Οδυσσέας Ελύτης, Λακωνικόν

Διαβάζει ο ποιητής.

Λακωνικόν

Ο καημός του θανάτου τόσο με πυρπόλησε, που η λάμψη μου επέστρεψε στον ήλιο.

Κείνος με πέμπει τώρα μέσα στην τέλεια σύνταξη της πέτρας και του αιθέρος,

Λοιπόν, αυτός που γύρευα, είμαι.

Ω λινό καλοκαίρι, συνετό φθινόπωρο,

Χειμώνα ελάχιστε,

Η ζωή καταβάλλει τον οβολό του φύλλου της ελιάς

Και στη νύχτα μέσα των αφρόνων μ’ ένα μικρό τριζόνι κατακυρώνει πάλι το νόμιμο του Ανέλπιστου.

Από τη συλλογή Έξη και μία τύψεις για τον ουρανό (1960) του Οδυσσέα Ελύτη

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Οδυσσέας Ελύτης, Ποίηση (εκδ. Ίκαρος, 2002)

Γιάννης Νεγρεπόντης, Γενετήσια πράξη

Γενετήσια πράξη

Απομονωμένοι στο πιο ανελέητο βάθος
απ’ όπου η απελπισία τους ποτέ
δε θα ’φτανε στον κόσμο
πάνω σ’ ένα κοινό, κοινότατο κρεβάτι
που η ύπαρξή του έχει ξεχαστεί
μαζί με όλα τ’ άλλα, όλα
στην αμνησία την πιο αδιαπέραστη
των αφημένων τους κορμιών
στον πιο απαίσια ηδονικό πνιγμό
ως την τρέλα
βοήθεια… βοήθεια
μάταια οι κρουνοί του αίματός τους
τ’ απροσπέλαστο φράγμα να διαρρήξουν
απεγνωσμέν’ αγωνιούν.

(Μην τους χτυπήσετε την πόρτα
είναι υπεύθυνοι, αδίστακτοι
ασύλληπτα ωραίοι).

Από τη συλλογή Καθημαγμένοι (1960) του Γιάννη Νεγρεπόντη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Ρίτα Μπούμη-Παπά, Το φίδι

Το φίδι

Σαν έφτασα στα μισά του δρόμου
και ζύγισα το βάρος που σηκώνω πενήντα χρόνια
για να μπορείς πιο ελαφρά να περπατάς
είδα πόσο ήμουνα μόνη.

Πού είσαι; Ως χτες επροχωρούσαμε μαζί
ξαφνικά τώρα δε σε βρίσκω
έχει κακοτοπιές, είμαι τυφλή
φυσάει δυνατός αέρας.

Ίσως να σε παρέσυρε η άνοιξη,
στα μάτια μιας ξένης γυναίκας
να είδες πάλι
τον εαυτό σου έφηβο ξανθό.

Η εφετινή χαρά σου σε προδίδει
έρχεσαι από κει που δεν πηγαίνω πια
σε μέθυσαν οι μυρωδιές του δρόμου
δεν ευκαιρείς να ιδείς το φίδι
που ’χει τυλίξει το λαιμό μου.

Από τη συλλογή Το ρόδο της Υπαπαντής (1960) της Ρίτας Μπούμη-Παπά

Ανέστης Ευαγγέλου, Η ομίχλη

Η ομίχλη

Να μιλήσω για την ομίχλη
να πω για τον λασπωμένο καρόδρομο μέσα στην καταχνιά
καθώς κολλούνε τα βήματά μας και δε βλέπεις
παρά μόνον ακούς, των άλλων τις φωνές, των πορευομένων–
δεν είναι ένα σχήμα λόγου ούτε πια υπάρχει
διάθεση για παραδοξολογίες.

Μιλώντας, ακόμα, για την ομίχλη, καταλαβαίνετε,
δεν κάνω λόγο για τις καιρικές συνθήκες-
όλοι έχουνε δει κάποτε ομίχλη
η ομίχλη είναι παλιά όσο και ο κόσμος.

Εκείνο που θέλω να πω είναι άλλο κι ίσως μόνο
όσοι πλάι μου βαδίζουνε και δεν τους βλέπω
καταλαβαίνουνε καλά ομίχλη τι σημαίνει:

αφανιζόμαστε, αδέρφια, αφανιζόμαστε,
βαθμηδόν βουλιάζουμε μες στην ομίχλη
μας αφομοιώνει η καταχνιά έναν έναν.

Παράξενα αντηχούν οι φωνές μέσα στη σιωπή
κι ακόμα πιο παράξενοι οι σύντροφοι που βαδίζουν με τυφλά χέρια.

Από τη συλλογή Περιγραφή εξώσεως (1960)

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Ανέστης Ευαγγέλου, Τα ποιήματα (1956-1986) [Θεσσαλονίκη, εκδ. Παρατηρητής, 1988)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανέστης Ευαγγέλου

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου: Ό,τι για πάντα με μουδιάζει

Ό,τι για πάντα με μουδιάζει

Ό,τι για πάντα με μουδιάζει κι οδηγεί
εσένα στο χαμό κι αδιαφορεί για μένα
κρατώντας μου τα χέρια και το νου
αναποφάσιστα, σε ένοχη απραξία
βλέποντας καταδίκους να περνούν
απ’ το βαθύ το χάραμα ως τη νύχτα
μες στις γνωστές μου γειτονιές, και το χειρότερο
να περιφέρεσαι ανάμεσα εσύ, ξέρω πως δεν μπορεί
να είναι ο θάνατος. Γιατί χωνεύει
ανάσες μες στη μουσική του ύπνου, αφοπλίζει
καημούς και συμφιλιώνει τ’ όνειρο
με την πυρακτωμένη μνήμη κι όλα γίνονται
λαμπρή σκηνοθεσία
Ό,τι χρόνια με κράτησε
άπραχτο και φιλάσθενο, σχεδόν ανυπεράσπιστο
με το μαλάκωμα της μακριάς αρρώστιας, είναι
προσήλωση τυφλή σε ομοιώματα κι ακόμα
παράξενη επιμονή να καταναλωθούμε

Από τη συλλογή Ο θάνατος του Μύρωνα (1960) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Ο δύσκολος θάνατος (Αθήνα, εκδ. Νεφέλη, 1985) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Πρατήριο βενζίνης

Πρατήριο βενζίνης

Είμαι η έρημη ασφαλτωμένη δημοσιά που αφήνεται
σα μεθυσμένη ανηφορίζοντας με τις μοτοσυκλέτες
αισθαντικό, ολονύχτιο φως που αγρυπνά
σ’ ερημικό πρατήριο βενζίνης — γιατί βλέπω
τα ολόκλειστα αυτοκίνητα σαν παίρνουν τη στροφή
με τις σβηστές τους μηχανές, γιατί τα βλέπω
μες στο εκτυφλωτικό τους φως να σου ανάβουν
εξαίσια υπερκόσμια μουσική — κι ακόμα, είμαι
το ξαφνικό μελάνιασμα στο καθαρό λουσμένο φως
η κλειδωμένη μου φωνή μέσα στα δάχτυλα
μέσα στο σώμα

Κι εγώ μετεωρίζομαι σα φλέβα
καλοκαιριού, σα να ’χω σβήσει όλα
τα φώτα μου και περιμένω ακόμα

Από τη συλλογή Ο θάνατος του Μύρωνα (1960) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Ο δύσκολος θάνατος (Αθήνα, εκδ. Νεφέλη, 1985) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Ars Poetica

Ars Poetica

Το ποίημα θέλω να είναι νύχτα, περιπλάνηση
σε ξεμοναχιασμένους δρόμους και σε αρτηρίες
όπου η ζωή χορεύει. Θέλω να είναι
αγώνας, όχι μια μουσική που λύνεται
μα πάθος για την μέσα έκφραση μιας ασυναρτησίας
μιας αταξίας που θα γίνει παρανάλωμα
αν δεν τα παίξουμε όλα για όλα.

Όταν οι άλλοι, αδιάφοροι, με σιγουριά
ξοδεύονται άσκοπα ή ετοιμάζονται το βράδυ
να πεθάνουν, όλη τη νύχτα ψάχνω για ψηφίδες
αδιάφθορες μες στον μονόλογο τον καθημερινό
κι ας είναι οι πιο φθαρμένες. Να φεγγρίζουν
μες στο πυκνό σκοτάδι τους σαν τ’ αχαμνά ζωύφια
τυχαίες, σκοτωμένες απ’ το νόημα
με αίσθημα ποτισμένες.

