Μάνος Λοΐζος & Γιάννης Νεγρεπόντης, Ο γερο-νεγρο-Τζιμ

Ο γερο-νεγρο-Τζιμ

Μουσική: Μάνος Λοΐζος
Στίχοι: Γιάννης Νεγρεπόντης
Τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη
Δίσκος: Μάνος Λοΐζος | Τα νέγρικα (1975)

Ο γερο-νεγρο-Τζιμ
σ’ ολόκληρο το Χάρλεμ
ε, γερο-νεγρο-Τζιμ
κορνέτα δεύτερη
δεν είχε σαν εσένα

Μέσα στη νύχτα ούρλιαζε η κορνέτα
λευκοί και νέγροι δίνανε τα χέρια
ε, γερο-νεγρο-Τζιμ

Γιατί να καίν’ στο νότο τη σοδειά
όταν πεινάν στον κόσμο τα παιδιά
ποιοι και γιατί σκοτώσανε τον Τζον
τι θέλουν τα παιδιά μας στα Βιετνάμ

Ο γερο-νεγρο-Τζιμ
σε βρόμικο χαντάκι
ε, γερο-νεγρο-Τζιμ
τώρα η κορνέτα
πιο δυνατά ουρλιάζει

Μέσα στη νύχτα ουρλιάζει η κορνέτα
λευκοί και νέγροι δίνουνε τα χέρια
ε, γερο-νεγρο-Τζιμ

Γιάννης Νεγρεπόντης, Αυτός ο τόπος

Λήδα Χαλκιαδάκη & Σπύρος Βλασσόπουλος, Έλα να δεις τον τόπο μου
(φεστιβάλ τραγουδιού Θεσσαλονίκης 1974)

Αυτός ο τόπος

Κουραστήκαμε. Άλλο δεν μπορούμε
σ’ αυτόν τον τόπο εδώ
που η ιστορία αναβλύζει
σε κάθε μας βήμα.

Κι αυτές οι πληγές
που δε λένε να κλείσουν
σε κάστρα, σε ναούς, σε αγάλματα
σε τάφους συλημένους που δε συγχωρούν
σε αγίων εικόνες
μιας θρησκείας παρθένας μαινάδας∙
παντού το πάθος∙ το δέος αυτό
άλλο δεν το μπορούμε.

Τι να καταλάβουν οι άλλοι;
Έρχονται, φωτογραφίζουν, σημειώνουν
φεύγουν, περιγράφουν, ησυχάζουν.

Τι ξέρουν αυτοί απ’ τα δικά μας
μ’ αυτόν τον τόπο τον ανοικτίρμονα
τον παντοκράτορα, τον αβασίλευτο.

Από τη συλλογή Δωρήματα (1963) του Γιάννη Νεγρεπόντη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Τάκης Βαρβιτσιώτης, Χιόνι

Χιόνι

Εκεί ψηλά πια δεν υπάρχει κανένας

Μακριά σημαίνουν καμπάνες

Έξω η νύχτα παραμονεύει
Γεμάτη φυλλώματα
Ορθάνοιχτα μάτια
Εχθρικούς καθρέφτες

Νεκρά τα πλοία μες στην ομίχλη

Η σιωπή μια πληγή δίχως όνομα

Το δάσος βελούδινο
Μια παιδούλα κοιμάται στον ίσκιο του

Απ’ την ανάσα της
Γεννιούνται αδιάκοπα
Άστρα λευκά

Από τη συλλογή Το πέπλο και το χαμόγελο (1963) του Τάκη Βαρβιτσιώτη

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Τάκης Βαρβιτσιώτης, Ποιήματα 1941-2002 (2003)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τάκης Βαρβιτσιώτης

Τάκης Βαρβιτσιώτης, Η μαρτυρία του καθρέφτη

Η μαρτυρία του καθρέφτη

Πάνω στην όψη του αποκοιμίζει
Τη λάμψη ενός κεριού
Όμως βαθύτερα μέσα του
Ανακαλύπτει πολλά πράγματα
Που τραγουδούν

[Όπως όλα τα πράγματα τραγουδούν
Όταν κλείνουμε μέσα μας
Κάτι από την ψυχή τους]

Κι είναι τα πράγματα τούτα
Κρύσταλλα των ονείρων
Λείψανα φτερών
Και χιόνια
Πολλά χιόνια

Κι είναι τα πράγματα τούτα
Γύψινα χέρια κοριτσιών
Μια κόμη που χλωμιάζει
Πολλαπλασιασμένες ανταύγειες
Παιχνιδίσματα ματιών

Κι ακόμα βαθύτερα μέσα του
Κάποιο θανάσιμο ψύχος
Ένα παράξενο σκληρό βλέφαρο
Που όλο τεντώνεται
Για να φυλάξει το μοναδικό
Υδάτινο μάτι του που τρέμει.

Από τη συλλογή Το πέπλο και το χαμόγελο (1963) του Τάκη Βαρβιτσιώτη

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Τάκης Βαρβιτσιώτης, Ποιήματα 1941-2002 (2003)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τάκης Βαρβιτσιώτης

Τάκης Βαρβιτσιώτης, Σιωπή της σελήνης

Σιωπή της σελήνης

Των βουνών αδελφή
Που η σαγήνη σου εξασθενίζει
Του ανθρώπου τη συστολή

Και τη χλωμάδα
Του αποκοιμισμένου φύλλου αφυπνίζει

Θα σε παρακαλούσα να κατέβαινες
Μες στου σπιτιού μας την αυλή
Μα η σιωπή σου με φοβίζει
Και δεν μ’ αφήνει ούτε στιγμή

Σωπαίνω λοιπόν και υπομένω
Το άπειρο φως σου περισυλλέγοντας
Από τη χειμωνιάτικη τούτη γη

Και υπομένω και πάλι σωπαίνω
Γιατί το ξέρω πως είσαι
Του αιώνιου η προσμονή

Από τη συλλογή Το πέπλο και το χαμόγελο (1963) του Τάκη Βαρβιτσιώτη

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Τάκης Βαρβιτσιώτης, Ποιήματα 1941-2002 (2003)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τάκης Βαρβιτσιώτης

Τάκης Βαρβιτσιώτης, Ομορφιά δίχως πρόσωπο

Ομορφιά δίχως πρόσωπο

Σ’ εσένα που ήρθες
Απ’ έναν κόσμο που δεν γνωρίζω
(Μοναδικό άσυλο της λησμονιάς)

Που ο άνεμος σμιλεύει
Στοχαστικά την κατατομή σου

Κι ο χρόνος απομακρύνεται
Τρομαγμένος
Δίχως ν’ αγγίζει την όψη σου

Σ’ εσένα που είσαι
Ένα κομμάτι νύχτας
Μες στη μοναξιά του κόσμου
Σχεδιάζοντας μεθυσμένα αστέρια
Και πετάγματα πουλιών

Αδιαπέραστη ιδεατή
Λυπημένη
Σαν ένα σύννεφο που βουλιάζει στα έλη

Φάντασμα της ομίχλης
Που σιγοπερπατεί

Τρέχω χαρούμενος
Να σε προϋπαντήσω

Να σε ξαναγεννήσω
Κάτω απ’ τον ήλιο
Πιο αληθινή.

Από τη συλλογή Το πέπλο και το χαμόγελο (1963) του Τάκη Βαρβιτσιώτη

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Τάκης Βαρβιτσιώτης, Ποιήματα 1941-2002 (2003)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τάκης Βαρβιτσιώτης

Ρίτα Μπούμη-Παπά, Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες

Ρίτα Μπούμη-Παππά & Ανδρέας Α. Αρτέμης, Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες
(τραγούδι: Αθηνά Χαραλαμπίδου / δίσκος: Fontana Amorosa (2001))

Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες

Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες
θα πλημμυρίσει η πόλη με βουβά κορίτσια
ο αέρας με στυφή ευωδιά θανάτου
τα φρούρια θα σηκώσουν άσπρες σημαίες
τα οχήματα θα σταματήσουν –
αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες.

Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες
θα δείτε χίλια κορίτσια με τρυπημένα στήθη
ακάλυπτα, να σας φωνάζουν
«γιατί μας στείλατε έτσι νωρίς να κοιμηθούμε
σε τόσο χιόνι, αχτένιστες, κλαμένες;» –
αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες.

Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες
θα ιδούν κατάπληκτα τα πλήθη
πως φάλαγγα πιο ανάλαφρη δεν πάτησε τη γη
πως λιτανεία πιο ιερή δεν έχει παρελάσει
ανάσταση πιο ένδοξη και ματωμένη –
αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες.

Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες
γαμήλιο άνθος η πανσέληνος θα υψωθεί να τις στολίσει
μέσα στα κούφια μάτια τους θα κλαίνε ορχήστρες
οι μπούκλες τους, οι επίδεσμοι θα κυματίζουν
ω τότε, πολλοί από τύψεις θα πεθάνουν –
αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες.

Από τη συλλογή Χίλια σκοτωμένα κορίτσια (1963) της Ρίτας Μπούμη-Παπά

Μάρκος Μέσκος, Η άσπρη πόρτα

Η άσπρη πόρτα

Από δω κινούσε ο έρωτας. Μελαχρινή χλωρασιά
το κόκκινο φόρεμα πώς σου πήγαινε!

Τρία ξύλα η άσπρη πόρτα και μια λαμαρίνα ασβεστωμένη.
Για μας η αρχή των φιλιών∙ του αγροφύλακα
η πύλη του νόμου. Σαν το πουλί χαράματα
σαν τη λαφίνα βράδυ η αγάπη μας έτρεχε να δροσιστεί.
Της θάλασσας τα σπλάχνα πάνω στο τριφύλλι, το άνθος
της μηλιάς πιο πάνω και ψηλά δυο φύλλα καρυδιάς με το φεγγάρι…

(Άκου πώς νυχτώνει ένα αηδόνι στο ποτάμι!)

Καθώς η φλούδα δένει τον κορμό ζητούσες να σε σφίξω∙
τον φόβο σου να λιώσω όταν αστροπελέκια σκίζανε τον ουρανό.

Τον άλλο φόβο μέσα μου τον άκουγες;

Στην άσπρη πόρτα τώρα ανοίχτηκε φαράγγι
κι ο έρωτάς μας αλογάρης τ’ άλογα χουγιάζει
να πέσουν στον γκρεμό. Στα μάτια σου η βροχή
μα πέρα απ’ την αγνότητα μπροστά μου πάντα ένα
μαχαίρι ματωμένο.
Σύννεφο μικρό όμως αλλαξοκαιριάς πάει κι έρχεται
σύννεφο αλλαξοκαιριάς!

Σφάξτε τη φτώχεια η νύχτα να υποχωρήσει!

(Μικρή μου Βαρβάρα, μικρή μου Ιουλία
μικρή μου Ιωάννα, πω πω σας ξέχασα…)

Από τη συλλογή Μαυροβούνι (1963) του Μάρκου Μέσκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μάρκος Μέσκος

Μάρκος Μέσκος, Θέση

Θέση

Τώρα τη νύχτα φοβάται μονάχος
στην κάμαρα. Τανκς περνούνε πάνω από τον ύπνο του
και τ’ όνειρό του μαζί με τη γης τρέμει σύγκορμο.

Τις άλλες βραδιές που το σπίτι γεμίζει φίλους
συγγενείς και φιλοξενούμενους, κάποιους θα φιλέψει
σε κάποιους θα σφίξει ζεστά το χέρι και σ’ άλλους
θα εξομολογηθεί πως την αυγή
μαζί τους αφουγκράζεται χαρούμενος
πόσες αλωνιστικές μηχανές περνούν για πάνω
να θερίσουνε το στάρι των χωριών της Άρνισσας.

Από τη συλλογή Μαυροβούνι (1963) του Μάρκου Μέσκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μάρκος Μέσκος

Μάρκος Μέσκος, Το κατοπινό μου όπλο

Το κατοπινό μου όπλο

Στα μάτια των πνιγμένων τα καράβια
είναι μια νοσταλγία ατέλειωτη – θάλασσα η φωνή σου
δεν μου κάνει

Αηδόνια δεν ακούω. Για σε μικρέ βοριά
θα το σκεφτώ πολύ άλλη φορά
αν ξενυχτήσω κάτω από τα δέντρα σου.

Στέκομαι απέναντι σου (ονειρεύομαι, ξυπνώ, συναλλάσσομαι
για το καλό, πονώ και θλίβομαι μαζί σου) να βρω λοιπόν
δεν είναι δύσκολο
ποια ώρα της φωνής σου μου ταιριάζει.

(Προς το παρόν η ποίηση είναι ψυχή)

Από τη συλλογή Μαυροβούνι (1963) του Μάρκου Μέσκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μάρκος Μέσκος

Μάρκος Μέσκος, Ένας έρωτας

Ένας έρωτας

Εκείνος καροτσιέρης στην αγορά
το αλεύρι στις πλάτες, τα τσουβάλια με τα τσιμέντα
από τις αποθήκες στις άλλες αποθήκες
και σκόνη και φωνές και βαρέλια
με το αγώγι όλη μέρα μαλώνει.

Λαντζέρισσα εκείνη
άλλοτε πάλι λιώνει τα χέρια της στην σκάφη
λησμονώντας πολύν καιρό τον ουρανό.

Πότε πότε
όταν ξυπνάει η ματαιοδοξία και κοιμούνται τα παιδιά
ερημώνουν οι δρόμοι κάπου μεσάνυχτα
ρίχνουν οι δυο τους ένα ελαφρύ πανωφόρι στους ώμους
και βγαίνουν βόλτα ώσμε το πρώτο γιοφύρι
εκεί που τόσον καιρό έχουν να περάσουν.

Από τη συλλογή Μαυροβούνι (1963) του Μάρκου Μέσκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μάρκος Μέσκος

Μάρκος Μέσκος, Ένα πρωινό

Ένα πρωινό

Σήμερα το πεύκο υψώθηκε στην αυλή;
Γυμνοί οι αγκώνες της κυρα-Τασούλας στη σκάφη.
Κοντά η βρύση∙ κοντά οι τριανταφυλλιές.
Ο ήλιος στην ανατολή∙ μακριά το Βέρμιον πάναγνο.

Ένα πρωί, αχ! ένα πρωινό λαφρύ σαν την κουφόπετρα
του τρελού και του Βαρύθυμου
βάρκα λευκή στο ακρόγιαλο
στον γαλανό ουρανό
πουλί.

Από τη συλλογή Μαυροβούνι (1963) του Μάρκου Μέσκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μάρκος Μέσκος

Θεόκλητος Καριπίδης, Με τους φίλους

Με τους φίλους

Έφυγε κι αυτό το καλοκαίρι
παίρνοντας μαζί του τον ήλιο,
τα μάτια μας.
Το νησί μας,
ένα μαύρο σύννεφο,
μιλάει στα καράβια
που ταξιδεύουν και χάνονται
σαν το καλοκαίρι.
Μαζί μας
κάτω από την ίδια μέρα
ξαγρυπνά ο χρόνος
και μας χαϊδεύει τα μαλλιά
και μας πλένει το πρόσωπο.
Κι εμείς
από τα πλεχτά φράγματα
χαιρετάμε το καλοκαίρι…
Το άλλο καλοκαίρι.

Από τη συλλογή Νυν και αεί (1963) του Θεόκλητου Καριπίδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θεόκλητος Καριπίδης