτρινο κλιμακοστάσιο, σε ξενίζουν
ακούς τα παραδείσια πουλιά μες στις λακκούβες του νερού
χτυπάει εντός σου η μηχανική καρδιά της πόλης

Λες αύριο θα εκφωνήσω τον επικήδειο των ποιητών – και το αναβάλλεις
μικρές θαλάσσιες εκδρομές και τα βραδάκια λικνίζεσαι στις δισκοθήκες
η καρβουνόσκονη μόλις αγγίζει τα παιδιά της δυτικής ακτής
σήμαντρα δειλινού και άνθη λεμονιάς
μες τους δασώδεις λόφους της Αιώνιας Πόλης

Κι όμως η θέση σου είναι στην Αθήνα, Άρχοντα
μόλις ακούγεσαι μες στα παράσιτα και τους πομπούς
σ’ άκουσα χθες με άλλη μουσική να θρηνωδείς
η φωνή σου δεν άλλαξε, την ξέρω απ’ τον καιρό της διαδοχής
η νύχτα πέφτει

Από τη συλλογή Ωδές στον Πρίγκιπα (1981) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Στο φθινοπωρινό ξενοδοχείο

Στο φθινοπωρινό ξενοδοχείο

[Ενότητα Ποιήματα της τελευταίας άνοιξης (1969-1971)]

Σ’ αυτό το φθινοπωρινό ξενοδοχείο, έγραφες
που αγαπηθήκαμε τα περασμένα χρόνια
γυρίζω πάλι στις ταράτσες του και σκέφτομαι
βλέποντας φώτα εργοστάσια μες στη συννεφιά
πόσο το πεθαμένο αίσθημα επιζεί
ανήμπορο για μια σταγόνα αίμα

Κι όμως δεν τα λυπάμαι τα εργοστάσια, δεν τα σκέφτομαι
δε με μεθούνε πια το απόβραδο οι μηχανές
ούτε και η μνήμη σου, ξέθωρη πια πάνω στα τζάμια

Μόνο το γείτονά μου, αυτόν δεν τον ξεχνώ
φυματικός και συνταξιούχος έμπορας
κρεμάστηκε στα δέντρα αυτά
άνοιξη 1951

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Ο δύσκολος θάνατος (Αθήνα, εκδ. Νεφέλη, 1985) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Κοιτάζοντας ένα ερωτευμένο σιντριβάνι

Κοιτάζοντας ένα ερωτευμένο σιντριβάνι

[Ενότητα Ποιήματα της τελευταίας άνοιξης (1969-1971)]

Μια νύχτα θα ταξιδέψω για πάντα. Θ΄αγκαλιάσω με τα χέρια την πόλη και θα πνιγώ στη δίνη των χρωματιστών νερών

Θα ’ναι μια νάρκωση ή ο θάνατος, δεν ξέρω να πω. Μέσα στα δάκρυα δε θα καταλαβαίνω πια γιατί το θέλησα ούτε πού αστόχησα. Οι αποσκευές μου θα παρασύρουν το σώμα μέχρι τη θάλασσα, ως τους υφάλους, έξω απ’ τον παλιό σταθμό. Άμμος και ξερολίθια

Σφυρίγματα των τραίνων κι ο κάμπος ολόγυρα και δε θα μπορέσω να καταλάβω γιατί ήσουν και καταδότης και συνεργός

Μες στη νεροσυρμή δε θα σε ξαναδώ ποτέ. Μια νύχτα θ’ αγαπηθούμε για πάντα. Καθώς θάλασσα και ουρανός

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Ο δύσκολος θάνατος (Αθήνα, εκδ. Νεφέλη, 1985) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου