Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Οικογένεια Λ. Σφουντούρη

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Μνημόσυνο
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: 18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας (1974))

Οικογένεια Λ. Σφουντούρη

ΛΟΥΚΑΣ [ΕΤΩΝ 55]
ΦΛΩΡΟΥ [ΕΤΩΝ 50]
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ [ΕΤΩΝ 3]
ΙΩΑΝΝΗΣ [ΕΤΩΝ 25]
ΟΛΓΑ [ΕΤΩΝ 20]
ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ [ΕΤΩΝ 14]

ΕΦΟΝΕΥΘΗΣΑΝ ΠΑΡΑ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΩΝ ΤΗ 10-6-44

Άκουσε φίλε,
σ’ αυτό το κενοτάφιο βρίσκεται, μ’ έναν τρόπο, η σύνοψη της τραγωδίας του Διστόμου.
Ο Θεμιστοκλής πιάστηκε όμηρος, με άλλους έντεκα ξωμάχους, από τους Γερμανούς, σαν έφταναν στο Δίστομο, το μαύρο Σάββατο στις 10 Ιουνίου 1944. Λίγο μετά σκοτώσανε την αδερφή του Παναγιώτα που αμέριμνη έβοσκε τ’ αρνιά της στο Βρυόρεμα. Όσο βαστούσε η μέρα μέσα στο χωριό μακέλεψαν οι Ούννοι, νέους γέρους νήπια ζώα κι ό,τι ζωντανό – ανάμεσό τους τον Θεμιστοκλή και τον πατέρα του. Κίνησε η Φλωρού κι η Όλγα, η κόρη της, με δυο μουλάρια –σαν μάθανε τα μαύρα νέα– να φέρουνε τη σκοτωμένη Παναγιώτα τους. Φορτώσανε το πτώμα της και επιστρέφοντας απάντησαν το θάνατο να φεύγει για τη Λειβαδιά συντεταγμένος. Ήταν από τα τελευταία θύματα. Απόμειναν στις γράνες της δημοσιάς, μαζί με τα μουλάρια τους και τη νεκρή τους, θερισμένες από τα πολυβόλα.

Γι’ αυτό σου λέω φίλε,
σταμάτα μια φορά σ’ αυτό το κενοτάφιο της μνήμης.
Άφησε ένα αγριολούλουδο για τους 218 μακελεμένους του Διστόμου και συνέχισε, δρέψε την ευτυχία της ειρηνικής ζωής μας στην Αράχωβα τη νύχτα.

Περνώντας απ’ του Καραϊσκάκη το άγαλμα δείξε του πως θυμάσαι, κλείνοντάς του πονηρά το μάτι.

Από το ποιητικό βιβλίο Από μνήμης (2010) του Γιώργου Χ. Θεοχάρη

Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Σονέτο της θερινής απελπισίας

Μιχάλης Τερζής, Μικρός γιαλός
(τραγούδι: Κώστας Σμοκοβίτης / δίσκος: Τα κορίτσια της Κυριακής (1988))

Σονέτο της θερινής απελπισίας

Τι γυρεύεις, τι θέλεις μη κι εσύ το γνωρίζεις;
Κωνσταντίνος Χατζόπουλος

Το καλοκαίρι επιμένει
γεμίζοντας τις νύχτες πάθος,
μα το μυαλό του μαύρο δάσος
που τρέχουν μέσα απελπισμένοι.

Δεν ξέρει τι να περιμένει,
βέβαιος όντας κατά βάθος,
πως ήταν το χαρτί του άσσος,
μα σε παρτίδα ξοφλημένη.

Μοιραίος της ακινησίας,
μέσα στ’ αλάθητο καρτέρι,
κουνάει το θάμνο της δειλίας,

όπως λαγός τη μαύρη φτέρη.
Ας φύγει πια το καλοκαίρι
να βρει ισορροπία μελαγχολίας.

Από το ποιητικό βιβλίο Από μνήμης (2010) του Γιώργου Χ. Θεοχάρη

Αναστασία Γκίτση, Σύντομη προσευχή

Χάρις Αλεξίου, Προσευχή
(τραγούδι: Χάρις Αλεξίου / δίσκος: Οδός Νεφέλης 88 (1995))

Σύντομη προσευχή

Κι ευτυχώς η ποίηση
σε λίγους μόνο στίχους διασώζει
ολάκερη την θεϊκή ευσπλαχνία…

Στάλαξε λίγη νυχτιά
στην παλάμη μου
να ελευθερώνω
κάθε που θέλω να κλάψω…

Μη με δουν και
με χρεώσουν μ’ αδυναμία!

Besançon / Μάρτιος 2007

Από τη συλλογή Κορίτσι των σκοτεινών δασών (2010) της Αναστασίας Γκίτση

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστασία Γκίτση

Αναστασία Γκίτση, Έλα μου

Μάριος Τόκας & Ανδρέας Νεοφυτίδης, Λεηλάτησέ με
(τραγούδι: Χάρις Αλεξίου & Γιάννης Πάριος / δίσκος: Στη λεωφόρο της αγάπης (1987))

Έλα μου

Άκου… άκου… άκου με…

Έλα μου,
Έλα μου να με κατοικήσεις.
Αδειανό σαρκίο απόκαμε η επιθυμία μου.

Valencia / Αύγουστος 2009

Από τη συλλογή Κορίτσι των σκοτεινών δασών (2010) της Αναστασίας Γκίτση

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστασία Γκίτση

Γιώργος Λ. Οικονόμου, Προς εαυτόν

Γύρισα

Ένα πρωί θα σηκωθώ
χωρίς τσιγάρο κι αναστεναγμό
ήρεμα, δίχως βιασύνες
θα φορτωθώ
όλα τα απαραίτητα υλικά
ένα χαμόγελο, μια καλημέρα
κι ύστερα
μια μια με τη σειρά
όλες του κόσμου
τις κλειδαμπαρωμένες φυλακές
θ’ ανατινάξω.
Φυλάξου!
από σένα θ’ αρχίσω.

Από την επιλογή ποιημάτων Flash back (το οκτασέλιδο του Μπιλιέτου, αρ. 66, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2010) του Γιώργου Λ. Οικονόμου

Νίκος Δόικος, Ανάλογων αντιστροφή

Zülfü Livaneli & Αγαθή Δημητρούκα, Βρύση της Ανατολής
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / δίσκος: Η μνήμη του νερού (2005))

Ανάλογων αντιστροφή

Ροδίζουν οι φωτιές στις παρυφές των Πιερίων
τα δειλινά,
ορίζουν τους ορίζοντές της,
την έκταση του τιμαρίου,
έτσι όπως αρχοντεύει την Λεωφόρο
και πάσαν την Πόλιν,
από τα Ευόσμια όνειρα
ως τις Πυλαίες υπεραξίες
κι από τις Επταπύργιες νοσταλγίες
ως του Πύργου τα δεσμωτήρια,
δεσμώτις κατ’ επιλογήν κι αυτή, ψηλά
στο νεοκλασικό πολυτελές κι ευρύχωρο κελί της,
απ’ όπου ως προφητάνασσα οιωνίζεται,
με κάποιαν οίηση είναι αλήθεια,
τις τύχες των υποτακτικών της:
αν δικαιούνται να ονειρεύονται,
αν θα μπορούν να ελπίζουν,
μήπως ματαίως ξεροσταλιάζουν,
στον ηλιακόν εξώστην από κάτω,
αναπολώντας ράνισμα γαρδένιας,
γιατί καταδικάστηκαν τελεσιδίκως,
οι ανόητοι αρνησίδωροι,
σε ισόβιο διάπλου ιστοσελίδων;

Πόσο πονούν τα δειλινά
στις κορυφές των Πιερίων
– εύφλεκτες υπομνήσεις απουσίας.

Χαράμι κύλησε η ζωή μας.
Ανάλογων αντιστροφή.
Πρόθυμη όταν ενδοίαζα
κι αδιάφορη τώρα που λαχταρώ.

Από τη συλλογή Γενιά του Νοέμβρη (2010) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Φανή Αθανασιάδου, Κυριακή προσευχή

Κυριακή προσευχή

Η ιστορία διέκρινε τις αμυχές στο κορμί της
ό,τι προσπάθησε να περισώσει στο βλέμμα της
ήταν το σκοτεινό του αποχαιρετισμού.
Ξεγέλασε τους γύρω της
με ένα αμήχανο χαμόγελο
και μια περιπαικτική διάθεση
για το απρόσμενο
ή το αναμενόμενο για κείνη.
Όταν γύρισε να δει απ’ το παράθυρο
είχε αρχίσει να χαράζει∙
η νύχτα έδινε τη θέση της στην επομένη
της Κυριακής προσευχής.

Από τη συλλογή Δελτίου καιρού (2010) της Φανής Αθανασιάδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Φανή Αθανασιάδου

Λήδα – Βασιλική Θέμελη, Στο διπλανό φράχτη

Στο διπλανό φράχτη

Στο περιβόλι
φύτεψα αμαρτίες
κι οι αγκαθιές που φύτρωσαν
φρόντισα να μην πληγώσουν
του διπλανού φράχτη

τα τριαντάφυλλα.

Από τη συλλογή Κρίσιμες στιγμές (2010) της Λήδας – Βασιλικής Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Λήδα – Βασιλική Θέμελη

Σταύρος Ζαφειρίου, guarda e passa

Ξενάγηση με drone στο στρατόπεδο του Άουσβιτς

III. guarda e passa

Πώς εκπληρώνει κανείς το καθήκον του; Θέλω να πω: πώς κάνει πράξη απρόβλεπτη το προσχεδιασμένο; Λίγο με νοιάζει ό,τι διδάσκεται γι’ αυτό ή όσα οι αγυρτείες της ανάγκης συμβουλεύουν. Λίγο με νοιάζει η γνώμη (η πεποίθηση) νόθων συλλογισμών.

Θέλω να πω: με ποιον ώμο μπορεί να σπρώξει κανείς, να σωριάσει κανείς σε ερείπια το επόμενο τείχος; Με ποιο πέλμα μπορεί να σκορπίσει τ’ οδόφραγμα και τους σάκους της άμμου στο πιο κάτω σημείο ελέγχου; Με ποιο τρόπο μπορεί ν’ αφαιρέσει κανείς το πράσινο χρώμα από τις θλιβερές γραμμές της εγκατάλειψης;

Κατακτημένη πόλη, κατεχόμενη πόλη, πόλη κομμένη στα δυο, συρματοπλέγματα, ουδέτερη ζώνη, συρματοπλέγματα, κόκκινη οβάλ σφραγίδα εισόδου, γαλάζια τετράγωνη σφραγίδα εξόδου. Χαρτιά.

Ένας άντρας διαβάζει την πύλη του Άουσβιτς.
Διαβάζει ψηλά, στην πύλη του Άουσβιτς,
το καλαίσθητο, σφυρήλατο κύμα.
Περνά επιτέλους την ανοιχτόκαρδη
πύλη του Άουσβιτς
και πιάνει αμέσως δουλειά.
Ξέρει καλά πως η δουλειά απελευθερώνει∙
αυτός είναι ο λόγος που πιάνει αμέσως δουλειά.
Φωτογραφίζει:
τα σύρματα, τους προβολείς, τα φυλάκια,
τους χαλικόστρωτους δρόμους,
τα φροντισμένα κτίρια με τα νούμερα
και το κόκκινο τούβλο,
τον τοίχο των εκτελέσεων, τις κεραμοσκεπές,
το σιδερένιο Π του ικριώματος∙
αλλάζει φακό, φωτογραφίζει:
στις βιτρίνες τις τούφες των μαλλιών,
τις βούρτσες των δοντιών και τις βούρτσες ξυρίσματος,
των παπουτσιών τις στοίβες,
τις βούρτσες γυαλίσματος, τα γυαλιά,
τις θήκες των γυαλιών,
τις χτένες των αντρών, τα χτενάκια,
τις βούρτσες των μαλλιών,
τ’ ακριβά δαντελένια ριπίδια,
τις ομπρέλες του ήλιου∙ φωτογραφίζει,
στις βιτρίνες φωτογραφίζει:
τους ξύλινους βραχίονες, τους ξύλινους πήχεις,
τις ξύλινες κνήμες των αναπήρων,
τις σκουριασμένες ομπρέλες της βροχής,
τις σκουριασμένες λεπίδες ξυρίσματος,
τις βαλίτσες με τ’ άσπρα ονόματα,
τις ριγωτές ασώματες στολές,
τις τρομαγμένες φωτογραφίες των Häftlinge,
τον τρομερό στικτό τους αριθμό,
τους κοιτώνες, τα στρώματα από τσουβάλι και άχυρο,
τα σκεύη μαγειρικής και τα υπολείμματα
της τροφής στα τσίγκινα πιάτα∙
αλλάζει φακό, φωτογραφίζει,
χωρίς να έχει διόλου κουραστεί φωτογραφίζει:
τα υπόγεια κελιά της τιμωρίας,
τον θάλαμο αερίων, τον προθάλαμο,
τους άφθαρτους πάγκους των ρούχων,
τα δίδυμα φουρνάκια από χάλυβα και πυρίμαχο τούβλο∙
φωτογραφίζει, χωρίς να έχει διόλου κουραστεί
φωτογραφίζει,
χωρίς να έχει αντιληφθεί ή δίχως
να έχει ακριβώς συνειδητοποιήσει
πως οι εντολές μεταγωγής και οι λίστες πορείας,
τα υπερπλήρη δρομολόγια των τραίνων
και τα στοιχεία συσκευασίας του Zyklon-B
είναι γραμμένα σε στίχους∙
λυτρωτικούς, φλογερούς, τολμηρούς
ανομοιοκατάληκτους στίχους.

