Μάνος Λοΐζος & Γιάννης Νεγρεπόντης, Ο γερο-νεγρο-Τζιμ

Ο γερο-νεγρο-Τζιμ

Μουσική: Μάνος Λοΐζος
Στίχοι: Γιάννης Νεγρεπόντης
Τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη
Δίσκος: Μάνος Λοΐζος | Τα νέγρικα (1975)

Ο γερο-νεγρο-Τζιμ
σ’ ολόκληρο το Χάρλεμ
ε, γερο-νεγρο-Τζιμ
κορνέτα δεύτερη
δεν είχε σαν εσένα

Μέσα στη νύχτα ούρλιαζε η κορνέτα
λευκοί και νέγροι δίνανε τα χέρια
ε, γερο-νεγρο-Τζιμ

Γιατί να καίν’ στο νότο τη σοδειά
όταν πεινάν στον κόσμο τα παιδιά
ποιοι και γιατί σκοτώσανε τον Τζον
τι θέλουν τα παιδιά μας στα Βιετνάμ

Ο γερο-νεγρο-Τζιμ
σε βρόμικο χαντάκι
ε, γερο-νεγρο-Τζιμ
τώρα η κορνέτα
πιο δυνατά ουρλιάζει

Μέσα στη νύχτα ουρλιάζει η κορνέτα
λευκοί και νέγροι δίνουνε τα χέρια
ε, γερο-νεγρο-Τζιμ

Γιώργος Σεφέρης, Fog

Γιώργος Σεφέρης & Δήμος Μούτσης, Πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι
(τραγούδι: Μανώλης Μητσιάς / δίσκος: Δήμος Μούτσης | Τετραλογία (1975))

Fog

[Ενότητα Κοχύλια, σύννεφα]

Say it with a ukulele

«Πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι…»
γκρινιάζει κάποιος φωνογράφος∙
πες μου τι να της πω, Χριστέ μου,
τώρα συνήθισα μονάχος.

Με φυσαρμόνικες που σφίγγουν
φτωχοί μη βρέξει και μη στάξει
όλο και κράζουν τους αγγέλους
κι είναι οι αγγέλοι τους μαράζι.

Κι οι αγγέλοι ανοίξαν τα φτερά τους
μα χάμω χνότισαν ομίχλες
δόξα σοι ο θεός, αλλιώς θα πιάναν
τις φτωχές μας ψυχές σαν τσίχλες.

Κι είναι η ζωή ψυχρή ψαρίσια
–Έτσι ζει; -Ναι! Τι θες να κάνω∙
τόσοι και τόσοι είναι οι πνιγμένοι
κάτω στης θάλασσας τον πάτο.

Τα δέντρα μοιάζουν με κοράλλια
που κάπου ξέχασαν το χρώμα
τα κάρα μοιάζουν με καράβια
που βούλιαξαν και μείναν μόνα…

«Πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι…»
Λόγια για λόγια, κι άλλα λόγια;
Αγάπη, πού ’ναι η εκκλησιά σου
βαρέθηκα πια τα μετόχια.

Α! να ’ταν η ζωή μας ίσια
πώς θα την παίρναμε κατόπι
μ’ αλλιώς η μοίρα το βουλήθη
πρέπει να στρίψεις σε μια κόχη.

Και ποια είναι η κόχη; Ποιος την ξέρει;
Τα φώτα φέγγουνε τα φώτα
άχνα! δε μας μιλούν οι πάχνες
κι έχουμε την ψυχή στα δόντια.

Τάχα παρηγοριά θα βρούμε;
Η μέρα φόρεσε τη νύχτα
όλα είναι νύχτα, όλα είναι νύχτα
κάτι θα βρούμε ζήτα-ζήτα…

«Πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι…»
Βλέπω τα κόκκινά της νύχια
μπρος στη φωτιά πώς θα γυαλίζουν
και τη θυμάμαι με το βήχα.

