Τάσος Κουράκης, Το σαλονάκι

Κώστας Χατζής & Σώτια Τσώτου, Μου είπες «Σ’ αγαπώ»
(ερμηνεία: Ελπίδα & Κώστας Χατζής / δίσκος: Ελπίδα – Δάκης στου Κώστα Χατζή (1977))

[Ενότητα ΙΙ. Οι κληρονόμοι]

Το σαλονάκι

Έντυσες το σαλονάκι της
ζωής σου
σε ακριβή δερμάτινη επένδυση
ματαιότητας
σε χρώμα ακηλίδωτο πλην
μονόχρωμο να κρύβεται
η Άνοιξη της πολυμορφίας τών
εφηβικών σου ονείρων μην
και ζητήσουν ανατροπή τα
κωλόπαιδα οι ενοχές σου

Και δεν ξέχασες ποτέ να
ρίχνεις από πάνω κάλυμμα
φτηνιάρικης επιδερμίδας από
ρετάλια παραβαρδάριας εκποίησης
ιδανικών

Σε επαφή αισθήσεων με
το υποκείμενο

Σαν τα κλειστά σαλόνια των
σπιτιών που τα καλύτερα δωμάτια δεν
προορίζονται για τους ίδιους μα
για τις ουτοπίες τους

Από τη συλλογή Λέξεις λάμνουν αεί θάλλουν (2002) του Τάσου Κουράκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τάσος Κουράκης

Advertisements

Τάσος Κουράκης, Το κλειδί

Σταύρος Κουγιουμτζής & Άκος Δασκαλόπουλος, Πού ’ναι τα χρόνια (με τον Γιώργο Νταλάρα)

[Ενότητα ΙΙ. Οι κληρονόμοι]

Το κλειδί

Ένα ποίημα μπορεί να είναι
καμωμένο από λίγες ή πολλές λέξεις

Η αξία του βρίσκεται στο σχήμα του

Κλειδί που ψηλαφά τον πόνο
επαναφέροντας την ιστορία στην
πρώτη γραμμή των ενόρκων

Να ακυρώνει την απόφαση
της εξορίας σου
από την παιδική σου ηλικία

Από τη συλλογή Λέξεις λάμνουν αεί θάλλουν (2002) του Τάσου Κουράκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τάσος Κουράκης

Τάσος Κουράκης, Η μετακόμιση

Brendan Behan (απόδοση στα Ελληνικά: Βασίλης Ρώτας) & Μίκης Θεοδωράκης, Το γελαστό παιδί
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / δίσκος: Ένας όμηρος (1966))

[Ενότητα ΙΙ. Οι κληρονόμοι]

Η μετακόμιση

Ήταν που το κυπαρίσσι στην
άκρη του χωριού πριν το ρέμα
άνοιξε κι άφησε τη φωνή που
φώλιαζε μέσα του να πέσει σα
σιωπή –με το αθέατο περίγραμμά της–
πάνω στο δρόμο μας καθώς
σκονισμένοι περνούσαμε από μπροστά του

Οι άλλοι συνέχιζαν. Εγώ καθώς
σκόνταψα πάνω στον ήχο
αφουγκράστηκα με τα μάτια τη
σταματημένη αγωνία ενός νέου που
αναίτια πριν
δυο χρόνια μετακόμισε στη φυλλωσιά

* Στη μνήμη του μικρού Σέρβου μαθητή που σκοτώθηκε από Έλληνα αστυνομικό το 1998 στη Θεσσαλονίκη.

Από τη συλλογή Λέξεις λάμνουν αεί θάλλουν (2002) του Τάσου Κουράκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τάσος Κουράκης

Τάσος Κουράκης, Η καθυστέρηση

[Ενότητα ΙΙ. Οι κληρονόμοι]

Η καθυστέρηση

Όταν η συκιά με φόντο το
πέλαγος είναι υπέρτερη ενός κοινωνικού
μανιφέστου
ή έστω συνώνυμη (για να μην τραυματισθεί η
αναλωμένη μας νιότη)

Και το άγουρο τσαμπί περικλείει
πιότερη σοφία
απ’ όλες τις εγκυκλοπαίδειες της γης

Τότε η καθυστέρηση μιας ώρας δεν
συνιστά τροχαία παράβαση
ψυχής, αλλά
φροντιστήριο εξακτινωμένων αισθήσεων
σε μητροπολιτικές βιβλιοθήκες
εν μέσῳ
νικηφόρων επαναστάσεων

Από τη συλλογή Λέξεις λάμνουν αεί θάλλουν (2002) του Τάσου Κουράκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τάσος Κουράκης

Νίκος Μυλόπουλος, Όσο χιόνι απέμεινε

Όσο χιόνι απέμεινε

Μη χαϊδεύεις τη λάμψη
Θα μας δουν.
Μη φοβάσαι διάφανη
Κανένας δε βλέπει τις σκιές.
Μόνο σφίξε μου τα δάχτυλα
Μη κυλήσει ανάμεσά τους
Όσο χιόνι απέμεινε.

Από τη συλλογή Παράκτιος πια ο έρωτας (2002) του Νίκου Μυλόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Μυλόπουλος

Νίκος Μυλόπουλος, Θηλυκότητα

Θηλυκότητα

Δυο ρόμβοι αγέρα
Χωρίζουν τα χέρια
Απ’ τη μέση σου.
Μα ο πιο αιθέριος
Χαϊδεύει πάντα τους μηρούς σου.

Από τη συλλογή Παράκτιος πια ο έρωτας (2002) του Νίκου Μυλόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Μυλόπουλος

Νίκος Μυλόπουλος, Θαύμα

Θαύμα

Εσύ που σβήνεις σαν καπνός
Σαν το περπάτημα στο χρόνο
Ξεκλείδωσέ με, άοπλο.
Αιρετικός στα φουγάρα των ματιών σου
Μοσχοκάρφι στη θλίψη σου.
Τ’ ακροδάχτυλα
Σκοτώνουν στο πιάνο το θάνατο.
Ροδοπέταλα σκαλώνουν
Στ’ άτριφτα όνειρά μας.
Οι αγκαλιές μας πάλι
Μονοπάτια σκορπισμένα στα τέσσερα.
Πόσα τραγούδια επιτέλους
Χωράει ένα δάκρυ σου.

Από τη συλλογή Παράκτιος πια ο έρωτας (2002) του Νίκου Μυλόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Μυλόπουλος

Νίκος Μυλόπουλος, Η πασχαλιά

Η πασχαλιά

Είδα στον ύπνο μου μια πασχαλιά.
Μπλεχτήκανε τα άνθη της
Απρόσμενα στις σάρκες μου
Τρυφερά με χάιδευε τ’ άρωμά της
Σιγά-σιγά άρχισα να φιλώ
Τα νοτισμένα χείλη της.
Την ήθελα τόσο πολύ.
Ώσπου ξύπνησα απ’ τα απόνερα
Που κατέβαζε ο δρόμος.
Καθώς ανάπνευσα μου φάνηκε
Πως μύρισα ξανά το άρωμά της.
Άρχισα πάλι να την ψάχνω.
Τότε, πρόσεξα ένα πουλί με μάσκα
Να κρατάει στο ράμφος του
Ένα κλωνάρι πασχαλιάς.
Τρέμοντας πλησίασα
Και του ’βγαλα τη μάσκα.
Είδα πως ήσουν το πουλί
Και πως στο στόμα σου
Κράταγες τη ζωή μου.
Ταράχτηκα. Κοιμήθηκα.
Είδα στον ύπνο μου μια πασχαλιά…

Από τη συλλογή Παράκτιος πια ο έρωτας (2002) του Νίκου Μυλόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Μυλόπουλος

Νίκος Μυλόπουλος, Ένα παράθυρο

Χρήστος Νικολόπουλος & Λευτέρης Παπαδόπουλος, Αγάπησέ με (με τον Γιάννη Πάριο)

Ένα παράθυρο

Ένα παράθυρο ανοιχτό.
Στην κάτω αριστερή γωνιά
Τ’ απομεινάρια μιας αγάπης.
Στις άλλες τρεις
Άσπρο κενό
Από τους έρωτες
Που δεν ήρθανε ακόμα.
Ένα παράθυρο ανοιχτό
Να μπαινοβγαίνει η ζωή
Να σε τρελαίνει.

Από τη συλλογή Παράκτιος πια ο έρωτας (2002) του Νίκου Μυλόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Μυλόπουλος

Νίκος Μυλόπουλος, Άνιση πάλη

Mario Panas & Σέβη Τηλιακού, Αναμνήσεις
(με τη Βίκυ Λέανδρος / δίσκος: Μόνο εσύ (1972))

Άνιση πάλη

Ο χρόνος ρουφάει αχόρταγα
Την ανάσα μας για να ζήσει.
Ο χρόνος τρέμει το έρεβος
Που εμείς το διασχίσαμε.
Τριγυρνώντας τις νύχτες στ’ αστέρια
Κλέβουμε το ασήμι
Απ’ του φεγγαριού το πρόσωπο
Σκουπίζοντας τη σκόνη απ’ την αλήθεια.
Ένα φως αχνοφαίνεται.
Δεσμώτες για πάντα του πάθους μας
Αναβοσβήνουμε ένα αμήχανο χαμόγελο
Κι ακροβατούμε οριστικά
Στο περίγραμμα των αναμνήσεων.

Από τη συλλογή Παράκτιος πια ο έρωτας (2002) του Νίκου Μυλόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Μυλόπουλος

Μαρία Κυρτζάκη, [Ξαφνικά σιωπή…]

[Ενότητα Όνειρο]

Ξαφνικά σιωπή. Άλλου
όνειρο ή δικό μου δεν ξέρω

Σε παγκάκι καθόταν. Στην άκρη
πολύβοου δρόμου. Τα παλιά σχισμένα
ρούχα φορούσε. Με τα μάτια
καρφωμένα τώρα μπροστά
– σαν να έβλεπε, κάποιον ή κάτι.
Προσευχόταν, το ήξερα, αλλά αλλιώς.

Τσακισμένο το σώμα ακουμπούσε
στο ίδιο το σώμα. Και τα λόγια
και αυτά ακουμπούσαν στους γυάλινους
τοίχους των κτιρίων που υψώνονταν γύρω

Αντανάκλαση λόγου σκέφτηκα και τον ένιωσα
να τραντάζεται και λυγμοί να τον παίρνουν
γείρε και πάλι γείρε ότι έλεγε
–σε χώρα ή πρόσωπο πατρίδα μιλούσε;–
και με το βλέμμα της αφής
σε ρήγματα ερείπια στης γλώσσας
τα ραγίσματα στερέωσέ μας
σημαία λάβαρο σε χώρα ηδονής

Από τη συλλογή Λιγοστό και να χάνεται (2002) της Μαρίας Κυρτζάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κυρτζάκη

Μαρία Κυρτζάκη, [Έσκυψε το φιλί γονάτισε…]

Έσκυψε το φιλί γονάτισε

Σαν Ενδυμίων το φιλί
και υπέκυψε
στην φαντασίωση του έρωτα

Από τη συλλογή Λιγοστό και να χάνεται (2002) της Μαρίας Κυρτζάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κυρτζάκη

Μαρία Κυρτζάκη, [Γνωρίζει στο κορμί της…]

[Ενότητα Σκοτάδι σώμα]

Γνωρίζει στο κορμί της και με το σώμα της
τις σκοτεινές διαδρομές που αλώνουν την ψυχή.
Ο έρωτας είναι νυκτώος ξέρει.
Παιδί της νύχτας που ερωτεύτηκε το έρεβος.
Μαζί του επλάγιασε
και μες στη λάβα των αισθήσεων
βασίλισσα σαν Δύση ανατέλλει η Τυφώ
πλημμυρισμένη ευωδιές του έρωτα
μανίες αρσενικό και θηλυκό
η γνώση όλη υψώνεται στο σώμα
εκεί στα χέρια και στα δάχτυλα της ακοής
και τον μικρούλη τον τριγμό πώς τον ακούει
και την οσφραίνεται την απειλή
και γεύεται την ηδονή ως το μεδούλι

Από τη συλλογή Λιγοστό και να χάνεται (2002) της Μαρίας Κυρτζάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κυρτζάκη

Σταύρος Ζαφειρίου, Βλέποντας μια γυναίκα να πηγαίνει στη δουλειά της το πρωί

Βλέποντας μια γυναίκα να πηγαίνει στη δουλειά της το πρωί

Όμως αυτή η παρόμοια γυναίκα
που τώρα ετοιμάζεται αργά,
στοιχειώνοντας ιερογλυφικά καθώς διπλώνει
τη φούστα νέφος της δουλειάς στην αυριανή καρέκλα,
τούτη η γυναίκα σαν πέσει στο κρεβάτι
και σβήσει έξω της όλο το φως,
καλεί τις γύφτισσες να ’ρθουν στην κάμαρά της,
μάντισσες με τρελά χαρτιά που ξεγελούν το μέλλον.

(Σε ποιους πολύβοους τόπους να πατά,
σε ποιους βυθούς τη στέλνουνε οι δίνες,
με ποιους παράφορους ανέμους ερωτεύεται
καίγοντας όλα των σωμάτων της τα σχήματα.)

Μα να το ίδιο αυτό κατάπληκτο κορίτσι,
που μοιάζει τώρα τούτη η γυναίκα,
παίζει ματιές με τον χειμώνα απ’ το παράθυρο

(ένα φύλλο πέφτει στην πέτρα,
η πέτρα γυαλίζει στη βροχή),
γύρω στα πόδια της μαζεύει τον καιρό,
κομμάτια ενέχυρα πραγμάτων γερασμένων.

Αλλά ο καιρός είναι έξω∙
μέσα γυρίζει το ποτάμι χωρίς κύματα,
γάμους διασχίζοντας, τελετουργίες παιδιών,
ρούχα εκβάλλοντας που αστράφτουν
στης σιδερώστρας τον λαιμό.

Χύτρες αγρίμια ρουθουνίζουν στην κουζίνα.

Τούτη η γυναίκα, που απλά είναι μια γυναίκα,
κοιμάται τώρα. Στο τέλος της εικόνας της κοιμάται.
Ναυάγια ήσυχα οξειδώνουν την κοιλιά της,
γλυκό του ονείρου το κρασί στον ουρανίσκο της.
Καθώς ανοίγεται σε μέρες που ονομάζονταν
κι ο χρόνος μπαίνει αληθινός,
μονάχα στον πόθο του ύπνου της
θυμάται ποια είναι.

Το συγκεκριμένο ποίημα του Σταύρου Ζαφειρίου δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Εντευκτήριο» (τεύχος 57, Απρίλιος-Ιούνιος 2002).

Πηγή: genesis.ee.auth.gr/dimakis

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Μαρία Καρδάτου, Πειρατές

Πειρατές

Φυγάδες της νύχτας
πάνω από φράχτες νοητούς
διαφεύγουμε κρατώντας
τα παπούτσια στο χέρι
και κάποια πρόσωπα
μυστικά ακρόπρωρα
για μεγάλο ταξίδι
Οι αγάπες μας
πολύτιμοι λίθοι
λεηλατούνται άγρια
από πειρατές
μιας μονόφθαλμης
πραγματικότητας.

Από τη συλλογή Ούτε δροσιά (2002) της Μαρίας Καρδάτου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Καρδάτου