Νίκος Δόικος, Το φάντασμα της φυλακής

Jimmy Page & Robert Plant, That’s the way (by Led Zeppelin / album: Led Zeppelin III (1970))

Το φάντασμα της φυλακής

Έρχεται πάλι
και ξανάρχεται,
ώρες βραδινές,
τότε που οι αντιστάσεις
και τα ευτελή προσχήματα λυγίζουν,
σαν θρόισμα, σαν χάδι,
μέσ’ απ’ τα πέτσικα καραγάτσια της φυλακής,
και στοιχειώνει τη σκέψη μου.

Με μεθάει,
με τον αποσταγμένο
γλυκασμό της ιστορίας μας,
κι ακροβατώ
πάνω σε μύριες υποθέσεις,
τα «εάν» σειρές αμέτρητες,
τα «μήπως» σαν τα «ίσως» άπειρα,
κι αναζητώ στα φυλαγμένα μου βινύλια
παρηγοριά του Robert Plant κολορατούρα,
να μου θυμίζει, να με πείθει, ενδεχομένως,
με κείνο το ουράνιο «That’s the way»,
πώς έτσι κάπως έπρεπε να γίνει…

Δοκιμασμένο κόλπο, ξέρεις,
απλώς για να ζυγιάζονται
ο Χρόνος με τα Αισθήματα
(ανάγκη βασική των κρατουμένων),
οι ελπίδες ν’ αβγατίζουν
και τα χρόνια να κυλούν.

Αλλά τα κόλπα μισερά
αντέχουν λίγες μέρες.
Κι εκείνη, η αθεόφοβη,
σαν δεν νογάει από τέτοια,
έρχεται πάλι
και ξανάρχεται
και φτου κι απ’ την αρχή το πανηγύρι.

Από τη συλλογή Γενιά του Νοέμβρη (2010) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Το τείχος

Το τείχος

Στην Οδό Πλιθινότειχους ανασκουμπώνονται
για την τακτική επιθεώρηση των Οίκων.
Βικτωριανά αετώματα καλλωπίζονται,
δείκτες εξωραΐζονται σε τοξικές συσκευασίες,
δάνεια δελεαστικά στις προθήκες,
οι φυλές των επισφαλών κρυμμένες καλά,
πίσω, στη σκοτεινή πλευρά του τείχους,
ωσεί παρούσες, ανεκτές παράπλευρες απώλειες,
εγγυημένες αποπληρωμές,
λαθραία όνειρα, σιγαστήρες στεναγμοί,
πάντως επενδυτική των αισθημάτων συστολή,
ώσπου να φύγουν οι επίτροποι χαρούμενοι,
ως την εξόφληση
και τη λαμπρή δεξίωση των μετόχων.

Μόνο που χθες συνάχτηκαν πολλοί
στη σκοτεινή πλευρά του τείχους,
πάρα πολλοί,
και βάλθηκαν, πρώτη φορά, να εξετάζουν
το σαθρό αρμολόγημα,
των πλίθων τη φθορά,
πρώτη φορά, να λογαριάζουν
του τείχους τη χρησιμότητα.

Από τη συλλογή Γενιά του Νοέμβρη (2010) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Πρώτη πράξη

