Σταύρος Ζαφειρίου, Φλίπερ

Φλίπερ

Μ’ ένα ελαφρύ κοκκίνισμα στα μάγουλα
Γδύνεται η Ελένη
Προσεχτικά τις κάλτσες της μαζεύει
Τα μαλλιά της διπλώνει στο πάτωμα
Το άσπρο της δέρμα γυμνό στον καθρέφτη γλιστράει

Συνένοχα φίδια θηλάζουν στα στήθη της

Στο άλλο δωμάτιο ένα σκυλί κουτσό
Ήσυχα γλείφοντας το σάπιο του ποδάρι

Μέσα από τ’ αραιά της δόντια περνάει το φως
Το κορμί της διασχίζοντας περίστροφα μάτια
Πράσινα νεαρά κλαδιά στον λαιμό της φυτρώνουν
Αναρριχώνται στους δείκτες του εκκρεμούς
Καθώς οι ώρες μετράνε το σχήμα της
Το μεγεθύνουν
Άγρια αγόρια σφίγγουν στα σκέλια τους
Τα ξαναμμένα σώματα των φλίπερ
Νευρικά ταλαντεύουν τις μπίλιες στα έμβολα
Τον αφαλό της στοχεύοντας, τα μισάνοιχτα χείλη

Στο άλλο δωμάτιο συνεπαρμένη η Ελένη
Δίνεται στο κουτσό σκυλί
Βίαια γλείφοντας το σάπιο του ποδάρι
Δαιμονισμένες οι μπίλιες χτυπάνε στα σπλάχνα της

Τ’ αγόρια κερδίζουν μια καινούρια παρτίδα

Από τη συλλογή Ζεστή πανσέληνος (1988) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Ύστερα θα μου πεις καληνύχτα

Ύστερα θα μου πεις καληνύχτα

Γύρισε την πλάτη και απομακρύνθηκε
Τα τακούνια της ρυθμοί λαμπεροί
Ανάλαφρα χόρευαν στο λιθόστρωτο
Τη σιωπή του
Πιο ψηλά οι γοφοί της
Μαλακά θροΐζοντας το μετάξι
Αδειάζοντας πίσω της παρενθέσεις
Το βλέμμα του
Απόμεινε εκεί φιγούρα μοναχική

Λεπτομέρεια αυτός
Κάτω απ’ την πινακίδα
Του ορίου ταχύτητας

Φορτηγό θιάσου
Μπροστά του σταμάτησε
Οι θεατρίνοι
Στην επαρχία
Οθέλλο θα έπαιζαν
Πήγε μαζί τους
Μεταμφιέστηκε

Τα χέρια του τέντωσε στο κενό
Και τα έσφιξε
Ο λαιμός της
Τσακίστηκε στα μπράτσα του
Σωριάστηκε νεκρή στη σκηνή

Η λάμψη των τακουνιών μαζί της χανόταν
Τόπους λευκούς ορίζοντας στο κορμί του

Αυτός εκεί διπλωμένη σκιά

Μάτι υπόλειμμα μηρυκάζοντας
Το ελάχιστο φως

Κάτω απ’ την πινακίδα του τέλους
Ορίου ταχύτητας

Από τη συλλογή Ζεστή πανσέληνος (1988) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Σχεδόν πρόλογος

Σχεδόν πρόλογος

Πίνω το κρασί, σχεδόν κόκκινο, σχεδόν μαύρο, στυφό, σε ακριβό ποτήρι. Το πίνω αργά, γουλιά-γουλιά, γιατί τα λεφτά λίγα στην τσέπη μου και είναι ακόμα νωρίς.

Με κοιτάζει ο μπάρμαν από κουβέντες στερεμένος. Τον κοιτάζω κι εγώ. Καλός είναι. Πότης γερός, νευρικός, βαρεμένος. Αν ποτέ ιεραρχήσω τους ανθρώπους, θα τον βάλω σε θέση περίοπτη.

Από κουβέντες στερεμένος είμαι κι εγώ. Γι’ αυτό μόνος μου κάθομαι και δεν πλευρίζω σε κανένα. Κουλουριάζομαι εδώ, στη γωνιά μου, ελέγχω την πόρτα και κάνω νοήματα απεγνωσμένα. Στον εαυτό μου. Κλείνω τα μάτια μου, πάλι τ’ ανοίγω, χαμογελάω, ανάβω τσιγάρο, τα δάχτυλά μου κροταλίζω, ανατριχιάζω.

Χίλιες γκριμάτσες των χειλιών μου στον καθρέφτη. Μαύρα κρέπια πλαισιώνουν τη φάτσα μου. Γιορτή είναι; Κηδεία είναι; Θα σας γελάσω. Σίγουρα πάντως καίνε κεριά και μυρίζει λιβάνι.

Όμως και στις κηδείες δεν είναι άσχημα. Του παππού μου παράδειγμα. Σμίξαμε πάλι όλοι οι συγγενείς μετά από χρόνια. Μπόλικα φάγαμε. Μπόλικα ήπιαμε. Είπαμε και για τον παππού. Τότε στη Μικρασία, την πατρίδα. Ήτανε πλούσιος ο παππούς. Και λίρες έφερε. Τώρα η γιαγιά τις έχει ραμμένες στο στρώμα. Όλοι αυτήν αγαπάμε.

Φαντάσματα σκέφτομαι. Άτονα σέρνουν αλυσίδες ξοπίσω τους. Βαριεστημένα είναι. Άκεφα. Θλιβερά. Με λερωμένα σεντόνια. Τόσοι αιώνες πέρασαν. Ποιος να τα πλύνει;

Ο μπάρμαν κουνά το κεφάλι του. Ξέρει αυτός. Κι από φαντάσματα κι από κρέπια. Αδειάζει μονορούφι το ποτήρι του. Παραπατάει. Ονειρεύεται. Την επανάσταση, τις μαθήτριες, τα ροζ σεντόνια. Ξέρει αυτός.

Τα ροζ σεντόνια τη φέρνουν στο μυαλό μου. Πετούσε όταν τη γνώρισα. Πτήση νυχτερινή, χαμηλή ήταν. Πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων. Γελούσε κιόλας και χτυπούσε παλαμάκια ξέφρενα. Μόλις που πρόλαβα και άρπαξα την ουρά του σεντονιού. Πλάι της βρέθηκα. Της έδειξα διαβατήριο, βίζα, συνάλλαγμα, όλα τα σχετικά. Με δέχτηκε. Πετάξαμε μαζί ώσπου ξημέρωσε. Έβαλε τότε τον αυτόματο πιλότο. Το σώμα της μου ’δωσε. Αγαπηθήκαμε πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων. Όπως στο σινεμά. Στ’ αμερικάνικα έργα.

Βράδυ πάλι, Ιούλιο μήνα, βγήκαμε βόλτα στη θάλασσα. Άπνοια είχε. Να κολυμπήσουμε, φώναξε χαρούμενη. Να παίξουμε στον βούρκο με τα βουρκόψαρα. Γδυθήκαμε και πατήσαμε στο νερό. Παίξαμε με τα πτώματα των ψαριών, τουμπανιασμένα ήταν, με προφυλακτικά ξεχειλωμένα. Ξανανιώσαμε.

Κάποια άλλη φορά στριμωχτήκαμε σ’ ένα ερείπιο. Ξαστεριά είχε. Της έλυσα το φερμουάρ και έχω στο σλιπάκι της το χέρι μου. Τον πόθο της ένιωσα. Βαριά και ζεστή την ανάσα της μέσα στο αφτί μου. Μια μεθυσμένη παρέα μπροστά μας ξεφύτρωσε. Μας είδαν. Σταμάτησα. Γαμώ τ’ αστέρια, βλαστήμησα. Γαμώ το φως.

Μετράω τα λεφτά μου, βγαίνουν για δεύτερο κρασί. Νύχτα είναι έξω, ψύχρα έχει, πού να γυρνάω; Ευτυχώς που υπάρχει το μπαρ. Κι η μουσική. Ακούω την μπαγκέτα να χτυπάει νευρικά στη μεμβράνη του στομαχιού μου. Μάλλον καλό μου κάνει, γιατί ξαλαφρώνω.

Το τύμπανο σπουδαία δουλειά. Κρατάει τον ρυθμό, γεμίζει τον ήχο, δίνει ευκαιρίες για φιγούρες στον ντράμερ. Βοηθάει κι εμένα να βολέψω τα χέρια μου. Στο σκαμπό τα βαράω, στα μπατζάκια μου. Συμμετέχω. Γίνομαι μέλος του γκρουπ, δεύτερος ντράμερ να πούμε, κάνω κι εγώ το κομμάτι μου. Κερδίζω του κόσμου το ανέκφραστο βλέμμα.

Γιατί υπάρχει γύρω μου και κόσμος. Άντρες, γυναίκες, άλλοι διάφοροι. Αξιολύπητοι είναι. Κάθονται σε παρέες και πίνουν κοκτέιλ. Οι γυναίκες έχουν όρθια στήθια. Στρογγυλούς πισινούς. Όμορφα πρόσωπα. Στενά παντελόνια φοράνε, μισάνοιχτα πουκάμισα, σκουλαρίκια μεγάλα. Πού και πού ρίχνω ματιές φανερές μέσα στη γύμνια τους, μα ούτε τις νοιάζει.

Όλοι μιλάνε σιγά και σκυφτοί. Μπορεί για κυνήγια να λένε, μπορεί για ψαρέματα, μπορεί για αποστειρωμένες συνουσίες. Ξέρω γω, πολλά γίνονται. Μόνο γι’ αυτά που πονάνε δε λένε κουβέντα.

Όσο για μένα, πιο πολύ λυπάμαι τους άλλους. Το τρίτο φύλο ντε, τις αδερφές. Τις προάλλες ο Χρήστος, στην πιάτσα γνωστή για τις τρέλες της, καθόταν στο βάθος του μπαρ μοναχός. Τα χείλη του βαμμένα με κραγιόν κόκκινο ήταν. Είχε στα μάγουλα ρουζ. Στα χέρια κρατούσε πλεχτό και πάλευε τις βελονιές. Πουλόβερ ήθελε να φτιάξει για τον χειμώνα μα δεν τα κατάφερνε. Είναι λεπτή η βελόνα, παραπονιόταν. Συνήθισα τόσον καιρό να κρατάω χοντρότερα πράγματα.

Ο κόσμος είναι κακός, μου ’λεγε η μάνα μου. Το λέει ακόμα. Άγια γυναίκα. Δουλευταρού. Πολλά πέρασε. Γι’ αυτό είναι έτσι καχύποπτη. Εγώ τη δικαιολογώ. Είναι και σε δύσκολη ηλικία. Τα όνειρα των νέων δε βλέπει. Έμεινε στα παλιά. Ούτε και τις επιθυμίες τους φαντάζεται.

Τώρα βέβαια, πού να της εξηγώ. Για εξουσία, για καταπίεση, για ευνουχισμούς. Αγράμματη είναι. Πού να της εξηγώ για αδιέξοδα, για μοναξιά, για νεκρωμένες αισθήσεις. Καμιά φορά της φωνάζω, μάνα, το σύστημα φταίει για όλα. Με κοιτάζει παράξενα, σταυροκοπιέται. Ποιο σύστημα αγόρι μου; Σύστημα το ’χεις κάνει εσύ να με πεθάνεις.

Μια και μιλάω για ηλικίες δύσκολες: στο γραφείο μια μέρα η κυρα-Κούλα η καθαρίστρια ήρθε νωρίς. Στα πράσα μ’ έπιασε. Έκλεβα το χαρτί υγείας απ’ το ντουλάπι. Ούτε με μάλωσε, ούτε με πρόδωσε. Έκλεβε φαίνεται κι αυτή. Στο σκαλοπάτι κάθισε και συνωμοτικά σήκωσε το φουστάνι της ψηλά. Φορούσε ένα άσπρο βρακί, σκέτη δαντέλα. Πολίτισσα μερακλού ήταν. Τα μπούτια της έσμιγαν απ’ το πάχος. Δεν ξέρω πώς, ξετρελάθηκα. Ερεθίστηκα σαν να είχα μπροστά μου κοπέλα με δέρμα ανάγγιχτο. Κοντά της γονάτισα. Με άφησε και της χάιδεψα τα πόδια. Είχε κιρσούς. Το χάδι γιαβρούμ καλό κάνει, μου είπε. Γιατρεύει. Ο μακαρίτης εμένα κάθε μέρα με γιάτρευε.

Με μανία δαγκώνω τον δεξή μου καρπό. Θέλω να φτιάξω ρολογάκι, να δω την ώρα του αίματος. Το κόκκινο πάντα μου άρεσε. Αρχικά στους βαθμούς της δασκάλας μου, στις σημαίες μετά, βαθιά στα σκέλια των κοριτσιών, στη φωτιά, στο κρασί. Τελευταία στο αίμα. Φοβάμαι να χαράξω το σώμα μου, όμως συχνά αιμοδότης γίνομαι, για να βλέπω το αίμα να πέφτει από το σωληνάκι στη σακούλα. Καμιά φορά και σφαγές ονειρεύομαι.

Η μουσική δυναμώνει, έφτασε η ώρα του ροκ εν ρολ. Έντεκα, έντεκα και τέταρτο, εκεί. Άντε, να πάει δωδεκάμισι, ίσα-ίσα τα έξι τσιγάρα που απόμειναν και μετά δρόμο, για ύπνο.

Όσο αντέχει κανείς.

Από τη συλλογή Ζεστή πανσέληνος (1988) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Στη λεωφόρο με τους αγγέλους

Στη λεωφόρο με τους αγγέλους

Μην τους αγγίζετε αυτούς τους αγγέλους
Είναι δικοί μου
Κι αντί για άσπρα φτερά
Φοράνε μαύρες σημαίες
Μεθυσμένοι ερωτεύονται
Και μες στο μυαλό τους
Έχουν χιλιάδες αποσυνδεμένα καλώδια
Από χιλιάδες λοβοτομές
Παίζουν τα δικά τους παιχνίδια
Με γυάλινες χάντρες
Ξεκούρδιστες χορδές
Βγάζουν τη γλώσσα τους σαν τα παιδιά
Κουνάνε πάνω-κάτω τα χέρια τους
Ενθουσιάζονται
Και κάνουν «τζα»
Πίσω απ’ τους στύλους του ηλεκτρικού
Μέσα σε λάμψεις θανάτου
Αγαπιούνται τις νύχτες
Στα κοιμητήρια της θαμπής τους ζωής

Μην τους αγγίζετε τους δικούς μου αγγέλους
Πονάνε

Από τη συλλογή Ζεστή πανσέληνος (1988) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Πάλι γυρίζει

Πάλι γυρίζει

Πήρε την παρτιτούρα
Και ψαλίδισε τις νότες μία-μία
Στον αέρα τις φύσηξε
Μάζεψε όσες πρόφτασε αιωρούμενες
Και τις ξανακόλλησε στην τύχη
Ύστερα κάθισε στο πιάνο
Τα δάχτυλά του ξεβίδωσε
Στη θέση τους προσάρμοσε
Αρνητικών ρολά

Ξανθές φωτογραφίες, μνήμες ξανθές
Τη ματιά του βαθαίνοντας στον καθρέφτη
Ξανθιά την εικόνα της σε φόρεμα αίμα

Τη χτύπησε με δύναμη στα πλήχτρα

Τον ήχο της άκουσε
Το σελιλόιντ
Να τσαλακώνεται
Στις διέσεις

Από τη συλλογή Ζεστή πανσέληνος (1988) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Όχι εντελώς

Όχι εντελώς

Ένα μάτι ανίδεο ήταν
Βαρύ το όραμα
Βαριά και η βροχή πάνω στο δέρμα
Απρόσμενη και νευρική βροχή ανεβαίνοντας
Βήματα γυμνά στις σάπιες σκάλες
Μεταλλική αναλαμπή καθώς λυγίζει
Η εσοχή της πυρωμένης κλείδωσης

Μια ταρταρούγα σφίγγει στον λαιμό
Τ’ άσπρο μαντίλι
Μικρά εσώρουχα της άνοιξης
Κομμάτια σκισμένα δαντέλας κόκκινης
Τσαλακωμένα κι άδεια στην κόκκινη χούφτα

Παράταιρη εκδοχή της αγάπης

Το απρόοπτο σώμα ήταν
Γερμένο μπρούμυτα στην αυλή
Αδημονώντας την κατοχή και τον πόνο
Γλώσσα αχόρταγη γλείφοντας το νερό
Άγρια ξύνοντας την ηδονή και την πέτρα

Πλησίασε
Πάνω σε τούτους τους γλουτούς
Θα διδαχτείς τη νύχτα
Τη νύχτα που καρπίζει απ’ έξω
Επιθυμία και προσμονή
Την πενιχρή τοπογραφία σου του έρωτα
Θα μελετήσεις σ’ όλο το σκοτάδι
Τόσα χρόνια μέσα στα χρόνια σου

Θανατηφόρο κορμί
Τ’ όνειρο
Η παραζάλη
Και το ένστιχτο
Γεύση πικρή του αλκοόλ και της ανάγκης

Φαντάσου τούτη τη σάρκα προδομένη στο φως
Τότε που αδύνατο πια να την αγγίξεις
Το παλλόμενο λείο απ’ την αφή σου ξεφεύγοντας
Να γλιστρά θλιβερή κραυγή στ’ όνομά σου

Τώρα το πόδι σου τρίβεται στο χαλίκι
Βουτηγμένο στην υγρασία
Στη ρίζα των ποδιών της τρίβεται
Καθώς στην πιο γλυκιά απελπισία βυθισμένος
Στάχτη, αρώματα στάχτης χτενίζεις στα μαλλιά

Έτσι θα φαίνεσαι από μακριά κοιτώντας
Έτσι εραστής σ’ αυτό το άψογο παράθυρο
Κάσα από νίκελ
Άθραυστα τζάμια
Τρομαγμένο ερπετό που δαγκώνει τα χείλη σου
Γερασμένος ξαφνικά
Ξαφνικά πεθαίνοντας στο λίγο σου γκρίζο
Τόσο λίγο που απόμεινε

Από τη συλλογή Ζεστή πανσέληνος (1988) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Ούτε και ξαναχόρεψες πια

Milton Ager & Jack Yellen, Happy days are here again (by Jack Hylton & his Orchestra, 1930)

Ούτε και ξαναχόρεψες πια

Ένα φοξ τροτ
Μεταμορφώνει το δωμάτιο σε πίστα
Φορώ κοστούμι εποχής
Απολαμβάνω
Απαγορευμένο αλκοόλ
Στροβιλίζονται στα μαλλιά μου
Τα φώτα
Χαρούμενος είμαι
Ελαφρά μεθυσμένος
Φλερτάρω
Αγγίζω τα χείλη μου
Στις πολύχρωμες σταγόνες δροσιάς
Που λάμπουν
Στο στήθος της ντάμας μου

Όλα θυμίζουν σινεμά και μεσοπόλεμο
Ύστερα θα ’ναι ο περίπατος στον κήπο
Εκείνη θα βαδίζει στο χορτάρι
Με τα σανδάλια
Κρεμασμένα στ’ ακροδάχτυλα

Ο ένας της ώμος ξεφεύγει γυμνός
Γλιστρά η γλώσσα της υγρή στο μυαλό μου

Απότομα οι μουσικοί
Ανεβάζουν την ένταση
Οι νότες στριγγλίζουν
Σε αναπάντεχα φάλτσα
Στο στόμα μου νιώθω
Τη γεύση του αίματος

Εκείνη γέρνει προς τα πίσω το κεφάλι
Μια βαθιά μαχαιριά στον λαιμό της
Κοκκινίζει τα μάτια μου

Ξανακλείνω στη θέση του
Το παλιό γραμμόφωνο
Δεν είναι αυτός καιρός
Για αίματα και τέτοια

Από τη συλλογή Ζεστή πανσέληνος (1988) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Ο χορός της αράχνης

Ο χορός της αράχνης

Γυρεύοντας τα είδωλα
Αυτά που δραπέτευσαν
Μέσα απ’ τα μάτια μου
Αναπάντεχα
Γυρεύοντάς σε
Στα είδωλα
Στις παλιωμένες οθόνες
Φονικών σινεμά
Στην αδιέξοδη επανάληψη
Του καθρέφτη

Έτσι βδομάδες συλλέγοντας τον καπνό
Γυρεύοντάς σε
Στα διαλυμένα απογεύματα

Λίγη η άνοιξη φέτος
Χωρίς εκδρομές
Χωρίς φωτογραφίες με κρεμασμένους
Μόνο το σώμα σου βουλιάζοντας στο νερό
Τελευταία ανάσα

Πίσω από τα στημένα σκηνικά κρυφοκοιτώ
Οσφραίνομαι
Τον ιδρώτα
Τα υγρά λουλούδια του επιτάφιου
Πίσω από τις κλωστές και τα κεντήματα
Από το σκήνωμά σου

Με τα ψαλίδια σου
Της παιδικής χειροτεχνίας
Κομμάτιασε τώρα
Τις δαντελένιες φιγούρες
Στον χορό της αράχνης
Την έναστρη φρίκη της νύχτας
Ρίξε στο πρόσωπό σου
Μεταμφιέσου

Τούτη η Αποκριά θα σε βρει
Να παίζεις πάλι ξέφρενες φούγκες
Στο ψεύτικο πιάνο
Σε άσπρο φόντο θα σκαλίζεις τους κύκλους
Που θα λιμνάσει το αίμα σου
Νεκρή θα σε βρει
Όπως σ’ εκείνες τις ταινίες
Που αγαπούσες

Από τη συλλογή Ζεστή πανσέληνος (1988) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Μπλουζ

Big Mama Thornton (Willie Mae Thornton): Ball and chain (1968)

Μπλουζ

Είναι η θλίψη της νύχτας
Η ερημιά
Των κατάφωτων δρόμων
Καθώς βαδίζεις ανώδυνος
Με το τσιγάρο στα χείλη
Με τις γροθιές
Σφιγμένες στις τσέπες
Μια και δεν έχεις
Πού να τις τινάξεις
Ή μάλλον έχεις
Μα δεν τολμάς

Σχισμένα βλέμματα
Έρπουν στο σώμα σου
Κουρελιασμένες αισθήσεις
Σε ανιχνεύουν
Αγωνιάς να ξεφύγεις
Ακίνητος
Φυλλομετρώντας ξανά
Και ξανά
Τα γερασμένα σου παραμύθια

Γίνεσαι ο λύκος
Στο κρεβάτι της γιαγιάς
Ο δράκος
Που καταβροχθίζει τα κορίτσια του
Αγκάθι γίνεσαι
Στην καρδιά της πεντάμορφης
Ο κακομούτσουνος παλιάτσος
Στην αυλή του βασιλιά

Είναι εκείνο το τραγούδι
Απέραντη περιπλάνηση
Μπλουζ μοναξιάς
Με την πνιγμένη φωνή
Της μεγάλης Μάμα
Με τη γλώσσα
Ξασπρισμένη στα δόντια
Νυν και αεί προσευχή
Των ανώνυμων
Οι βελονιές του σαξοφώνου
Στις χαλαρές ραφές
Του εγκεφάλου
Τα καράβια
Που σε ταξίδεψαν σε τοπία
Δυσοίωνα
Που θα σε ταξιδέψουν
Ακόμα

Από τη συλλογή Ζεστή πανσέληνος (1988) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου