Γιώργος Καφταντζής, Η θάλασσα

Νάνος Βαλαωρίτης & Βασίλης Δημητρίου, Ποια θάλασσα
(τραγούδι: Χρήστος Θηβαίος / δίσκος: Ο μεγάλος θυμός (1998))
[από συναυλία προς τιμήν του Βασίλη Δημητρίου το 2008 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών]

Η θάλασσα

Η θάλασσα διψάει μυστικό νερό, μιλάει με φωνές
πνιγμένων, πλέει στην άβυσσο του ατέλειωτου καιρού
μ’ ένα μεγάλο φέρετρο στη ράχη της από κρύσταλλο
μαργαριτάρι και σελήνη.
Κάθε Κυριακή ξεντύνεται τα ψάρια και βουλιάζει στον εαυτό της.
Η θάλασσα πεινάει ναυαγούς, με αρίφνητα νερένια χέρια
τους χαιρετά και τους καταβροχθίζει.
Συχνά όταν τραβιούνται τα νερά, εγκαταλείποντας ξεριζωμένα
φύκια και σπασμένα κουπιά, μας ξεγελάει συντριμμένη
ανάμεσα σε διαδοχικούς ροδόκηπους από κοράλλια νηνεμίας
και πίδακες πουλιών. Τότε όλα σαλεύουν,
λάμπουν και φλοισβίζουν στον ατλαζένιο κόρφο της.
Η θάλασσα ζυμώνει το θαλασσινό ψωμί μ’ αλεύρι φεγγαρίσιο,
ταΐζει αστερισμούς αιμόφυρτους
γλάρους με αμάραντες φτερούγες.

Από τη συλλογή Τα παραλειπόμενα (1985) του Γιώργου Καφταντζή

Πηγή: Γιώργου Καφταντζή / Τα ποιήματα 1940-1987 (1988)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Καφταντζής

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Χρώμα και ουσία

Χάρις Αλεξίου, Προσευχή (δίσκος: Οδός Νεφέλης ’88 (1995))

Χρώμα και ουσία

Παλάμη του δημιουργού είν’ ο Ήλιος,
πλαγιάζοντας, ταυτόχρονα παραμένει ξύπνιος,
κι εξισορροπεί την αλήθεια του σχήματος,
τους βυθούς με τα υπερύψηλα.
Εκεί, ανάμεσα στις δυο ποιότητες των αποστάσεων,
τανιέται η ζωή και το δάσος,
το γυμνό σώμα της γης και οι στέγες,
οι ορισμοί της φύσης και του άνθρωπου,
η νομοτέλεια των κάστρων και οι πτυχές των αιώνων.

Ψαράς, μαθητεύοντας στη σιωπή,
αγρεύω την υπομονή
στων νερών τ’ ανακάτωμα,
και κοιτώντας τα σύννεφα
υποπτεύομαι την φωτιά της καρδιάς,
που θερμαίνει τη χύτρα γεμάτη
γάλα των κοπαδιών.

Χτες βράδυ, όπως κάθε φορά,
που εξαντλώντας τους αριθμούς,
αρθρώνω την προσευχή μου.

(4 Ιουνίου 1950)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Σχήμα

Γιώργος Σεφέρης & Μίκης Θεοδωράκης, Λίγο ακόμα
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / έργο: Επιφάνια Αβέρωφ (1970))

Σχήμα

Συ που ’χεις φτερά
και η αδυναμία τα κατάλυσε
τα έκανε και σπάσανε
τώρα υπόμενε την πίκρα
δεχόμενος τα σβησμένα όνειρα
κατάλαβε πως από την αδυναμία σου
δημιούργησες την παρεξήγηση.
Συ που ονειρεύτηκες να ’σαι
καθρέφτης καθαρός
της φωτεινής χάρης του ήλιου
να ’ναι μια στάλα που τον ήλιο αντανακλά
και απ’ αυτόν μετά λιώνει και σβήνει
Μάη και Γιούνη το φεγγάρι τ’ ολόγιομο
δυο μήνες περάσαν δίχως να το χαρείς.
Μπόρεσε τουλάχιστο καλύτερος να γίνεις
νικώντας τον πόνο που σε τρώει
σαράκι καθημερινό
που σε μακραίνει απ’ ό,τι είσαι.

(Ιούλιος 1930)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Στους περιπατητές του έρωτα

Στους περιπατητές του έρωτα

στο Γιώργη Κιτσόπουλο

Δεν ξέρω αν πρέπει ν’ αρχίσω με τα κορίτσια ή τα σπίτια.
Σ’ ό,τι θέλω να πω τοπογραφία κι αίσθημα καταλήγουν στο θαύμα.
Το θαύμα αισθητοποιεί μορφές απ’ όσες δεν βλέπουμε,
ανοίγοντας τα μάτια μόνο για τα εφήμερα της ανάγκης και μάταια.

Με το σούρουπο η κόρη καθισμένη στην άσπρη πέτρα,
όπου τώρα το καινούριο σπίτι δίχως κουφώματα κι επίχρισμα,
αγαπώντας πολύ, καθώς δε θα ’μενε να παντρευτεί στη γης,
στον ουρανό σαν σύννεφο σκορπούσε πέρ’ απ’ τα πρόσκαιρα.

Για σας μιλώ εραστές που βγαίνοντας στην ανθισμένη εξοχή,
ακολουθάτε τον δρόμο τον παλιό που η κοινή χρήση εγκατέλειψε.
Σεις ξέρετε πόσο μακριά, πάν’ απ’ όλη της πόλης την έκταση,
μας ταξιδεύει έν’ αρμονικό προς τα γύρω χρώμα εμφάνισης.

Ούτε καν σαν ποιότητα εμφανούς χρώματος, στη μνήμη,
της άλλης κοπέλας της φίλης πώμεινε κι αποκαταστάθηκε,
περισώζεται η πεθαμένη κι αποδίδεται στη σκιά,
η αρχαία επίμονη φήμη για την καλλονή της.

Ούτε καν ο τάφος της με το σταυρό είναι σ’ αυτή τη γη.
Ξενιτεμένη αποχωρίστηκε εντελώς την τακτικιά της θέση,
όπου πολύχρωμα φτωχά χαμόσπιτα και κήποι ανέρπουν,
όπου βαδίζοντας γεμίζετε τις αγκαλιές σας κρίνα.

Ακούστε, στο κάθε χτύπημα πρέπει ν’ αρχίσουμε ν’ ανοίγουμε την πόρτα.
Στοιχειώνει και μένει ακατοίκητο το σπίτι αλλιώς.
Τα θαυμάσια φανερώνονται στα σπλάχνα της γης άμα ανοίγονται.
Αγίων εικόνες σκοτεινές που εις Κύριον απεδήμησαν.

Παρόμοια εικόνα ανευρέθη κάτω απ’ την άσπρη πέτρα,
όταν ησύχασε, απ’ τους μυστηριώδεις νυκτερινούς λιθοβολισμούς
η περιοικία, όπου περιδιαβάζετε αγκαλιασμένοι, με πόθο.
Κρατώντας σαν άπλερο πουλί θερμά το χέρι της αγαπημένης.

(1951)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Σκάφος μέγα

Σκάφος μέγα

Η συνείδηση του Πατρός,
σκάφος μεγάλων μεταφορών,
κουβαλά ολάκερο βουνό,
βλάστηση, στην Αγιά Σοφιά.

Από τους εξώστες ψηλά,
ασήμια και κρύσταλλα,
το προσκαλούν φωνές,
δροσιά μιας άλλης χαράς.

Γλιτωμένες απ’ τον όλεθρο,
οικοδομής πενταώροφης,
πέτρες αδειάζει πελεκητές,
στο αραξοβόλι πυρίμαχες.

Πεντέπεντε τα χέρια,
πέντε και πέντε τις ζυγιάζουν,
πέντε και πέντε επακριβώς,
πέτρες πεντέπεντε.

Πέρ’ από κάθε πόνο,
μαρτυρίες χαράς η σοδειά,
φτάνει ίσαμε τον Πατριάρχη,
δεκάξι του μηνός Ιουνίου.

Χρυσό το ραβδί του ευλογεί,
όλου του βίου τη δύναμη,
εν ονόματι του Πατρός,
του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

(1980)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Πουλιά του νερού

Πουλιά του νερού

Ολόκληρης της γαμήλιας μαρμαρωμένης πομπής,
τους άγονους λίθους η βροχή χλώρανε με ελπίδες.
Αναστημένη στο ποτάμι πάει η πεντάμορφ’ η νύμφη.
Τα μάτια της πέρ’ από τα δάκρυα τα ταξίδευ’ η ροή.

Σαν ψυχή που γεννιέται κατεβαίνει από ψηλά το νερό.
Γεμίζει γούρνες με καλάμια τριγυρισμένες και χόρτα.
Κατηφοριάζει σκάβοντας ματωμένες πληγές στη γη.
Γάργαρο κυλά της νύμφης πλένοντας τα χέρια.

Το ένα χέρι με τ’ άλλο αποκαθιστούν τη σχέση,
στους μαχαλάδες που το γκρεμισμένο γεφύρι διέζευξε.
Ζωντανή λαχτάρα μέσα στο νερό το χέρι,
σαν φύλλο δέντρου ταξιδεύει νάβρει τ’ όμοιό του,

ανάμεσα σε πολιτείες και ερημιές έως το στόμα,
που φιλά την ανοιχτή έως τ’ αντίπερα θάλασσα,
τη λευκή κραυγή τ’ ουρανού στην ώρα της δοκιμασίας,
που μεταβάλλει σε κοπάδι πουλιά όλο το ψίκι.

(1939)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Περιμένω

Περιμένω

Περιμένω
ανθοτρυγώ δεν σαπίζω
από πίσω
μέριμνα των ελπίδων
αφίες εμέ κοντά
ν’ αναχωρήσω να καθίσω.
Ευτυχισμένη
ράμφος αετού εμορφιά
φτερά
μέτωπο και τα μάτια,
ώρα της μνήμης
με πλοίο επιστρέφω
στο πέλαγος
στη ζωή.

(14 Οκτωβρίου 1937)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Όρθρος

Όρθρος

Μη φοβόσαστε που ξημερώνει,
έχουμε την καλή ελπίδα στην καρδιά μας.
Ας είναι οι δρόμοι έρημοι από ανθρώπους,
θ’ ακουστούν όλες οι φωνές της ημέρας.

Μην αναστενάζεις που ο μόχθος έχει πολλές ώρες,
το κάθε βάρος τ’ αλαφρώνει η συντροφιά,
ένα μάτι που προβάλλει απ’ τη συννεφιά,
η καλή ελπίδα πο’ ’χουμε στην καρδιά.

Ακούς πώς πάλλεται σαν καμπάν’ από φως,
διώχνοντας τα σκοτεινά φαντάσματα,
προσκαλώντας τον εργάτη στην οικοδομή,
η καλή ελπίδα που ’ναι στην καρδιά.

Τρέξτε πρόθυμα με το δίχτυ της ζωής,
στη θάλασσα με τις λαχτάρες που σιωπούν,
κάτι από τον ήλιο π’ αναλιώνει στα νερά,
θ’ ανέβει απάνω η ελπίδα της καρδιάς.

(περιοδικό «Μορφές», 1950)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Όραμα

Σωτήρης Σκίπης & Γιάννης Σπανός, Άσπρα καράβια
(ερμηνεία: Πένυ Ξενάκη & Γιάννης Πουλόπουλος / δίσκος: Γιάννης Πουλόπουλος, μια φορά θυμάμαι… (1982))

Όραμα

Ελληνικό μες στο γαλάζιο θεώρημα ο άσπρος φλόκος.
Πάνω στην πλώρη ο κασιδιάρης μούτσος συλλογιέται.
Μια όμορφη στη σκότα είναι του τριγκέτου ζωγραφισμένη,
δεν είν’ αυτός που την αγαπά αλλ’ ο Καπετάνιος.

«Μέσα στη λεβέντικη καρδιά του Καπετάνιου με τα μουστάκια,
όλες τις θάλασσες και τους γιαλούς του κόσμου που δεν ξέρω αρμένισα.
Εσύ Αδελφή του Μέγ’ Αλέξανδρου που για τ’ αθάνατο τριγυρίζεις
ακολούθα μας σαν δέλφινας, γιατί ζει και βασιλεύει μα την πίστη μου.

»Από τις Ίντιες εκεί που λεν ότι έφτασε ίσως να γυρνάμε τώρα.
Μπορεί από πλιο μακρύτερα. Ποιο λιμάνι να πρωτοσυλλογιστεί ο νους;
Λαός πολύς παντού μ’ άλλες κουβέντες, που κι ο Καπετάνιος συνεννοόταν φαρσί.
Έχουμε τ’ αμπάρι με πραμάτεια κάργα και ρεγάλα για την όμορφη».

Συχαρίκια παίρνει ο Βίγλαρης και το μπάρκο άραξε.
Στα σοκάκια τον ανήφορο για τη σαστικιά του πάει ο Καπετάνιος.
Ανεβάζοντας από τη θάλασσα έναν κουβά, νίβεται ο Μούτσος.
Αγναντεύει τ’ άσπρο σπίτι της με τις γλάστρες στα παράθυρα.

(1951)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Θάρρεψα

Σταύρος Κουγιουμτζής & Μάνος Ελευθερίου, Του κάτω κόσμου τα πουλιά
(ερμηνεία: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Μικρές πολιτείες (1974))

Θάρρεψα

Γυμνό το χρυσό κλαδί του ύπνου, όταν αράζανε τα πουλιά.
Ανοιχτά τα παράθυρα, όμως, δεν ήρθε η δεκοχτούρα να καθίσει.
Μιλώ μέσα στη σκοτεινιά και ερημιά του Κάτω Κόσμου,
γνωρίζοντας απ’ το Ευαγγέλιο την αμεριμνησία των πουλιών.

«Έλα πουλί στον τόπο σου, έλα στην κατοικιά σου», έλεγε
θρηνώντας ο πατέρας μου που ’φυγε, θάβοντας τη χαρά.
Τι βαριά η μαρμάρινη πλάκα, που χρειάστηκε να σηκώσω,
κατεβαίνοντας τ’ αναρίθμητα του πραγματικού σκαλοπάτια.

Στην πλατιά ρούγα, με τα σφαλιχτά σπίτια της δυστυχίας,
καθώς έγειρα για λίγη ανάπαυση, ήρθες και μου πήρες το νου,
πουλί με τη μύτη τη χρυσή, με τα φτερά τα ασημένια,
δίχως τη βαριά ρόκα του γνεσίματος, που οι γυναίκες κρατούν.

Θάρρεψα πως ήταν λαβωμένα σου τα φτερά και θα σ’ έπιανα,
αλλά σε βρύση άγνωστη, εσύ τα ’ντυσες μαργαριτάρια.
Αφημένο στην αλάθευτη τη φροντίδα του Θεού για τα πλάσματα,
πετάς ελεύθερο από κάθε δυνατότητα ανθρωπίνου ενδιαφέροντος.

(1944)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης