Μαρία Πολίτου, Ύβρις

Γιώργος Σεφέρης & Σταύρος Κουγιουμτζής, Λυπούμαι
(τραγούδι: Γιάννης Μπογδάνος & Αιμιλία Κουγιουμτζή / δίσκος: Μικραίνει ο κόσμος (1982))

Ύβρις

Λυπούμαι γιατί άφησα να περάσει ένα πλατύ ποτάμι
μέσα από τα δάχτυλά μου χωρίς να πιω ούτε μια στάλα.
Τώρα βυθίζομαι στην πέτρα.

Γιώργος Σεφέρης

Και πάλι βγαίνει αργόσυρτο, νωθρό το νέο φεγγάρι.
Νυχτώνει.
Πού ταξιδεύεις τώρα με σπασμένα τα κατάρτια;
Ποια θάλασσα γυρεύεις; Ποια στεριά;
Ποιον έναστρο ουρανό;

Σε τύλιξαν τα ερέβη.
Η στρατιά σε κατατρόπωσε του χρόνου.
Έργο καταραμένων ποιητών η ζωή σου.
Πίνακας βαθυστόχαστων, ρομαντικών ζωγράφων.

Πού είναι τα μαργαριτάρια, τα κοράλλια και τα πολύχρωμα,
γυαλιστερά κοχύλια;
Οι θησαυροί σου οι ακριβοί πού είναι;

Έλεγες, αγναντεύοντας του ορίζοντα τα βάθη:
«Είναι νωρίς ακόμα… Θε να ’ρθει πιο λαμπερή πραμάτεια.»
Πάντα περίμενες το γύρισμα της μέρας.
Το αύριο, ο προορισμός σου.
Το βλέμμα σου πάντα εκεί στραμμένο.
Το εφήμερο κοιτάς με υπεροψία.
Μα οι θεοί δε συγχωρούν την ύβρη.

Τώρα τα μάτια σου θολά.
Νύχτα βαθιά εντός σου.
Και τόσες θάλασσες… Τόσοι ουρανοί… Και τέτοιο ένα φως…
Πώς τ’ άφησες να προσπεράσουν όλα…

Συντρίμμια οι γραμμές των οριζόντων.
Πώς έχτισες πάνω στην άμμο;

Τώρα βυθίζεσαι στην πέτρα.
Κάτι ήξερε, λοιπόν, ο ποιητής…

Από τη συλλογή Εφήμερη στην πένα του θεού (2014) της Μαρίας Πολίτου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Πολίτου

Μαρία Πολίτου, Οι μεταμορφώσεις της πέτρας

Γιώργος Σεφέρης & Γιάννης Μαρκόπουλος, Η θάλασσα
(τραγούδι: Χαράλαμπος Γαργανουράκης / δίσκος: Γιάννη Μαρκόπουλου | Αφιέρωμα (1975))

Οι μεταμορφώσεις της πέτρας

Τώρα σε τούτο το ακρογιάλι περιμένω ν’ αράξει ένας άνθρωπος
ένα υπόλειμμα, μια σχεδία.

Γιώργος Σεφέρης

Πάτησα τα γυμνά ακροδάχτυλα πάνω στην πέτρα
φορώντας μόνο το διάφανο πέπλο της σιωπής
και της απελπισίας.

Ήθελα να γεμίσω από θάλασσα κι ουρανό
και από νιο φεγγάρι.
Να μετουσιωθώ σε γαλάζιο ένα φως.

Εγώ
η θνητή,
η κόρη του ανθρώπου.

Τώρα είμαι προέκταση της πέτρας.

Της έδωσα το αλλόκοτο του έρωτα σχήμα
το σχήμα της φθοράς.
Κι αυτή μ’ έκανε αθάνατη.
Και παγερή.
Κι αδάκρυτη.

Μια πέτρα.

Από τη συλλογή Εφήμερη στην πένα του θεού (2014) της Μαρίας Πολίτου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Πολίτου

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Σχήμα

Γιώργος Σεφέρης & Μίκης Θεοδωράκης, Λίγο ακόμα
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / έργο: Επιφάνια Αβέρωφ (1970))

Σχήμα

Συ που ’χεις φτερά
και η αδυναμία τα κατάλυσε
τα έκανε και σπάσανε
τώρα υπόμενε την πίκρα
δεχόμενος τα σβησμένα όνειρα
κατάλαβε πως από την αδυναμία σου
δημιούργησες την παρεξήγηση.
Συ που ονειρεύτηκες να ’σαι
καθρέφτης καθαρός
της φωτεινής χάρης του ήλιου
να ’ναι μια στάλα που τον ήλιο αντανακλά
και απ’ αυτόν μετά λιώνει και σβήνει
Μάη και Γιούνη το φεγγάρι τ’ ολόγιομο
δυο μήνες περάσαν δίχως να το χαρείς.
Μπόρεσε τουλάχιστο καλύτερος να γίνεις
νικώντας τον πόνο που σε τρώει
σαράκι καθημερινό
που σε μακραίνει απ’ ό,τι είσαι.

(Ιούλιος 1930)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Γιώργος Σεφέρης & Μίκης Θεοδωράκης, Λίγο ακόμα

Λίγο ακόμα

Ποίηση: Γιώργος Σεφέρης (από τη συλλογή «Μυθιστόρημα» (1935))
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη
Κύκλος τραγουδιών: Μυθιστόρημα (1968)

Λίγο ακόμα θα ιδούμε
λίγο ακόμα θα ιδούμε
τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν
τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν
τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν

Λίγο ακόμα θα ιδούμε
λίγο ακόμα θα ιδούμε
τα μάρμαρα να λάμπουν
να λάμπουν στον ήλιο
κι η θάλασσα να κυματίζει

Λίγο ακόμα, να σηκωθούμε
λίγο ψηλότερα λίγο ψηλότερα λίγο ψηλότερα
λίγο ακόμα να σηκωθούμε
λίγο ψηλότερα λίγο ψηλότερα λίγο ψηλότερα

Γιώργος Σεφέρης, Ένας γέροντας στην ακροποταμιά

Ένας γέροντας στην ακροποταμιά

Στον Νάνη Παναγιωτόπουλο

Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε πώς προχωρούμε.
Να αισθάνεσαι δε φτάνει μήτε να σκέπτεσαι μήτε να κινείσαι
μήτε να κινδυνεύει το σώμα σου στην παλιά πολεμίστρα,
όταν το λάδι ζεματιστό και το λιωμένο μολύβι αυλακώνουνε τα τειχιά.

Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε κατά πού προχωρούμε,
όχι καθώς ο πόνος μας το θέλει και τα πεινασμένα παιδιά μας
και το χάσμα της πρόσκλησης των συντρόφων από τον αντίπερα γιαλό∙
μήτε καθώς το ψιθυρίζει το μελανιασμένο φως στο πρόχειρο νοσοκομείο,
το φαρμακευτικό λαμπύρισμα στο προσκέφαλο του παλικαριού που χειρουργήθηκε το μεσημέρι∙
αλλά με κάποιον άλλο τρόπο, μπορεί να θέλω να πω καθώς
το μακρύ ποτάμι που βγαίνει από τις μεγάλες λίμνες τις κλειστές βαθιά στην Αφρική
και ήτανε κάποτε θεός κι έπειτα γένηκε δρόμος και δωρητής και δικαστής και δέλτα∙
που δεν είναι ποτές του το ίδιο, κατά που δίδασκαν οι παλαιοί γραμματισμένοι,
κι ωστόσο μένει πάντα το ίδιο σώμα, το ίδιο στρώμα, και το ίδιο Σημείο,
ο ίδιος προσανατολισμός.

Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη.
Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές που σιγά-σιγά βουλιάζει
και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπό της
κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.

Αν είναι ανθρώπινος ο πόνος δεν είμαστε άνθρωποι μόνο για να πονούμε
γι’ αυτό συλλογίζομαι τόσο πολύ, τούτες τις μέρες, το μεγάλο ποτάμι
αυτό το νόημα που προχωρεί ανάμεσα σε βότανα και σε χόρτα
και ζωντανά που βόσκουν και ξεδιψούν κι ανθρώπους που σπέρνουν και που θερίζουν
και σε μεγάλους τάφους ακόμη και μικρές κατοικίες των νεκρών.
Αυτό το ρέμα που τραβάει το δρόμο του και που δεν είναι τόσο διαφορετικό από το αίμα των ανθρώπων
κι από τα μάτια των ανθρώπων όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα χωρίς το φόβο μες στην καρδιά τους,
χωρίς την καθημερινή τρεμούλα για μικροπράματα ή έστω και για τα μεγάλα∙
όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα καθώς ο στρατοκόπος που συνήθισε ν’ αναμετρά το δρόμο του με τ’ άστρα,
όχι όπως εμείς, την άλλη μέρα, κοιτάζοντας το κλειστό περιβόλι στο κοιμισμένο αράπικο σπίτι,
πίσω από τα καφασωτά, το δροσερό περιβολάκι ν’ αλλάζει σχήμα, να μεγαλώνει και να μικραίνει∙
αλλάζοντας καθώς κοιτάζαμε, κι εμείς, το σχήμα του πόθου μας και της καρδιάς μας,
στη στάλα του μεσημεριού, εμείς το υπομονετικό ζυμάρι ενός κόσμου που μας διώχνει και που μας πλάθει,
πιασμένοι στα πλουμισμένα δίχτυα μιας ζωής που ήτανε σωστή κι έγινε σκόνη και βούλιαξε μέσα στην άμμο
αφήνοντας πίσω της μονάχα εκείνο το απροσδιόριστο λίκνισμα που μας ζάλισε μιας αψηλής φοινικιάς.

Κάιρο, 20 Ιουνίου ’42

Από τη συλλογή Ημερολόγιο καταστρώματος, Β’ (1944) του Γιώργου Σεφέρη

Γιώργος Σεφέρης: Μυθιστόρημα (Η’)

Μυθιστόρημα

Η’

Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω σε καταστρώματα κατελυμένων καραβιών
στριμωγμένες με γυναίκες κίτρινες και μωρά που κλαίνε
χωρίς να μπορούν να ξεχαστούν ούτε με τα χελιδονόψαρα
ούτε με τ’ άστρα που δηλώνουν στην άκρη τα κατάρτια.
Τριμμένες από τους δίσκους των φωνογράφων
δεμένες άθελα μ’ ανύπαρχτα προσκυνήματα
μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες.

Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω στα σαπισμένα θαλάσσια ξύλα
από λιμάνι σε λιμάνι;

Μετακινώντας τσακισμένες πέτρες, ανασαίνοντας
τη δροσιά του πεύκου πιο δύσκολα κάθε μέρα,
κολυμπώντας στα νερά τούτης της θάλασσας
κι εκείνης της θάλασσας,
χωρίς αφή
χωρίς ανθρώπους
μέσα με μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας
ούτε δική σας.

Το ξέραμε πως ήταν ωραία τα νησιά

κάπου εδώ τριγύρω που ψηλαφούμε
λίγο πιο χαμηλά ή λίγο πιο ψηλά
ένα ελάχιστο διάστημα.

Από τη συλλογή Μυθιστόρημα (1935) του Γιώργου Σεφέρη

Γιώργος Σεφέρης: Ερωτικός λόγος (Γ’)

Ερωτικός λόγος

[Ενότητα Ερωτικός λόγος]

Γ’

Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα!
Πρόβαλε ανάστημα άγρυπνο στο πλήθος της σιωπής
σήκωσε το κεφάλι από τα χέρια τα καμπύλα
το θέλημά σου να γενεί και να μου ξαναπείς

τα λόγια που άγγιζαν και σμίγαν το αίμα σαν αγκάλη∙
κι ας γείρει ο πόθος σου βαθύς σαν ίσκιος καρυδιάς
και να μας πλημμυράει με των μαλλιών σου τη σπατάλη
από το χνούδι του φιλιού στα φύλλα της καρδιάς.

Χαμήλωναν τα μάτια σου κι είχες το χαμογέλιο
που ανιστορούσαν ταπεινά ζωγράφοι αλλοτινοί.
Λησμονημένο ανάγνωσμα σ’ ένα παλιό ευαγγέλιο
το μίλημά σου ανάσαινε κι η ανάλαφρη φωνή:

«Είναι το πέρασμα του χρόνου σιγαλό κι απόκοσμο
κι ο πόνος απαλά μες στην ψυχή μου λάμνει
χαράζει η αυγή τον ουρανό, τ’ όνειρο μένει απόντιστο
κι είναι σα να διαβαίνουν μυρωμένοι θάμνοι.

»Με του ματιού τ’ αλάφιασμα, με του κορμιού το ρόδισμα
ξυπνούν και κατεβαίνουν σμάρι περιστέρια
με περιπλέκει χαμηλό το κυκλωτό φτερούγισμα
ανθρώπινο άγγιγμα στον κόρφο μου τ’ αστέρια.

»Την ακοή μου ως να ’σμιξε κοχύλι βουίζει ο αντίδικος
μακρινός κι αξεδιάλυτος του κόσμου ο θρήνος
μα είναι στιγμές και σβήνουνται και βασιλεύει δίκλωνος
ο λογισμός του πόθου μου, μόνος εκείνος.

»Λες κι είχα αναστηθεί γυμνή σε μια παρμένη θύμηση
σαν ήρθες γνώριμος και ξένος, ακριβέ μου
να μου χαρίσεις γέρνοντας την απέραντη λύτρωση
που γύρευα από τα γοργά σείστρα του ανέμου…»

Το ραγισμένο ηλιόγερμα λιγόστεψε κι εχάθη
κι έμοιαζε πλάνη να ζητάς τα δώρα τ’ ουρανού.
Χαμήλωναν τα μάτια σου. Του φεγγαριού τ’ αγκάθι
βλάστησε και φοβήθηκες τους ίσκιους του βουνού.

… Μες στον καθρέφτη η αγάπη μας, πώς πάει και λιγοστεύει
μέσα στον ύπνο τα όνειρα, σκολειό της λησμονιάς
μέσα στα βάθη του καιρού, πώς η καρδιά στενεύει
και χάνεται στο λίκνισμα μιας ξένης αγκαλιάς…

Από τη συλλογή Στροφή (1931) του Γιώργου Σεφέρη

Γιώργος Σεφέρης, Το ύφος μιας μέρας

Το ύφος μιας μέρας

[Ενότητα Κοχύλια, σύννεφα]

We plainly saw that not a soul lived in that fated vessel!
Edgar Allan Poe

Το ύφος μιας μέρας που ζήσαμε πριν δέκα χρόνια σε ξένο τόπο
ο αιθέρας μιας παμπάλαιης στιγμής που φτερούγισε κι εχάθη σαν άγγελος Κυρίου
η φωνή μιας γυναίκας λησμονημένης με τόση φρόνηση και με τόσο κόπο∙
ένα τέλος απαρηγόρητο, μαρμαρωμένο βασίλεμα κάποιου Σεπτεμβρίου.

Καινούργια σπίτια, σκονισμένες κλινικές εξανθηματικά παράθυρα φερετροποιεία…
Συλλογίστηκε κανένας τι υποφέρει ένας ευαίσθητος φαρμακοποιός που διανυκτερεύει;
Ακαταστασία στην κάμαρα: συρτάρια παράθυρα πόρτες ανοίγουν το στόμα τους σαν άγρια θηρία∙
ένας απαυδισμένος άνθρωπος ρίχνει τα χαρτιά ψάχνει αστρονομίζεται γυρεύει.

Στενοχωριέται: αν χτυπήσουν την πόρτα ποιος θ’ ανοίξει; Αν ανοίξει βιβλίο ποιον θα κοιτάξει; Αν ανοίξει την ψυχή του ποιος θα κοιτάξει; Αλυσίδα.
Πού ’ναι η αγάπη που κόβει τον καιρό μονοκόμματα στα δυο και τον αποσβολώνει;
Λόγια μονάχα και χειρονομίες. Μονότροπος μονόλογος μπροστά σ’ έναν καθρέφτη κάτω από μια ρυτίδα.
Σα μια στάλα μελάνι σε μαντίλι η πλήξη απλώνει.

Πέθαναν όλοι μέσα στο καράβι, μα το καράβι ακολουθάει το στοχασμό του που άρχισε σαν άνοιξε από το λιμάνι.
Πώς μεγαλώσαν τα νύχια του καπετάνιου… κι ο ναύκληρος αξούριστος που ’χε τρεις ερωμένες σε κάθε σκάλα…
Η θάλασσα φουσκώνει αργά, τ’ άρμενα καμαρώνουν κι η μέρα πάει να γλυκάνει.
Τρία δελφίνια μαυρολογούν γυαλίζοντας, χαμογελά η γοργόνα, κι ένας ναύτης γνέφει ξεχασμένος στη γάμπια καβάλα.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα (2007)

Γιώργος Σεφέρης, Fog

Γιώργος Σεφέρης & Δήμος Μούτσης, Πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι
(τραγούδι: Μανώλης Μητσιάς / δίσκος: Δήμος Μούτσης | Τετραλογία (1975))

Fog

[Ενότητα Κοχύλια, σύννεφα]

Say it with a ukulele

«Πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι…»
γκρινιάζει κάποιος φωνογράφος∙
πες μου τι να της πω, Χριστέ μου,
τώρα συνήθισα μονάχος.

Με φυσαρμόνικες που σφίγγουν
φτωχοί μη βρέξει και μη στάξει
όλο και κράζουν τους αγγέλους
κι είναι οι αγγέλοι τους μαράζι.

Κι οι αγγέλοι ανοίξαν τα φτερά τους
μα χάμω χνότισαν ομίχλες
δόξα σοι ο θεός, αλλιώς θα πιάναν
τις φτωχές μας ψυχές σαν τσίχλες.

Κι είναι η ζωή ψυχρή ψαρίσια
–Έτσι ζει; -Ναι! Τι θες να κάνω∙
τόσοι και τόσοι είναι οι πνιγμένοι
κάτω στης θάλασσας τον πάτο.

Τα δέντρα μοιάζουν με κοράλλια
που κάπου ξέχασαν το χρώμα
τα κάρα μοιάζουν με καράβια
που βούλιαξαν και μείναν μόνα…

«Πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι…»
Λόγια για λόγια, κι άλλα λόγια;
Αγάπη, πού ’ναι η εκκλησιά σου
βαρέθηκα πια τα μετόχια.

Α! να ’ταν η ζωή μας ίσια
πώς θα την παίρναμε κατόπι
μ’ αλλιώς η μοίρα το βουλήθη
πρέπει να στρίψεις σε μια κόχη.

Και ποια είναι η κόχη; Ποιος την ξέρει;
Τα φώτα φέγγουνε τα φώτα
άχνα! δε μας μιλούν οι πάχνες
κι έχουμε την ψυχή στα δόντια.

Τάχα παρηγοριά θα βρούμε;
Η μέρα φόρεσε τη νύχτα
όλα είναι νύχτα, όλα είναι νύχτα
κάτι θα βρούμε ζήτα-ζήτα…

«Πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι…»
Βλέπω τα κόκκινά της νύχια
μπρος στη φωτιά πώς θα γυαλίζουν
και τη θυμάμαι με το βήχα.

Λονδίνο, Χριστούγεννα 1924

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα (2007)