Πρώτη πράξη

Χθες έβρεχε και φύσαγε όλη νύχτα.
Ασταμάτητα.
Ήχοι ξυλόφωνου, με ρυθμική ακρίβεια τους ντερέδες,
σε κοντραπούντο με των υδρορροών το στάλαγμα,
οι αρπισμοί πιανίσιμο στα κεραμίδια,
στα καραβόλια κάγκελα η κεραία
με δοξαριές απίθανες έπαιζε τρίλιες,
βιόλα στα χέρια του βοριά βαρύθυμη,
κάποιο παντζούρι ξεχασμένο ανοιχτό
γκραν κάσα που αψηφούσε τον ρυθμό,
κι ένα βιρτουόζικο κλαδί που σύριζε στο τζάμι,
για δέκα μέτρα όμποε, για δώδεκα φαγκότο,
πιασμένο στην διεύθυνση της ανεμοριπής,
ο πλάτανος βαρύτονος, η λεμονιά σοπράνο
και μια κοντράλτα χαραμάδα στο παράθυρο
θεσπέσιες εκτελούσαν τριφωνίες ως το χάραμα.
Ώσπου ξεχείλισαν τα φρεάτια της Αιόλου
και των αμφίβιων οδηγών τα κόρνα τα ανυπόμονα
έκλεισαν με φορτίσιμο, πρωί, την πρώτη πράξη.

Από τη συλλογή Γενιά του Νοέμβρη (2010) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Παραμύθι

Παραμύθι

Μια φορά κι έναν καιρό,
μια Χαρά και δυο Τρομάρες
ανταμώσανε τυχαία
σε κάποιου φουκαρά τη μέρα,
και κουβέντα την κουβέντα
φούντωσε καβγάς ποιος είναι,
περισσότερο απ’ τον άλλον,
χρήσιμος για τους ανθρώπους,
προσφιλής και τιμημένος.

Η Χαρά να αραδιάζει
άρχισε με μιας τις χάρες
τις δικές της, που κοστίζουν,
όπως είπε, ακριβά,
περιζήτητη πως είναι
ότι σπάνια τη νιώθουν,
γιατί δεν γνωρίζουν οι έρμοι
πού να ψάξουν να τη βρουν,
επαγγέλματα που ζούνε
απ’ εκείνη και τ’ αδέρφια της,
την Έξαρση, τον Οίστρο,
Ευτυχία κι Ευφροσύνη.

Οι Τρομάρες αντιτάξαν
πόσον ωφελεί ο φόβος
τους ανθρώπους και τους κάμνει
πιο σοφούς, τους ωριμάζει,
πόσο πιο δημοφιλείς αρχίσαν
να ’ναι τώρα τελευταία,
σε οθόνες και σε στίβους,
τις πολλές δουλειές που ζούνε
απ’ εκείνες και τ’ αδέρφια τους,
τον Φόβο, την Λαχτάρα,
Δυστυχία και Ζημία
(απ’ των άλλων τη ζημία
φυσικά).

Ξάφνου να σου ανάμεσής τους
η γνωστή τους Χαρμολύπη,
πρόθυμη μεσολαβήτρα,
μάνα στις διαιτησίες,
για να τις καθησυχάσει
αποφαίνεται με ζέση
πως χωρίς Χαρά καθόλου
δεν φαντάζουν οι Τρομάρες
κι εντελώς χωρίς Τρομάρες
πάει το γούστο της Χαράς,
πως το ίδιο και οι τρεις τους
είναι πάντοτε μοιραίες,
ώστε νόημα να έχουν
και η μία και οι δυο τους,
ότι ζωή μόνο χαρές
ή ζωή μόνο τρομάρες
θα ’ταν πλήξη διαρκείας
κι άβυσσος απελπισίας.

Και με την ορθοκρισία
κατορθώνει και τις πείθει
απαραίτητες πως είναι
και οι τρεις για τους ανθρώπους,
κι αποφάσισαν ασμένως
φίλες να γενούν για πάντα
και ν’ αποδεχτούν τη μοίρα
εκ περιτροπής να υπάρχουν,
τους θνητούς να δασκαλέψουν
όταν τους ρωτάν «πώς είσθε;»
ν’ απαντάνε χωρίς φόβο
«μια χαρά και δυο τρομάρες».

Από τη συλλογή Γενιά του Νοέμβρη (2010) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Οι δρόμοι

Οι δρόμοι

Πρώτος Δρόμος: δείξαν αριστερά
τις σκάλες Ποτέμκιν, διακόσια
σκαλοπάτια να κατρακυλήσει
το καροτσάκι της Πρωτοπορίας,
το ξαπλωμένο πέτρινο λιοντάρι να βρυχάται,
η ομίχλη να σκεπάζει τις αστραπές
πέρα στους κήπους με τα χάλκινα
συμπλέγματα των εργατών και τα σίδερα,
εκεί που θάψαμε την δακρυδόχο
πατώντας την στριφτά στο κοκκινόχωμα.

Δεύτερος Δρόμος: φάνηκε αριστερά,
προς το βασίλειο της γενιάς του Αρνούλφου,
Ναΐτες τραπεζίτες να κονταρομαχούν
με την Ηγεμονία,
δίπλα, στου Πάδου τα λιβάδια,
οι προτομές του Όλμο και του Αλφρέντο,
κει που ξεχάσαμε τ’ αμπέχονο
με τα παράνομα ραμμένα στη φόδρα.

Τρίτος Δρόμος: αριστερά παρακαμπτήριος
και δεξιά μεθοδικά,
φαβιανές πινακίδες να ρυθμίζουν
την κυκλοφορία και τις αναδιανομές,
στις αυλές των Οίκων Αξιολόγησης,
αντί προτομών, προβολές εικονικής πραγματικότητας
των Διαχειριστών της Χρονιάς,
εκεί που, ώριμοι επιτέλους και νηφάλιοι,
κερδίσαμε κουπόνι μετοχής
σε κλήρωση γι’ απόδραση λιγόλεπτη
στην φοινικόνησο του εμιράτου.

Δρόμοι που χαράξαν οι θεοί
—γεωγλυφικά της Νάζκα—
στρωμένοι πλατανόφυλλα μανιφέστα,
χρώμα οκτωβριανής οξείδωσης,
τρεις τέσσερες χρυσές ανταύγειες,
εδώ κι εκεί.

Κάποτε συμφωνήσαμε
να λιώσουμε το μέταλλο των κανονιοφόρων
και να στήσουμε στηθαία στέρεα,
σε δρόμους δικούς μας ανάριθμους,
ευρύχωρους για των πολλών τις ιδιοτροπίες,
η χάραξη καταδική μας,
κι ας είναι καταδίκη μας,
κι οι στροφές ανοιχτές
σαν τις αγκαλιές μας.

Από τη συλλογή Γενιά του Νοέμβρη (2010) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Ο λόγος

Ο λόγος

Ανάμεσα Γκιγκιλίνη
και Βασιλέως Γεωργίου,
λεπτή φιγούρα
στα μαύρα,
μαλλιά αφημένα—παιχνίδι
της αύρας του Θερμαϊκού,
τα μάτια να ρευστοποιούν τις αποστάσεις,
και κείνα τα χείλη
αδρές, κόκκινες
πινελιές του Botticelli.

Ανάμεσα Lion’s Den
και Riverside Drive,
σε κάθε πόλη και σε κάθε μου ταξίδι,
ακολουθώ, μ’ ακολουθεί, δεν ξέρω πια,
πάντα τον ίδιο αστερισμόν αναφοράς,
ο ίδιος πάντα λόγος
που ’χει νόημα το ταξίδι.

Από τη συλλογή Γενιά του Νοέμβρη (2010) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Ο κόλπος του κομήτη

Ο κόλπος του κομήτη

Συγκεντρώθηκαν όλοι στη Μεσογαία
για την συμφωνημένη, με φρυκτωρίες, σπονδή.

Συϊόνες, με κράνη δικέρατα, σπαθιά σιδερένια
και ξύλινες στρογγυλές ασπίδες,
όλο χάλκινα ελάσματα και ομφαλούς,
οδηγώντας πυκνόμαλλα θηλαστικά.

Δρυΐδες από γένη κελτικά,
σοφοί και καλλίφωνοι,
κομίζοντας ριζοφόρα δενδρύλλια
και ποιήματα σκαλισμένα σε πόρτες αργυροκασσίτερου.

Σκύθες ιπποτοξότες, με σκούφους μυτερούς,
ασπίδες ημισεληνόσχημες από λυγαριά και δέρμα,
πρόθυμα κουβαλώντας κάνιστρα κάνναβης.

Σαλαγασσοί και Τυρρηνοί, λαοί της θάλασσας,
πολύχρωμες οι ασπίδες, χιτώνες κυανόλευκοι,
χρυσόχρωμα τα κρόσσια να ποδογυρίζουν,
κρατώντας προσεκτικά,
απλωμένα στις κερκίδες,
φύκια πολύτιμα δυναμωτικά.

Νούβιοι μισθοφόροι μεγαλοπρεπείς,
συνοδεύοντας γαζέλες λυγερόκορμες
που χοροπηδούσαν γύρω τους με χάρη.

Βουσμάνοι του λαού των Σαν
καλάθια ζαλωμένοι καλαμένια,
γεμάτα τανταλίτη
των παρόχθων του Ζαμβέζη ορυχείων.

Κουράκα ευγενείς από το Κούσκο,
φορώντας σκούφους με παρωτίδες χρυσοκέντητες,
ολόχρυσα περικάρπια καταλάμποντα
—ήλιοι φορητοί,
φυλαχτά και υπομνήσεις— φέροντας
με τους δείκτες περασμένους σε κρικέλια μπρούντζινα,
ζυγαριές ισοσκελείς κι ένα μολύβδινο αλφάδι.

Ιερείς του Πετέν, με καλύπτρες φτερωτές, περίτεχνες,
ο πρώτος ρυθμικά παίζοντας τύμπανο
από όστρακο χελώνας σκαλιστό και γυαλισμένο,
ο δεύτερος ριπίζοντας βεντάλια από φτερά κουεψάλ
κι ο τρίτος, ο μικρότερος, ο πιο ηλιοκαμένος,
στον ώμο καμαρώνοντας σφιχτόπλεκτο ταγάρι κρεμαστό,
γιομάτο αλάτι πεντακάθαρο από το Γιουκατάν.

Αβορίγινες στιγματισμένοι ωχροκόκκινης μοίρας
—ελεύθερες γραμμώσεις σαν χαρακιές άνυδρης γης—
βαστάζοντας πήλινους κύλικες μεστούς πολύχρωμες κονίες,
καλές για χρώματα ζωγραφικής και γιατροσόφια.

Λύκιοι μισθοφόροι κραδαίνοντας αμφίλοχα ακόντια
και περίεργες, αστραφτερές σμίλες και σφύρες,
μαχητές μαζί και μαΐστορες ορθίων λαξευμένων τάφων.

Ινδοί πεζοτοξότες ζωσμένοι παλίντονα τόξα,
περασμένα διαγωνίως απ’ τους ώμους ως τα ισχία,
ευθυγραμμίζοντας με βουκέντρες φιλντισένιες
βόες καλοθρεμμένους.

Πολέμαρχοι του Λουνγκ Σαν ντυμένοι στο μετάξι,
άγριοι χρυσοκέντητοι δράκοι ν’ ανεμίζουν
κι οι μούλοι φορτωμένοι μελανόμορφα αγγεία,
σειρές μικροτεχνήματα κι άσωστες εφευρέσεις.

Πρέσβεις των βασιλιάδων της Σριβιτζάγια,
θαλασσοπόροι του ανατολικού αρχιπελάγους,
ισορροπώντας στον ώμο τον δεξί ξυλόγλυπτους
αμφορείς, που ξεχείλιζαν καμφορά και ρητίνες.