Φωτογραφίζει, φωτογραφίζει, αλλάζει φακό,
αλλάζει μπαταρίες,
φωτογραφίζεται,
μπροστά στα φουρνάκια φωτογραφίζεται,
με την πρέπουσα βεβαίως συνθήκη του χώρου,
ολόκληρη η μνήμη της φωτογραφικής μηχανής φορτωμένη
από αυτή την ψηφιακή βεβαιότητα της συνθήκης του χώρου,
της συνθήκης του άπρεπου χτες
και της συνθήκης του πρέποντος σήμερα,
ενός ολόκληρου χτες και ενός ασυμπλήρωτου σήμερα,

όπου η καμένη σάρκα της ιστορίας θα εκτυπωθεί,
μετά την εξαήμερη εκδρομή,
στην υψηλή ανάλυση των οχτώ μεγαπίξελ.

Από το ποιητικό βιβλίο Ενοχικόν / ο μονόλογος ενός δράστη (2010) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Νίκος Δόικος, Μιας ανάσας ταξίδι

Νίκος Πορτοκάλογλου, Ταξίδι
(τραγούδι: Νίκος Πορτοκάλογλου & Φατμέ / δίσκος: Ταξίδι (1988))

Μιας ανάσας ταξίδι

Χρόνια λησμονημένα,
χαραγμένα στο κατάρτι για υπενθύμιση,
ο δύσμοιρος,
ξεχασμένος στις θάλασσες,
απάνεμο λιμάνι,
προορισμόν οριστικόν αναζητούσα,
στην αλληλουχία των αστερισμών
και στα εφήμερα λιμανάκια του κόσμου.

Κι αυτό ήταν πάντα πλάι μου.
Μα τόσα χρόνια πλάι μου.
Στου τύμβου τα ριζά και στην σκιά
του βησαλόδετου επταπύργιου.
Κατά τα μέρη της φωτιάς και των σκιών.

Τόσο κοντά. Τόσο μακριά.
Μιας ανάσας ταξίδι.

Από τη συλλογή Γενιά του Νοέμβρη (2010) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Χλόη Κουτσουμπέλη, Η κιβωτός

Στάμος Σέμσης & Μιχάλης Μπουρμπούλης, Η νύχτα έχει όνομα
(τραγούδι: Ανδρέας Καρακότας / δίσκος: Γενναίοι έρωτες (1997))

Η κιβωτός

«Θέλω» της είπε «να φτιάξω μία κιβωτό.
Θα κλείσω μέσα σε ζευγάρια όλα τα είδη της αγάπης μου.
Τα παχύδερμα απογεύματα χωρίς εσένα
που περπατούν αργόσυρτα
τινάζοντας τις προβοσκίδες στον αέρα
τις αγριόχηνες των φιλιών
που ποτέ δεν άγγιξαν τα χείλη μου
τις λαίμαργες ύαινες του πόθου μου
τους σκορπιούς της απουσίας σου».
Αυτή χαμογελούσε τρυφερά, όπως νανουρίζουμε τον πόνο.
«Αχ εσείς οι ποιητές», αναστέναξε βαθιά,
με τα μαυσωλεία ποιήματα κοροϊδεύετε τον χρόνο».
Έβγαλε το μαύρο της φουστάνι,
κι όλο το τώρα κύλησε μεταξωτό στο πάτωμα.
Και ύστερα τον οδήγησε στην πιο αρχαία κιβωτό,
στο ολόγυμνό της σώμα.

Ανέκδοτο ποίημα της Χλόης Κουτσουμπέλη (δημοσιεύτηκε στη σελίδα της ποιήτριας στο Facebook στις 2 Ιουλίου του 2010)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Ενοχή

Ενοχή

Ένοχη, το ομολογώ.
Το τελευταίο ποίημα το έγραψα για σένα.
Ελαφρυντικά μου η βροχή,
τα ατέλειωτα τσιγάρα, το αλκοόλ
ίσως και το κορμί σου
ως ανάμνηση αυτού που δεν υπήρξε.
Στην πραγματικότητα έγραφα για τα άλλα
για εκείνη την ιστορία με τον Κήπο, τα μήλα
την εκδίωξη
για το ότι δεν τόλμησες
δεν έμαθες
δεν ρώτησες.
Κι έτσι χθες βράδυ, το ομολογώ
για σένα έγραψα έναν στίχο
γυμνό και λυπημένο
σ’ αυτό το μουτζουρωμένο πάντα ημιτελές
ποίημα της ζωής μου.

