Μανόλης Αναγνωστάκης, Το ναυάγιο

Μανόλης Αναγνωστάκης & Μίκης Θεοδωράκης, Το ναυάγιο
(τραγούδι: Πέτρος Πανδής / δίσκος: Μπαλάντες (1975))

Το ναυάγιο

Θα μείνω κι εγώ μαζί σας μες στη βάρκα
Ύστερα απ’ το φριχτό ναυάγιο και το χαμό
Το πλοίο βουλιάζει τώρα μακριά
(Πού πήγαν οι άλλες βάρκες; ποιοι γλιτώσαν;)
Εμείς θα βρούμε κάποτε μια ξέρα
Ένα νησί ερημικό όπως στα βιβλία
Εκεί θα χτίσουμε τα σπίτια μας
Γύρω-γύρω απ’ τη μεγάλη πλατεία
Και στη μέση μια εκκλησιά
Θα κρεμάσουμε μέσα τη φωτογραφία
Του καπετάνιου μας που χάθηκε –ψηλά-ψηλά–
Λίγο πιο χαμηλά του δεύτερου, πιο χαμηλά του τρίτου
Θ’ αλλάξουμε τις γυναίκες μας και θα κάνουμε πολλά παιδιά
Κι ύστερα θα καλαφατίσουμε ένα μεγάλο καράβι
Καινούριο, ολοκαίνουριο και θα το ρίξουμε στη θάλασσα

Θα ’χουμε γεράσει μα θα μας γνωρίσουνε.

Μόνο τα παιδιά μας δε θα μοιάζουνε μ’ εμάς.

Από τη συλλογή Η συνέχεια 3 (1962) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Advertisements

Μανόλης Αναγνωστάκης, Επίλογος (από τη συλλογή «Εποχές 3»)

Μανόλης Αναγνωστάκης & Μίκης Θεοδωράκης, Οι στίχοι αυτοί
(τραγούδι: Μαργαρίτα Ζορμπαλά / δίσκος: Μπαλάντες (1975))

Επίλογος

Οι στίχοι αυτοί μπορεί και να ’ναι οι τελευταίοι
Οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφτούν
Γιατί οι μελλούμενοι ποιητές δε ζούνε πια
Αυτοί που θα μιλούσανε πεθάναν όλοι νέοι.
Τα θλιβερά τραγούδια τους γενήκανε πουλιά
Σε κάποιον άλλο ουρανό που λάμπει ξένος ήλιος
Γενήκαν άγριοι ποταμοί και τρέχουνε στη θάλασσα
Και τα νερά τους δεν μπορείς να ξεχωρίσεις.
Στα θλιβερά τραγούδια τους φύτρωσε ένας λωτός
Να γεννηθούμε στο χυμό του εμείς πιο νέοι.

Από τη συλλογή Εποχές 3 (1951) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Κωστής Μοσκώφ, [Λόφοι γυμνοί ωχρής βραδιάς σελήνης…]

Νικόλας Άσιμος, Ο μηχανισμός (δίσκος 45 στροφών (1975))

[Ενότητα Β’ Τα καινούρια – β’ Σχόλια στον Σαλβατόρε Κουαζίμοντο]

Λόφοι γυμνοί ωχρής βραδιάς σελήνης
την ώρα που ξυπνούν οι πρόγονοι
στο θρόισμα του ανέμου…
«Ο λαός μου κρατάει μαχαίρια που καιν»
η ζωή του έχει γίνει στάχτη
από τα χρόνια του Ομήρου
– «γυναίκες που ουρλιάζουν πασχίζοντας
να πουν τα λόγια του έρωτα»
άντρες που πολεμούν
πειθόμενοι στα ρήματα θεών
ή των δαιμόνων…
«Κλαίμε στα πανηγύρια γύρω από αρχαίους στοχασμούς…
Άφησα τους συντρόφους άταφους
πηκτός άνεμος σκεπάζει τώρα το κορμί τους
έμεινα μόνος
ολόκληρος για να σε σκέφτομαι…»
Κατεβαίνω τις στενές κοιλάδες του Γράμμου
– βιάζομαι
να σκεπάσω
με το πανωφόρι του Έρωτα
την άρρωστή μας Επανάσταση…

Από τη συλλογή Κωστής Μοσκώφ: Ποιήματα (1987)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κωστής Μοσκώφ

Σαράντος Παυλέας, Το πιο φτερωτό φέρτε μου άλογο

Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Κώστας Βίρβος, Ένα αμάξι με δυο άλογα
(ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος: Μικροί καημοί (1975))

Το αραχνάκι

Θέλω να υπακούσω στην κλήση του ταξιδιού μου.
Το πιο φρέσκο, το πιο γοργό φέρτε μου άλογο.
Πηγαίνω προς τη νίκη μου και την τελειοποίησή μου
το πιο αστραφτερό φέρτε μου άλογο,
να το ανεβώ έτσι αφρισμένο όπως θα ‘ναι
μέσα στη μαύρη νύχτα
το πιο γοργό, το πιο αφράτο φέρτε μου άλογο,
να φτάσω στον καιρό μου πριν γίνει ο καλός του πλοίου μας απόπλους.

Το πιο γοργό, το πιο αφράτο φέρτε μου άλογο.
Δε θα φύγω σαν ένας Αννίβας
για μιαν έρημη παραλία της Θάψου. Δεν ακολουθεί τη φυγή μου
κανένας Σκιπίωνας, καμιά Ζάμα.
Πορεύομαι σε τροπαιούχον άλλο βίο.
Το πιο φτερωτό φέρτε μου άλογο,
να κάμω γρήγορο το τέλος των χιλιομέτρων μου
που με χωρίζουν από το Καράβι της Απεραντοσύνης μου.
Το πιο φτερωτό φέρτε μου άλογο.

Από τη συλλογή Ποιητικοί συνειδησιακοί διάλογοι, Β (1981) του Σαράντου Παυλέα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σαράντος Παυλέας

Νίκος Μυλόπουλος, Μετά όλα καλά θα πάνε (III)

Σταύρος Κουγιουμτζής, Όλα καλά
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Στα ψηλά τα παραθύρια (1975))

[Ενότητα Μετά όλα καλά θα πάνε]

III

Σκεφτόμουν τη γυναίκα που βαθιά ερωτεύθηκα
Τους δικούς μου που χάθηκαν τόσο αναίτια
Τις φωτογραφίες που ζωντάνευαν παιδικά κατορθώματα
Πόσο να έμενα κρυμμένος μες στα σκεπάσματα
Κάτι φύσηξε στην ψυχή μου∙ είπα θα ’ναι ο άνεμος
Σηκώθηκα με λαχτάρα προς τις γρίλιες χειρονομώντας
Είδα μόνο κάτι γκρίζους καπνούς στον ορίζοντα
«Όχι δεν πρόκειται αυτοί να ξανάρθουν»
Κι αυτή η εικόνα είναι τόσο μάταιη
Που αν και επαναλαμβάνεται βασανιστικά κάθε νύχτα
Βγαίνω έξαλλος στους δρόμους και τους ψάχνω.

Από τη συλλογή Οι εραστές πάντα σιωπούν (2007) του Νίκου Μυλόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Μυλόπουλος

Έγκλειστες συναντήσεις (2008): άνοιξη

Μανόλης Αναγνωστάκης & Μίκης Θεοδωράκης, Όταν μιαν άνοιξη
(τραγούδι: Μαργαρίτα Ζορμπαλά / δίσκος: Μπαλάντες (1975))

άνοιξη

Η φύση ξύπνησε
Τα μάτια της φούσκωσαν
Ματωμένες παπαρούνες
Μισάνοιχτα τα πέταλα της μυγδαλιάς
Λύτρωση
Ανάταση
Ζωντάνεμα ψυχής

Από τη συλλογή έγκλειστες συναντήσεις (2008) ανήλικων κρατουμένων στις δικαστικές φυλακές Διαβατών Θεσσαλονίκης

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανήλικοι κρατούμενοι στις δικαστικές φυλακές Διαβατών Θεσσαλονίκης

Γιάννης Ρίτσος & Χρήστος Λεοντής: Και να, αδερφέ μου

Και να, αδερφέ μου

Μουσική: Χρήστος Λεοντής
Ποίηση: Γιάννης Ρίτσος (συλλογή «Καπνισμένο τσουκάλι» (1974))
Τραγούδι: Νίκος Ξυλούρης (και ταυτόχρονα διαβάζει το ποίημα ο Γιάννης Ρίτσος)
Δίσκος: Καπνισμένο τσουκάλι (1975)

Και να, αδερφέ μου
που μάθαμε να κουβεντιάζουμε
ήσυχα, ήσυχα κι απλά.
Καταλαβαινόμαστε τώρα
δε χρειάζονται περισσότερα.

Κι αύριο λέω θα γίνουμε
ακόμα πιο απλοί.
Θα βρούμε αυτά τα λόγια
που παίρνουνε το ίδιο βάρος
σ’ όλες τις καρδιές,
σ’ όλα τα χείλη,
έτσι να λέμε πια
τα σύκα-σύκα
και τη σκάφη-σκάφη.

Κι έτσι που να χαμογελάνε οι άλλοι
και να λένε:
«Τέτοια ποιήματα
σου φτιάχνω εκατό την ώρα».
Αυτό θέλουμε κι εμείς.
Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε
για να ξεχωρίσουμε, αδελφέ μου,
απ’ τον κόσμο.
Εμείς τραγουδάμε
για να σμίξουμε τον κόσμο.

Γιώργος Πολυχρονιάδης & Κώστας Πεΐδης, Μάγισσα

Μάγισσα

Σύνθεση: Γιώργος Πολυχρονιάδης
Στίχοι: Κώστας Πεΐδης
Ενορχήστρωση: Κώστας Κλάββας
Τραγούδι: Γιώργος Πολυχρονιάδης
Δίσκος: Γιώργος Πολυχρονιάδης (1975)

Δες το βιβλίο της ζωής μου
πόσες φορές έφταιξα, πες μου
αν γύρισα στον κόσμο τον τρελό
πες μου στο φως των καντηλιών

Πες μου, μάγισσα, το χθες μου
πόσες αδίκησα ψυχές
αν μπορέσω ν’ αγαπήσω
πες μου, μάγισσα, το χθες

Πέντε μοίρες μού ’γνεσαν υφάδι
πέντε μέρες όμορφες να ζω
και τις δέκα μέσα στο σκοτάδι
μόνος μου τον κόσμο να μισώ

Άφησα τώρα στον καθρέφτη
πίσω μια γέρικη μορφή
κι άκουσα την καρδιά να πέφτει
μα δεν μου καίγεται καρφί

Πες μου, μάγισσα, το χθες μου
πόσες αδίκησα ψυχές
αν μπορέσω ν’ αγαπήσω
πες μου, μάγισσα, το χθες

Πέντε μοίρες μού ’γνεσαν υφάδι
πέντε μέρες όμορφες να ζω
και τις δέκα μέσα στο σκοτάδι
μόνος μου τον κόσμο να μισώ

Πέντε μοίρες μού ’γνεσαν υφάδι
πέντε μέρες όμορφες να ζω
και τις δέκα μέσα στο σκοτάδι
μάθαινα τον κόσμο να μισώ

Κώστας Πλαστήρας, Διαπραγματεύσεις

Κώστας Χατζής & Ηλίας Λυμπερόπουλος, Περιστρεφόμαστε (1975))

Διαπραγματεύσεις

Διαπραγματεύομαι
τους ανθρώπους με μνήμες παρελθοντικές
τις μέρες όπου ο χρόνος θα σταματήσει ξαφνικά
τις καινούργιες καταστάσεις
την πολιτικοποίηση
τα νέα του πολέμου.

Και διαπραγματεύομαι
όσους η τροχιά τους συμπίπτει
όσους ο ήχος τούς επαρκεί και τους κατακρίνει
αυτούς
που εξοβελισμένοι και άσωτοι στη σκέψη
τρελάθηκαν στο δρόμο.

Από τη συλλογή Alarme (1979) του Κώστα Πλαστήρα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κώστας Πλαστήρας

Κώστας Πλαστήρας, Ασκήσεις εγκλιματισμού

Ναζίμ Χικμέτ & Θάνος Μικρούτσικος, Αν η μισή μου καρδιά
(τραγούδι: Μαρία Δημητριάδη / δίσκος: Πολιτικά τραγούδια (1975))

Ασκήσεις εγκλιματισμού

Στυφό απομεινάρι

Σταγόνες νερό όμοιες
είμαστε.
Μας κατέχει ο φόβος.

*

Καλά που έμαθα να γράφω, να διαβάζω,
να μιλώ
που δεν είμαι ανορθόγραφος, αδιάβαστος,
τραυλός
που ενδόμυχα αυτοαναιρούμαι
και που προσθέτω
στις φράσεις μου το Αν.

Από τη συλλογή Alarme (1979) του Κώστα Πλαστήρα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κώστας Πλαστήρας

Αναστάσης Βιστωνίτης: Fragmenta, 1983-1988 (42 έως 50)

Μίκης Θεοδωράκης & Ιάκωβος Καμπανέλλης, Ο εχθρός λαός
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Ο εχθρός λαός (1975))

[Ενότητα Fragmenta, 1983-1988]

42

Χρόνια του διώκτη,
του χωροφύλακα∙
σκοτάδι,
πισσωμένες συνειδήσεις.

43

Κουρέλια,
σημαίες,
φωνές.
Χαράζει ένα φως από μολύβι.
Εδώ οι άθλιες καταθέσεις,
τα άθλια κειμήλια.

44

Έκπτωτος ο «ακαριαίος».
Ο μηδέποτε τύψας,
ο ακραιφνής θλιβερός,
ο επιζήσας.

45

Η πιο μεγάλη πράξη σήμερα:
να κοιτάς τον ορίζοντα,

46

Όλα τα στρόγγυλα
κατρακυλούν.
Όλα τα κόκκινα
μαδούν.
Μας κατέχει το γκρίζο.

47

Άστρα.
Ψάρια του φεγγαριού
μέσα στον ύπνο.

48

Τώρα με νοιάζει μόνον
ό,τι μου καίει τα μάτια.

49

Απ’ τη φωνή στη λέξη,
απ’ τη λέξη στην πρόταση
κι από κει στα λόγια
που σε μαθαίνουν να ξεχνάς.

50

Είπαμε πολλά.
Τα είπαμε όλα.
Θα φάμε χαρτιά.
Θα πούμε κι άλλα.
Τίποτε δεν τελειώνει.
Όλα αρχίζουν.
Παντοτινά.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Χώμα από ουρανό [1983-1995] (1996) του Αναστάση Βιστωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης

Μάνος Λοΐζος & Γιάννης Νεγρεπόντης, Ο γερο-νεγρο-Τζιμ

Ο γερο-νεγρο-Τζιμ

Μουσική: Μάνος Λοΐζος
Στίχοι: Γιάννης Νεγρεπόντης
Τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη
Δίσκος: Μάνος Λοΐζος | Τα νέγρικα (1975)

Ο γερο-νεγρο-Τζιμ
σ’ ολόκληρο το Χάρλεμ
ε, γερο-νεγρο-Τζιμ
κορνέτα δεύτερη
δεν είχε σαν εσένα

Μέσα στη νύχτα ούρλιαζε η κορνέτα
λευκοί και νέγροι δίνανε τα χέρια
ε, γερο-νεγρο-Τζιμ

Γιατί να καίν’ στο νότο τη σοδειά
όταν πεινάν στον κόσμο τα παιδιά
ποιοι και γιατί σκοτώσανε τον Τζον
τι θέλουν τα παιδιά μας στα Βιετνάμ

Ο γερο-νεγρο-Τζιμ
σε βρόμικο χαντάκι
ε, γερο-νεγρο-Τζιμ
τώρα η κορνέτα
πιο δυνατά ουρλιάζει

Μέσα στη νύχτα ουρλιάζει η κορνέτα
λευκοί και νέγροι δίνουνε τα χέρια
ε, γερο-νεγρο-Τζιμ

Γιώργος Σεφέρης, Fog

Γιώργος Σεφέρης & Δήμος Μούτσης, Πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι
(τραγούδι: Μανώλης Μητσιάς / δίσκος: Δήμος Μούτσης | Τετραλογία (1975))

Fog

[Ενότητα Κοχύλια, σύννεφα]

Say it with a ukulele

«Πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι…»
γκρινιάζει κάποιος φωνογράφος∙
πες μου τι να της πω, Χριστέ μου,
τώρα συνήθισα μονάχος.

Με φυσαρμόνικες που σφίγγουν
φτωχοί μη βρέξει και μη στάξει
όλο και κράζουν τους αγγέλους
κι είναι οι αγγέλοι τους μαράζι.

Κι οι αγγέλοι ανοίξαν τα φτερά τους
μα χάμω χνότισαν ομίχλες
δόξα σοι ο θεός, αλλιώς θα πιάναν
τις φτωχές μας ψυχές σαν τσίχλες.

Κι είναι η ζωή ψυχρή ψαρίσια
–Έτσι ζει; -Ναι! Τι θες να κάνω∙
τόσοι και τόσοι είναι οι πνιγμένοι
κάτω στης θάλασσας τον πάτο.

Τα δέντρα μοιάζουν με κοράλλια
που κάπου ξέχασαν το χρώμα
τα κάρα μοιάζουν με καράβια
που βούλιαξαν και μείναν μόνα…

«Πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι…»
Λόγια για λόγια, κι άλλα λόγια;
Αγάπη, πού ’ναι η εκκλησιά σου
βαρέθηκα πια τα μετόχια.

Α! να ’ταν η ζωή μας ίσια
πώς θα την παίρναμε κατόπι
μ’ αλλιώς η μοίρα το βουλήθη
πρέπει να στρίψεις σε μια κόχη.

Και ποια είναι η κόχη; Ποιος την ξέρει;
Τα φώτα φέγγουνε τα φώτα
άχνα! δε μας μιλούν οι πάχνες
κι έχουμε την ψυχή στα δόντια.

Τάχα παρηγοριά θα βρούμε;
Η μέρα φόρεσε τη νύχτα
όλα είναι νύχτα, όλα είναι νύχτα
κάτι θα βρούμε ζήτα-ζήτα…

«Πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι…»
Βλέπω τα κόκκινά της νύχια
μπρος στη φωτιά πώς θα γυαλίζουν
και τη θυμάμαι με το βήχα.

Λονδίνο, Χριστούγεννα 1924

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα (2007)

Ναζίμ Χικμέτ (απόδοση στα Ελληνικά: Γιάννης Ρίτσος) & Θάνος Μικρούτσικος, Μικρόκοσμος

Μικρόκοσμος

Ποίηση: Ναζίμ Χικμέτ
Απόδοση στίχων στα Ελληνικά: Γιάννης Ρίτσος
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Τραγούδι: Μαρία Δημητριάδη

Και να τι θέλω τώρα να σας πω
μες στις Ινδίες μέσα στην πόλη της Καλκούτας
φράξαν το δρόμο σ’ έναν άνθρωπο
αλυσοδέσαν έναν άνθρωπο κει που εβάδιζε
Να, το λοιπόν, γιατί δεν καταδέχουμαι
να υψώσω το κεφάλι στ’ αστροφώτιστα διαστήματα
Θα πείτε τ’ άστρα είναι μακριά
κι η γη μας τόσο δα μικρή

Ε, το λοιπόν, ό,τι και να είναι τ’ άστρα
εγώ τη γλώσσα μου τους βγάζω
για μένα, το λοιπόν, το πιο εκπληκτικό
πιο επιβλητικό πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο
είναι ένας άνθρωπος που τον ’μποδίζουν να βαδίζει
είναι ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουνε

Από το έργο «Πολιτικά τραγούδια» (1975) του Θάνου Μικρούτσικου με μελοποιημένα ποιήματα του Ναζίμ Χικμέτ και του Βολφ Μπίρμαν και ερμηνεύτρια τη Μαρία Δημητριάδη

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Το παντελόνι

Λίνος Κόκοτος & Λευτέρης Παπαδόπουλος, Κορίτσι με τα παντελόνια
(τραγούδι: Μανώλης Μητσιάς / δίσκος: Αποχαιρετισμός (1975))

Το παντελόνι

Η ομορφιά θέλει να δείχνεται
δεν αντέχει τα σκεπάσματα.
Ήταν κάτι άλλο οι γοφοί της,
της ταίριαζε το εφαρμοστό παντελόνι∙
λίγο να ζέσταινε η μέρα
έβγαινε χωρίς παλτό,
ούτε μπουφάν δεν έριχνε στους ώμους της.

Από τη συλλογή Το γυμνό ζευγάρι και άλλα ποιήματα (1990) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Γιάννης Ποδιναράς, Στη θάλασσα του Ξερού

Ναζίμ Χικμέτ & Θάνος Μικρούτσικος, Η πιο όμορφη θάλασσα
(τραγούδι: Μαρία Δημητριάδη / δίσκος: Πολιτικά τραγούδια (1975))

[Μέρος Γ’]

Στη θάλασσα του Ξερού

Σπίτια χαμηλοτάβανα σειρά
περίμεναν τη δειλινή σκιά μας
να χαμογελάσει στα οπλισμένα τόξα
της κρυφής χαράς των κοριτσιών.

Κι οι ματιές τους πιο πάνω από τη θάλασσα
πάντα αφρισμένες
να σημαδεύουν το χλωρό μας θόλο
πάντα σαΐτες βουτηγμένες στο μύχιο χρόνο
τον κομμένο στα δυο
τον κλεμμένο ιστό της αδέξιας ορμής μας.

Οι πινελιές που χάραξε το φως των χειλιών τους
αυλάκωσαν το μέτωπό μας
να ταξιδέψουν τα λιγνά τους σώματα
κι οι ψυχές που έμειναν πίσω
ξωτικά της πλανόδιας πεθυμιάς.
Στοιχειά των ανέμων
που γδέρνουν το μετέωρο τραγούδι μας.

Μα νιώσαμε τη θάλασσα στον τριγμό της ήβης
ν’ ανοίγει διάπλατα
τα πέταλα των απολιθωμένων πόθων.

Από τη συλλογή Φαράγγια των Αγγέλων (2008) του Γιάννη Ποδιναρά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Ποδιναράς

Γιάννης Ποδιναράς, Το άνθος της άπειρης άμμου (I)

Διονύσης Σαββόπουλος, Στη συγκέντρωση της ΕΦΕΕ
(δίσκος: Διονύσης Σαββόπουλος, 10 χρόνια κομμάτια (1975))

[Μέρος Β’]

Το άνθος της άπειρης άμμου

I

Τις νύχτες του χιονιού
κύκλοι της φωτιάς
μουδιάσανε το αίμα στα πόδια μας.
Καθηλώσανε τ’ άγρια πνεύματα στη νάρκη.
Τις νύχτες του χιονιού
πνίξαμε τη ζωή μας
σε μια νιφάδα.

Από τη συλλογή Ένα Πράσινο Θολό (1996) του Γιάννη Ποδιναρά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Ποδιναράς

Ορέστης Αλεξάκης, Ο έσχατος

Ελένη Καραΐνδρου & Κ. Χ. Μύρης, Αποκάλυψη
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / δίσκος: Η μεγάλη αγρύπνια (1975))

Ο έσχατος

Κι όταν η πόλη οριστικά νεκρώθηκε
και στις μεγάλες άδειες λεωφόρους
έμειναν μόνο τενεκέδες σκουπιδιών
και γάτες εξαθλιωμένες που θρηνούσαν

Εκείνος γλίστρησε αλαφρά σαν ίσκιος
μέσ’ από την παλιά νεκροκασέλα
κι ευτυχισμένος που αξιώθηκε επιτέλους
τόση συγκομιδή απεραντοσύνης

γονάτισε και κλείνοντας τα μάτια
δόθηκε στη βαθιά μαγεία των ήχων
αυτών που μόνο οι πονεμένοι ακούνε

κι έτσι δεν ένιωσε καθόλου τα σκυλιά
που πεινασμένα σύρθηκαν κοντά του
κι έτρωγαν τρυφερά τις σάπιες σάρκες του

καθώς πιο κει το νέο του σώμα
φορτισμένο
με αγνότητα ουρανού

φεγγοβολούσε

Από τη συλλογή Οι κόνδορες και το αντιπρανές (1982) του Ορέστη Αλεξάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ορέστης Αλεξάκης

Νίκος Γρηγοριάδης, [Αρχή της ύπαρξής μου η περιδίνηση…]

Απόστολος Καλδάρας & Σώτια Τσώτου, Ο αφέντης λαός
(τραγούδι: Χριστιάνα & Δημήτρης Μητροπάνος / δίσκος: Σκόρπια φύλλα (1975))

Αρχή της ύπαρξής μου η περιδίνηση
και τα πρώτα φιλιά. Και ιδού εγώ
ήλιος μικρός και γύρω μου
η αείροη νεφέλη.

Αχνίζει το νεόκοπο σώμα,
απτόμενον μέτρα και αποσβεννύμενον μέτρα,
με τους ατμούς του θόλου μου
και της ψυχής μου τους κοχλασμούς,
για να πληρωθούν οι μασχάλες μου ύδατα,
γεωγέννητος
και τώρα
γεωφόρος.

Αποβάλλω στους πράσινους δρόμους
το κέλυφος το ασπιδοφόρο.
Και οι μέσα δαγκάνες με ανυψώνουν
στο μαλακό χώμα της γόησσας γης
κι οι πατούσες αποτυπώνουν
τα πρώτα ίχνη
της περιδιάβασης.

Θαλπωρή ωαρίου το σώμα το Άχραντο
που με περιείχε
και βύζαινα την Αμάλθεια
με τα μαστάρια ξέχειλα ζωής
και τα χείλη ηδονικά στις ρώγες.

Έσκυψα και ντύθηκα μαζί σας το σαρκίο μου
κι άπλωσα στους καρπούς χέρια πολύκλαδα,
και στο χώμα ριζίδια χλωρά και
πορφυρές βύθισα ρίζες
και ευφραινόμουν την ευφροσύνη την πλούσια,
συνδαιτυμόνες μου,
αδέλφια της κοινής Μητέρας
και του πατέρα του άγνωστου.

Κι έπαιζα κύκλους και κλωθο-
γύριζα, μεθυσμένος που άγγιξα τη ζεστή –
μες στο αίμα του τάραντου
και των ψαριών το σπαρτάρισμα,
καθώς μέσα σε φλόγες –
καρδιά σας.

Φως και φτερό στ’ ανάλαφρα γόνατα,
κύκλιοι χοροί και κραυγές τερψιλαρύγγιες
στις άγριες ρεματιές και στα δασιά μουστάκια
ή
τα σείστρα των γοφών
και το φεγγάρι της παρθένας μήτρας
σε έκσταση.

Κυκλοδίωκτο σπέρμα στις ζεστές λαγόνες των γυναικών
τους ομοίους μου γέννησα αδελφούς κι αδελφές μου.
Και πορεύτηκα τη χλόη με τον ήλιο παραμάσχαλα
και καβάλα στον τράχηλο τον κοινό μας απόγονο τον αντίμαχο
που θα γευόταν
τη σάρκα και το αίμα
του αδελφού του.
Κι έσκυψα κι είδα τα παγόβουνα μέσα μου
και τη λάβα που πέτρωσε το κόκκινο αίμα.
Κι η μητέρα Γη δεν είχε να μου στρώσει τραπέζι
και το πρώτο μαχαίρι ανήμπορο
να μοιράσει βολβούς.

Δεινόσαυρων πτώματα και βροντόσαυρων ρόγχοι
κι ένα βράδυ κόκκινο ατέρμονου πυρετού
κι άγριο το μάτι της Άβυσσος
στις πρώτες εκλείψεις της μέρας.
Κι ήρθε και στάθηκε πάνω μου
αμείλικτο το πνεύμα της Ανάγκης.
Τράβηξε με το μαύρο της δάχτυλο
βουτηγμένο στη λάβα
τη γραμμή που χώριζε τον κύκλο στα δυο.
Κι είδα πως άλλος ήμουν εγώ
κι είδα πως άλλος ήταν ο διπλανός
και τον ξεχώρισα.

Κι ευθύς ο σπαραγμός στα σωθικά
κι ευθύς το μαχαίρι στον καινούργιο μας στόχο,
Άβελ, Άβελ –ή όπως αλλιώς–
καιρός να λιγοστέψουμε,
καιρός να πολλαπλασιάσουμε τα πράγματα.
Και είναι Δέντρο αυτό
και Στάχυς το άλλο
και Βότρυς.
Και είναι η κόρη αυτή
που πλαγιάζει το σπέρμα μου
στην καινούργια τροχιά της δικής μου καλύβας.

Ο Ζυγός κάπου θα κλίνει
και ψηλά ανεβάζοντας το πελώριο το τάσι,
Σελήνη και Ήλιος,
τη σπορά των θεών θα επικαλεστώ
και κάτω χαμηλά
των ολιγόζωων βροτών οι σπόνδυλοι
θα υψώσουν πυραμίδες, ναούς και μαυσωλεία
στο ύψος του ελεύθερου μετώπου.

Και θα βάλω φτερά
ότι με γοητεύει η πτώση μου,
και θα βάλω αλυσίδες στον σκλάβο μου αδελφό,
τι πώς αλλιώς θα τον ελευθερώσω;
Ο δούλος εγώ
που έγινα αφέντης
σε δούλους
που θα γίνουν
αφέντες μου.
Το Τόξο η εξουσία μου κι ο Πέλεκυς,
τα πρώτα ιερογλυφικά
και οι χρησμοί
μαζί με την εξ ύψους παρηγοριά.
Και σκιάζω τους υποτακτικούς μου και τους δίνω
τα όπλα που στεριώνουν
τα καλά και συμφέροντα.

Κι ο τροχός γυρίζει μέσα στα χέρια μου.
Χτυπώ με το πόδι το τύμπανο το πελώριο της γης
και κρατώ στα δόντια το μαχαίρι του πυρρίχιου
και στις μετόπες ψηλά τις οπλές των αλόγων.

Και ρυθμός της Ανάγκης
πολυσήμαντος παλίντονος αρμονία της καιομένης βάτου,
άσμα χορευτικό της πυρκαγιάς,
που σέρνει και βλασταίνει το Ρόδο
στο κέρας το μοναδικό της εξουσίας.

Και μέσ’ απ’ το χορό ανεβαίνω απελεύθερος
με κρασί του Διόνυσου
και το ζεστό το αίμα των Μαινάδων.
Με τους θύρσους στο χέρι
και παρέα τους Κορύβαντες
πάνω χύνομαι στις ροές των κυμάτων
κι ο κηρόδετος αυλός συνταιριάζει
το ρυθμό των ελάτινων κουπιών.
Γεμίζουν φτερά τα πελάγη
και σωρεύω τα πλούτη
που κινούν τους τροχούς
των μεγάλων αλλαγών.

Το κορμί μου στη φάμπρικα
κι η γυναίκα
κι η πρώτη μου τρυφερή σπορά στον αφέντη μου.
Δικό μου τίποτα.
Μονάχα η πίστη στη βουλή του Ουράνιου Πατέρα
κι ο παραδείσιος ο τόπος ο χλοερός.
Βρίζω το αρχοντολόι
κι αναδεύουν γερακίσια φτερά
τα δασιά μου μουστάκια.
Οι αντένες στα μπράτσα μου
κι οι τροχαλίες
που αναποδογυρίζουν
τ’ απάνω κάτω
το χώμα του κόσμου.
Και στύβω στις μηχανές τον ιδρώτα
και πλάθω
ιδέες και μονέδα
να ξαγοράσω ακίνδυνα
την υποταγή,
ο πριν δουλοπάροικος
και νυν αφέντης.

Από τη συλλογή Ανάβαση (2002) του Νίκου Γρηγοριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γρηγοριάδης

Σταύρος Κουγιουμτζής & Άκος Δασκαλόπουλος, Παραμύθι ξεχασμένο

Παραμύθι ξεχασμένο

Μουσική: Σταύρος Κουγιουμτζής
Στίχοι: Άκος Δασκαλόπουλος
Τραγούδι: Άννα Βίσση
Δίσκος: Στα ψηλά τα παραθύρια (1975)

Παραμύθι ξεχασμένο
η αγάπη που ζητάς
ψεύτικο φλουρί δοσμένο
στη βουή της αγοράς

Τραγούδι λυπημένο
απόψε θα σου πω
για κείνους που αγρυπνάνε
μετρώντας τον καιρό

Παραμύθι ξεχασμένο
η αγάπη που ζητάς
ψεύτικο φλουρί δοσμένο
στη βουή της αγοράς

Μέσα στ’ όνειρό μου κλαίω
και ξυπνάω με λυγμούς
ψέμα η αγάπη λέω
και παιγνίδι για τρελούς

Τραγούδι λυπημένο
απόψε θα σου πω
για κείνους που αγρυπνάνε
μετρώντας τον καιρό

Παραμύθι ξεχασμένο
η αγάπη που ζητάς
ψεύτικο φλουρί δοσμένο
στη βουή της αγοράς