Από τη συλλογή Ο θάνατος του Μύρωνα (1960) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Ο δύσκολος θάνατος (Αθήνα, εκδ. Νεφέλη, 1985) του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

Κλείτος Κύρου, Κραυγή δέκατη ένατη

Μίκης Θεοδωράκης & Κώστας Τριπολίτης, Αν
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / δίσκος: Ο επιβάτης (1981))

Κραυγή δέκατη ένατη

Απευθύνομαι πάλι σε σας ζητώ να μ’ ακούσετε
Για τελευταία φορά το ζητώ δε χωρεί αναβολή
Τώρα που είναι ακόμη καιρός τώρα που η μέρα
Αρχίζει πάλι και ξαναμικραίνει τώρα που κι αυτό
Το καλοκαίρι λιγοθυμάει μέσα στις χούφτες σας
Κι η κάθε λέξη γίνεται βαριά κι ασήκωτη

Σας προσφωνώ και πάλι με τα ίδια όπως τότε ψευδώνυμα
Τα ‘χετε ως κι αυτά λησμονήσει πάνε τόσα χρόνια
Πού να θυμάστε τώρα τις βραδινές συγκεντρώσεις
Τις ασκητικές σας μορφές κάτω από το σπασμένο φως
Πιστεύατε με φανατισμό θέσει και πράξει επιδοκιμάζατε
Υστερικά τον κάθε ομιλητή διεκδικούσατε την αποκατάσταση
Της φωτιάς της δικής σας φωτιάς που ζητούσε μια διέξοδο
Αναποδογυρίζοντας ουρανούς καταβροχθίζοντας κόκαλα

Δε θέλω να κουράσω τη μνήμη σας μικρό θα ‘ναι το όφελος
Μεγάλος ο κόπος ποιος τόλμησε ποτέ να ταράξει
Τον ύπνο της λάβας τώρα έχετε απομακρυνθεί απ’ το πεδίο βολής
Επαναπαύεσθε μακάρια πάνω στα τρόπαια των αστικών μαχών
Γυμνάζοντας αρνητικά τις αισθήσεις σας αποταμιεύοντας όνειρα
Κάθε μέρα γίνεσθε και πιο εκλεκτικοί αλλάζετε
Τις μάρκες των τσιγάρων αλλάζετε τα ρούχα σας αλλάζετε
Συνήθειες διασκεδάσεις κλίμα σπίτια και γυναίκες αλλάζετε
Τα δόντια σας και την καρδιά σας και τους λυγμούς
Ακόμη της καρδιάς σας τους αλλάζετε που δεν μπορώ
Να τους ξεχάσω γιατί με κυνηγούν κυκλοφορούν στο αίμα μου
Σαν ψάρια σκοτεινά που χάσαν τα νερά τους

Σας υπενθυμίζω πως για να φτάσετε στην αποθέωση
Θα πρέπει να ταπεινωθείτε πρώτα ν’ αρχίσετε από την τριβή
Που σιγοκαίει στα δάχτυλα σεις από φυσικού σας
Δεν ήσασταν αγέρωχοι όπως οι Άλλοι που ρουφήχτηκαν στη γη
Προτιμήσατε τη συναλλαγή απλώνοντας το χέρι στον ήλιο
Μείνατε στατικοί μέσα στο χρόνο αγάλματα του δισταγμού σας
Συνωστισμένοι μπρος στις εξόδους κινδύνου στην καμπή του δρόμου
Εκεί που χωρίσαμε οριστικά παρασυρμένοι από έξαλλα πλήθη

Μην απορείτε λοιπόν για τη σημερινή σας προκάλυψη
Μη διαστέλλετε τα έκθαμβα μάτια σας μπροστά
Στο άνοιγμα που μας χωρίζει το ξέρετε πως δεν μπορεί
Να κλείσει με σχήματα νεκρών πια περιπτύξεων
Σας κατηγορώ δίχως τύψη καμιά σεις οι ίδιοι
Επισπεύσατε τη μελλούμενη αναπόφευκτη πτώση σας

Από τη συλλογή Κραυγές της νύχτας (1960) του Κλείτου Κύρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κλείτος Κύρου

Κλείτος Κύρου, Κραυγή δέκατη πέμπτη

Κραυγή δέκατη πέμπτη

Μιλώ με σπασμένη φωνή δεν εκλιπαρώ
Τον οίκτο σας μέσα μου μιλούν χιλιάδες στόματα
Που κάποτε φώναζαν οργισμένα στον ήλιο
Μια γενιά που έψελνε τα δικαιώματά της
Κουνώντας λάβαρα πανηγυριού σειώντας σπαθιά
Γράφοντας στίχους εξαίσιους μιας πρώτης νεότητας
Ποτίζοντας τα σπαρτά με περίσσιο αίμα
Μικρά παιδιά που αφέθηκαν στο έλεος τ’ ουρανού

Η γενιά μου ήταν μια αστραπή που πνίγηκε
Η βροντή της η γενιά μου καταδιώχτηκε
Σα ληστής σύρθηκε στο συρματόπλεγμα
Μοίρασε σαν αντίδωρο τη ζωή και το θάνατο
Οι άνθρωποι της γενιάς μου δεν πέθαιναν
Στα νοσοκομεία κραύγαζαν έξαλλοι στα εκτελεστικά
Αποσπάσματα τα χέρια τους ήταν μαγνήτες
Τρώγαν πικρό ψωμί κάπνιζαν εφημερίδες
Ζητώντας ευλαβικά μια θέση σ’ αυτή τη γη

Όπου κι αν στάθηκαν οι σκιές τους ριζώναν
Άδικα προσπαθείτε δε θα ξεριζωθούν ποτέ
Θα προβάλλουν μπροστά στα τρομαγμένα σας μάτια
Τώρα τα καταλάβαμε όλα καταλάβαμε
Τη δύναμή μας και για τούτο μιλώ
Με σπασμένη φωνή που κλαίει
Κάθε φορά στη θύμησή τους

Από τη συλλογή Κραυγές της νύχτας (1960) του Κλείτου Κύρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κλείτος Κύρου

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Όταν σε περιμένω

Ντίνος Χριστιανόπουλος & Μάνος Χατζιδάκις, Αναμονή (Όταν σε περιμένω)
(πιάνο: Ντόρα Μπακοπούλου, ερμηνεία: Ανδρέας Καρακότας / έργο: Τα τραγούδια της αμαρτίας (1996))

Όταν σε περιμένω

Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι,
ο νους μου πάει στους τσαλακωμένους,
σ’ αυτούς που ώρες στέκονται σε μια ουρά,
έξω από μια πόρτα ή μπροστά σ’ έναν υπάλληλο,
κι εκλιπαρούν με μια αίτηση στο χέρι
για μια υπογραφή, για μια ψευτοσύνταξη.

Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι,
γίνομαι ένα με τους τσακισμένους.

Από τη συλλογή Ανυπεράσπιστος καημός (1960) του Ντίνου Χριστιανόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ντίνος Χριστιανόπουλος

Ανέστης Ευαγγέλου, Καθώς μέσα στο χρόνο προχωρείς

Σταύρος Ξαρχάκος & Νίκος Γκάτσος, Εμείς που μείναμε
(τραγούδι: Βίκη Μοσχολιού & χορωδία / δίσκος: Νυν και αεί (1974))

Καθώς μέσα στο χρόνο προχωρείς

Καθώς μέσα στο χρόνο προχωρείς και βλέπεις
μέρα τη μέρα να πληθαίνουνε τα ερείπια,
να πέφτουν ένα ένα τ’ αγκωνάρια
που απάνω τους είχες χτίσει τη ζωή σου,
καταλαβαίνεις ολοένα πιο πολύ, διδάσκεσαι,
πως μόνο εσύ τον ορίζεις το χώρο σου:
είναι δικά σου τούτα τα ερείπια κι είσ’ εσύ
που πρέπει να σηκωθείς, να πάρεις
νερό και λάσπη, με τα ίδια
υλικά να ξαναχτίσεις τους τοίχους σου.

Τώρα που βλέπεις καθαρά, που ξέρεις επιτέλους
πως από πουθενά βοήθεια δεν μπορείς να περιμένεις.

Από τη συλλογή Περιγραφή εξώσεως (1960)

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Ανέστης Ευαγγέλου, Τα ποιήματα (1956-1986) [Θεσσαλονίκη, εκδ. Παρατηρητής, 1988)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανέστης Ευαγγέλου

Ανέστης Ευαγγέλου, Ενδοστροφή

Ενδοστροφή

Ποιος είμαι λοιπόν εγώ και ποιον
σκοπό εξυπηρετεί η ύπαρξή μου;
Η άγνωστη δύναμη που απ’ το βαθύ
σκότος μάς σπρώχνει σε διάλειμμα φωτός
για να μας πάρει πάλι το σκοτάδι
γατί το ’κανε αυτό για μένα.
Την παρουσία μου τι δικαιολογεί
ποιος απόκρυφος σκοπός, ακατανόητη
βούληση ποια, ικανοποιείται και πώς
το ακατανόητο τούτο νοητό να το κάνω
για να καταλάβω τη σημασία μου και να υπάρξω.

Αν τρόπος υπάρχει να μου φανερωθεί το μυστικό
θα ’στεργα σ’ όλα τα μαρτύρια, την πάσα
αθλιότητα πρόθυμος να δεχτώ· θα τα ’δινα
όλα, κι αν όλα ωστόσο δεν έφταναν, και το πιο
πολύτιμο: την ψυχή μου.

Αλλά μήπως
δεν είν’ έτσι τα πράγματα, μήπως
μυστικό δεν υπάρχει κι ό,τι ως τώρα
μυστικό λέγοντας εννοούσα δεν είναι
παρά της φαντασίας μου πλάσμα, ή ακόμα, μήπως
το ίδιο αυτό που με κάνει να ρωτώ
κι αιτία έγινε να γραφούν αυτοί οι στίχοι
είναι το ίδιο, που γυρεύω να βρω, μυστικό;

Κόκαλά μου
σώμα μου θαυμαστό που υπάρχεις και σε ψηλαφώ
μέλη που με τη βέβαιη σας ψαύω αφή μου, κι εσύ
δύναμη μυστική που όλα τα κύτταρά μου διατρέχεις,
αφού πια δεν υπάρχουν θεοί για να μ’ ακούσουν
βοηθήστε με, τούτη την έσχατη ώρα, της ύπαρξής μου
την ισορροπία μη χάσω, μη διαλυθώ.

Από τη συλλογή Περιγραφή εξώσεως (1960)

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Ανέστης Ευαγγέλου, Τα ποιήματα (1956-1986) [Θεσσαλονίκη, εκδ. Παρατηρητής, 1988)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανέστης Ευαγγέλου

Ανέστης Ευαγγέλου: Πού οδηγούμαι λοιπόν, Θεέ μου

Σταύρος Ξαρχάκος & Νίκος Γκάτσος, Ποιος θεός το θέλησε
(τραγούδι: Νάνα Μούσχουρη / δίσκος: Νάνα Μούσχουρη / σπίτι μου σπιτάκι μου (1972))

Πού οδηγούμαι λοιπόν, Θεέ μου

Στον Τάκη Καΐση
που πρώτος μίλησε για ακροβασίες.

Πού οδηγούμαι λοιπόν, Θεέ μου, ή πού με οδηγείς;
Ο μέγας κίνδυνος την ισορροπία μου να χάσω
στο τεντωμένο αυτό σχοινί όπου μ’ έταξε
ν’ ακροβατώ η ανεξιχνίαστη θέλησή σου
χωρίς να με ρωτήσει αν θέλω ή αν μπορώ
θα με κερδίσει ή επιτέλους θα μπορέσω
στο τέρμα να φτάσω του σχοινιού, ή ακόμα, μήπως
το θέλημά σου δε μου έχει ετοιμασμένο
κανένα τέρμα;

Πολύ το κατατρέχεις
το τέκνο σου, Κύριε. Η φωνή μου δε φτάνει
να σου ζητήσω να με βγάλεις πέρα:
είσαι πολύ μακριά για να μ’ ακούσεις.
Τούτο μόνο: δείξε μου πού πηγαίνω…

Από τη συλλογή Περιγραφή εξώσεως (1960)

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Ανέστης Ευαγγέλου, Τα ποιήματα (1956-1986) [Θεσσαλονίκη, εκδ. Παρατηρητής, 1988)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανέστης Ευαγγέλου