Λονδίνο, Χριστούγεννα 1924

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα (2007)

Ναζίμ Χικμέτ (απόδοση στα Ελληνικά: Γιάννης Ρίτσος) & Θάνος Μικρούτσικος, Μικρόκοσμος

Μικρόκοσμος

Ποίηση: Ναζίμ Χικμέτ
Απόδοση στίχων στα Ελληνικά: Γιάννης Ρίτσος
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Τραγούδι: Μαρία Δημητριάδη

Και να τι θέλω τώρα να σας πω
μες στις Ινδίες μέσα στην πόλη της Καλκούτας
φράξαν το δρόμο σ’ έναν άνθρωπο
αλυσοδέσαν έναν άνθρωπο κει που εβάδιζε
Να, το λοιπόν, γιατί δεν καταδέχουμαι
να υψώσω το κεφάλι στ’ αστροφώτιστα διαστήματα
Θα πείτε τ’ άστρα είναι μακριά
κι η γη μας τόσο δα μικρή

Ε, το λοιπόν, ό,τι και να είναι τ’ άστρα
εγώ τη γλώσσα μου τους βγάζω
για μένα, το λοιπόν, το πιο εκπληκτικό
πιο επιβλητικό πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο
είναι ένας άνθρωπος που τον ’μποδίζουν να βαδίζει
είναι ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουνε

Από το έργο «Πολιτικά τραγούδια» (1975) του Θάνου Μικρούτσικου με μελοποιημένα ποιήματα του Ναζίμ Χικμέτ και του Βολφ Μπίρμαν και ερμηνεύτρια τη Μαρία Δημητριάδη

Πάνος Θασίτης, Ο Καραγκιόζης

Διονύσης Σαββόπουλος, Σαν τον Καραγκιόζη
(δίσκος: Διονύσης Σαββόπουλος, 10 χρόνια κομμάτια (1975))

Ο Καραγκιόζης

[Ενότητα Πράγματα 2]

Δεξιά το Σεράι αριστερά το καλύβι
στη μέση ο δρόμος
στο δρόμο το φανάρι
απ’ το φανάρι κάτω η σκιά του
πίσω απ’ το σκοτεινό βουβό πανί.
Οι θεατές χαμηλά στα καθίσματα στο δρόμο
τα λεωφορεία η Τροχαία
οι άνεργοι.

Ανάβει το φως∙
ο πρωταγωνιστής σηκώνεται μες στο κουτί του
βγαίνει
ακουμπά στο φανάρι
βγάζει το καρφί σπάνει το ξύλο
ξεκολλά το κεφάλι του
τ’ ακουμπά κάτω, λύνει τα μέλη του
ένα-ένα.
Τότε το πανί γεμίζει μ’ άλλους ίσκιους,
με χέρια και πόδια που κλαίνε.
Ανεβαίνει ανεβαίνει το αίμα
το Σεράι βουλιάζει
το καλύβι πλέει.

*

Όμως ο θεατρώνης φτάνει.
Σβήνει το φως
κολλά τα χέρια κολλά τα πόδια
κολλά το κεφάλι καρφώνει το ξύλο
ξεθάβει το Σεράι
κατεβάζει το καλύβι
πλένει τα αίματα
ανάβει πάλι το φως

«Άρχοντές μου!…»

Από τη συλλογή Πράγματα 2 – Αριθμοί (1962) του Πάνου Θασίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Πάνος Θασίτης

Ζωή Καρέλλη, Της στέρησης

Eric Carmen, All by myself, 1975

Της στέρησης

I

Η στέρηση είναι ένα μεγάλο μυστικό.
Είναι η ψυχή γεμάτη προσδοκία και προσφορά.
Φέρνει τα πιο βαριά δώρα
της φαντασίας, εκείνα
που δε φτάνουν
τα πραγματικά βήματα,
της ολίγιστης ζωής μας.

II

Ολόκληρον με συντελεί, με τελειώνει
η παραφορά μου της προσφοράς
που τόσο περίμενε.

Με τελειώνει σαν παρουσία πραγματική
και μ’ αρχίζει σαν όνειρο,
όταν η απουσία ψιθυρίζει
τα πιο μυστικά λόγια,
μιλήματα μακρινά,
υποσχέσεις επιμονής που μαγεύει.

III

Η στέρηση μου έφερε
στο διψασμένο στόμα ένα ποτήρι διάφανο,
σπινθήριζε στο φως του βίου.
Πήγα να πιω, χωρίς να αισθανθώ,
πως έμενε άδειο.

Ω, του κενού και πλήρους
αίσθηση του πλήθους και της απουσίας.

Πώς τούτη μπορώ να θυμηθώ
την ένταση, ανήκουστη ηδονή,
δίχως η συστροφή τού φτωχού σώματός μου
να μην είναι τόσο πλούσια σ’ αισθήσεις,
όσες η στέρηση προσφέρει,
της φαντασίας χαρίσματα.

IV

Βήματα προς το ανύπαρχτο.
Όταν η έλλειψη, ένταση
γίνεται της ζωής μου ολόκληρης.

V

Η στέρηση μου γεμίζει το στόμα
δροσιά πύρινη, τα μάτια
βλέψεις παραφοράς ακράτητης,
απρόσιτες φαντασίες, ακρότητες
τόσο πραγματικές
που η αλήθεια περίδεη αποσύρεται,
αφήνει μονάχες
τις έξαλλες, ακίνητες πράξεις μου,
στον εαυτό τους πυκνές.

Στην όψη μου η στέρηση χύνει
δροσιά λιωμένη με φως καυτερό
κι αφήνει την υπέροχη δίψα
που ανάβει της ύπαρξής μου το χάρισμα,
έρωτα μαζί και χωρισμό,

που παρέρχεται και θα ξανάρθει,
μαραίνεται και πέφτει,
για να φουντώσει πάλι η ζωή μου.

Από τη συλλογή Το πλοίο (1955) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Γιώργος Καφταντζής, Ξέρω το λαό

Μίκης Θεοδωράκης & Ιάκωβος Καμπανέλλης, Ο εχθρός λαός
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνταντίνου / δίσκος: Ο εχθρός λαός (1975))

Ξέρω το λαό

Ξέρω το λαό αυτό
τον καυχησιάρη και τον ευκολόπιστο
που όλα τα φτιάχνει με τα χέρια του
και το καρβέλι και τα στέμματα
και το βιολί και τα ντουφέκια
και το αλφαβητάρι και τις χειροπέδες.
Ό,τι ελπίζει κάποτε θα γίνει
ό,τι έχει λειψό θα συμπληρωθεί
και τη σαπίλα ο ίδιος ο λαός
με τον καιρό από πάνω του θα καθαρίσει.

Από τη συλλογή Το πανηγύρι της φωτιάς (Αναστενάρια) [1959] του Γιώργου Καφταντζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Καφταντζής

Χρυσούλα Βακιρτζή, Πρωινό

Ελένη Καραΐνδρου & Κ. Χ. Μύρης, Αυτοί που ξαγρυπνάνε
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / έργο: Η μεγάλη αγρύπνια (1975))

Πρωινό

Ξημέρωσε…
Το κατάλαβα
από το χρώμα του ουρανού,
είχε πάρει την ίδια απόχρωση
με το κοντομάνικο θαλασσί σου
πουκάμισο∙ το θυμάσαι;
πέρασε πολύς καιρός από τη μέρα
που το φορούσες
(ήταν ανάλαφρο
και σου «πήγαινε» πολύ).
Η καμαρούλα ακατάστατη…
Στο πάτωμα σκόρπια χαρτιά
τσαλακωμένα,
απομεινάρια μιας άγρυπνης νύχτας
και πάνω τους, μετουσιωμένο σε στίχους,
το μεγαλείο του Πόνου
(η ψυχή είχε και πάλι
ακατάσχετη αιμορραγία).
Στην απόκρυφη Άγια Τράπεζα
της καρδιάς,
φώλιασε ξανά η ιερή Ανάμνηση
του μεταξένιου καλοκαιριού.
Ώρα να συγυρίσω το δωμάτιο…
Καλημέρα.

Από τη συλλογή Σε χρόνο διαγώνιο (1996) της Χρυσούλας Βακιρτζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χρυσούλα Βακιρτζή

Άνθος Πωγωνίτης, Συρματοπλέγματα

Γιάννης Ρίτσος & Χρήστος Λεοντής, Τούτες τις μέρες
(τραγούδι: Νίκος Ξυλούρης / έργο: Καπνισμένο τσουκάλι (1975))

Συρματοπλέγματα

Ο ήλιος αφήνει μια γλύκα στις καρδιές των ανθρώπων
καθώς περπατάει στους δρόμους της πολιτείας,
που καρτερεί τους αιώνες του μέλλοντος.
Στη χώρα τούτη άργησε νάρθει.

Η νύχτα ήταν περισσότερο μεγάλη και πικρή∙
είχε περάσει από τα κλειστά παράθυρα, τις πόρτες
και τους τοίχους, που κλείναν μέσα τους τα πάντα.

Ν’ ανέβω στο μεγάλο κλωνάρι του δέντρου
να πολεμήσω τα μολυβένια σύννεφα που στέκουν.
Μπορούν ν’ ανέβουν χιλιάδες άνθρωποι, χιλιάδες.

Να μη λάμπει το δάκρυ των παιδιών στο σκοτάδι,
να μη κρέμουνται τα δάχτυλα στους άδειους μαστούς,
να μη τονίζουν οι λυγμοί το θλιβερό τραγούδι της πείνας.

Αν δεν έλεγες να ελεούνται οι φτωχοί,
δε θάχαν εξισώσει τους αδελφούς σου με τα ζώα.
Δε θάλουζαν το κορμί τους με τον ιδρώτα και το δάκρυ τους.
Κι αν δε μας χάριζες τον παράδεισο των ουρανών.

Είναι και μαύροι είναι και κόκκινοι
αυτοί που θέλουν το δικό τους παράδεισο,
κι είναι ακόμα τα χέρια μας άδεια κι ο ίσκιος μας αγκαλιάζει το χώμα.

Τα συρματοπλέγματα, οι Καίσαρες και οι Καγιάφες,
καθρεφτίζονται στο πηγάδι του χρόνου.

Λίγη υπομονή κι ένα νεκροτομείο.

Από τη συλλογή Γραμμές σε καθρέφτη (1964) του Άνθου Πωγωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Άνθος Πωγωνίτης

Μανόλης Αναγνωστάκης: Πέντε μικρά θέματα, V

Μανόλης Αναγνωστάκης & Μίκης Θεοδωράκης: Χαρά, χαρά
(τραγούδι: Πέτρος Πανδής / δίσκος: Μπαλάντες (1975))

Πέντε μικρά θέματα

V

Χαρά, Χαρά, ζεστή αγαπημένη
Τραγούδι αστείρευτο σε χείλια χιμαιρικά
Στα γυμνά μου μπράτσα το είδωλό σου συντρίβω
Χαρά μακρινή, σαν τη θάλασσα ατέλειωτη
Κουρέλι ακριβό της πικρής αναζήτησης
Άσε να φτύσω το φαρμάκι της ψεύτρας σου ύπαρξης
Άσε να οραματιστώ τις νεκρές αναμνήσεις μου
(Ανελέητο κύμα της νιότης μου).

Ω ψυχή την αγωνία ερωτευμένη!

Από τη συλλογή Εποχές (1945) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Μανόλης Αναγνωστάκης: Χάρης 1944

Μανόλης Αναγνωστάκης & Μίκης Θεοδωράκης, Χάρης 1944
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / δίσκος: Αρκαδία I – VII – VIII (1975))

Χάρης 1944

Ήμασταν όλοι μαζί και ξεδιπλώναμε ακούραστα τις ώρες μας
Τραγουδούσαμε σιγά για τις μέρες που θα ’ρχόντανε φορτωμένες πολύχρωμα οράματα
Αυτός τραγουδούσε, σωπαίναμε, η φωνή του ξυπνούσε μικρές πυρκαγιές
Χιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούσαν τη νιότη μας
Μερόνυχτα έπαιζε το κρυφτό με το θάνατο σε κάθε γωνιά και σοκάκι
Λαχταρούσε ξεχνώντας το δικό του κορμί να χαρίσει στους άλλους μιαν Άνοιξη.
Ήμασταν όλοι μαζί μα θαρρείς πως αυτός ήταν όλοι.
Μια μέρα μάς σφύριξε κάποιος στ’ αφτί: «Πέθανε ο Χάρης»
«Σκοτώθηκε» ή κάτι τέτοιο. Λέξεις που τις ακούμε κάθε μέρα.
Κανείς δεν τον είδε. Ήταν σούρουπο. Θα ’χε σφιγμένα τα χέρια όπως πάντα.
Στα μάτια του χαράχτηκεν άσβηστα η χαρά της καινούριας ζωής μας
Μα όλα αυτά ήταν απλά κι ο καιρός είναι λίγος. Κανείς δεν προφταίνει.

… Δεν είμαστε όλοι μαζί. Δυο-τρεις ξενιτεύτηκαν
Τράβηξεν ο άλλος μακριά μ’ ένα φέρσιμο αόριστο κι ο Χάρης σκοτώθηκε
Φύγανε κι άλλοι, μας ήρθαν καινούριοι, γεμίσαν οι δρόμοι
Το πλήθος ξεχύνεται αβάσταχτο, ανεμίζουνε πάλι σημαίες
Μαστιγώνει ο αγέρας τα λάβαρα. Μες στο χάος κυματίζουν τραγούδια.
Αν μες στις φωνές που τα βράδια τρυπούνε ανελέητα τα τείχη
Ξεχώρισες μια: Είν’ η δική του. Ανάβει μικρές πυρκαγιές
Χιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούν την ατίθαση νιότη μας
Είν’ η δική του φωνή που βουίζει στο πλήθος τριγύρω σαν ήλιος
Π’ αγκαλιάζει τον κόσμο σαν ήλιος που σπαθίζει τις πίκρες σαν ήλιος
Που μας δείχνει σαν ήλιος λαμπρός τις χρυσές πολιτείες
Που ξανοίγονται μπρος μας λουσμένες στην Αλήθεια και στο αίθριο το φως.

Από τη συλλογή Εποχές (1945) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Νίκος Γρηγοριάδης, Ο επαναστατημένος

Wolf Birman & Θάνος Μικρούτσικος, Κομαντάντε Τσε Γκεβάρα
(απόδοση των στίχων στα Ελληνικά: Δημοσθένης Κούρτοβικ, τραγούδι: Μαρία Δημητριάδη / δίσκος: Πολιτικά τραγούδια (1975))

Ο επαναστατημένος

Μια στιγμή ήρθε – έφυγε.
Αγαπούσε κι αυτός τη ζεστασιά,
το ποδοβολητό της φωτιάς στην καινούργια σόμπα.
Έβγαλε το δίκοχο, ξέσφιξε τις αρβύλες,
τον κύκλωσαν ολούθε αναλαμπές·
πήρε στα μάτια όλες τις φλόγες και βγήκε.

Έξω περίμενε ένας ολόκληρος λαός.

Από τη συλλογή Το βάθος της ληκύθου (1963)

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Νίκος Γρηγοριάδης, ποιήματα 1963-2005 (εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2007)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γρηγοριάδης

Μανόλης Αναγνωστάκης: Πέντε μικρά θέματα, IV

Μανόλης Αναγνωστάκης & Μίκης Θεοδωράκης, Κάτω απ’ τα ρούχα μου
(τραγούδι: Μαργαρίτα Ζορμπαλά / δίσκος: Μπαλάντες (1975))

Πέντε μικρά θέματα

IV

Κάτω απ’ τα ρούχα μου δε χτυπά πια η παιδική μου καρδιά
Λησμόνησα την αγάπη που ‘ναι μόνο αγάπη
Μερόνυχτα να τριγυρνώ χωρίς να σε βρίσκω μπροστά μου
Ορίζοντα λευκέ της αστραπής και του όνειρου
Ένιωσα το στήθος μου να σπάζει στη φυγή σου

Ψυχή της αγάπης μου αλήτισσα
Λεπίδι του πόθου μου αδυσώπητο
Νικήτρα μονάχη της σκέψης μου.

Από τη συλλογή Εποχές (1945) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Μανόλης Αναγνωστάκης: Πέντε μικρά θέματα, III

Μανόλης Αναγνωστάκης & Μίκης Θεοδωράκης, Δρόμοι παλιοί
(από συναυλία του Μίκη Θεοδωράκη | τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη, Παναγιώτης Καραδημήτρης & Δημήτρης Νικολούδης / πρώτη εκτέλεση από τη Μαργαρίτα Ζορμπαλά στον δίσκο Μπαλάντες (1975))

Πέντε μικρά θέματα

III

Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα
Κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ
Νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή
Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά

Κάμε να σ’ ανταμώσω, κάποτε, φάσμα χαμένο του πόθου μου
Κι εγώ ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ κρατώντας
Ακόμα μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες.

(Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς
Να γνωρίζω κανένανε κι ούτε
Κανένας με γνώριζε.)

Από τη συλλογή Εποχές (1945) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Γιάννης Μαρκόπουλος, Ελλάδα (Λένγκω Λένγκω)

Δεύτερη εκτέλεση

Ελλάδα (Λένγκω Λένγκω)

Μουσική & στίχοι: Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Μαρκόπουλος (Ανεξάρτητα, 1975)
Δεύτερη εκτέλεση: Χάρις Αλεξίου (12 λαϊκά τραγούδια, 1975)

Στην κυρά μάνα μας μη δίνετε βοήθεια
ούτε μαγκούρα στο προσκέφαλο σιμά
γιατί θα δέρνει κάθε μέρα τα παιδιά της
κι όταν μιλάω θα με λέει αληταρά

Κι αν δέρνει κάθε που γουστάρει τα παιδιά της
θα καταντήσουνε εμπόροι δουλικοί
τα νιάτα χάνονται στα βρόμικα σοκάκια
για να μετρήσουν με το μπόι τους τη γη

Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω
πάψε να με κυβερνάς
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω
πάψε να με τυραννάς

Κι αν θέλω τώρα να ακούγεται η φωνή μου
με πιάνει τρόμος από ίσκιους μακρινούς
χρυσάφι μοιάζει η συντροφιά σου στη ζωή μου
η ομορφιά σου μου γιατρεύει τους καημούς

Ρε μπάρμπα, κάτσε να μας πεις μια ιστορία
πώς ήταν τότες η μανούλα μας παλιά
έπεφτε ξύλο σαν γινόταν φασαρία
ή σας νανούριζε με χάδια και φιλιά;

Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω
μου σπαράζεις την καρδιά
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω
μου πληγώνεις τη χαρά

Κι ο μπάρμπας τότε σοβαρεύτηκε λιγάκι
την κούτρα ξύνει και παράγγειλε καφέ
μητέρα, είπε, ήταν ένα κοριτσάκι
που ορφανό μάζευε άνθη σε μπαξέ

Τ’άνθη στόλιζαν τ’ αγέρωχο κεφάλι
μα όταν κοιμόταν πάλι πέφτανε στη γη
κι από τα λούλουδα που ο χάρος είχε βάλει
εμένα κράτησε να βλέπω τη ζωή

Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω
μου ‘χεις φάει τη ψυχή
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω
φίλοι θα βρεθούμε όλοι μαζί

Αυτή, παιδιά μου, ήταν τότες η μανούλα
ο κήπος ύστερα εγέμισε ληστές
το κοριτσάκι μας το ντύσανε γριούλα
κι απ’ τα κουρέλια φαινότανε οι πληγές

Κι αν μας χτυπάει με μανία και φωνάζει
τη βάζουν άλλοι με συμφέροντα πολλά
τ’ όνειρο που φεύγει την τρομάζει
να αναζητάει μια χαμένη ελευτεριά

Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω, μάνα
στο καμίνι της φωτιάς
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω, μάνα
πες μας πάλι τι ζητάς

Εδώ έχουμε ένα σπουδαίο τραγούδι, από τα ωραιότερα του Γιάννη Μαρκόπουλου, που είναι φανερό πως γράφτηκε στα χρόνια της δικτατορίας και το όνομα «Λένγκω» δεν είναι παρά στολή παραλλαγής για το όνομα της χώρας μας ώστε το τραγούδι να μπορέσει να περάσει αλώβητο τη λογοκρισία. Τελικά, ηχογραφήθηκε μετά τη δικτατορία δύο φορές την ίδια χρονιά (1975). Η πρώτη είναι ζωντανή ηχογράφηση με τον ίδιο τον συνθέτη και η δεύτερη αυτή που ακούμε τώρα. Επέλεξα σκόπιμα τη δεύτερη ηχογράφηση γιατί νομίζω ότι είναι μια από τις κορυφαίες ερμηνευτικές στιγμές της Χαρούλας σ’ έναν καταπληκτικό δίσκο και, μάλιστα, ενώ η τραγουδίστρια είναι πολύ νέα.

Αφιερώνω το τραγούδι στα κορίτσια (της παρέας μας κι όλης της χώρας) που γιορτάζουν σήμερα με την ευχή πάντα να κουβαλάνε την Ελλάδα μέσα τους, όπως στο τραγούδι.

Υ.Γ. προς Ελένη Μπέη: γι’ αυτή την Ελλάδα, ρε γαμώ το, σου μιλούσα προχτές.

Πηγή: Γιάννης Μαρκόπουλος, Ελλάδα (Λένγκω Λένγκω)