Ανέκδοτο ποίημα της Χλόης Κουτσουμπέλη (δημοσιεύτηκε στη σελίδα της ποιήτριας στο Facebook την 1η Ιουνίου του 2010)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη: Αισιοδοξία II

Αισιοδοξία ΙΙ

Θα ξαναβρεθούμε κάποτε.
Θα φοράς το πρόσωπό σου
και την γκρίζα καμπαρντίνα,
θα φυσάει ανάλαφρα
όπως σ’ εκείνη μας την βόλτα
(θα περπατάς στο κάτω πεζοδρόμιο
κι εγώ πάντα στο πάνω
για να μπορώ λιγάκι να σε φτάνω).
Οι κυνηγοί θα γίνουν δέντρα,
οι κόκκινες αρκούδες παπαρούνες
ασφόδελοι θα πετούν ανάμεσά μας
τα αρχαία ερείπια
θα γεμίσουν γύρη
μια πάχνη θα σκεπάσει το φιλί μας.
Τα χείλη σου ζεστά.
Ύστερα εσύ δεν- θα τελειώσει αυτό
Κι εγώ δεν- θα φύγει αυτό
δεν θα σου στείλω μήνυμα
ότι δεν θέλω να σε χάσω
(ο αέρας πάντα παρασέρνει τα μηνύματα
γι αυτό άδεια φύλλα σέρνονται στους δρόμους)
στην Ανταρκτική λιώνει ένας σβώλος χιόνι
κι αλλού μία ήπειρος βουλιάζει στο κενό.
Στην αρχαία αγορά ένας άντρας, μια γυναίκα
περπατούν χαρούμενοι
ανυποψίαστοι για ό,τι θα συμβεί.

Αδημοσίευτο ποίημα της Χλόης Κουτσουμπέλη (14 Μαΐου 2010)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Αισιοδοξία

Αισιοδοξία

Ναι οι καιροί με τα μαύρα άλογα
που καλπάζουν το σκοτάδι
θα περάσουν και θα φύγουν
ελάφια θα ξαναγεννηθούν
στις άκρες των δαχτύλων
κόκκινα χείλη
θα στροβιλίσουν μέσα τους την γη.
Κι εσύ θα μ’ αγαπήσεις.
Λίγο πριν το χιόνι
λευκό και κρύο
καλύψει τα κουφάρια
που στοιβάχτηκαν στην πόρτα μας.

Αδημοσίευτο ποίημα της Χλόης Κουτσουμπέλη (14 Μαΐου 2010)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Η φωτογραφία

Γιάννης Ζουγανέλης & Αντώνης Πανταζής, Φοβάμαι
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Φοβάμαι (1982))

Η φωτογραφία

Ενώ είμαστε μαζί αγκαλιασμένοι
(απόδειξη το χέρι σου στην πλάτη μου)
φυσάει αγέρας, φορώ ένα γκρι παλτό,
φύλλα στροβιλίζονται και πέφτουν
«για πάντα δικός σου», ψιθυρίζεις
ενώ στο φόντο πίσω φαίνονται τα κάρβουνα
τα λευκά άλογα
ο λάκκος με τους νεκρούς
το δέντρο με τα κεφάλια στα κλαδιά
η σιωπηλή διαδήλωση στους τάφους
οι άνθρωποι με τα κεριά
που πενθούνε βουβά
ενώ βρέχει σκοτάδι,
κι ενώ όλα αυτά συμβαίνουν,
από την φωτογραφία
χάνεται το πρόσωπό σου
κι αυτή η απώλεια,
τόσο μικρή μέσα στο νεκρικό Σύμπαν
που μας τυλίγει,
αυτή ακριβώς η ασήμαντη απώλεια
είναι που προσδίδει στην φωτογραφία
την αναντικατάστατη αξία
του οριστικά χαμένου.

Αδημοσίευτο ποίημα της Χλόης Κουτσουμπέλη (5 Μαΐου 2010)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Ευχαριστώ πολύ την αγαπημένη μου φίλη τη Χλόη που μου εμπιστεύτηκε το ποίημα μόλις το έγραψε. Το δημοσιεύω αμέσως γιατί κρίνω πως εκφράζει το πνεύμα των τελευταίων ημερών από κάθε άποψη.