Σουμέριοι γέροντες, ιερείς-αστρονόμοι,
παραμάσχαλα αγκαλιάζοντας, προσεκτικά,
αστερισμών σκαριφήματα
και μαθηματικά θεωρήματα,
σύμβολα σφηνοειδή εξηκονταδικού συστήματος,
εγχάρακτα σε πλάκες χονδροκόκκινου πηλού,
που μοσχοβολούσαν ισορροπία και ήθος αιώνων.

Λαγέτες και Τελεστές
από την Πρόσυμνα και την Εύτρηση,
αχθοφορώντας λιθόγλυπτες κύμβες θαυμάσιες,
γεμάτες θεσμίσεις και κλώνους ελιάς.

Και τα δώρα τοποθετήθηκαν όλα με τάξη στον πρόδρομο.
Στην θέση του, στην ρίζα του βωμού την ανατολική,
το χάλκινο ευρύστομο σφαγείον, τα σφάγια στη σειρά.
Και είδαν όλοι και συμφώνησαν
πόσον ο Κόλπος του Κομήτη
—η ευλογία της Μεσογαίας—
ήταν ήρεμος και κρυστάλλινος,
πως δεν του έπρεπε θυσία, πως αρκούσε η σπονδή,
και παρά τις ετερότητες
και τις γλώσσες με τα πολλά σύμφωνα,
τραγούδησαν μαζί και χόρεψαν σε κύκλους ομόκεντρους,
και το αμφιθέατρο των ζώων και των φυτών
αντηχούσε ιαχές χαράς και θρόους αρμονίας.

Και κράτησαν οι αιώνες
ως τα χρόνια της Έπαρσης,
ώσπου, καθώς μου λεν οι μεσοκράτορες,
ξαναμαζεύτηκαν στην Μεσογαία
για την διαδικτυακώς συμφωνημένη αυτοψία.

Πρέσβεις ενεργειακών αγκυλώσεων.

Τεχνοκράτες υποθαλάσσιων υποσχέσεων,
με βαθυσκάφη και συστήματα ακριβούς καταγραφής
συντεταγμένων ακριβών κοιτασμάτων.

Υπερμονοπώλια παραγωγής λογισμικού
βουτηγμένα ως το λαιμό στη φιλανθρωπία.

Μόδιστροι συντηρητές πολύχρωμων προσχημάτων.

Ιδιοκτήτες συμπαντικής αλυσίδας ταχυφαγείων,
φέροντας δίσκους επάργυρους κατάφορτους εδέσματα
μαγειρεμένα σε χρόνους μελλοντικούς.

Συντάγματα οικονόμων τεχνητής νοημοσύνης.

Βιομήχανοι Εναλλακτικής Υγείας φορτωμένοι
ελιξίρια σκευάσματα και νευρομορφικούς εγκεφάλους
παντός καιρού
φυλαγμένους σε ψηφιακές θερμοκοιτίδες.

Αόρατοι-stealth κατασκευαστικοί κολοσσοί,
εξειδικευμένοι στις από αέρος κατεδαφίσεις,
στις άμεσες ανακατασκευές και ανασυγκροτήσεις.

Και τα δώρα τοποθετήθηκαν όλα με τάξη στον πρόδρομο.
Στην ρίζα του βωμού την ανατολική,
αντί του χάλκινου ευρύστομου σφαγείου,
ένας ευρύστομος χαλύβδινος αγωγός
ξερνάει αίμα.
Ο Κόλπος του Κομήτη αναστενάζει.
Ανοιχτή καρωτίδα,
αιμορραγία ακατάσχετη.
Αίμα πηχτό ασφαλτώνει τις αμμουδιές.
Ρόγχος επιθανάτιος της Έπαρσης.

Και το αμφιθέατρο των φυτών και των ζώων
εσίγησε.
Μονάχα οι ακακίες σιγοτραγουδούν ακόμα,
αργόσυρτα και ρυθμικά:
τα λίγα τρέφουν τα όνειρα
κι η σπάνη τις χαρές.

Από τη συλλογή Γενιά του Νοέμβρη (2010) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Μεταρσίωση

Μεταρσίωση

Θα γίνω καλάμι
στις εκβολές του Αξιού,
εκεί που ο Πρέσπας γίνεται Βαρδάρης
και σαρώνει τα δύσκαμπτα,
να παίζω με τις φουρτούνες,
να ξεφαντώνω με την παραφορά,
να γιορτάζω με τ’ αυθόρμητα.

Θα γίνω τρούλος της Περιβλέπτου,
να στρογγυλεύω τις ριπές του Σορόκου,
την ανάσα της Ανάφης,
με την πλινθοπερίκλειστη παρειά μου.

Θα μάθω να ζω με τα γήινα,
τα υδάτινα και τ’ αέρινα,
να θωρώ την απώλεια,
μεγαλοπρεπή και εύθραυστη,
σε κάθε εικόνα της Μεσονησιώτισσας,
ν’ αφουγκράζομαι την ευγένεια
σε κάθε ψίθυρο φύλλου,
ν’ αγγίζω την ωραιότητα ταξιδεύοντας
σε πόλεις — στίβους μαραθωνίων,
ν’ απολαμβάνω το άρωμα
στην αύρα της μοσχοϊτιάς,
να γεύομαι την γλυκύτητα
στις πηγές του ασβεστόλιθου,
τ’ αποστακτήρια του Χειμώνα,
μπας και μπορέσω να ξορκίσω
τις πληγές της Άνοιξης.

Από τη συλλογή Γενιά του Νοέμβρη (2010) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Μαθήματα πολιτικής οικονομίας

Μαθήματα πολιτικής οικονομίας

Το ΚΕΠ —Καθαρό Εγχώριο Προϊόν—
ισούται με το σύνολο των αγαθών
αντίδωρων του μόχθου των ανθρώπων,
σωματικού, πνευματικού και πάντα ψυχικού.

Το ΑΕΠ —Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν—
προκύπτει όταν προσθέσουμε στο ΚΕΠ
φανερωμένες «χορηγίες προεκλογικές»
εξ ού και Ακαθάριστο, δηλαδή ακάθαρτο.

Δημόσιο Χρέος συνιστά
της κοινωνίας χρέος ηθικό να μεριμνά
για την ζωή των αδυνάμων.

Το Χρέος Κυριαρχίας (Sovereign Debt)
είναι συνάρτηση πολλών ενδεχομένων:
πόσο συχνά καταλαμβάνονται
θέσεις σταθμεύσεως ΑΜΕΑ,
ή πόσα δώρα εισπράττονται
για εκτέλεση καθήκοντος,
πόσο συχνά, αντί οφειλόμενης προσήλωσης,
δημοσιοϋπαλληλικής,
στις υποθέσεις πολιτών-εργοδοτών,
προτιμάται μια βόλτα χαλαρή στην αγορά,
την ίδια που θα δικαιούται κάποτε
η καλύπτουσα την απουσία συνάδελφος,
εν γένει, όσα ξεδιάντροπα περιφρονούν
των άλλων τα δικαιώματα
και όσα προάγουν την στυγνή
ατομική κυριαρχία,
εξ ού και Χρέος Κυριαρχίας.

Έλλειμμα Γενικού Προϋπολογισμού προκύπτει
όταν τα έσοδα των σχολείων και των σχολών
υπολείπονται των δαπανών της σχόλης,
όταν τα δάση αφανίζονται απ’ τον θόλο-αναπνοής
φυτών και ζώων,
όταν το βόλεμα του καθενός με πείσμα επιδιώκεται
προ του υπολογισμού των αναγκών της Πόλης,
εξ ού και Έλλειμμα προ-υπολογισμού.

Από τη συλλογή Γενιά του Νοέμβρη (2010) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Καλειδοσκόπια

Καλειδοσκόπια

Σιμώνει Άνοιξη,
ύστερ’ από δεκαετίες χειμερίου θαύματος.
Κόσμος πολύς στις πλατείες ξεμουδιάζει.
Συμπεράσματα απλωμένα στον ήλιο.
Πλειοψηφικές ευωδιές.
Φρέσκες γνωριμίες, χειραψίες,
προθέρμανση για το μεγάλο άλμα.
Καιρός να χαρούμε, να γελάσουμε.
Κι αν κλάψουμε για τις δημαγωγίες του Χειμώνα,
δεν πειράζει.
Καλά μες απ’ τα δάκρυα μόνο βλέπεις την Αλήθεια
— δάκρυα καλειδοσκόπια των αληθινών,
σαν τα λόγια των παιδιών και του κρασιού.

Από τη συλλογή Γενιά του Νοέμβρη (2010) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Κάθαρση

Κάθαρση

Πουλιά δεν πετάξαν όλη μέρα.
Των ρύπων οι συγκεντρώσεις
ξεπέρασαν τα όρια ασφαλείας.
Αιτία η αποτέφρωση πολιτικών πτωμάτων,
που φόρτωσε τον θόλο μ’ αέρια τοξικά.
Κανείς δεν ανέλαβε την ευθύνη της εκατόμβης.
Μόνο κάτι παράθυρα στις εκπομπές διακήρυξαν
πως «… τώρα ο αγώνας δικαιώνεται».

Αλλάζουμε… Διαφάνεια και Κάθαρση.
Αλλάζουμε… Με καταδίκες κορυφής,
και πάλι, διέλαθε η ενοχή της βάσης.
Σε λίγο θ’ αναδείξουμε τους νέους ηγέτες,
απ’ τον ιδανικό μας μέσον όρο,
θα τους αποθεώσουμε, θα μας βολέψουν
ως την επόμενη εκατόμβη.

Φαντάζει βολικά κυκλοτερής η πολιτεία μας.
Σαν τους χορούς,
τον νόστο των πουλιών
και τις Κυκλάδες.

Από τη συλλογή Γενιά του Νοέμβρη (2010) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Η πληγή

Η πληγή

Δεν είχα υπολογίσει,
ο έρμος καρτεσιανός,
πόσο βαθαίνει αδιάκοπα η πληγή,
κι ακόμα,
όταν για λίγο επουλώνεται,
σαν φεύγω με τις έγνοιες,
πόσο επώδυνα και πάλι ανοίγει,
από τα δώρα τα ενθύμια,
κάτι παλιές φωτογραφίες,
τα hits του Dylan και του Winwood,
και πιο πολύ
κάθε Δεκέμβρη,
όταν οι μνήμες τρελαμένες ζωντανεύουν
εκείνη τη βραδιά τη μαγική,
στο παραπύργιο άλσος των σκιών,
τότε που, χέρι χέρι, στην καμπή του ριζικού,
σφιχτές, δεμένες κόμπο οι αγκαλιές,
μείναμε μόνοι κύριοι της επικράτειας των πεύκων,
μοναδικοί, δυο σπιθαμές
πάνω απ’ το χιόνι, αερο-πόροι
που τους ξελόγιασε μια μέθη εκστατική.
Λες να ’ναι θεία τύχη
π’ ανοίγουν οι πληγές μας
κι αποκαλύπτουν έτσι
τις αλλοιώσεις των σωθικών,
να βλέπουμε
και να μετράμε
τα στάδια των παρεκκλίσεων,
τα λάθη, τις ανασφάλειες,
τους τραγικούς συμβιβασμού,
μπας και, σοφότεροι,
αρπάξουμε την ίδια ευκαιρία,
σε κάποιαν άλλην ίσως
μελλούμενη ζωή,
αν αληθεύουν όσα μολογούν
σοφοί προϊουστινιάνειοι
μύστες της μετεμψύχωσης.

Από τη συλλογή Γενιά του Νοέμβρη (2010) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος