Τάκης Βαρβιτσιώτης: Δέκα ποιήματα της οργής και του χρέους, 1972-1973 (6)

Δέκα ποιήματα της οργής και του χρέους, 1972-1973

Στον Γιάννη Ρίτσο

6

Απαγόρευσαν τα παιδιά να τραγουδούν
Τους πεθαμένους να χαμογελούν
Απαγόρευσαν τα πληγωμένα άλογα
Να ερωτεύονται τη σελήνη
Τους σακάτηδες να έχουν δεκανίκια
Με τ’ αναμμένα μάτια τους
Πυρπόλησαν και το μικρότερο χορτάρι
Έφραξαν τέλος όλους τους φεγγίτες

Από τη συλλογή Δέκα ποιήματα της οργής και του χρέους (1986) του Τάκη Βαρβιτσιώτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τάκης Βαρβιτσιώτης

Τάκης Βαρβιτσιώτης: Δέκα ποιήματα της οργής και του χρέους, 1972-1973 (5)

Δέκα ποιήματα της οργής και του χρέους, 1972-1973

Στον Γιάννη Ρίτσο

5

Ύστερα από τόσα εκατομμύρια πτώματα
Από τόσες ανοιχτές πληγές
Πριν από την έκλυση της φοβερής αστραπής
Η μαυρίλα καταπίνει τον ήλιο
Τα μάτια συστέλλονται
Μικραίνουν οι άνθρωποι
Χάνουν το πρόσωπό τους
Φορούν για παράσημα τη ντροπή
Και την καταφρόνια
Ίσως είναι κι αυτός ένας τρόπος
Να θυμηθούνε πάλι την ομορφιά
Να ξαναφτιάξουν έναν κόσμο καλύτερο
Από την αρχή

Από τη συλλογή Δέκα ποιήματα της οργής και του χρέους (1986) του Τάκη Βαρβιτσιώτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τάκης Βαρβιτσιώτης

Χρίστος Λάσκαρης, Τι ελπίδες να ’χει

Τι ελπίδες να ’χει

Τι ελπίδες να ’χει
το γέρικο κλαδί;

Μια γεύση άνοιξης, μπορεί,
ίσως
και κάποια ταραχή–

μα την ανθοφορία
να την ξεχάσει!

Από τη συλλογή Να τελειώνουμε! (1986) του Χρίστου Λάσκαρη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Τάκης Γραμμένος, Ποιήματα για τη θεότητα (IX)

[Ενότητα Ποιήματα για τη θεότητα]

IX

Ξέρω μια πόλη όπου εις πείσμα των καιρών
νεράιδα κατοικεί
ποταμοί την περιβάλλουν
οι μάστορες όμως χαράζαν καράβια
και τ’ αρχικά τους στα κεραμίδια
ψυχή μου, ψυχή μου φωνάζει
ανάμεσα στα κυπαρίσσια ο ήλιος
και χαριεντίζεται με το φεγγάρι
και με τα αίματα.
Παράξενοι προσανατολισμοί των αξόνων
και των ανέμων της πόλης.
Ένα παλτό μες στη βροχή με χωροφυλάκους τριγύρω.
Έγινε η φωνή ιδεογράμματα.
Και η καλοσύνη της αγίας
που στην πόλη κατοικεί
το κακό αγνοεί
και συ ψυχή της ψυχής μου έγινες
ένα χρυσό μενταγιόν με Φαέθοντα.

Από τη συλλογή Το φως της αγοράς (1986) του Τάκη Γραμμένου

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα / Τάκης Γραμμένος

Τάκης Γραμμένος, Ποιήματα για τη θεότητα (V)

[Ενότητα Ποιήματα για τη θεότητα]

V

Αχειροποίητος

Ηλιακή μαγεία ζεστού φιλιού
σ’ αυτή την πλατεία με το κλασικό παρελθόν.
Σκέφτομαι αν αυτά τα πελώρια μάτια σου
τα είχαν στα χέρια τους αυτοί
που ψηφοθετούν τις αιωνιότητες
τι χαραυγές ωραίες με λάμψεις
και τι νερά λιμνών ασημένια
θα βάζαν για τον φθινοπωρινό αέρα
που κατεβαίνει από τις επάλξεις.

Από τη συλλογή Το φως της αγοράς (1986) του Τάκη Γραμμένου

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα / Τάκης Γραμμένος

Τάκης Γραμμένος, Ιωνικά και βόρεια ποιήματα (IV)

[Ενότητα Ιωνικά και βόρεια ποιήματα]

IV

Καταστροφή

Μια μέρα έλεγα τη ροή της σημερινής ζωής
επάνω στις κηλίδες των καιρών που πέρασαν
να την αφήνω να σταλάζει και να χάνεται.
Όμως η μέρα ίσαμε την άλλην ημέρα
υφαίνει ένα μαύρο πανί
με το ιστορικό φεγγάρι ως σκοτεινή σταγόνα.
Δεν υπάρχουν υπαιτιότητες
μέσα σ’ αυτό το μαύρο σκηνικό.
Γεννιούνται άγγελοι με ρομφαία τρομερή
οραματίζονται και βρίσκουν γαλαξίες
ή πνίγονται μέσα στην αναζήτηση
άλλης ύπαρξης και άλλης εποχής.

Ύστερα έσταξεν αίμα το φεγγάρι
όπως η αγωνία των ερειπίων
πάνω στο άσπρο φόρεμα της φεγγαροντυμένης.

Από τη συλλογή Το φως της αγοράς (1986) του Τάκη Γραμμένου

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα / Τάκης Γραμμένος

Τάκης Γραμμένος, Ιωνικά και βόρεια ποιήματα (ΙΙΙ)

[Ενότητα Ιωνικά και βόρεια ποιήματα]

ΙΙΙ

Μερικές φορές για μέρες
ο ουρανός είναι σύννεφα
και δε βλέπεις σύμπαν
και δεν ακούς γήινες
ή κοσμικές εκμυστηρεύσεις.
Γιατί τα σύννεφα είναι
το εξευτελισμένο πάθος
και η εγκατάλειψη.
Αυτές τις μέρες
αλλ’ ίσως και παντοτινά
μια γυναίκα που τη λένε σκοτεινό Θεό
παρασταίνει μπροστά μου τον Άδη
τον σύγχρονο και τον παντοτινό
με την σκληράδα της αγνότητας
που την άγνοια της αιωνιότητας αναιρεί.
Σηκώνει τα μανίκια στην παλιά αυλή
σκουπίζει τη λίμνη, τους κύκνους
τις υπερβόρειες του μεσημεριού
στρώνει την καινούρια άσφαλτο
μετατοπίζει την πανάρχαια βρύση
γκρεμίζει τα νερά
βγάζει τη φωτιά απ’ το σπίτι
βάφει τα σύννεφα κόκκινα
προοιωνίζοντας απατηλά τον αέρα.
Όμως τα αίματα τ’ ουρανού της
γίνονται πάλι οι υγρασίες του ποταμού
έτσι όπως στριφογυρίζει μέσα στην πόλη
προτού να την αφήσει.
Κοίτα πώς είναι ο Δεκέμβριος μέσα σ’ αυτά τα δέντρα
που μιλάνε με τα πουλιά της βροχής
και σύρε τα παραπετάσματα
να φανεί ο Θεός που κοιτάζει
με τ’ αστεράκι αντίς για μάτι
της πίκρας που δε φαίνεται.

Από τη συλλογή Το φως της αγοράς (1986) του Τάκη Γραμμένου

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα / Τάκης Γραμμένος

Δημήτρης Δημητριάδης, Κατάλογοι. 8 [Ξημέρωνε πάλι δηλητήρια…]

Κατάλογοι. 8: Ο τουφεκισμός τής Σαλονίκης [Ένα πατριωτικό ποίημα] (απόσπασμα)

ΔΥΟΠΡΑΣΙ Σμπαράρισμα ΝΑΜΑΤΙΑ

Ξημέρωνε πάλι δηλητήρια.
Τέφρες υγρές μέσ’ απ’ το στόμα τού απόγλαυκου στερεώματος.
Έχασκε μπρούμυτα το στάχτη φως
με πρόσωπο πρησμένο από την πρωινή ηλιθιότητα.
Πρόστυχος βήχας σχίζοντας
έσπρωχνε μ’ αιμοπτύσεις το χώμα από κάτω.
Έσκυψε πάνω απ’ την κούνια μου.
Το φως έφτανε ως τα μάτια μου σα να διέσχιζε
χαρούμενο νερό. Έπαιζα με τα πόδια μου.
Η άνοιξη κρατούσε ψηλά το μαξιλάρι μου μες στα λιλά λουλούδια.
Γαλήνη κήπου. Μονάχα χνούδι έντομα και μυρωδιές. Χυμοί των δέντρων. Όλη η γη ζεστή.
Γλυκά δαμάσκηνα μούρα και βύσσινα μυρώνοντας. Μπλάβος αιθήρ.
Θεότητα καμία σ’ αυτήν την γη που βγαίνει απ’ τον ήλιο κοιμισμένη κι άυπνη.
Και βλέμματα σακατεμένα απ’ την ακινησία του μυαλού και των θερμών υγρών που πρήζονται μες στις αισθήσιες φλέβες.
Φύση άπλυτη χωρίς καρποφορία.
«Κανείς δεν θα / Κανείς δεν θα»
Άρχιζε πάλι ο τρόμος τής μέρας. Τα άρρωστα πουλιά. Και είπε:
«Το μολύβι το βιβλίο
το τετράδιο»
Ηλιακό κέντημα στον αέρα από ήπιες μέλισσες.
Δυσοίωνα συγχορδισμένα ράμφη μελωδούν.
Ένα θανούργημα. Υμνούν την αγωνία.
Πεθαίνος: «Κανείς δεν θα γλιτώσει»
Κι ο άγγελος της ατονίας τέντωνε όλα τα μέλη του έξω από την αποσύνθεση του νερού
και κρύβοντας τον Όλυμπο με την χυδαία παραμόρφωση των νεύρων του.
Ο τύφος τής καρδιάς. Ανέβαινε ανέβαινε η οστεομανία τής υγρασίας. Έσκυψε κι άλλο:
«Μόνον ο πόνος δοκιμάζει ό,τι γράφεται.
Κι ό,τι δεν τον αντέχει,
καλύτερα είναι να μη γεννηθεί»
Μην κλαις. Η κούνια τρανταζόταν απ’ το παίζοντας.
Το στόμα χωρίς δόντια μου άνοιγε να γεμίσει απ’ τον ήλιο. «Και αν δεν τον αντέχει, καλύτερα να μη γεννήθηκες»
Ο τάφος της καρδιάς.
Θεότητα καμία. Κι απέναντι ο Όλυμπος.
«Κανείς. / Κανείς δεν θα γλιτώσει»
Το φως
χαμήλωνε και ύψωνε χαμήλωνε και ύψωνε
στο μέτωπό μου μια άσπρη πεταλούδα από λεία ζέστη.
Κι άλλο, με την ανάσα της
στα μάτια μου: «Κι αυτό που πρέπει
να σκοτώσεις, σκότωσέ το. Αυτό
αλλιώς θα σε σκοτώσει» Θα ’βλεπα την εκτέλεσή της.
Είχα φυτρώσει σε μια από τις πιο βαθιές πτυχές της,
δεν είναι πια δική της,
σ’ αυτήν που είναι τώρα μόνον μέσα μου,
αθέατη απ’ όλους απροσέγγιστη. Πέρασαν τόσα χρόνια.
Έσκυψα να σηκώσω την καλτσίτσα μου,
ήμουν πολύ αδύνατος, το λάστιχο δεν έσφιγγε.
Σε μια από τις πιο τερπνές. Απ’ όλους τώρα ξεχασμένη. Χάθηκε.
Τέντωσα το κεφάλι γρήγορα πάνω από το γείσο, μου έφτανε ως το πηγούνι. Την σήκωσαν μέσ’ από τις πολυετείς ανάσες.
Στήθηκε όρθια
κι ο τελευταίος ύπνος
κύλησε απ’ τα μάτια της για πάντα. Ο τάφος. Ο τύφος.
Τους σκότωνε χωρίς να φαίνονται πως είναι σκοτωμένοι.
Πιο σκοτωμένοι ας υπάρξουν.
Κατάλαβαν και τόλμησαν όλοι μαζί. Μέσα απ’ το παράθυρο
η τάξη ήταν άδεια. Το φως
απ’ έξω λίγο έμπαινε, δεν έφτανε σ’ όλα
τα θρανία. Ο πίνακα σχεδόν
κι η πόρτα κι η σόμπα
ακόμα μέσα στο σκοτάδι εκείνης της μέρας.
Της Μυώσεως.
[…]

Από τη συλλογή Κατάλογοι 5-8, Οι σκηνές του μαρτυρίου (1986) του Δημήτρη Δημητριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Δημητριάδης

Δημήτρης Δημητριάδης, Κατάλογοι. 7 [Και σωπαίνουν τα ρούχα…]

Κατάλογοι. 7: Νημιωμένα όλα (απόσπασμα)

[…]
Και σωπαίνουν τα ρούχα. Κυλούν οι μέρες τους
κυλούν. Ρούχα
σωματισμένα. Κυλούν οι νύχτες τους
κυλούν και κάθε νύχτα από φρίκη
σαν ψίθυρος μες στο σκοτάδι
ομαδικός. Ριγμένα στο πάτωμα, πεταμένα
στη ράχη της καρέκλας, κρεμασμένα
στην όρθια απάθεια της ντουλάπας ψιθυρίζουν
ρούχο με ρούχο, ένας ώμος
σ’ έναν ώμο, σε μια τσέπη ο γιακάς, προσεχτικά
προσεχτικά, μην ακουστεί αυτό που δεν ακούγεται,
τρομάρα των ρούχων, μία κουμπότρυπα
στην άλλη που έμαθε να εννοεί εκείνο που δεν λέγεται.
Ω πνεύμα των ινών. Ω έπη των ραφών. Διηγούνται
οι κλωστές την εισβολή. Ιστορούν
την κάθοδο τις ιαχές τις δάφνες. Πνίγουν τα μανίκια
την ανήκουστη φωνή τους που φωτίζεται με άθλους
στέψεις με άθλους και υποδοχές. Ντρέπονται τώρα και φοβούνται.
Ταπεινωμένες φόδρες. Ταπεινωμένες βάτες.
Κλωστές συντετριμμένες
ικέτιδες αλλοδαπές και υποδουλωμένες
δεμένες δαναΐδες αλληλένδετες
συνυφασμένες. Μέσα στη σιωπή του ύπνου
ενός τού μόνον σώματος. Ακινησία ασώματων σωμάτων.
Βούρκος ο Σκάμανδρος λιωμένης μνήμης.
«Πάει Πάει Πάει» σφυρίζουν τα φύλλα
της μουριάς. Αποδεκατισμένα νήματα. Εκάβη
από ίνες. Όρθια στις κρεμάστρες ολοφύρεται βουβά.
Ο αποτρόπαιος εκφυλισμός. Ο απαγχονισμός του γένους.
Άλλο ήρθε
άλλο μένει. Διάψευση των όπλων των πολεμιστών. Διάψευση
των οραματιστών των εμπνευστών.
Τέφρες διακηρύξεις, τέφρες συλλογικές
διεκδικήσεις και τέφρες οι ομοψυχίες ονειροπολήσεις
τέφρες οι ανυψώσεις εμψυχώσεις τέφρες. Ήρθαν
να βρουν το σώμα, το σώμα ήταν η υπόσχεση, και βρήκαν
τον σωματισμό.
[…]

Από τη συλλογή Κατάλογοι 5-8, Οι σκηνές του μαρτυρίου (1986) του Δημήτρη Δημητριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Δημητριάδης

Δημήτρης Δημητριάδης, Κατάλογοι. 7 [Αρχαίο γένος των ρούχων…]

Κατάλογοι. 7: Νημιωμένα όλα (απόσπασμα)

Αρχαίο γένος των ρούχων.

Φύλα κατακτητικά
φύλα περήφανα
νέα φύλα.
Φυλές αυθάδεις
συνεπαρμένες από την τιμή
την αφθαρσία τους.

Έρχονται στίφη.
Παραλλαγές χρωμάτων. Υφάνσεις ανεμίζουν.
Φτερουγίσματα κελαηδίσματα πτυχώσεων.
Αφθονία ραμμένων υδάτων
γαζωμένων αχτίνων. Χωρίς συστολή.
Κατέρχονται ορδές
εν στολή. Φέρνουν
τον πολιτισμό τής κλωστής. Κοσμόραμα
από ίνες. Το ινόπνευμα.
Ινοποσία και ινοπλασία.
Θρησκεία των πλέξεων.
Σ’ αυτήν επενδύουν.

Επέρχονται πεισματικά και νικηφόρα.
Αναμένονται κι αιφνιδιάζουν. Είναι
τα ίδια και δεν μοιάζουν. Αδιάντροποι
εχθροί τής ντροπής. Ενδοστρεφή δείχνουν μόνον
για να κρύψουν. Επιδεικνύονται κι ανταποκρίνονται
σ’ ένα αίσχος ανένδυμης φυλής που τα επανινώνει
ινονίως. Φύλα νημιώδη. Εισβάλλουν
με τα πλήθη τού νημάτινου θριάμβου και τότε
ω τότε. Αυτό που δεν μπορεί
καμία έμπνευση να ερμηνεύσει
καμία ερμηνεία να εμπνεύσει. Τότε
ω τότε παραδίδονται. Ναι
κατακτούν επικρατούν
ναι κι όμως
παραδίδονται. Εισβολείς δαφνοφόροι
εισβολείς τροπαιούχοι μένουν
άποικοι. Ω χωρίς κράτος κραταιοί. Κατέχονται
οι κάτοχοι. Και κρέμονται
αραδιασμένα στις αγχόνες, στις εκκρεμείς τους
συνοικίες. Και χρησιμοποιούνται
κι αχρηστεύονται. Πλυμένα λερωμένα
ασιδέρωτα ριγμένα
στη ράχη μιας καρέκλας
στο κρεβάτι χωρίς φως στο πάτωμα επαναληπτικά αρπάζονται
επαναληπτικά φοριούνται. Και παλιώνουν
και λιώνουν ενώ υπερέχουν
εκθειάζονται και λατρεύονται. Θεοί από ίνες.
Θεοί εφέστιοι θωπείας προστασίας
φιλαρέσκειας. Κατοικίδιοι θεοί κλειδωμένοι
σε δρύινους πολύφυλλους βωμούς. Θεοί διαθέσιμοι
σε συρτάρια ξαπλωμένοι μ’ αρώματα. Μαγνητίζουν.
Με δέος
αγγίζονται. Η αφή δεν αντιστέκεται
στη θέα τους, τρέμει στην επαφή τους, ερωτευμένη
ανυπομονεί, χωρίς αυτά λιμοκτονεί, στην κατοχή τους
επαφίεται. Επιρρεπής στην ύλη
ενδίδει πρώτη. Με ρίγος
τα παίρνει, τα νιώθει με έξαψη. Το βλέμμα
την εχθρεύεται. Για μένα, λέει, προορίζονται, εγώ
είμαι η κατάληξή τους, αφήστε τα
να τα ενοφθαλμίσω, τα ρούχα
είναι η κατάληξή μου.
Το άλλο σώμα συναγείρεται. Αυτό,
λέει, το υγρό το πλατύ
το μετάξι εμένα
με κάθε κίνησή μου γλείφει, εμένα
με κάθε σύσπασή του επαναφέρει στην ζωή. Με δέχεται
ολοκληρωτικά αυτό το μάλλινο, με συναρπάζει
η αποδοχή του, με υποδέχεται
με συνεπαίρνει το βαμβακερό, σ’ εμένα
ανήκει, εγώ εγώ
το κρατώ το κατέχω το έχω, με σφίγγει
αυτή η βατίστα με θέλει
με θέλγει, κι αυτός ο λινός που δένει και λύνει κορμός
το κορμί μου, χωρίς δεν υπάρχει εμένα, μ’ εμένα
ανασαίνουν οι υφάνσεις, όχι δεν υποφέρουν από μένα, έχουν
σ’ εμένα τη σκηνή τους, εγώ είμαι η κιβωτός τους,
το σχήμα τους είμαι εγώ, είμαι το σώμα και το ξέρουν,
για μένα έρχονται
για μένα πάντα έχουν έρθει,
το βλέμμα η αφή ναι προηγούνται
αλλά
εγώ
ηγούμαι.
[…]

Από τη συλλογή Κατάλογοι 5-8, Οι σκηνές του μαρτυρίου (1986) του Δημήτρη Δημητριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Δημητριάδης

Δημήτρης Δημητριάδης, Κατάλογοι. 6 [Είμαι δικός σου…]

Κατάλογοι. 6: Ο Γλυκίας (απόσπασμα)

[…]
Είμαι δικός σου.
Σε θέλω
με την χαρά που θέλεις να με πάρεις
γιατί με θέλεις και γιατί
θέλω να με θέλεις και γιατί
θέλω να σε θέλω.
Σε θέλω.
Όλες οι φλέβες του φουσκώνουν για να ρουφηχτούν.
Τα γόνατά του οι καρποί του
κνήμες
και κνήμες ω κνήμες
όλοι γλιστρούν οι μύες σαν μέλι ένθερμο
μες στο ημίφως του απλού κοιτώνα.
Το χέρι κάνει
όλη την περιφορά και χάνεται
στον κύκλο που το κέντρο του
σκοτώνει το ποθάλγος.
Και παίρνει όλον τον κατήφορο και καταλήγει
έκθαμβο στις εκβολές
του εκχειλίσματος. Και παίρνει
όλον τον ανήφορο και τρέμει ένθεο εμπρός
στον διπλό δίσκο του ήλιου.
Μεταλαμβάνει.
Οινάρτος.
Μεταλαμβάνει αδιάντροπα και ανυψώνεται αναίσχυντα
στον άφθιτο θρόνο των ώμων
στον άφθιτο θόλο της πλάτης. Εδώ
το χέρι νιώθει λίγο. Εδώ το χέρι μόνον
δεν αρκεί. Η πλάτη είναι εξαντλητική
για χέρια μόνον. Ανοίγουν όσο δεν μπορούν
ν’ ανοίξουν χέρια να γεμίσουν
πλάτη, να πλατιαστούν, το πλάτος της
να φτάσουν οι παλάμες τους.
Ω πλάτη η Πλατυτέρα.
Τα χέρια γονατίζουν. Γονυκλινή προσεύχονται
φωτίζονται κι αγλαϊσμένα
φεύγουν προς τον λαιμό. Εδώ
μένουν εμβρόντητα.
Όλο το πρόσωπο.
Το πρόσωπό του.
Να το κοιτάς από κοντά. Κοίταξέ το.
Να το κρατάς πολύ κοντά. Κράτησέ το.
Πιο κοντά.
Η αφή μεταρσιώνεται από την επαφή.
Ευτυχία των δαχτύλων.
Ευλογημένα δάχτυλα
ηγιασμένα
που τέτοιων εισοδίων αξιώνονται,
δάχτυλα που λιμοκτονούσαν και τώρα
χρίονται με τόση πλησμονή
κτήτορες ποθεού επιστεγάσματος.
Τα δάχτυλα μέσα στα μαλλιά του
βαθιά βαθιά μέσα στα μαλλιά του.
Φρενίτις των δαχτύλων
σπασμοί των δαχτύλων μέσα στα μαλλιά του
παράφορες ιαχές, τα δάχτυλα υμνούν πυρέσσουν
αισθάνονται τόσο πολύ που δεν αγγίζουν
εκείνο που αισθάνονται, ξετρελαμένα
δάχτυλα από μικρούς χρυσούς
μελαχρινούς βοστρύχους χαμηλά στους κριναίους κροτάφους
στην κάμψη του ερμαίου λαιμού στους γλυμμένους λοβούς
στην λυρική μετόπη του μετώπου.
Δικά σου τα μαλλιά μου.
Και τα μάτια μου. Δικά σου.
Τα χείλη μου
το σάλιο μου
όλο το σάλιο μου
δικά σου. Φίλησέ με
ανάσανέ με
ρούφηξέ με
πάρε με
παίρνε με
είμαι
όλα δικά σου.
[…]

Από τη συλλογή Κατάλογοι 5-8, Οι σκηνές του μαρτυρίου (1986) του Δημήτρη Δημητριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Δημητριάδης

Δημήτρης Δημητριάδης, Κατάλογοι. 6 [Το στόμα του…]

Κατάλογοι. 6: Ο Γλυκίας (απόσπασμα)

[…]
Το στόμα του.
Είμαι για να με πάρεις.
Θέλω να με πάρεις.
Είμαι επειδή με θέλεις
επειδή θέλω να με πάρεις επειδή
θέλω να με θέλεις.
Πάρε με.
Πάρε τον πιο ωραίο
τον πιο γόνιμο τον πιο ιερό
από την Ιερότητα την Ωραιότητα
την Γονιμότητα.
Όσο θέλεις. Όσο με θέλεις.
Θέλε
με.
Πες
Δώσου μου
και Δοθήσομαι. Πες το. Δεν είμαι ο φόβος
ο φόνος. Είμαι μόνον για να με παίρνεις.
Παίρνε με.
Το στόμα του. Εύπλαστο. Εύλεκτο. Εύφλεκτο.
Χείλη από καλοσύνη. Εύσαρκα εύτορνα ευπροσήγορα.
Δόντια ευγενή. Γλώσσα του
εύστροφη ευθυτενής ευθύβολη
γλώσσα η χάρις, ευπόλεμος Άρης.
Σάλιο το ήδυσμα.
Χνώτο ηδύπνουν.
Ηδύνει όλη η κοιλότης
όλο το στόμιο ηδύ
ηδυεπές ηδύοσμο.
Ο Ηδύοσμος. Κοίταξέ με,
λέει. Πιάσε με
είμαι όλος και όλως
ασυστόλως ηδονή.
Μη φοβάσαι δεν είμαι ο φόβος ο φόνος.
Ηδυμελής
ηδυπαθής ηδυσταγής
ηδυσμένος.
Ηδονούμενος. Πάρε με
Πάρε με
Η Δήλος μου είναι δική σου. Η Δήλος του.
Άθραυστη
παραδομένη στην λατρεία των απόρων
στην λάτρα των πιστών της των προσκυνητών της
των εμποθούμενων.
Η Δήλος μου είναι δική σου.
Η Δήλος του.
Σμιλευμένη βλάστηση. Ο βλαστός και οι ρίζες
σε εγχάρακτη ευδοκία. Ευωδία μέσ’ απ’ την σάρκα
της Άνοιξης, ευωχία μέσ’ απ’ την Άνοιξη της σάρκας.
Ένα εύθυμο έπος μ’ ευφάνταστη όρχηση.
Ακατάπτωτη εύπορη Τροία
από γενναίο τρίχωμα δασύ και γένος ανατολικό.
Μια Ιλιάδα από δύο ομήρους και έναν αυλό.
Η Δήλος του
είναι δική μου.
[…]

Από τη συλλογή Κατάλογοι 5-8, Οι σκηνές του μαρτυρίου (1986) του Δημήτρη Δημητριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Δημητριάδης

Δημήτρης Δημητριάδης, Κατάλογοι. 6 [Μάτια από γαλάζιο έρεβος…]

Κατάλογοι. 6: Ο Γλυκίας (απόσπασμα)

[…]
Μάτια από γαλάζιο έρεβος.
Το βλέμμα του προσφέρεται, είναι
για να προσφέρεται. Και μένει
όσο μένει η ανάγκη. Όσο
απ’ όλο το σώμα περάσει ο συρμός
των θρόμβων της ανάγκης.
Δεν απορρίπτει. Δεν αποκρούει.
Δεν αποδοκιμάζει. Διευκολύνει.
Και μένει
για να δίνει.
Του ζητείται, και δίνει.
Του ζητείται, και δίνεται.
Καλός. Ο Ενάνθρωπος. Αυτός που λείπει
αυτό που λείπει απ’ τον άνθρωπο.
Και μόνον άνθρωπος. Μένει εκεί
μ’ όλο το σώμα του και για να το προσφέρει όλο. Γυμνώνει
το σώμα του ως εκεί που η σκέψη μπορεί να γυμνώσει το σώμα
και το δίνει τόσο γυμνό.
Σώμα κατά των θρόμβων της ακάνθου.
Και το δίνεται.
Δεν είναι μόνον σώμα για σώμα. Είναι αυτό που δεν αφήνει
να σκεφτεί η σκέψη άλλο σώμα ούτε σώμα. Η θραύση
του σώματος. Η θραύση
των θρόμβων του σώματος.
Θρομβοθραυστικό.

Πιο ιερός πιο ωραίος πιο γόνιμος
από την Γονιμότητα την Ωραιότητα
την Ιερότητα.
Διαδονείται.
Η γλαυκότητα της πνοής του.
Διαδονούμενος. Η απαλότητα της γης του.
Όλος μια διαδόνηση. Ο τροπικός του εύκρατος.
Προσφέρει την αφή του. Δωρούμενος.
Η σάρκα δεν είναι πριν απ’ αυτόν.
Χαρισάμενος.
Η σάρκα όλη μόνον αυτός.
[…]

Από τη συλλογή Κατάλογοι 5-8, Οι σκηνές του μαρτυρίου (1986) του Δημήτρη Δημητριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Δημητριάδης

Δημήτρης Δημητριάδης, Κατάλογοι. 6 [Ποθάλωση…]

Κατάλογοι. 6: Ο Γλυκίας (απόσπασμα)

Ποθάλωση.

Έρχεται μόλις τον καλούν.

Ο ποθηγέτης ο ποθηλάτης
ο ποθιορκητής.
Αυτός που ποθαλώνει.
Ο ποθιούχος.

Επικαλούνται τ’ όνομά του –
το ποθόνομα – και
έρχεται αμέσως.

Καλοσύνη.
Καλοσύνη της καλλοσύνης.

Όλος εδώ.

Τα φέρνει όλα.
Έρχεται όλος και όλως.
Καθόλου αλλού.
Τίποτα δεν αφήνει σ’ άλλον.
Τα τελειότερα
ποθάρματα. Ευειδή.
Τα φέρνει όλα μαζί του. Ευθαλή.
Για την ολοκληρωτική ποθάκτηση
την αποκλειστική ποθήλωση.
Τα τελειότερα
τα ευγενέστερα
τα ευκλεέστερα ποθάρματα.
Ευάρεστα. Ευδιάθετα. Ευαγή.
Για την κατατρόπωση της ποθάγχης.

Φιλάει.
Φιλάει τα πονεμένα σημεία με όλο το στόμα.
Αίμα στο σχήμα ζεστό των χειλιών του.
Αφήνει το αίμα ζεστό να ζεστάνει
το χιόνι εκεί που χιόνισε φεύγοντας
η αγάπη νύχτες πολλές.
Νύχτες πριν απ’ αυτόν. Πριν πολλές νύχτες.
Πολλές οι Πριννύχτες.
Φιλάει με όλο το στόμα
όπως κανείς δεν φιλάει εκεί
τα σημεία που πάγωσαν.

Φιλιά Μετανύχτια.
Τα πρώτα φιλιά. Διακόπτουν
τον πάγο. Κάμπτουν τον εθισμό
στην ακαμψία, τήκουν
την μαύρη παράλυση, διαλύουν τα ίχνη
αισχρά πριν τη διάλυση. Επουλώνουν
πουπουλώνουν.

Είναι αυτός που δίνεται.
Έρχεται να δοθεί.
Είναι αυτός που δίνει. Αυτό που δίνει
αυτός, κανείς δεν το δίνει. Κανείς
δεν έρχεται. Κανείς
για να δοθεί. Αυτός
για να παραδοθεί. Η ποθαρχία
σε ολική παράδοση.
[…]

Από τη συλλογή Κατάλογοι 5-8, Οι σκηνές του μαρτυρίου (1986) του Δημήτρη Δημητριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Δημητριάδης

Δημήτρης Δημητριάδης, Κατάλογοι. 5 [Ανθρωπίαση. Ίαση από άνθρωπο…]

Κατάλογοι. 5: Η Θεά του Τέλους (απόσπασμα)

Ανθρωπίαση. Ίαση από άνθρωπο.
Προσπάθεια να τον κρατήσει. Να τον αισθανθεί.
Και απ’ αυτόν να αισθανθεί.
Ξανά. Προσπάθεια να τον φιλήσει
να τον ψηλαφίσει. Προσπάθεια που καταβάλλει
η προσπάθεια να τον φτάσει και να τον ξυπνήσει να τον κάνει
να θελήσει. Προσπάθεια
να μην τον χάσει. Ξανά. Απ’ την αρχή. Ξανά απ’ την αρχή.
Κάθε προσπάθεια, τον χάνει. Κάθε προσπάθεια,
προσπάθεια για την προσπάθεια που διαψεύδει
την προσπάθεια την αποτρέπει κι όλο προτρέπει
στην προσπάθεια,
ξανά ξανά.
Η αποθάρρυνση που φέρνει την ενθάρρυνση
που ξαναφέρνει άρρηκτη την αποθάρρυνση,
νίκες που κραταιώνονται με ήττες, απελπισία
πιο εύρωστη από την ελπίδα που την ανανεώνει η απελπισία
με πυγμή συνωμοτώντας. Μια συμμαχία απρόσιτων
απρόσθετων απρόσμικτων εχθρών. Μια έλλειψη ανελλιπής.
Η πάθηση.
Όταν λείπει εκείνος, η έλλειψη είναι ντροπή.
Στυγνή απώλεια ελέγχου. Και αίσθημα αισχίστου
γήρατος εσχάτου και αποτρόπαιη συναίσθηση μιας δυσμορφίας
κι αναπηρίας δυσοσμίας
μιας δύσβιας και δύσβατης
δυσαρμονίας.

Ισχυρότερη
έλξη προς άνθρωπο
από άνθρωπο δεν υπήρξε στον άνθρωπο.
Δεν θα είναι ποτέ ισχυρότερη, δεν μπορεί.
Έλξη και
Έλξη
προς αυτόν που σε έλκει σαν να σου αφαιρεί
τον επενδύτη της ζωής και δεν σ’ αφήνει παρά
με την ποινή της σάρκας και με τους χτύπους της που ξεφωνίζουν
στην πιο στενή στιγμή των δρόμων με τ’ αυτοκίνητα
να βάφονται κορνάροντας μες στα χυμένα αίματα
και τα παπούτσια να κλωτσάνε τραγουδώντας τα χυμένα αίματα
και τα γρυλίσματα σαν γέλια να βοθρώνουν
τα χυμένα αίματα κι η σάρκα να μην είναι
σάρκα
αλλά
αποσάρκωση.
Έλξη
Έλξη.
Και
όχι μόνον ο άνθρωπος να λείπει. Να λείπει όταν δεν λείπει.
Κι όταν τον έχεις, να μην κατέχεις. Όχι για κατοχή
μα για να είναι
περισσότερο αυτός. Και
όχι μόνον να φεύγει. Να φεύγει
σα να μην ήρθε να μην άφησε.
Να ήρθε σα να έφυγε πριν φύγει. Έλξη
σαν έλκος.
[…]

Από τη συλλογή Κατάλογοι 5-8, Οι σκηνές του μαρτυρίου (1986) του Δημήτρη Δημητριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Δημητριάδης

Δημήτρης Δημητριάδης, Κατάλογοι. 5 [Πάσχει από άνθρωπο…]

Κατάλογοι. 5: Η Θεά του Τέλους (απόσπασμα)

Πάσχει από άνθρωπο.

Παράδοξη πάθηση.
Δεν πάσχουν όλοι. Την δίνουν όλοι. Είναι κρυφή
αλλά δεν κρύβεται. Εκτίθεται. Τόλμη
πανίσχυρη ανεξάλειπτη τόλμη, έρχεται πριν την αρχή και φτάνει
ως εκεί που δεν φτάνει το τέλος. Απ’ την αρχή βλέπεις μ’ αυτήν
το τέλος πριν το τέλος. Το βλέπεις δεν μπορείς
να μην το βλέπεις. Αυτό είναι
το τέλος. Να μην μπορείς
να μην το βλέπεις. Το τέλος μόνον. Γιατί μ’ αυτήν το τέλος
είναι στην αρχή, το τέλος είναι
η αρχή που είναι μόνον
τέλος, τέλος αφάνταστα και τέλος αμιγώς
τέλος απρόσιτα εγγύτατα, μία απαρασάλευτη
ευθεία χωρίς λίκνισμα καμιά καμπύλη
σε χρώμα πολλές κλίμακες πιο κάτω απ’ το μαύρο
χωρίς αυξομειώσεις απ’ την αρχή μέχρι το τέλος
που δεν ξαναγυρίζει στην αρχή που είναι μόνον τέλος.
Η πάθηση.
Την εξοπλίζεις όταν την απομακρύνεις. Την εξοπλίζεις
όταν δεν την αποδέχεσαι. Όταν την αποδέχεσαι,
δεν αφοπλίζεται. Όσο σ’ εγκαταλείπει,
δεν σ’ εγκαταλείπει. Σ’ εξασθενίζει με μια δύναμη
που ενισχύεται από την μεγαλύτερη αδυναμία. Έρχεται
μόλις φεύγει. Ποτέ δεν χάνει. Ελπίζει
συνεχώς. Παίζει. Δολοπλοκεί. Σαρκάζει. Ενεδρεύει και
εξυφαίνει αντιφάσεις. Και επιμένει. Ασυνεπής. Ανυποχώρητη.
Όλα σ’ αυτήν προϋποθέτουν το καλό αλλά το άλλο
έρχεται. Δεν το αντέχει βάρος
τόσο απείρου σώματος το εσωδερμικό σεντόνι,
σώμα τόσο παντού και τόσο σώμα ώστε λιπαίνονται
οι τοίχοι από τις κλιμακώσεις
από τις κορυφώσεις του μυαλού. Συσπειρωμένη
με παράκληση γονυκλινής όλη
η σάρκα δαγκώνεται κηδεύεται αλλά υμνεί αυτό,
ζει μόνον γι’ αυτό που δεν παρέχεται καθόλου από έλεος
αλλ’ από ζήλο τύφλωση και άφρισμα
και κοχλασμό, από μια υπερέκταση μιας ανυπέρβλητης
μελίστατης ορμής ανυπολόγιστης
που σκάβει σκάβει και γεμίζει όλο
το σώμα μ’ ένα τέλος πύρινο που είναι
μόνον η αρχή. Αυτό που δεν ζητείται
αλλά δίνεται και παίρνεται χωρίς να του ζητείται όταν
η σάρκα σφύζει και καρφώνεται και χωρίς σκέψη
χωρίς λέξη από θεία έλξη ανελέητα και εκθαμβωτικά
με θάμβος που εχθρεύεται το έλεος και όμως ελεεί,
μια ίαση που ανταμείβεται μ’ ευχαριστήριες
κραυγές όταν αγγίζονται
τα χείλη την στιγμή που αυτό θέλουν πιο πολύ
και δεν μπορεί να τα χωρίσει τίποτα και τότε
τότε
μπαίνει το ένα αίμα μέσα στ’ άλλο αίμα
συναιμάσσονται.
Η πάθηση αυτό
δεν το αφήνει.
[…]

Από τη συλλογή Κατάλογοι 5-8, Οι σκηνές του μαρτυρίου (1986) του Δημήτρη Δημητριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Δημητριάδης

Δημήτρης Δημητριάδης, Κατάλογοι. 5 [Θα πάντα εκεί…]

Κατάλογοι. 5: Η Θεά του Τέλους (απόσπασμα)

Θα πάντα εκεί.
Αμετακίνητη. Εγώ το αποφάσισα,
που δεν σκέφτομαι,
που δεν έχω εξήγηση γι’ αυτό όπου έφτασα.
Δεν θα με καταλάβετε. Θα έχουν
τελειώσει οι λέξεις αλλ’ ακόμα
δεν θα με καταλάβετε. Δεν θέλω
να κλάψετε για μένα, να κλαίτε
από μένα, να λέτε ότι σας συγκίνησα, να μην το λέτε,
ακούστε μόνον ολόκληρη, μέχρι το τέλος μου. Έλεγα
αν δεν μιλήσω δεν θα φτάσω, αν δεν σας συγκινήσω
δεν θα γίνω, αν δεν με νιώσετε εσείς δεν θα σωθώ.
Όχι. Όχι. Κοιτάξτε με τώρα. Εγώ το αποφάσισα.
Είπα Εδώ θα σταθώ
εδώ για πάντα.
Δεν θα φύγω. Έφτασα.
Στραφείτε όλοι προς εμένα Θα μιλήσω.
Ένιωθα σαν
πεθαμένη ποίηση. Κι ένιωθα
σαν την ποίηση που μαχαιρώνει
αυτόν που δεν μπορεί
να την γεννήσει και μόνη αναγκάστηκα
να γεννηθώ. Στρέψτε όλοι τα μάτια.
Ορασθείτε με. Γίνετε
οι οραστές μου. Ήμουν
η ποίηση που δεν μπορεί να γεννηθεί. Και ωτασθείτε με.
Γίνετε οι ωταστές μου. Και αναγκάστηκα
να γεννηθώ για να μη μείνει από μένα πίσω
τίποτα, και αναγκάστηκα να γεννηθώ
για να μη γίνει από μένα πίσω
τίποτα, και αναγκάστηκα για να βρεθώ εκεί όπου η γέννηση
αυτή θα μ’ άφηνε να φτάσω, εκεί όπου
σε ένα μόνον τίποτα αφήνεται να φτάσει όταν αυτό
πια αναγκάζεται
να γεννηθεί. Και δώστε μου τις λέξεις που μου κρύβετε,
ποτέ ποτέ δεν μίλησα,
κρατάτε τις τραχύτερες κρυμμένες,
δεν μίλησα ποτέ δεν μίλησα, εκείνες που χρειάζομαι,
εκείνες με τα δόντια, με τους γάντζους,
τις πιο δύστροπες πιο δύστροφες
που μπήγονται και βγαίνουν με τους πόνους,
τις δύστοκες
δυσάγγιχτες. Μ’ αφήσατε τον κόσμο
χωρίς λέξεις. Φαντάστηκα όλες τις λέξεις που δεν είχα,
είμαι οι λέξεις που φαντάστηκα. Τώρα που έφτασα,
σταθείτε μακριά, λύκοι
της μέρας λύκοι
της νύχτας, δεν θα με φτάσετε
εδώ που έφτασα, θα σας τυφλώσω
με το ύψος μου, και θα σας κάψω
μ’ όλη την ποίηση που αναγκάστηκα
άγραφη μόνη μου να γεννήσω.
Η αγάπη δεν υπάρχει.
[…]

Από τη συλλογή Κατάλογοι 5-8, Οι σκηνές του μαρτυρίου (1986) του Δημήτρη Δημητριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Δημητριάδης