Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης: Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα (με την Ντόρα Γιαννακοπούλου)

Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα

Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Τραγούδι: Ντόρα Γιαννακοπούλου
Έργο: Μικρές Κυκλάδες (1963)

Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα
βαθύ γαρούφαλο ακρωτήρι
το χέρι σου έφευγε με το νερό
να στρώσει νυφικό το πέλαγο
το χέρι σου άνοιγε τον ουρανό

Άγγελοι μ’ έντεκα σπαθιά
πλέανε πλάι στ’ όνομά σου
σκίζοντας τ’ ανθισμένα κύματα
στους κόρφους σου έκρυβες μια χάρη
που ήταν το ίδιο το φεγγάρι

Φεγγάρι εδώ φεγγάρι εκεί
αίνιγμα διαβασμένο από τη θάλασσα
για το δικό σου το χατίρι
ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα
βαθύ γαρούφαλο ακρωτήρι

Πώς και πώς περίμενα τη στιγμή που θα αξιωνόμουν να παρουσιάσω αυτό το έργο. Και να που έφτασε η ώρα. Στα δικά μου αφτιά είναι ένα από τα αρτιότερα ακούσματα/κληροδοτήματα του μουσικού μας πολιτισμού, η αποθέωση της μελωδίας που δένει απόλυτα με την πνοή των στίχων. Χωρίς την παραμικρή διάθεση να υποβαθμίσω όσους άλλους ερμηνευτές απέδωσαν τα συγκεκριμένα τραγούδια (άλλωστε με τους περισσότερους συνεργάστηκε στενά ο Κώστας Παπαδόπουλος), θα πρέπει να τονίσω ότι με συγκλονίζει -με όλη τη σημασία της λέξης- η ερμηνεία της Ντόρας Γιαννακοπούλου και νιώθω απίστευτα τυχερή και ακόμη περισσότερο συγκινημένη που έχω την ευκαιρία να παρουσιάσω τις «Μικρές Κυκλάδες» σ’ αυτή την άψογη εκτέλεση. Η απίστευτη δραματικότητα και ο αστείρευτος όγκος της φωνής της Γιαννακοπούλου μαζί «με το μπουζούκι να λαλεί» (καταπώς λέει ο Ελύτης σ’ ένα από τα 7 τραγούδια του έργου) δεν έχουν πάψει εδώ και δεκαετίες να μου φέρνουν δάκρυα στα μάτια κάθε φορά που τ’ ακούω, όπως άλλωστε και κάθε λαμπρή στιγμή της τέχνης που μας αγγίζει με την τελειότητά της. Καλή μας ακρόαση!

Advertisements

Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης: Τα ’δατε τα μάθατε (με την Ντόρα Γιαννακοπούλου)

Τα ’δατε τα μάθατε

Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Τραγούδι: Ντόρα Γιαννακοπούλου
Έργο: Μικρές Κυκλάδες (1963)

Ήταν μια θεία θέληση κι ενός αγίου τάμα
εμείς οι δυο να σμίξουμε και να γενεί το θάμα
οι βάρκες ν’ ανεβαίνουνε ως τα ψηλά μπαλκόνια
κι οι ορτανσίες να πετούν καθώς τα χελιδόνια

Ν’ ανάβουν οι Άγιοι κεριά στη χάρη των δυονώ μας
και τα ψαράκια να φιλούν την άκρη των ποδιών μας
Όλος ο κόσμος ν’ απορεί, μωρέ τι να ’ν’ κι ετούτο
με το μπουζούκι να λαλεί και το μικρό λαούτο

Τα ’δατε τα μάθατε μι’ αγάπη που εγεννήθη
άνθρωπος δεν την καρτερεί κι ο Άδης ενικήθη

Πώς και πώς περίμενα τη στιγμή που θα αξιωνόμουν να παρουσιάσω αυτό το έργο. Και να που έφτασε η ώρα. Στα δικά μου αφτιά είναι ένα από τα αρτιότερα ακούσματα/κληροδοτήματα του μουσικού μας πολιτισμού, η αποθέωση της μελωδίας που δένει απόλυτα με την πνοή των στίχων. Χωρίς την παραμικρή διάθεση να υποβαθμίσω όσους άλλους ερμηνευτές απέδωσαν τα συγκεκριμένα τραγούδια (άλλωστε με τους περισσότερους συνεργάστηκε στενά ο Κώστας Παπαδόπουλος), θα πρέπει να τονίσω ότι με συγκλονίζει -με όλη τη σημασία της λέξης- η ερμηνεία της Ντόρας Γιαννακοπούλου και νιώθω απίστευτα τυχερή και ακόμη περισσότερο συγκινημένη που έχω την ευκαιρία να παρουσιάσω τις «Μικρές Κυκλάδες» σ’ αυτή την άψογη εκτέλεση. Η απίστευτη δραματικότητα και ο αστείρευτος όγκος της φωνής της Γιαννακοπούλου μαζί «με το μπουζούκι να λαλεί» (καταπώς λέει ο Ελύτης σ’ ένα από τα 7 τραγούδια του έργου) δεν έχουν πάψει εδώ και δεκαετίες να μου φέρνουν δάκρυα στα μάτια κάθε φορά που τ’ ακούω, όπως άλλωστε και κάθε λαμπρή στιγμή της τέχνης που μας αγγίζει με την τελειότητά της. Καλή μας ακρόαση!

Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης: Τα Ελληνάκια (με την Ντόρα Γιαννακοπούλου)

Τα Ελληνάκια

Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Τραγούδι: Ντόρα Γιαννακοπούλου
Έργο: Μικρές Κυκλάδες (1963)

Το Μάρτη περικάλεσα
και το μικρό Νοέμβρη
τον Αύγουστο το φεγγερό
κακό να μην μας εύρει

Γιατ’ είμαστε μικρά παιδιά
είμαστε δυο Ελληνάκια
μες στα γαλάζια πέλαγα
και στ’ άσπρα συννεφάκια

Γιατ’ είμαστε μικρά παιδιά
κι η αγάπη μας μεγάλη
που αν τη χωρέσουμε απ’ τη μια
περσεύει από την άλλη

Ποιος έχει λόγια να την πει τέτοιαν αγάπη
ποιος ξέρει μάγια να την κάνει βουητό
μες στους αιώνες να χτυπάει σαν άγριο κύμα
και να μην έχει να μην έχει τελειωμό

Πώς και πώς περίμενα τη στιγμή που θα αξιωνόμουν να παρουσιάσω αυτό το έργο. Και να που έφτασε η ώρα. Στα δικά μου αφτιά είναι ένα από τα αρτιότερα ακούσματα/κληροδοτήματα του μουσικού μας πολιτισμού, η αποθέωση της μελωδίας που δένει απόλυτα με την πνοή των στίχων. Χωρίς την παραμικρή διάθεση να υποβαθμίσω όσους άλλους ερμηνευτές απέδωσαν τα συγκεκριμένα τραγούδια (άλλωστε με τους περισσότερους συνεργάστηκε στενά ο Κώστας Παπαδόπουλος), θα πρέπει να τονίσω ότι με συγκλονίζει -με όλη τη σημασία της λέξης- η ερμηνεία της Ντόρας Γιαννακοπούλου και νιώθω απίστευτα τυχερή και ακόμη περισσότερο συγκινημένη που έχω την ευκαιρία να παρουσιάσω τις «Μικρές Κυκλάδες» σ’ αυτή την άψογη εκτέλεση. Η απίστευτη δραματικότητα και ο αστείρευτος όγκος της φωνής της Γιαννακοπούλου μαζί «με το μπουζούκι να λαλεί» (καταπώς λέει ο Ελύτης σ’ ένα από τα 7 τραγούδια του έργου) δεν έχουν πάψει εδώ και δεκαετίες να μου φέρνουν δάκρυα στα μάτια κάθε φορά που τ’ ακούω, όπως άλλωστε και κάθε λαμπρή στιγμή της τέχνης που μας αγγίζει με την τελειότητά της. Καλή μας ακρόαση!

Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης: Του μικρού βοριά (με την Ντόρα Γιαννακοπούλου)

Του μικρού βοριά

Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Τραγούδι: Ντόρα Γιαννακοπούλου
Έργο: Μικρές Κυκλάδες (1963)

Του μικρού βοριά παράγγειλα να ’ναι καλό παιδάκι
μη μου χτυπάει πορτόφυλλα και στο παραθυράκι
γιατί στο σπίτι που αγρυπνώ η αγάπη μου πεθαίνει
και μες στα δάκρυα την κοιτώ που μόλις ανασαίνει

Γεια σας, περβόλια, γεια σας, ρεματιές
γεια σας, φιλιά, και γεια σας, αγκαλιές
γεια σας, οι κάβοι κι οι ξανθοί γιαλοί
γεια σας, οι όρκοι οι παντοτινοί

Με πνίγει το παράπονο γιατί στον κόσμο αυτόνα
τα καλοκαίρια τα ’χασα κι έφτασα στο χειμώνα
σαν το καράβι που άνοιξε τ’ άρμενα κι αλαργεύει
θωρώ να χάνουνται οι στεριές κι ο κόσμος λιγοστεύει

Γεια σας, περβόλια, γεια σας, ρεματιές
γεια σας, φιλιά, και γεια σας, αγκαλιές
γεια σας, οι κάβοι κι οι ξανθοί γιαλοί
γεια σας, οι όρκοι οι παντοτινοί

Πώς και πώς περίμενα τη στιγμή που θα αξιωνόμουν να παρουσιάσω αυτό το έργο. Και να που έφτασε η ώρα. Στα δικά μου αφτιά είναι ένα από τα αρτιότερα ακούσματα/κληροδοτήματα του μουσικού μας πολιτισμού, η αποθέωση της μελωδίας που δένει απόλυτα με την πνοή των στίχων. Χωρίς την παραμικρή διάθεση να υποβαθμίσω όσους άλλους ερμηνευτές απέδωσαν τα συγκεκριμένα τραγούδια (άλλωστε με τους περισσότερους συνεργάστηκε στενά ο Κώστας Παπαδόπουλος), θα πρέπει να τονίσω ότι με συγκλονίζει -με όλη τη σημασία της λέξης- η ερμηνεία της Ντόρας Γιαννακοπούλου και νιώθω απίστευτα τυχερή και ακόμη περισσότερο συγκινημένη που έχω την ευκαιρία να παρουσιάσω τις «Μικρές Κυκλάδες» σ’ αυτή την άψογη εκτέλεση. Η απίστευτη δραματικότητα και ο αστείρευτος όγκος της φωνής της Γιαννακοπούλου μαζί «με το μπουζούκι να λαλεί» (καταπώς λέει ο Ελύτης σ’ ένα από τα 7 τραγούδια του έργου) δεν έχουν πάψει εδώ και δεκαετίες να μου φέρνουν δάκρυα στα μάτια κάθε φορά που τ’ ακούω, όπως άλλωστε και κάθε λαμπρή στιγμή της τέχνης που μας αγγίζει με την τελειότητά της. Καλή μας ακρόαση!

Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης: Το τριζόνι (με την Ντόρα Γιαννακοπούλου)

Το τριζόνι

Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Τραγούδι: Ντόρα Γιαννακοπούλου
Έργο: Μικρές Κυκλάδες (1963)

Κοιμήθηκα κοιμήθηκα
στου γιασεμιού την ευωδιά
στην ερημιά του φεγγαριού
στο κυματάκι του γιαλού
Οι άνθρωποι μ’ αρνήθηκαν
κανείς δεν μου σιμώνει
μόνο μου κάνει συντροφιά
της νύχτας το τριζόνι

Έννοια σου, λέει, έννοια σου
κι εγώ είμαι εδώ κοντά σου
για συντροφιά στην έγνοια σου
και για παρηγοριά σου

Τρι και τρι και τρι και τρι
τι πικρή που ’ναι η ζωή
τι γλυκιά και τι πικρή
τρι και τρι και τρι και τρι

Κοιμήθηκα κοιμήθηκα
στων αρχαγγέλων τη σκιά
στων φύλλων το μουρμουρητό
στων άστρων το χρυσό γιαλό
Τι να ’φταιξα της μοίρας μου
κι έτσι με φαρμακώνει
μονάχα μου αποκρίνεται
της νύχτας το τριζόνι

Είμαι μικρό πολύ μικρό
μα είναι ο Θεός μεγάλος
αυτό ποτέ δε θα σ’ το πω
μήτε κανένας άλλος

Τρι και τρι και τρι και τρι
τι πικρή που ’ναι η ζωή
τι γλυκιά και τι πικρή
τρι και τρι και τρι και τρι

Πώς και πώς περίμενα τη στιγμή που θα αξιωνόμουν να παρουσιάσω αυτό το έργο. Και να που έφτασε η ώρα. Στα δικά μου αφτιά είναι ένα από τα αρτιότερα ακούσματα/κληροδοτήματα του μουσικού μας πολιτισμού, η αποθέωση της μελωδίας που δένει απόλυτα με την πνοή των στίχων. Χωρίς την παραμικρή διάθεση να υποβαθμίσω όσους άλλους ερμηνευτές απέδωσαν τα συγκεκριμένα τραγούδια (άλλωστε με τους περισσότερους συνεργάστηκε στενά ο Κώστας Παπαδόπουλος), θα πρέπει να τονίσω ότι με συγκλονίζει -με όλη τη σημασία της λέξης- η ερμηνεία της Ντόρας Γιαννακοπούλου και νιώθω απίστευτα τυχερή και ακόμη περισσότερο συγκινημένη που έχω την ευκαιρία να παρουσιάσω τις «Μικρές Κυκλάδες» σ’ αυτή την άψογη εκτέλεση. Η απίστευτη δραματικότητα και ο αστείρευτος όγκος της φωνής της Γιαννακοπούλου μαζί «με το μπουζούκι να λαλεί» (καταπώς λέει ο Ελύτης σ’ ένα από τα 7 τραγούδια του έργου) δεν έχουν πάψει εδώ και δεκαετίες να μου φέρνουν δάκρυα στα μάτια κάθε φορά που τ’ ακούω, όπως άλλωστε και κάθε λαμπρή στιγμή της τέχνης που μας αγγίζει με την τελειότητά της. Καλή μας ακρόαση!

Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης: Η Μάγια (με την Ντόρα Γιαννακοπούλου)

Η Μάγια

Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Τραγούδι: Ντόρα Γιαννακοπούλου
Έργο: Μικρές Κυκλάδες (1963)

Η Πούλια που ’χει εφτά παιδιά
μέσ’ απ’ τους ουρανούς περνά
κάποτε λίγο σταματά
στο φτωχικό μου και κοιτά

– Γεια σας, τι κάνετε, Καλά;
– Καλά. Πώς είναι τα παιδιά;
– Τι να σας πω εκεί ψηλά
τα τρώει τ’ αγιάζι κι η ερημιά

Γι’ αυτό πικραίνεσαι, κυρά;
Δε μου τα στέλνεις εδωνά;
Ευχαριστώ, μα ’ναι πολλά
θα σου τη φάνε τη σοδειά

– Δώσε μου καν την πιο μικρή
τη Μάγια την αστραφτερή
– Πάρ’ την κι έχε λοιπόν στο νου
πως θα ’σαι ο άντρας τ’ ουρανού

Είπε και πριν βγάλω μιλιά
μου την καρφώνει στα μαλλιά

Λάμπουνε γύρω τα βουνά
τα χέρια μου βγάνουν φωτιά
κι η Πούλια που ’χει εφτά παιδιά
φεύγει και μ’ αποχαιρετά

Πώς και πώς περίμενα τη στιγμή που θα αξιωνόμουν να παρουσιάσω αυτό το έργο. Και να που έφτασε η ώρα. Στα δικά μου αφτιά είναι ένα από τα αρτιότερα ακούσματα/κληροδοτήματα του μουσικού μας πολιτισμού, η αποθέωση της μελωδίας που δένει απόλυτα με την πνοή των στίχων. Χωρίς την παραμικρή διάθεση να υποβαθμίσω όσους άλλους ερμηνευτές απέδωσαν τα συγκεκριμένα τραγούδια (άλλωστε με τους περισσότερους συνεργάστηκε στενά ο Κώστας Παπαδόπουλος), θα πρέπει να τονίσω ότι με συγκλονίζει -με όλη τη σημασία της λέξης- η ερμηνεία της Ντόρας Γιαννακοπούλου και νιώθω απίστευτα τυχερή και ακόμη περισσότερο συγκινημένη που έχω την ευκαιρία να παρουσιάσω τις «Μικρές Κυκλάδες» σ’ αυτή την άψογη εκτέλεση. Η απίστευτη δραματικότητα και ο αστείρευτος όγκος της φωνής της Γιαννακοπούλου μαζί «με το μπουζούκι να λαλεί» (καταπώς λέει ο Ελύτης σ’ ένα από τα 7 τραγούδια του έργου) δεν έχουν πάψει εδώ και δεκαετίες να μου φέρνουν δάκρυα στα μάτια κάθε φορά που τ’ ακούω, όπως άλλωστε και κάθε λαμπρή στιγμή της τέχνης που μας αγγίζει με την τελειότητά της. Καλή μας ακρόαση!

Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης: Μαρίνα (με την Ντόρα Γιαννακοπούλου)

Μαρίνα

Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Τραγούδι: Ντόρα Γιαννακοπούλου
Έργο: Μικρές Κυκλάδες (1963)

Μαρίνα, πράσινο μου αστέρι
Μαρίνα, φως του αυγερινού
Μαρίνα μου, άγριο περιστέρι
και κρίνο του καλοκαιριού

Δώσε μου δυόσμο να μυρίσω
λουίζα και βασιλικό
μαζί μ’ αυτά να σε φιλήσω
και τι να πρωτοθυμηθώ
τη βρύση με τα περιστέρια
των αρχαγγέλων το σπαθί
το περιβόλι με τ’ αστέρια
και το πηγάδι το βαθύ
τις νύχτες που σε σεργιανούσα
στην άλλη άκρη τ’ ουρανού
και ν’ ανεβαίνεις σε θωρούσα
σαν αδελφή του αυγερινού

Μαρίνα, πράσινο μου αστέρι
Μαρίνα, φως του αυγερινού
Μαρίνα μου, άγριο περιστέρι
και κρίνο του καλοκαιριού

Πώς και πώς περίμενα τη στιγμή που θα αξιωνόμουν να παρουσιάσω αυτό το έργο. Και να που έφτασε η ώρα. Στα δικά μου αφτιά είναι ένα από τα αρτιότερα ακούσματα/κληροδοτήματα του μουσικού μας πολιτισμού, η αποθέωση της μελωδίας που δένει απόλυτα με την πνοή των στίχων. Χωρίς την παραμικρή διάθεση να υποβαθμίσω όσους άλλους ερμηνευτές απέδωσαν τα συγκεκριμένα τραγούδια (άλλωστε με τους περισσότερους συνεργάστηκε στενά ο Κώστας Παπαδόπουλος), θα πρέπει να τονίσω ότι με συγκλονίζει -με όλη τη σημασία της λέξης- η ερμηνεία της Ντόρας Γιαννακοπούλου και νιώθω απίστευτα τυχερή και ακόμη περισσότερο συγκινημένη που έχω την ευκαιρία να παρουσιάσω τις «Μικρές Κυκλάδες» σ’ αυτή την άψογη εκτέλεση. Η απίστευτη δραματικότητα και ο αστείρευτος όγκος της φωνής της Γιαννακοπούλου μαζί «με το μπουζούκι να λαλεί» (καταπώς λέει ο Ελύτης σ’ ένα από τα 7 τραγούδια του έργου) δεν έχουν πάψει εδώ και δεκαετίες να μου φέρνουν δάκρυα στα μάτια κάθε φορά που τ’ ακούω, όπως άλλωστε και κάθε λαμπρή στιγμή της τέχνης που μας αγγίζει με την τελειότητά της. Καλή μας ακρόαση!

Κώστας Παπαδόπουλος & Ανδρέας Καρακότας: Επιτάφιος (Γ. Ρίτσου & Μ. Θεοδωράκη) / Πριγκηπέσσα (Θεσσαλονίκη), 25 & 26 Απριλίου 2016

2016-pringipessa-april2526-epitafios-papadopoulos_60hronia

Στο πλαίσιο του εορτασμού μας για τα 60 χρόνια του Κώστα Παπαδόπουλου στην ελληνική μουσική, παρουσιάζουμε το έργο των Γιάννη Ρίτσου & Μίκη Θεοδωράκη «Επιτάφιος» τη Μεγάλη Δευτέρα 25 Απριλίου και τη Μεγάλη Τρίτη 26 Απριλίου 2016 στη μουσική σκηνή «Πριγκηπέσσα» στη Θεσσαλονίκη.

Η βραδιά θα ξεκινήσει κατανυκτικά με το έργο Επιτάφιος του Γιάννη Ρίτσου, όπως το μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης. Σολίστ θα είναι ο Ανδρέας Καρακότας. Το μουσικό και ποιητικό έργο «Επιτάφιος» θα σχολιάσει η Βίκυ Παπαπροδρόμου.

Στη συνέχεια του Α’ μέρους του προγράμματος θα παραμείνουμε στο ίδιο κλίμα με αποσπάσματα από τα εξής έργα του Μίκη Θεοδωράκη:

«Το τραγούδι του νεκρού αδελφού», ποίηση Μίκη Θεοδωράκη
«Ρωμιοσύνη», ποίηση Γιάννη Ρίτσου
«Επιφάνια», ποίηση Γιώργου Σεφέρη
«Θαλασσινά φεγγάρια», ποίηση Νίκου Γκάτσου
«Τα λαϊκά», ποίηση Μάνου Ελευθερίου
«Συνοικία το όνειρο», ποίηση Τάσου Λειβαδίτη
«Το άξιον εστί», ποίηση Οδυσσέα Ελύτη

Στο Β’ μέρος θα ακούσουμε κοινωνικοπολιτικά τραγούδια που έγραψαν οι συνθέτες:

Σταύρος Ξαρχάκος (ποίηση Νίκου Γκάτσου & Λευτέρη Παπαδόπουλου)
Άκης Πάνου
Γιώργος Χατζηνάσιος (ποίηση Μιχάλη Μπουρμπούλη & Γιάννη Λογοθέτη)
Βασίλης Δημητρίου
Γιάννης Μαρκόπουλος (ποίηση Μάνου Ελευθερίου, Πάνου Θεοδωρίδη & Γιώργου Σκούρτη)
Μίκης Θεοδωράκης (ποίηση Ερρίκου Θαλασσινού)
Κώστας Παπαδόπουλος (στίχοι Κώστα Μάνεση)

Το σύνολο του προγράμματος απαρτίζεται από τραγούδια τα οποία ηχογράφησε ο Κώστας Παπαδόπουλος στη διάρκεια της πολυετούς θητείας του στο ελληνικό τραγούδι (από το 1955 και μετά) αφήνοντας το στίγμα του στην ελληνική μουσική καθώς το παίξιμό του έγινε σημείο αναφοράς και οδηγός για όλους τους νεότερους μουσικούς. Μαζί μας θα είναι πάντα ο Ανδρέας Καρακότας, ένας από τους σημαντικότερους ερμηνευτές της νεότερης μουσικής μας γενιάς (με μακρά θητεία στο ποιοτικό ελληνικό τραγούδι και στην αντίστοιχη δισκογραφία) και αγαπημένος φίλος και συνεργάτης του Κώστα Παπαδόπουλου.

Στο πρόγραμμα συμμετέχουν οι:

Κώστας Παπαδόπουλος (μπουζούκι)
Ανδρέας Καρακότας (φωνή)
Δημήτρης Σφίγγος (κιθάρα, φωνή)
Νίκος Ορδουλίδης (πιάνο)
Μίλτος Τσαλιγόπουλος (κοντραμπάσο, φωνή)
Βίκυ Παπαπροδρόμου (επιμέλεια & παρουσίαση προγράμματος)

Ώρα έναρξης: 23:00
Τιμή εισιτηρίου: 8 ευρώ

Πριγκιπέσσα
Φιλικής Εταιρίας 5, Θεσσαλονίκη
(Περιοχή Λευκού Πύργου – Πίσω από τη Λέσχη Αξιωματικών)
Τηλ: 2310 273542
Ιστότοπος: http://prigipessa.gr/

Αποσπάσματα από παλαιότερα προγράμματά μας:

Οδ. Ελύτης & Μ. Θεοδωράκης, Το άξιον εστί / Λυκαβηττός, 1977

Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης, Το άξιον εστί

Σύνθεση: 1961-1963, Παρίσι-Αθήνα
Λαϊκό ορατόριο σε τρία μέρη για λαϊκό τραγουδιστή, ψάλτη (βαρύτονο), αναγνώστη (ηθοποιό), λαϊκά όργανα, συμφωνική ορχήστρα και μικτή χορωδία

Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Συμφωνική μουσική: συμφωνική ορχήστρα με επικεφαλής τον βιολιστή Τάτση Αποστολίδη
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Σαντούρι: Τάσος Διακογιώργης
Αφηγητής: Μάνος Κατράκης
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης (λαϊκός τραγουδιστής), Ανδρέας Κουλουμπής (βαρύτονος) & μικτή χορωδία υπό τη διεύθυνση της Έλλης Νικολαΐδου
Συναυλιακός χώρος: Θέατρο Λυκαβηττού (1977)

Καλοκαίρι του 1977: Ο «Μουσικός Αύγουστος» του Μίκη Θεοδωράκη στο θέατρο του Λυκαβηττού είναι πια γεγονός. Ιστορική στιγμή για τη μεταπολιτευτική Ελλάδα καθώς οι μελωδίες του Μίκη πλημμυρίζουν, επιτέλους, από κει ψηλά το λεκανοπέδιο μέσα από 28 συναυλίες και 11 έργα.

Προτελευταίο έργο είναι «Το άξιον εστί». Στη σκηνή παρελαύνουν πολλοί από τους συντελεστές της μεγαλειώδους πρώτης ηχογράφησης του έργου το 1964: διευθύνει ο Μίκης Θεοδωράκης, αφηγείται ο Μάνος Κατράκης, επικεφαλής της λαϊκής ορχήστρας είναι ο Κώστας Παπαδόπουλος και ο Λάκης Καρνέζης, ο ρόλος του λαϊκού τραγουδιστή ανήκει πλέον δικαιωματικά στον Γρηγόρη Μπιθικώτση.

Στο μουσικό σύνολο προστίθενται, ωστόσο, και ορισμένοι νέοι ερμηνευτές του έργου: α) ο σπουδαίος μονωδός της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, ο Ανδρέας Κολουμπής, στον ρόλο του βαρύτονου, β) της συμφωνικής ορχήστρας ηγείται ο έξοχος βιολιστής Τάτσης Αποστολίδης και γ) τη μικτή χορωδία διευθύνει η Έλλη Νικολαΐδου.

Ας τους ακούσουμε. Ήταν τόσο νέοι, τόσο ζωντανοί και τόσο σπουδαίοι όλοι τους!

Το δοξαστικόν (Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης)

Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης, Το άξιον εστί

Σύνθεση: 1961-1963, Παρίσι-Αθήνα
Λαϊκό ορατόριο σε τρία μέρη για λαϊκό τραγουδιστή, ψάλτη (βαρύτονο), αναγνώστη (ηθοποιό), λαϊκά όργανα, συμφωνική ορχήστρα και μικτή χορωδία

Μέρος Γ’: Το δοξαστικόν

Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Συμφωνική μουσική: Μικτή Ορχήστρα Αθηνών
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Πιάνο: Γιάννης Διδίλης
Σαντούρι: Τάσος Διακογιώργης
Κιθάρα: Δημήτρης Φάμπας
Μπάσο: Βαγγέλης Παπαγγελίδης
Κρουστά: Εύανδρος (Παπαδόπουλος)
Ερμηνεία: Θεόδωρος Δημήτριεφ, Μικτή Χορωδία της Θάλειας Βυζαντίου & Ανδρικός Χορός Εθνικού Θεάτρου
Έργο: Το άξιον εστί (1964)

Άξιον εστί το φως και η πρώτη
χαραγμένη στην πέτρα ευχή του ανθρώπου
η αλκή μες στο ζώο που οδηγεί τον ήλιο
το φυτό που κελαήδησε και βγήκε η μέρα

Η στεριά που βουτά και υψώνει αυχένα
ένα λίθινο άλογο που ιππεύει ο πόντος
οι μικρές κυανές φωνές μυριάδες
η μεγάλη λευκή κεφαλή Ποσειδώνος

[…] Οι σημάντορες άνεμοι που ιερουργούνε
που σηκώνουν το πέλαγος σα Θεοτόκο
που φυσούν και ανάβουνε τα πορτοκάλια
που σφυρίζουν στα όρη κι έρχονται

Οι αγένειοι δόκιμοι της τρικυμίας
οι δρομείς που διένυσαν τα ουράνια μίλια
οι Ερμήδες με το μυτερό σκιάδι
και του μαύρου καπνού το κηρύκειο

Ο Μαΐστρος, ο Λεβάντες, ο Γαρμπής
ο Πουνέντες, ο Γραίγος, ο Σιρόκος
η Τραμουντάνα, η Όστρια

Άξιον εστί το ξύλινο τραπέζι
το κρασί το ξανθό με την κηλίδα του ήλιου
του νερού τα παιχνίδια στο ταβάνι
στη γωνιά το φυλλόδεντρο που εφημερεύει

Οι λιθιές και τα κύματα χέρι με χέρι
μια πατούσα που σύναξε σοφία στην άμμο
ένας τζίτζικας που έπεισε χιλιάδες άλλους
η συνείδηση πάμφωτη σαν καλοκαίρι

Τα νησιά με το μίνιο και με το φούμο
τα νησιά με το σπόνδυλο κάποιανου Δία
τα νησιά με τους έρημους ταρσανάδες
τα νησιά με τα πόσιμα γαλάζια ηφαίστεια

Στο μελτέμι τα ορτσάροντας με κόντρα-φλόκο
Στο γαρμπή τ’ αρμενίζοντας πόντζα-λαμπάντα
έως όλο το μάκρος τους τ’ αφρισμένα
με λιτρίδια μαβιά και με ηλιοτρόπια

Η Σίφνος, η Αμοργός, η Αλόννησος
η Θάσος, η Ιθάκη, η Σαντορίνη
η Κως, η Ίος, η Σίκινος

Άξιον εστί στο πέτρινο πεζούλι
αντικρύ του πελάγους η Μυρτώ να στέκει
σαν ωραίο οκτώ ή σαν κανάτι
με την ψάθα του ήλιου στο ένα χέρι

Το πορώδες και άσπρο μεσημέρι
ένα πούπουλο ύπνου που ανεβαίνει
το σβησμένο χρυσάφι μες στους πυλώνες
και το κόκκινο άλογο που δραπετεύει

[…] Άξιον εστί εορτάζοντας τη μνήμη
των αγίων Κηρύκου και Ιουλίτης
ένα θαύμα να καίει στους ουρανούς τ’ αλώνια
ιερείς και πουλιά να τραγουδούν το χαίρε:

Χαίρε η Καιομένη και χαίρε η Χλωρή
Χαίρε η Αμεταμέλητη με το πρωραίο σπαθί

Χαίρε η που πατείς και τα σημάδια σβήνονται
Χαίρε η που ξυπνάς και τα θαύματα γίνονται

Χαίρε του παραδείσου των βυθών η Αγρία
Χαίρε της ερημίας των νησιών η Αγία

Χαίρε η Ονειροτόκος χαίρε η Πελαγινή
Χαίρε η Αγκυροφόρος και η Πενταστέρινη

Χαίρε με τα λυτά μαλλιά η χρυσίζοντας τον άνεμο
Χαίρε με την ωραία λαλιά η δαμάζοντας το δαίμονα

Χαίρε που καταρτίζεις τα Μηναία των Κήπων
Χαίρε που αρμόζεις τη ζώνη του Οφιούχου

Χαίρε η ακριβοσπάθιστη και σεμνή
Χαίρε η προφητικιά και δαιδαλική

Άξιον εστί το χώμα που ανεβάζει
μιαν οσμή κεραυνού σαν από θειάφι
του βουνού ο πυθμένας όπου θάλλουν
οι νεκροί άνθη της αύριον

[…] Μιας νυχτός Ιουνίου η νηνεμία
γιασεμιά και φουστάνια στο περιβόλι
το ζωάκι των άστρων που ανεβαίνει
της χαράς η στιγμή λίγο πριν κλάψει

[…] Τα κορίτσια η πόα της ουτοπίας
τα κορίτσια οι παραπλανημένες Πλειάδες
τα κορίτσια τ’ Αγγεία των Μυστηρίων
τα γεμάτα ως πάνω και τ’ απύθμενα

Τα στυφά στο σκοτάδι και όμως θαύμα
τα γραμμένα στο φως και όμως μαυρίλα
τα στραμμένα επάνω τους όπως οι φάροι
τα ηλιοβόρα και τα σεληνοβάμονα

Η Έρση, η Μυρτώ, η Μαρίνα
η Ελένη, η Ρωξάνη, η Φωτεινή
η Άννα, η Αλεξάνδρα, η Κύνθια

Τα στυφά στο σκοτάδι και όμως θαύμα
τα γραμμένα στο φως και όμως μαυρίλα
τα στραμμένα επάνω τους όπως οι φάροι
τα ηλιοβόρα και τα σεληνοβάμονα

[…] Άξιον εστί το αναίτιο δάκρυ
ανατέλλοντας αργά στα ωραία μάτια
των παιδιών που κρατιούνται χέρι-χέρι
των παιδιών που κοιτάζουνται και δε μιλιούνται

Των ερώτων το τραύλισμα πάνω στα βράχια
ένας φάρος που εκτόνωσεν αιώνων θλίψη
το τριζόνι το επίμονο καθώς η τύψη
και το μάλλινο έρημο μέσα στ’ αγιάζι

[…] Άξιον εστί το χέρι που επιστρέφει
από φόνο φριχτόν και τώρα ξέρει
ποιος αλήθεια ο κόσμος που υπερέχει
ποιο το «νυν» και ποιο το «αιέν» του κόσμου:

Νυν το αγρίμι της μυρτιάς Νυν η κραυγή του Μάη
Αιέν η άκρα συνείδηση Αιέν η πλησιφάη

Νυν νυν η παραίσθηση και του ύπνου η μιμική
Αιέν αιέν ο λόγος και η Τρόπις η αστρική

Νυν των λεπιδοπτέρων το νέφος το κινούμενο
Αιέν των μυστηρίων το φως το περιιπτάμενο

Νυν το περίβλημα της Γης και η Εξουσία
Αιέν η βρώση της Ψυχής και η πεμπτουσία

Νυν της Σελήνης το μελάγχρωμα το ανίατο
Αιέν το χρυσοκύανο του Γαλαξία σελάγισμα

Νυν των λαών το αμάλγαμα και ο μαύρος Αριθμός
Αιέν της Δίκης το άγαλμα και ο μέγας Οφθαλμός

Νυν η ταπείνωση των Θεών Νυν η σποδός του Ανθρώπου
Νυν Νυν το μηδέν

και Αιέν ο κόσμος ο μικρός, ο Μέγας!

Ο Μίκης Θεοδωράκης για «Το άξιον εστί»:

Με την ολοκλήρωση της σύνθεσης και της εκτέλεσης του Άξιον εστί του Οδυσσέα Ελύτη αισθάνομαι ότι έφτασα σ’ ένα τέρμα που συγχρόνως είναι (πρέπει να είναι) και μια αρχή.
Το έργο αυτό παρουσιάζει το πρόσωπό του μπροστά στο κοινό μας ακριβώς πέντε χρόνια ύστερα από την ολοκληρωτική στροφή μου προς την λαϊκή μας μουσική, με τον Επιτάφιο του Γιάννη Ρίτσου, το καλοκαίρι του 1959.
Έλεγα τότε πως μπαίνω μέσα στον στίβο του λαϊκού μας τραγουδιού σαν ένας μαθητής που φιλοδοξεί να γράψει το ίδιο απλά και αυθόρμητα όσο και οι λαϊκοί μας συνθέτες. Δεν ήταν σχήμα λόγου αυτό, αλλά μια αληθινή πράξη ζωής. Όμως για ποιο λόγο; Γιατί είχα πια σιγουρευτεί πως ο δρόμος της Δυτικής Τέχνης που μάθαμε στα ωδεία ήταν κλειστός, χωρίς διέξοδο.
Είχα πάει στην Ευρώπη για να ανακαλύψω καινούριους ορίζοντες και βρέθηκα κλεισμένος σε φανταστικές αποθήκες από μπετόν, γεμάτες μουσική από νάιλον.
Και όμως, εδώ στην πατρίδα μας, η μουσική ήταν ακόμα ζωντανή. Βέβαια το λαϊκό μας τραγούδι δεν είχε το μεγαλείο των ηχητικών αρχιτεκτονημάτων της δυτικής μουσικής. Η ουσία όμως είναι πως τα κλασικά λαϊκά μας τραγούδια είναι ολοκληρωμένα έργα που προσφέρουν ολοκληρωμένη αισθητική απόλαυση και επί πλέον συνδέονται άμεσα, ενεργητικά (και όχι μόνο μουσειακά) με τον λαό και στην εποχή μας, όπως άλλωστε συμβαίνει στις κλασικές περιόδους της Τέχνης.
Η μαθητεία μου αυτή μέσα στο λαϊκό μας τραγούδι είχε φυσικά πολλές πλευρές, πολλές αιχμές, πολλούς στόχους: αισθητικούς, παιδαγωγικούς και Κοινωνικούς. Το ελαφρό τραγούδι -έγραψα κάποτε- μας κάνει να ξεχνάμε. Το λαϊκό μάς κάνει να θυμόμαστε. Αυτή ακριβώς τη μνήμη του λαού μου όπως λέει και ο Ελύτης, ήθελα κυρίως να αφυπνίσω και να οξύνω.
Δεν αρνούμαι ότι βάδισα και πάλεψα οργανωμένα.
Το ευτύχημα για μένα είναι που το έργο μου αγαπήθηκε από εκείνους που θα έπρεπε να αγαπηθεί και μισήθηκε (και χτυπήθηκε) από εκείνους που έπρεπε να μισηθεί. Γεγονός που με βοήθησε αποφασιστικά να ακολουθήσω τον δρόμο που πίστευα και πιστεύω πως είναι ο σωστός. Κι αυτός ο δρόμος, ως προς την κατεύθυνση της αισθητικής, ονομάζεται σήμερα για μένα Άξιον εστί.

Ο Επιτάφιος, το Αρχιπέλαγος, η Πολιτεία και αργότερα Το τραγούδι του νεκρού αδελφού ήταν τέσσερις κύκλοι τραγουδιών, όπου, με ευλαβική θα ’λεγα προσοχή, επεδίωξα να μείνω πιστός στα γνωστά καλούπια, μελωδικά και ρυθμικά, του λαϊκού μας τραγουδιού. Όμως παράλληλα, έχοντας σαν μακροπρόθεσμο στόχο μου την δημιουργία έντεχνου μουσικού έργου, ολότελα νεοελληνικού, γύμναζα τα μουσικά μου όπλα επιχειρώντας εξόδους από τις αυστηρές φόρμες της λαϊκής μας μουσικής. Οι Λιποτάκτες και αργότερα τα Επιφάνια ήσαν γυμνάσματα αυτού του είδους, έως ότου γνώρισα το Άξιον εστί του Οδυσσέα Ελύτη.
Ήταν για μένα μια μεγάλη εύνοια της θεάς τύχης να βρεθώ μπροστά σ’ αυτό ακριβώς το ποιητικό έργο, που όλες θαρρείς οι διανοητικές, αισθητικές, συναισθηματικές και ιδεολογικές μου προσμονές και απαιτήσεις, είχαν στραμμένες τις κεραίες τους προς την κατεύθυνσή του. Αναδιφούσα τα νεοελληνικά ποιητικά έργα, το ένα μετά το άλλο. Προσκαλούσα τους φίλους μου ποιητές να προβληματισθούν, δίχως δυστυχώς να μπορώ να τους εξηγήσω «λογικά» τι ακριβώς ζητούσα. Βρισκόμουν τυλιγμένος μέσα σε ένα γόνιμο χάος.
Ο ταχυδρόμος της Fontaine au Roi στο Παρίσι περνούσε καθημερινά στις 3 μ.μ. Ήταν νομίζω Άνοιξη του ’61 που έλαβα το Άξιον εστί, δώρο ευγενικό του ποιητή και το ίδιο βράδυ είχα σχεδιασμένα τα δύο πρώτα μέρη. Την Γένεση και Τα Πάθη. Θέλω μ’ αυτό να δείξω πόσο ήδη ενυπήρχε μέσα μου αυτή η μουσική και δεν έμενε παρά το χτύπημα της ρομφαίας πάνω στον βράχο για να αναπηδήσει το ζωντανό νερό των ήχων.
Ως και η μορφή του έργου, με τις πλούσιες εναλλαγές του ποιητικού λόγου, του άλλοτε απέραντου σαν αρχιπέλαγος, του άλλοτε κατανυκτικού σαν ψαλμός ή του πειθαρχημένου σαν λαϊκό τραγούδι, μου προσέφερε εκπληκτικές δυνατότητες, που πολύ φοβούμαι πως δεν κατόρθωσα να τις εξαντλήσω μέσα σ’ αυτό το πρώτο μουσικό γύμνασμα.
Το πρόβλημα ήταν πώς να ισορροπήσω το καθαρά λαϊκό τραγούδι με τις έντεχνες μορφές της λαϊκής μουσικής,, καθώς παρουσιάζονται είτε από την ορχήστρα είτε από τον ψάλτη (βαρύτονο) είτε από την χορωδία.
Εδώ, στην έντεχνη επεξεργασία, προχώρησα με πρόθεση εντελώς αφαιρετική. Με τη συνείδηση θα ’λεγα αγιογράφου, που μισεί τη σάρκα, θέλοντας να ταυτίσει τη μορφή με την ψυχή.
Στο διάβολο, είπα, και τα εγκεφαλικά κοντραπούντα και οι πολύπλοκες αρμονικές, ρυθμικές και ενορχηστρωτικές σχέσεις. Ας βγει η ψυχή της μουσικής μας ακέραιη, ντυμένη με πάχνη και δροσοσταλίδες. Χορεύοντας με το ρωμαίικο νταούλι. Ας αφήσουμε τις επιδείξεις για τους λαούς που έχασαν την ψυχή τους κι ας τραγουδήσουμε απλά τους καημούς και τις ελπίδες της ρωμιοσύνης.
Μίκης Θεοδωράκης
(Σημείωμα στο εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης)

[Πηγή: ένθετο της έκδοσης του δίσκου που διένειμε η εφημερίδα Καθημερινή το 2011]

Μ’ αυτό το εμπνευσμένο του σημείωμα ο Μίκης Θεοδωράκης κάλυψε απόλυτα κάθε σκέψη που έχω κάνει τόσα χρόνια ακούγοντας το συγκεκριμένο έργο. Κάλυψε και τα συναισθήματά μου μετά από κάθε ανάγνωση της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής του Οδυσσέα Ελύτη. Ούτως ή άλλως είμαι βαθιά συγκινημένη που αξιώνομαι να παρουσιάσω αυτό το έργο (φυσικά, θα το ακούσουμε ατόφιο χωρίς να περιοριστούμε στα 5 λαϊκά του σκέλη). Δεν έχω να προσθέσω τίποτ’ άλλο παρά μόνο μια προτροπή:

Ας ακούσουμε με ευλαβική προσοχή για ακόμη μια φορά το Άξιον εστί. Στη μνήμη του Οδυσσέα Ελύτη, του Μάνου Κατράκη, του Γρηγόρη Μπιθικώτση και όλων των άλλων συντελεστών της πρώτης ηχογράφησης που δεν ζουν πια. Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Κώστα Παπαδόπουλο, τον Λάκη Καρνέζη, τον Θεόδωρο Δημήτριεφ που, ευτυχώς για όλους μας, συνεχίζουν να ζουν και να κινούνται ανάμεσά μας. Και ας αγοράσουμε τη μικρή μα θαυματουργή αυτή συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη και τον δίσκο στην πρώτη του εκτέλεση. Το κόστος τους είναι χαμηλό (ίσα με την τιμή 4-5 καφέδων σ’ έναν καφενέ) μα η αξία τους ανεκτίμητη, αφού αποτελούν μνημεία (με όλη τη σημασία της λέξης) του σύγχρονου πολιτισμού μας και ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης για μια πλουσιότερη ψυχική και πνευματική ζωή σε πείσμα των δύσκολων καιρών. Όπως λέει ο Μίκης: Ας βγει η ψυχή της μουσικής μας ακέραιη, ντυμένη με πάχνη και δροσοσταλίδες. Χορεύοντας με το ρωμαίικο νταούλι. Ας αφήσουμε τις επιδείξεις για τους λαούς που έχασαν την ψυχή τους κι ας τραγουδήσουμε απλά τους καημούς και τις ελπίδες της ρωμιοσύνης. Χρόνια μας πολλά και καλή ακρόαση!

Σε χώρα μακρινή (Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης)

Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης, Το άξιον εστί

Σύνθεση: 1961-1963, Παρίσι-Αθήνα
Λαϊκό ορατόριο σε τρία μέρη για λαϊκό τραγουδιστή, ψάλτη (βαρύτονο), αναγνώστη (ηθοποιό), λαϊκά όργανα, συμφωνική ορχήστρα και μικτή χορωδία

Μέρος Β’: Τα πάθη
Σε χώρα μακρινή (ύμνος)

Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μουσικοί: Μικτή Ορχήστρα Αθηνών
Ερμηνεία: Θεόδωρος Δημήτριεφ, Μικτή Χορωδία της Θάλειας Βυζαντίου
Έργο: Το άξιον εστί (1964)

Τώρα το χέρι του Θανάτου
αυτό χαρίζει τη Ζωή
και ο ύπνος δεν υπάρχει.
Χτυπά η καμπάνα του μεσημεριού
κι αργά στις πέτρες τις πυρρές χαράζονται τα γράμματα:
νυν και αιέν και άξιον εστί.
Σε χώρα μακρινή και αρυτίδωτη τώρα πορεύομαι.
Τώρα μ’ ακολουθούν κορίτσια κυανά
κι αλογάκια πέτρινα
με τον τροχίσκο του ήλιου στο πλατύ μέτωπο.
Γενεές μυρτιάς μ’ αναγνωρίζουν
από τότε που έτρεμα στο τέμπλο του νερού,
άγιος, άγιος, φωνάζοντας.
Ο νικήσαντας τον Άδη και τον Έρωτα σώσαντας,
αυτός ο Πρίγκιπας των Κρίνων είναι.
Κι από κείνες πάλι τις πνοές της Κρήτης,
μια στιγμή ζωγραφιζόμουν.
Για να λάβει ο κρόκος από τους αιθέρες δίκαιο.
Στον ασβέστη τώρα τους αληθινούς μου Νόμους
κλείνω κι εμπιστεύομαι.
Μακάριοι, λέγω, οι δυνατοί που αποκρυπτογραφούνε το Άσπιλο.
Γι’ αυτών τα δόντια η ρόγα που μεθά,
στων ηφαιστείων το στήθος και στο κλήμα των παρθένων.
Ιδού ας ακολουθήσουνε τα βήματά μου!
Σε χώρα μακρινή και αρυτίδωτη τώρα πορεύομαι.
Τώρα το χέρι του Θανάτου
αυτό χαρίζει τη Ζωή
και ο ύπνος δεν υπάρχει.
Χτυπά η καμπάνα του μεσημεριού
κι αργά στις πέτρες τις πυρρές χαράζονται τα γράμματα:
νυν και αιέν και άξιον εστί.
Αιέν αιέν και νυν και νυν τα πουλιά κελαηδούν
άξιον εστί το τίμημα.

Ο Μίκης Θεοδωράκης για «Το άξιον εστί»:

Με την ολοκλήρωση της σύνθεσης και της εκτέλεσης του Άξιον εστί του Οδυσσέα Ελύτη αισθάνομαι ότι έφτασα σ’ ένα τέρμα που συγχρόνως είναι (πρέπει να είναι) και μια αρχή.
Το έργο αυτό παρουσιάζει το πρόσωπό του μπροστά στο κοινό μας ακριβώς πέντε χρόνια ύστερα από την ολοκληρωτική στροφή μου προς την λαϊκή μας μουσική, με τον Επιτάφιο του Γιάννη Ρίτσου, το καλοκαίρι του 1959.
Έλεγα τότε πως μπαίνω μέσα στον στίβο του λαϊκού μας τραγουδιού σαν ένας μαθητής που φιλοδοξεί να γράψει το ίδιο απλά και αυθόρμητα όσο και οι λαϊκοί μας συνθέτες. Δεν ήταν σχήμα λόγου αυτό, αλλά μια αληθινή πράξη ζωής. Όμως για ποιο λόγο; Γιατί είχα πια σιγουρευτεί πως ο δρόμος της Δυτικής Τέχνης που μάθαμε στα ωδεία ήταν κλειστός, χωρίς διέξοδο.
Είχα πάει στην Ευρώπη για να ανακαλύψω καινούριους ορίζοντες και βρέθηκα κλεισμένος σε φανταστικές αποθήκες από μπετόν, γεμάτες μουσική από νάιλον.
Και όμως, εδώ στην πατρίδα μας, η μουσική ήταν ακόμα ζωντανή. Βέβαια το λαϊκό μας τραγούδι δεν είχε το μεγαλείο των ηχητικών αρχιτεκτονημάτων της δυτικής μουσικής. Η ουσία όμως είναι πως τα κλασικά λαϊκά μας τραγούδια είναι ολοκληρωμένα έργα που προσφέρουν ολοκληρωμένη αισθητική απόλαυση και επί πλέον συνδέονται άμεσα, ενεργητικά (και όχι μόνο μουσειακά) με τον λαό και στην εποχή μας, όπως άλλωστε συμβαίνει στις κλασικές περιόδους της Τέχνης.
Η μαθητεία μου αυτή μέσα στο λαϊκό μας τραγούδι είχε φυσικά πολλές πλευρές, πολλές αιχμές, πολλούς στόχους: αισθητικούς, παιδαγωγικούς και Κοινωνικούς. Το ελαφρό τραγούδι -έγραψα κάποτε- μας κάνει να ξεχνάμε. Το λαϊκό μάς κάνει να θυμόμαστε. Αυτή ακριβώς τη μνήμη του λαού μου όπως λέει και ο Ελύτης, ήθελα κυρίως να αφυπνίσω και να οξύνω.
Δεν αρνούμαι ότι βάδισα και πάλεψα οργανωμένα.
Το ευτύχημα για μένα είναι που το έργο μου αγαπήθηκε από εκείνους που θα έπρεπε να αγαπηθεί και μισήθηκε (και χτυπήθηκε) από εκείνους που έπρεπε να μισηθεί. Γεγονός που με βοήθησε αποφασιστικά να ακολουθήσω τον δρόμο που πίστευα και πιστεύω πως είναι ο σωστός. Κι αυτός ο δρόμος, ως προς την κατεύθυνση της αισθητικής, ονομάζεται σήμερα για μένα Άξιον εστί.

Ο Επιτάφιος, το Αρχιπέλαγος, η Πολιτεία και αργότερα Το τραγούδι του νεκρού αδελφού ήταν τέσσερις κύκλοι τραγουδιών, όπου, με ευλαβική θα ’λεγα προσοχή, επεδίωξα να μείνω πιστός στα γνωστά καλούπια, μελωδικά και ρυθμικά, του λαϊκού μας τραγουδιού. Όμως παράλληλα, έχοντας σαν μακροπρόθεσμο στόχο μου την δημιουργία έντεχνου μουσικού έργου, ολότελα νεοελληνικού, γύμναζα τα μουσικά μου όπλα επιχειρώντας εξόδους από τις αυστηρές φόρμες της λαϊκής μας μουσικής. Οι Λιποτάκτες και αργότερα τα Επιφάνια ήσαν γυμνάσματα αυτού του είδους, έως ότου γνώρισα το Άξιον εστί του Οδυσσέα Ελύτη.
Ήταν για μένα μια μεγάλη εύνοια της θεάς τύχης να βρεθώ μπροστά σ’ αυτό ακριβώς το ποιητικό έργο, που όλες θαρρείς οι διανοητικές, αισθητικές, συναισθηματικές και ιδεολογικές μου προσμονές και απαιτήσεις, είχαν στραμμένες τις κεραίες τους προς την κατεύθυνσή του. Αναδιφούσα τα νεοελληνικά ποιητικά έργα, το ένα μετά το άλλο. Προσκαλούσα τους φίλους μου ποιητές να προβληματισθούν, δίχως δυστυχώς να μπορώ να τους εξηγήσω «λογικά» τι ακριβώς ζητούσα. Βρισκόμουν τυλιγμένος μέσα σε ένα γόνιμο χάος.
Ο ταχυδρόμος της Fontaine au Roi στο Παρίσι περνούσε καθημερινά στις 3 μ.μ. Ήταν νομίζω Άνοιξη του ’61 που έλαβα το Άξιον εστί, δώρο ευγενικό του ποιητή και το ίδιο βράδυ είχα σχεδιασμένα τα δύο πρώτα μέρη. Την Γένεση και Τα Πάθη. Θέλω μ’ αυτό να δείξω πόσο ήδη ενυπήρχε μέσα μου αυτή η μουσική και δεν έμενε παρά το χτύπημα της ρομφαίας πάνω στον βράχο για να αναπηδήσει το ζωντανό νερό των ήχων.
Ως και η μορφή του έργου, με τις πλούσιες εναλλαγές του ποιητικού λόγου, του άλλοτε απέραντου σαν αρχιπέλαγος, του άλλοτε κατανυκτικού σαν ψαλμός ή του πειθαρχημένου σαν λαϊκό τραγούδι, μου προσέφερε εκπληκτικές δυνατότητες, που πολύ φοβούμαι πως δεν κατόρθωσα να τις εξαντλήσω μέσα σ’ αυτό το πρώτο μουσικό γύμνασμα.
Το πρόβλημα ήταν πώς να ισορροπήσω το καθαρά λαϊκό τραγούδι με τις έντεχνες μορφές της λαϊκής μουσικής,, καθώς παρουσιάζονται είτε από την ορχήστρα είτε από τον ψάλτη (βαρύτονο) είτε από την χορωδία.
Εδώ, στην έντεχνη επεξεργασία, προχώρησα με πρόθεση εντελώς αφαιρετική. Με τη συνείδηση θα ’λεγα αγιογράφου, που μισεί τη σάρκα, θέλοντας να ταυτίσει τη μορφή με την ψυχή.
Στο διάβολο, είπα, και τα εγκεφαλικά κοντραπούντα και οι πολύπλοκες αρμονικές, ρυθμικές και ενορχηστρωτικές σχέσεις. Ας βγει η ψυχή της μουσικής μας ακέραιη, ντυμένη με πάχνη και δροσοσταλίδες. Χορεύοντας με το ρωμαίικο νταούλι. Ας αφήσουμε τις επιδείξεις για τους λαούς που έχασαν την ψυχή τους κι ας τραγουδήσουμε απλά τους καημούς και τις ελπίδες της ρωμιοσύνης.
Μίκης Θεοδωράκης
(Σημείωμα στο εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης)

[Πηγή: ένθετο της έκδοσης του δίσκου που διένειμε η εφημερίδα Καθημερινή το 2011]

Μ’ αυτό το εμπνευσμένο του σημείωμα ο Μίκης Θεοδωράκης κάλυψε απόλυτα κάθε σκέψη που έχω κάνει τόσα χρόνια ακούγοντας το συγκεκριμένο έργο. Κάλυψε και τα συναισθήματά μου μετά από κάθε ανάγνωση της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής του Οδυσσέα Ελύτη. Ούτως ή άλλως είμαι βαθιά συγκινημένη που αξιώνομαι να παρουσιάσω αυτό το έργο (φυσικά, θα το ακούσουμε ατόφιο χωρίς να περιοριστούμε στα 5 λαϊκά του σκέλη). Δεν έχω να προσθέσω τίποτ’ άλλο παρά μόνο μια προτροπή:

Ας ακούσουμε με ευλαβική προσοχή για ακόμη μια φορά το Άξιον εστί. Στη μνήμη του Οδυσσέα Ελύτη, του Μάνου Κατράκη, του Γρηγόρη Μπιθικώτση και όλων των άλλων συντελεστών της πρώτης ηχογράφησης που δεν ζουν πια. Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Κώστα Παπαδόπουλο, τον Λάκη Καρνέζη, τον Θεόδωρο Δημήτριεφ που, ευτυχώς για όλους μας, συνεχίζουν να ζουν και να κινούνται ανάμεσά μας. Και ας αγοράσουμε τη μικρή μα θαυματουργή αυτή συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη και τον δίσκο στην πρώτη του εκτέλεση. Το κόστος τους είναι χαμηλό (ίσα με την τιμή 4-5 καφέδων σ’ έναν καφενέ) μα η αξία τους ανεκτίμητη, αφού αποτελούν μνημεία (με όλη τη σημασία της λέξης) του σύγχρονου πολιτισμού μας και ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης για μια πλουσιότερη ψυχική και πνευματική ζωή σε πείσμα των δύσκολων καιρών. Όπως λέει ο Μίκης: Ας βγει η ψυχή της μουσικής μας ακέραιη, ντυμένη με πάχνη και δροσοσταλίδες. Χορεύοντας με το ρωμαίικο νταούλι. Ας αφήσουμε τις επιδείξεις για τους λαούς που έχασαν την ψυχή τους κι ας τραγουδήσουμε απλά τους καημούς και τις ελπίδες της ρωμιοσύνης. Χρόνια μας πολλά και καλή ακρόαση!

Ανοίγω το στόμα μου (Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης)

Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης, Το άξιον εστί

Σύνθεση: 1961-1963, Παρίσι-Αθήνα
Λαϊκό ορατόριο σε τρία μέρη για λαϊκό τραγουδιστή, ψάλτη (βαρύτονο), αναγνώστη (ηθοποιό), λαϊκά όργανα, συμφωνική ορχήστρα και μικτή χορωδία

Μέρος Β’: Τα πάθη
Ανοίγω στο στόμα μου (χορικό)

Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Πιάνο: Γιάννης Διδίλης
Σαντούρι: Τάσος Διακογιώργης
Κιθάρα: Δημήτρης Φάμπας
Μπάσο: Βαγγέλης Παπαγγελίδης
Κρουστά: Εύανδρος (Παπαδόπουλος)
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Μικτή Χορωδία της Θάλειας Βυζαντίου
Έργο: Το άξιον εστί (1964)

Ανοίγω το στόμα μου
κι αναγαλλιάζει το πέλαγος
Και παίρνει τα λόγια μου
στις σκοτεινές του (τις) σπηλιές
Και στις φώκιες τις μικρές
τα ψιθυρίζει
Τις νύχτες που κλαιν
των ανθρώπων τα βάσανα

Χαράζω τις φλέβες μου
και κοκκινίζουν τα όνειρα
Και τσέρκουλα γίνονται
στις γειτονιές των παιδιών
Και σεντόνια στις κοπέλες
που αγρυπνούνε
Κρυφά για ν’ ακούν
των ερώτων τα θαύματα […]

Ο Μίκης Θεοδωράκης για «Το άξιον εστί»:

Με την ολοκλήρωση της σύνθεσης και της εκτέλεσης του Άξιον εστί του Οδυσσέα Ελύτη αισθάνομαι ότι έφτασα σ’ ένα τέρμα που συγχρόνως είναι (πρέπει να είναι) και μια αρχή.
Το έργο αυτό παρουσιάζει το πρόσωπό του μπροστά στο κοινό μας ακριβώς πέντε χρόνια ύστερα από την ολοκληρωτική στροφή μου προς την λαϊκή μας μουσική, με τον Επιτάφιο του Γιάννη Ρίτσου, το καλοκαίρι του 1959.
Έλεγα τότε πως μπαίνω μέσα στον στίβο του λαϊκού μας τραγουδιού σαν ένας μαθητής που φιλοδοξεί να γράψει το ίδιο απλά και αυθόρμητα όσο και οι λαϊκοί μας συνθέτες. Δεν ήταν σχήμα λόγου αυτό, αλλά μια αληθινή πράξη ζωής. Όμως για ποιο λόγο; Γιατί είχα πια σιγουρευτεί πως ο δρόμος της Δυτικής Τέχνης που μάθαμε στα ωδεία ήταν κλειστός, χωρίς διέξοδο.
Είχα πάει στην Ευρώπη για να ανακαλύψω καινούριους ορίζοντες και βρέθηκα κλεισμένος σε φανταστικές αποθήκες από μπετόν, γεμάτες μουσική από νάιλον.
Και όμως, εδώ στην πατρίδα μας, η μουσική ήταν ακόμα ζωντανή. Βέβαια το λαϊκό μας τραγούδι δεν είχε το μεγαλείο των ηχητικών αρχιτεκτονημάτων της δυτικής μουσικής. Η ουσία όμως είναι πως τα κλασικά λαϊκά μας τραγούδια είναι ολοκληρωμένα έργα που προσφέρουν ολοκληρωμένη αισθητική απόλαυση και επί πλέον συνδέονται άμεσα, ενεργητικά (και όχι μόνο μουσειακά) με τον λαό και στην εποχή μας, όπως άλλωστε συμβαίνει στις κλασικές περιόδους της Τέχνης.
Η μαθητεία μου αυτή μέσα στο λαϊκό μας τραγούδι είχε φυσικά πολλές πλευρές, πολλές αιχμές, πολλούς στόχους: αισθητικούς, παιδαγωγικούς και Κοινωνικούς. Το ελαφρό τραγούδι -έγραψα κάποτε- μας κάνει να ξεχνάμε. Το λαϊκό μάς κάνει να θυμόμαστε. Αυτή ακριβώς τη μνήμη του λαού μου όπως λέει και ο Ελύτης, ήθελα κυρίως να αφυπνίσω και να οξύνω.
Δεν αρνούμαι ότι βάδισα και πάλεψα οργανωμένα.
Το ευτύχημα για μένα είναι που το έργο μου αγαπήθηκε από εκείνους που θα έπρεπε να αγαπηθεί και μισήθηκε (και χτυπήθηκε) από εκείνους που έπρεπε να μισηθεί. Γεγονός που με βοήθησε αποφασιστικά να ακολουθήσω τον δρόμο που πίστευα και πιστεύω πως είναι ο σωστός. Κι αυτός ο δρόμος, ως προς την κατεύθυνση της αισθητικής, ονομάζεται σήμερα για μένα Άξιον εστί.

Ο Επιτάφιος, το Αρχιπέλαγος, η Πολιτεία και αργότερα Το τραγούδι του νεκρού αδελφού ήταν τέσσερις κύκλοι τραγουδιών, όπου, με ευλαβική θα ’λεγα προσοχή, επεδίωξα να μείνω πιστός στα γνωστά καλούπια, μελωδικά και ρυθμικά, του λαϊκού μας τραγουδιού. Όμως παράλληλα, έχοντας σαν μακροπρόθεσμο στόχο μου την δημιουργία έντεχνου μουσικού έργου, ολότελα νεοελληνικού, γύμναζα τα μουσικά μου όπλα επιχειρώντας εξόδους από τις αυστηρές φόρμες της λαϊκής μας μουσικής. Οι Λιποτάκτες και αργότερα τα Επιφάνια ήσαν γυμνάσματα αυτού του είδους, έως ότου γνώρισα το Άξιον εστί του Οδυσσέα Ελύτη.
Ήταν για μένα μια μεγάλη εύνοια της θεάς τύχης να βρεθώ μπροστά σ’ αυτό ακριβώς το ποιητικό έργο, που όλες θαρρείς οι διανοητικές, αισθητικές, συναισθηματικές και ιδεολογικές μου προσμονές και απαιτήσεις, είχαν στραμμένες τις κεραίες τους προς την κατεύθυνσή του. Αναδιφούσα τα νεοελληνικά ποιητικά έργα, το ένα μετά το άλλο. Προσκαλούσα τους φίλους μου ποιητές να προβληματισθούν, δίχως δυστυχώς να μπορώ να τους εξηγήσω «λογικά» τι ακριβώς ζητούσα. Βρισκόμουν τυλιγμένος μέσα σε ένα γόνιμο χάος.
Ο ταχυδρόμος της Fontaine au Roi στο Παρίσι περνούσε καθημερινά στις 3 μ.μ. Ήταν νομίζω Άνοιξη του ’61 που έλαβα το Άξιον εστί, δώρο ευγενικό του ποιητή και το ίδιο βράδυ είχα σχεδιασμένα τα δύο πρώτα μέρη. Την Γένεση και Τα Πάθη. Θέλω μ’ αυτό να δείξω πόσο ήδη ενυπήρχε μέσα μου αυτή η μουσική και δεν έμενε παρά το χτύπημα της ρομφαίας πάνω στον βράχο για να αναπηδήσει το ζωντανό νερό των ήχων.
Ως και η μορφή του έργου, με τις πλούσιες εναλλαγές του ποιητικού λόγου, του άλλοτε απέραντου σαν αρχιπέλαγος, του άλλοτε κατανυκτικού σαν ψαλμός ή του πειθαρχημένου σαν λαϊκό τραγούδι, μου προσέφερε εκπληκτικές δυνατότητες, που πολύ φοβούμαι πως δεν κατόρθωσα να τις εξαντλήσω μέσα σ’ αυτό το πρώτο μουσικό γύμνασμα.
Το πρόβλημα ήταν πώς να ισορροπήσω το καθαρά λαϊκό τραγούδι με τις έντεχνες μορφές της λαϊκής μουσικής,, καθώς παρουσιάζονται είτε από την ορχήστρα είτε από τον ψάλτη (βαρύτονο) είτε από την χορωδία.
Εδώ, στην έντεχνη επεξεργασία, προχώρησα με πρόθεση εντελώς αφαιρετική. Με τη συνείδηση θα ’λεγα αγιογράφου, που μισεί τη σάρκα, θέλοντας να ταυτίσει τη μορφή με την ψυχή.
Στο διάβολο, είπα, και τα εγκεφαλικά κοντραπούντα και οι πολύπλοκες αρμονικές, ρυθμικές και ενορχηστρωτικές σχέσεις. Ας βγει η ψυχή της μουσικής μας ακέραιη, ντυμένη με πάχνη και δροσοσταλίδες. Χορεύοντας με το ρωμαίικο νταούλι. Ας αφήσουμε τις επιδείξεις για τους λαούς που έχασαν την ψυχή τους κι ας τραγουδήσουμε απλά τους καημούς και τις ελπίδες της ρωμιοσύνης.
Μίκης Θεοδωράκης
(Σημείωμα στο εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης)

[Πηγή: ένθετο της έκδοσης του δίσκου που διένειμε η εφημερίδα Καθημερινή το 2011]

Μ’ αυτό το εμπνευσμένο του σημείωμα ο Μίκης Θεοδωράκης κάλυψε απόλυτα κάθε σκέψη που έχω κάνει τόσα χρόνια ακούγοντας το συγκεκριμένο έργο. Κάλυψε και τα συναισθήματά μου μετά από κάθε ανάγνωση της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής του Οδυσσέα Ελύτη. Ούτως ή άλλως είμαι βαθιά συγκινημένη που αξιώνομαι να παρουσιάσω αυτό το έργο (φυσικά, θα το ακούσουμε ατόφιο χωρίς να περιοριστούμε στα 5 λαϊκά του σκέλη). Δεν έχω να προσθέσω τίποτ’ άλλο παρά μόνο μια προτροπή:

Ας ακούσουμε με ευλαβική προσοχή για ακόμη μια φορά το Άξιον εστί. Στη μνήμη του Οδυσσέα Ελύτη, του Μάνου Κατράκη, του Γρηγόρη Μπιθικώτση και όλων των άλλων συντελεστών της πρώτης ηχογράφησης που δεν ζουν πια. Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Κώστα Παπαδόπουλο, τον Λάκη Καρνέζη, τον Θεόδωρο Δημήτριεφ που, ευτυχώς για όλους μας, συνεχίζουν να ζουν και να κινούνται ανάμεσά μας. Και ας αγοράσουμε τη μικρή μα θαυματουργή αυτή συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη και τον δίσκο στην πρώτη του εκτέλεση. Το κόστος τους είναι χαμηλό (ίσα με την τιμή 4-5 καφέδων σ’ έναν καφενέ) μα η αξία τους ανεκτίμητη, αφού αποτελούν μνημεία (με όλη τη σημασία της λέξης) του σύγχρονου πολιτισμού μας και ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης για μια πλουσιότερη ψυχική και πνευματική ζωή σε πείσμα των δύσκολων καιρών. Όπως λέει ο Μίκης: Ας βγει η ψυχή της μουσικής μας ακέραιη, ντυμένη με πάχνη και δροσοσταλίδες. Χορεύοντας με το ρωμαίικο νταούλι. Ας αφήσουμε τις επιδείξεις για τους λαούς που έχασαν την ψυχή τους κι ας τραγουδήσουμε απλά τους καημούς και τις ελπίδες της ρωμιοσύνης. Χρόνια μας πολλά και καλή ακρόαση!

Προφητικόν (Οδυσσέας Ελύτης)

Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης, Το άξιον εστί

Σύνθεση: 1961-1963, Παρίσι-Αθήνα
Λαϊκό ορατόριο σε τρία μέρη για λαϊκό τραγουδιστή, ψάλτη (βαρύτονο), αναγνώστη (ηθοποιό), λαϊκά όργανα, συμφωνική ορχήστρα και μικτή χορωδία

Μέρος Β’: Τα πάθη
Προφητικόν (ανάγνωσμα)

Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης
Αφήγηση: Μάνος Κατράκης
Έργο: Το άξιον εστί (1964)

Χρόνους πολλούς μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν. Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ’ ουρανού σαρώνοντας η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου. Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει. Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου. Που πρώτα θα κρατήσει τις αχτίδες του, σημάδι ότι καιρός να λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση. Και μετά θα μιλήσει, να πει: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;
– Βλέπω τα έθνη, άλλοτες αλαζονικά, παραδομένα στη σφήκα και στο ξινόχορτο.
– Βλέπω τα πελέκια στον αέρα σκίζοντας προτομές Αυτοκρατόρων και Στρατηγών.
– Βλέπω τους εμπόρους να εισπράττουν σκύβοντας το κέρδος των δικών τους πτωμάτων.
– Βλέπω την αλληλουχία των κρυφών νοημάτων.

[…] Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ’ ουρανού σαρώνοντας η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου. Αλλά πριν, ιδού θα περάσουν γενεές το αλέτρι τους πάνω στη στέρφα γης. Και κρυφά θα μετρήσουν την ανθρώπινη πραμάτεια τους οι Κυβερνήτες, κηρύσσοντας πολέμους. Όπου θα χορτασθούνε ο Χωροφύλακας και ο Στρατοδίκης. Αφήνοντας το χρυσάφι στους αφανείς, να εισπράξουν αυτοί τον μιστό της ύβρης και του μαρτυρίου. Και μεγάλα πλοία θ’ ανεβάσουν σημαίες, εμβατήρια θα πάρουν τους δρόμους, οι εξώστες να ράνουν με άνθη το Νικητή. Που θα ζει στην οσμή των πτωμάτων. Και του λάκκου σιμά του το στόμα, το σκοτάδι θ’ ανοίγει στα μέτρα του κράζοντας: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;
– Βλέπω τους Στρατοδίκες να καίνε σαν κεριά, στο μεγάλο τραπέζι της Αναστάσεως.
– Βλέπω τους Χωροφυλάκους να προσφέρουν το αίμα τους, θυσία στην καθαρότητα των ουρανών.
– Βλέπω τη διαρκή επανάσταση φυτών και λουλουδιών.
(- Βλέπω ψηλά, μες στους αιθέρες, το Ερέχθειο των Πουλιών.)

Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει. Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου. Αλλά πριν, ιδού θα στενάξουν οι νέοι και το αίμα τους αναίτια θα γεράσει. […] Και θά ’ρθουνε χρόνια χλωμά και αδύναμα μέσα στη γάζα. Και θα ’χει καθένας τα λίγα γραμμάρια της ευτυχίας. Και θα ’ναι τα πράγματα μέσα του κιόλας ωραία ερείπια. Τότε, μην έχοντας άλλη εξορία, πού να θρηνήσει ο Ποιητής, την υγεία της καταιγίδας από τ’ ανοιχτά στήθη του αδειάζοντας, θα γυρίσει για να σταθεί στα ωραία μέσα ερείπια. Και τον πρώτο λόγο του ο στερνός των ανθρώπων θα πει, ν’ αψηλώσουν τα χόρτα, η γυναίκα στο πλάι του σαν αχτίδα του ήλιου να βγει. Και πάλι θα λατρέψει τη γυναίκα και θα την πλαγιάσει πάνου στα χόρτα καθώς που ετάχθη. Και θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση, και θα σπείρουνε γενεές στους αιώνες των αιώνων!

Ο Μίκης Θεοδωράκης για «Το άξιον εστί»:

Με την ολοκλήρωση της σύνθεσης και της εκτέλεσης του Άξιον εστί του Οδυσσέα Ελύτη αισθάνομαι ότι έφτασα σ’ ένα τέρμα που συγχρόνως είναι (πρέπει να είναι) και μια αρχή.
Το έργο αυτό παρουσιάζει το πρόσωπό του μπροστά στο κοινό μας ακριβώς πέντε χρόνια ύστερα από την ολοκληρωτική στροφή μου προς την λαϊκή μας μουσική, με τον Επιτάφιο του Γιάννη Ρίτσου, το καλοκαίρι του 1959.
Έλεγα τότε πως μπαίνω μέσα στον στίβο του λαϊκού μας τραγουδιού σαν ένας μαθητής που φιλοδοξεί να γράψει το ίδιο απλά και αυθόρμητα όσο και οι λαϊκοί μας συνθέτες. Δεν ήταν σχήμα λόγου αυτό, αλλά μια αληθινή πράξη ζωής. Όμως για ποιο λόγο; Γιατί είχα πια σιγουρευτεί πως ο δρόμος της Δυτικής Τέχνης που μάθαμε στα ωδεία ήταν κλειστός, χωρίς διέξοδο.
Είχα πάει στην Ευρώπη για να ανακαλύψω καινούριους ορίζοντες και βρέθηκα κλεισμένος σε φανταστικές αποθήκες από μπετόν, γεμάτες μουσική από νάιλον.
Και όμως, εδώ στην πατρίδα μας, η μουσική ήταν ακόμα ζωντανή. Βέβαια το λαϊκό μας τραγούδι δεν είχε το μεγαλείο των ηχητικών αρχιτεκτονημάτων της δυτικής μουσικής. Η ουσία όμως είναι πως τα κλασικά λαϊκά μας τραγούδια είναι ολοκληρωμένα έργα που προσφέρουν ολοκληρωμένη αισθητική απόλαυση και επί πλέον συνδέονται άμεσα, ενεργητικά (και όχι μόνο μουσειακά) με τον λαό και στην εποχή μας, όπως άλλωστε συμβαίνει στις κλασικές περιόδους της Τέχνης.
Η μαθητεία μου αυτή μέσα στο λαϊκό μας τραγούδι είχε φυσικά πολλές πλευρές, πολλές αιχμές, πολλούς στόχους: αισθητικούς, παιδαγωγικούς και Κοινωνικούς. Το ελαφρό τραγούδι -έγραψα κάποτε- μας κάνει να ξεχνάμε. Το λαϊκό μάς κάνει να θυμόμαστε. Αυτή ακριβώς τη μνήμη του λαού μου όπως λέει και ο Ελύτης, ήθελα κυρίως να αφυπνίσω και να οξύνω.
Δεν αρνούμαι ότι βάδισα και πάλεψα οργανωμένα.
Το ευτύχημα για μένα είναι που το έργο μου αγαπήθηκε από εκείνους που θα έπρεπε να αγαπηθεί και μισήθηκε (και χτυπήθηκε) από εκείνους που έπρεπε να μισηθεί. Γεγονός που με βοήθησε αποφασιστικά να ακολουθήσω τον δρόμο που πίστευα και πιστεύω πως είναι ο σωστός. Κι αυτός ο δρόμος, ως προς την κατεύθυνση της αισθητικής, ονομάζεται σήμερα για μένα Άξιον εστί.

Ο Επιτάφιος, το Αρχιπέλαγος, η Πολιτεία και αργότερα Το τραγούδι του νεκρού αδελφού ήταν τέσσερις κύκλοι τραγουδιών, όπου, με ευλαβική θα ’λεγα προσοχή, επεδίωξα να μείνω πιστός στα γνωστά καλούπια, μελωδικά και ρυθμικά, του λαϊκού μας τραγουδιού. Όμως παράλληλα, έχοντας σαν μακροπρόθεσμο στόχο μου την δημιουργία έντεχνου μουσικού έργου, ολότελα νεοελληνικού, γύμναζα τα μουσικά μου όπλα επιχειρώντας εξόδους από τις αυστηρές φόρμες της λαϊκής μας μουσικής. Οι Λιποτάκτες και αργότερα τα Επιφάνια ήσαν γυμνάσματα αυτού του είδους, έως ότου γνώρισα το Άξιον εστί του Οδυσσέα Ελύτη.
Ήταν για μένα μια μεγάλη εύνοια της θεάς τύχης να βρεθώ μπροστά σ’ αυτό ακριβώς το ποιητικό έργο, που όλες θαρρείς οι διανοητικές, αισθητικές, συναισθηματικές και ιδεολογικές μου προσμονές και απαιτήσεις, είχαν στραμμένες τις κεραίες τους προς την κατεύθυνσή του. Αναδιφούσα τα νεοελληνικά ποιητικά έργα, το ένα μετά το άλλο. Προσκαλούσα τους φίλους μου ποιητές να προβληματισθούν, δίχως δυστυχώς να μπορώ να τους εξηγήσω «λογικά» τι ακριβώς ζητούσα. Βρισκόμουν τυλιγμένος μέσα σε ένα γόνιμο χάος.
Ο ταχυδρόμος της Fontaine au Roi στο Παρίσι περνούσε καθημερινά στις 3 μ.μ. Ήταν νομίζω Άνοιξη του ’61 που έλαβα το Άξιον εστί, δώρο ευγενικό του ποιητή και το ίδιο βράδυ είχα σχεδιασμένα τα δύο πρώτα μέρη. Την Γένεση και Τα Πάθη. Θέλω μ’ αυτό να δείξω πόσο ήδη ενυπήρχε μέσα μου αυτή η μουσική και δεν έμενε παρά το χτύπημα της ρομφαίας πάνω στον βράχο για να αναπηδήσει το ζωντανό νερό των ήχων.
Ως και η μορφή του έργου, με τις πλούσιες εναλλαγές του ποιητικού λόγου, του άλλοτε απέραντου σαν αρχιπέλαγος, του άλλοτε κατανυκτικού σαν ψαλμός ή του πειθαρχημένου σαν λαϊκό τραγούδι, μου προσέφερε εκπληκτικές δυνατότητες, που πολύ φοβούμαι πως δεν κατόρθωσα να τις εξαντλήσω μέσα σ’ αυτό το πρώτο μουσικό γύμνασμα.
Το πρόβλημα ήταν πώς να ισορροπήσω το καθαρά λαϊκό τραγούδι με τις έντεχνες μορφές της λαϊκής μουσικής,, καθώς παρουσιάζονται είτε από την ορχήστρα είτε από τον ψάλτη (βαρύτονο) είτε από την χορωδία.
Εδώ, στην έντεχνη επεξεργασία, προχώρησα με πρόθεση εντελώς αφαιρετική. Με τη συνείδηση θα ’λεγα αγιογράφου, που μισεί τη σάρκα, θέλοντας να ταυτίσει τη μορφή με την ψυχή.
Στο διάβολο, είπα, και τα εγκεφαλικά κοντραπούντα και οι πολύπλοκες αρμονικές, ρυθμικές και ενορχηστρωτικές σχέσεις. Ας βγει η ψυχή της μουσικής μας ακέραιη, ντυμένη με πάχνη και δροσοσταλίδες. Χορεύοντας με το ρωμαίικο νταούλι. Ας αφήσουμε τις επιδείξεις για τους λαούς που έχασαν την ψυχή τους κι ας τραγουδήσουμε απλά τους καημούς και τις ελπίδες της ρωμιοσύνης.
Μίκης Θεοδωράκης
(Σημείωμα στο εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης)

[Πηγή: ένθετο της έκδοσης του δίσκου που διένειμε η εφημερίδα Καθημερινή το 2011]

Μ’ αυτό το εμπνευσμένο του σημείωμα ο Μίκης Θεοδωράκης κάλυψε απόλυτα κάθε σκέψη που έχω κάνει τόσα χρόνια ακούγοντας το συγκεκριμένο έργο. Κάλυψε και τα συναισθήματά μου μετά από κάθε ανάγνωση της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής του Οδυσσέα Ελύτη. Ούτως ή άλλως είμαι βαθιά συγκινημένη που αξιώνομαι να παρουσιάσω αυτό το έργο (φυσικά, θα το ακούσουμε ατόφιο χωρίς να περιοριστούμε στα 5 λαϊκά του σκέλη). Δεν έχω να προσθέσω τίποτ’ άλλο παρά μόνο μια προτροπή:

Ας ακούσουμε με ευλαβική προσοχή για ακόμη μια φορά το Άξιον εστί. Στη μνήμη του Οδυσσέα Ελύτη, του Μάνου Κατράκη, του Γρηγόρη Μπιθικώτση και όλων των άλλων συντελεστών της πρώτης ηχογράφησης που δεν ζουν πια. Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Κώστα Παπαδόπουλο, τον Λάκη Καρνέζη, τον Θεόδωρο Δημήτριεφ που, ευτυχώς για όλους μας, συνεχίζουν να ζουν και να κινούνται ανάμεσά μας. Και ας αγοράσουμε τη μικρή μα θαυματουργή αυτή συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη και τον δίσκο στην πρώτη του εκτέλεση. Το κόστος τους είναι χαμηλό (ίσα με την τιμή 4-5 καφέδων σ’ έναν καφενέ) μα η αξία τους ανεκτίμητη, αφού αποτελούν μνημεία (με όλη τη σημασία της λέξης) του σύγχρονου πολιτισμού μας και ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης για μια πλουσιότερη ψυχική και πνευματική ζωή σε πείσμα των δύσκολων καιρών. Όπως λέει ο Μίκης: Ας βγει η ψυχή της μουσικής μας ακέραιη, ντυμένη με πάχνη και δροσοσταλίδες. Χορεύοντας με το ρωμαίικο νταούλι. Ας αφήσουμε τις επιδείξεις για τους λαούς που έχασαν την ψυχή τους κι ας τραγουδήσουμε απλά τους καημούς και τις ελπίδες της ρωμιοσύνης. Χρόνια μας πολλά και καλή ακρόαση!

Ναοί στο σχήμα τ’ ουρανού (Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης)

Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης, Το άξιον εστί

Σύνθεση: 1961-1963, Παρίσι-Αθήνα
Λαϊκό ορατόριο σε τρία μέρη για λαϊκό τραγουδιστή, ψάλτη (βαρύτονο), αναγνώστη (ηθοποιό), λαϊκά όργανα, συμφωνική ορχήστρα και μικτή χορωδία

Μέρος Β’: Τα πάθη
Ναοί στο σχήμα τ’ ουρανού (ύμνος)

Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Συμφωνική μουσική: Μικτή Ορχήστρα Αθηνών
Πιάνο: Γιάννης Διδίλης
Σαντούρι: Τάσος Διακογιώργης
Κιθάρα: Δημήτρης Φάμπας
Μπάσο: Βαγγέλης Παπαγγελίδης
Κρουστά: Εύανδρος (Παπαδόπουλος)
Ερμηνεία: Θεόδωρος Δημήτριεφ, Μικτή Χορωδία της Θάλειας Βυζαντίου
Έργο: Το άξιον εστί (1964)

Ναοί στο σχήμα τ’ ουρανού
και κορίτσια ωραία
με το σταφύλι στα δόντια που μας πρέπατε!
Πουλιά το βάρος της καρδιάς μας ψηλά μηδενίζοντας
και πολύ γαλάζιο που αγαπήσαμε!
Φύγανε φύγανε
ο Ιούλιος με το φωτεινό πουκάμισο
και ο Αύγουστος ο πέτρινος με τα μικρά του ανώμαλα σκαλιά.
[…] Ναοί στο σχήμα τ’ ουρανού
και κορίτσια ωραία
με το σταφύλι στα δόντια που μας πρέπατε!
Πουλιά το βάρος της καρδιάς μας ψηλά μηδενίζοντας
και πολύ γαλάζιο που αγαπήσαμε!
Φύγανε φύγανε
ο Μαΐστρος με το μυτερό του σάνταλο
και ο Γρέγος ο ασυλλόγιστος με τα λοξά του κόκκινα πανιά.
Φύγανε
και βαθιά κάτω απ’ το χώμα συννέφιασε ανεβάζοντας
χαλίκι μαύρο
και βροντές, η οργή των νεκρών
και αργά τον άνεμο τρίζοντας
εγυρίσανε πάλι με το στήθος μπροστά
φοβερά, των βράχων τ’ αγάλματα!

Ο Μίκης Θεοδωράκης για «Το άξιον εστί»:

Με την ολοκλήρωση της σύνθεσης και της εκτέλεσης του Άξιον εστί του Οδυσσέα Ελύτη αισθάνομαι ότι έφτασα σ’ ένα τέρμα που συγχρόνως είναι (πρέπει να είναι) και μια αρχή.
Το έργο αυτό παρουσιάζει το πρόσωπό του μπροστά στο κοινό μας ακριβώς πέντε χρόνια ύστερα από την ολοκληρωτική στροφή μου προς την λαϊκή μας μουσική, με τον Επιτάφιο του Γιάννη Ρίτσου, το καλοκαίρι του 1959.
Έλεγα τότε πως μπαίνω μέσα στον στίβο του λαϊκού μας τραγουδιού σαν ένας μαθητής που φιλοδοξεί να γράψει το ίδιο απλά και αυθόρμητα όσο και οι λαϊκοί μας συνθέτες. Δεν ήταν σχήμα λόγου αυτό, αλλά μια αληθινή πράξη ζωής. Όμως για ποιο λόγο; Γιατί είχα πια σιγουρευτεί πως ο δρόμος της Δυτικής Τέχνης που μάθαμε στα ωδεία ήταν κλειστός, χωρίς διέξοδο.
Είχα πάει στην Ευρώπη για να ανακαλύψω καινούριους ορίζοντες και βρέθηκα κλεισμένος σε φανταστικές αποθήκες από μπετόν, γεμάτες μουσική από νάιλον.
Και όμως, εδώ στην πατρίδα μας, η μουσική ήταν ακόμα ζωντανή. Βέβαια το λαϊκό μας τραγούδι δεν είχε το μεγαλείο των ηχητικών αρχιτεκτονημάτων της δυτικής μουσικής. Η ουσία όμως είναι πως τα κλασικά λαϊκά μας τραγούδια είναι ολοκληρωμένα έργα που προσφέρουν ολοκληρωμένη αισθητική απόλαυση και επί πλέον συνδέονται άμεσα, ενεργητικά (και όχι μόνο μουσειακά) με τον λαό και στην εποχή μας, όπως άλλωστε συμβαίνει στις κλασικές περιόδους της Τέχνης.
Η μαθητεία μου αυτή μέσα στο λαϊκό μας τραγούδι είχε φυσικά πολλές πλευρές, πολλές αιχμές, πολλούς στόχους: αισθητικούς, παιδαγωγικούς και Κοινωνικούς. Το ελαφρό τραγούδι -έγραψα κάποτε- μας κάνει να ξεχνάμε. Το λαϊκό μάς κάνει να θυμόμαστε. Αυτή ακριβώς τη μνήμη του λαού μου όπως λέει και ο Ελύτης, ήθελα κυρίως να αφυπνίσω και να οξύνω.
Δεν αρνούμαι ότι βάδισα και πάλεψα οργανωμένα.
Το ευτύχημα για μένα είναι που το έργο μου αγαπήθηκε από εκείνους που θα έπρεπε να αγαπηθεί και μισήθηκε (και χτυπήθηκε) από εκείνους που έπρεπε να μισηθεί. Γεγονός που με βοήθησε αποφασιστικά να ακολουθήσω τον δρόμο που πίστευα και πιστεύω πως είναι ο σωστός. Κι αυτός ο δρόμος, ως προς την κατεύθυνση της αισθητικής, ονομάζεται σήμερα για μένα Άξιον εστί.

Ο Επιτάφιος, το Αρχιπέλαγος, η Πολιτεία και αργότερα Το τραγούδι του νεκρού αδελφού ήταν τέσσερις κύκλοι τραγουδιών, όπου, με ευλαβική θα ’λεγα προσοχή, επεδίωξα να μείνω πιστός στα γνωστά καλούπια, μελωδικά και ρυθμικά, του λαϊκού μας τραγουδιού. Όμως παράλληλα, έχοντας σαν μακροπρόθεσμο στόχο μου την δημιουργία έντεχνου μουσικού έργου, ολότελα νεοελληνικού, γύμναζα τα μουσικά μου όπλα επιχειρώντας εξόδους από τις αυστηρές φόρμες της λαϊκής μας μουσικής. Οι Λιποτάκτες και αργότερα τα Επιφάνια ήσαν γυμνάσματα αυτού του είδους, έως ότου γνώρισα το Άξιον εστί του Οδυσσέα Ελύτη.
Ήταν για μένα μια μεγάλη εύνοια της θεάς τύχης να βρεθώ μπροστά σ’ αυτό ακριβώς το ποιητικό έργο, που όλες θαρρείς οι διανοητικές, αισθητικές, συναισθηματικές και ιδεολογικές μου προσμονές και απαιτήσεις, είχαν στραμμένες τις κεραίες τους προς την κατεύθυνσή του. Αναδιφούσα τα νεοελληνικά ποιητικά έργα, το ένα μετά το άλλο. Προσκαλούσα τους φίλους μου ποιητές να προβληματισθούν, δίχως δυστυχώς να μπορώ να τους εξηγήσω «λογικά» τι ακριβώς ζητούσα. Βρισκόμουν τυλιγμένος μέσα σε ένα γόνιμο χάος.
Ο ταχυδρόμος της Fontaine au Roi στο Παρίσι περνούσε καθημερινά στις 3 μ.μ. Ήταν νομίζω Άνοιξη του ’61 που έλαβα το Άξιον εστί, δώρο ευγενικό του ποιητή και το ίδιο βράδυ είχα σχεδιασμένα τα δύο πρώτα μέρη. Την Γένεση και Τα Πάθη. Θέλω μ’ αυτό να δείξω πόσο ήδη ενυπήρχε μέσα μου αυτή η μουσική και δεν έμενε παρά το χτύπημα της ρομφαίας πάνω στον βράχο για να αναπηδήσει το ζωντανό νερό των ήχων.
Ως και η μορφή του έργου, με τις πλούσιες εναλλαγές του ποιητικού λόγου, του άλλοτε απέραντου σαν αρχιπέλαγος, του άλλοτε κατανυκτικού σαν ψαλμός ή του πειθαρχημένου σαν λαϊκό τραγούδι, μου προσέφερε εκπληκτικές δυνατότητες, που πολύ φοβούμαι πως δεν κατόρθωσα να τις εξαντλήσω μέσα σ’ αυτό το πρώτο μουσικό γύμνασμα.
Το πρόβλημα ήταν πώς να ισορροπήσω το καθαρά λαϊκό τραγούδι με τις έντεχνες μορφές της λαϊκής μουσικής,, καθώς παρουσιάζονται είτε από την ορχήστρα είτε από τον ψάλτη (βαρύτονο) είτε από την χορωδία.
Εδώ, στην έντεχνη επεξεργασία, προχώρησα με πρόθεση εντελώς αφαιρετική. Με τη συνείδηση θα ’λεγα αγιογράφου, που μισεί τη σάρκα, θέλοντας να ταυτίσει τη μορφή με την ψυχή.
Στο διάβολο, είπα, και τα εγκεφαλικά κοντραπούντα και οι πολύπλοκες αρμονικές, ρυθμικές και ενορχηστρωτικές σχέσεις. Ας βγει η ψυχή της μουσικής μας ακέραιη, ντυμένη με πάχνη και δροσοσταλίδες. Χορεύοντας με το ρωμαίικο νταούλι. Ας αφήσουμε τις επιδείξεις για τους λαούς που έχασαν την ψυχή τους κι ας τραγουδήσουμε απλά τους καημούς και τις ελπίδες της ρωμιοσύνης.
Μίκης Θεοδωράκης
(Σημείωμα στο εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης)

[Πηγή: ένθετο της έκδοσης του δίσκου που διένειμε η εφημερίδα Καθημερινή το 2011]

Μ’ αυτό το εμπνευσμένο του σημείωμα ο Μίκης Θεοδωράκης κάλυψε απόλυτα κάθε σκέψη που έχω κάνει τόσα χρόνια ακούγοντας το συγκεκριμένο έργο. Κάλυψε και τα συναισθήματά μου μετά από κάθε ανάγνωση της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής του Οδυσσέα Ελύτη. Ούτως ή άλλως είμαι βαθιά συγκινημένη που αξιώνομαι να παρουσιάσω αυτό το έργο (φυσικά, θα το ακούσουμε ατόφιο χωρίς να περιοριστούμε στα 5 λαϊκά του σκέλη). Δεν έχω να προσθέσω τίποτ’ άλλο παρά μόνο μια προτροπή:

Ας ακούσουμε με ευλαβική προσοχή για ακόμη μια φορά το Άξιον εστί. Στη μνήμη του Οδυσσέα Ελύτη, του Μάνου Κατράκη, του Γρηγόρη Μπιθικώτση και όλων των άλλων συντελεστών της πρώτης ηχογράφησης που δεν ζουν πια. Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Κώστα Παπαδόπουλο, τον Λάκη Καρνέζη, τον Θεόδωρο Δημήτριεφ που, ευτυχώς για όλους μας, συνεχίζουν να ζουν και να κινούνται ανάμεσά μας. Και ας αγοράσουμε τη μικρή μα θαυματουργή αυτή συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη και τον δίσκο στην πρώτη του εκτέλεση. Το κόστος τους είναι χαμηλό (ίσα με την τιμή 4-5 καφέδων σ’ έναν καφενέ) μα η αξία τους ανεκτίμητη, αφού αποτελούν μνημεία (με όλη τη σημασία της λέξης) του σύγχρονου πολιτισμού μας και ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης για μια πλουσιότερη ψυχική και πνευματική ζωή σε πείσμα των δύσκολων καιρών. Όπως λέει ο Μίκης: Ας βγει η ψυχή της μουσικής μας ακέραιη, ντυμένη με πάχνη και δροσοσταλίδες. Χορεύοντας με το ρωμαίικο νταούλι. Ας αφήσουμε τις επιδείξεις για τους λαούς που έχασαν την ψυχή τους κι ας τραγουδήσουμε απλά τους καημούς και τις ελπίδες της ρωμιοσύνης. Χρόνια μας πολλά και καλή ακρόαση!

Της αγάπης αίματα (Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης)

Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης, Το άξιον εστί

Σύνθεση: 1961-1963, Παρίσι-Αθήνα
Λαϊκό ορατόριο σε τρία μέρη για λαϊκό τραγουδιστή, ψάλτη (βαρύτονο), αναγνώστη (ηθοποιό), λαϊκά όργανα, συμφωνική ορχήστρα και μικτή χορωδία

Μέρος Β’: Τα πάθη
Της αγάπης αίματα (χορικό)

Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Πιάνο: Γιάννης Διδίλης
Σαντούρι: Τάσος Διακογιώργης
Κιθάρα: Δημήτρης Φάμπας
Μπάσο: Βαγγέλης Παπαγγελίδης
Κρουστά: Εύανδρος (Παπαδόπουλος)
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Μικτή Χορωδία της Θάλειας Βυζαντίου
Έργο: Το άξιον εστί (1964)

Της αγάπης αίματα
με πορφύρωσαν
Και χαρές ανείδωτες
με σκιάσανε
Οξειδώθηκα μες στη
νοτιά των ανθρώπων
Μακρινή Μητέρα
Ρόδο μου Αμάραντο

Στ’ ανοιχτά του πέλαγου
με καρτέρεσαν
Με μπομπάρδες τρικάταρτες
και μου ρίξανε
Αμαρτία μου να ’χα
κι εγώ μιαν αγάπη
Μακρινή Μητέρα
Ρόδο μου Αμάραντο

Τον Ιούλιο κάποτε
μισανοίξανε
Τα μεγάλα μάτια της
μες στα σπλάχνα μου
Την παρθένα ζωή μια
στιγμή να φωτίσουν
Μακρινή Μητέρα
Ρόδο μου Αμάραντο […]

Ο Μίκης Θεοδωράκης για «Το άξιον εστί»:

Με την ολοκλήρωση της σύνθεσης και της εκτέλεσης του Άξιον εστί του Οδυσσέα Ελύτη αισθάνομαι ότι έφτασα σ’ ένα τέρμα που συγχρόνως είναι (πρέπει να είναι) και μια αρχή.
Το έργο αυτό παρουσιάζει το πρόσωπό του μπροστά στο κοινό μας ακριβώς πέντε χρόνια ύστερα από την ολοκληρωτική στροφή μου προς την λαϊκή μας μουσική, με τον Επιτάφιο του Γιάννη Ρίτσου, το καλοκαίρι του 1959.
Έλεγα τότε πως μπαίνω μέσα στον στίβο του λαϊκού μας τραγουδιού σαν ένας μαθητής που φιλοδοξεί να γράψει το ίδιο απλά και αυθόρμητα όσο και οι λαϊκοί μας συνθέτες. Δεν ήταν σχήμα λόγου αυτό, αλλά μια αληθινή πράξη ζωής. Όμως για ποιο λόγο; Γιατί είχα πια σιγουρευτεί πως ο δρόμος της Δυτικής Τέχνης που μάθαμε στα ωδεία ήταν κλειστός, χωρίς διέξοδο.
Είχα πάει στην Ευρώπη για να ανακαλύψω καινούριους ορίζοντες και βρέθηκα κλεισμένος σε φανταστικές αποθήκες από μπετόν, γεμάτες μουσική από νάιλον.
Και όμως, εδώ στην πατρίδα μας, η μουσική ήταν ακόμα ζωντανή. Βέβαια το λαϊκό μας τραγούδι δεν είχε το μεγαλείο των ηχητικών αρχιτεκτονημάτων της δυτικής μουσικής. Η ουσία όμως είναι πως τα κλασικά λαϊκά μας τραγούδια είναι ολοκληρωμένα έργα που προσφέρουν ολοκληρωμένη αισθητική απόλαυση και επί πλέον συνδέονται άμεσα, ενεργητικά (και όχι μόνο μουσειακά) με τον λαό και στην εποχή μας, όπως άλλωστε συμβαίνει στις κλασικές περιόδους της Τέχνης.
Η μαθητεία μου αυτή μέσα στο λαϊκό μας τραγούδι είχε φυσικά πολλές πλευρές, πολλές αιχμές, πολλούς στόχους: αισθητικούς, παιδαγωγικούς και Κοινωνικούς. Το ελαφρό τραγούδι -έγραψα κάποτε- μας κάνει να ξεχνάμε. Το λαϊκό μάς κάνει να θυμόμαστε. Αυτή ακριβώς τη μνήμη του λαού μου όπως λέει και ο Ελύτης, ήθελα κυρίως να αφυπνίσω και να οξύνω.
Δεν αρνούμαι ότι βάδισα και πάλεψα οργανωμένα.
Το ευτύχημα για μένα είναι που το έργο μου αγαπήθηκε από εκείνους που θα έπρεπε να αγαπηθεί και μισήθηκε (και χτυπήθηκε) από εκείνους που έπρεπε να μισηθεί. Γεγονός που με βοήθησε αποφασιστικά να ακολουθήσω τον δρόμο που πίστευα και πιστεύω πως είναι ο σωστός. Κι αυτός ο δρόμος, ως προς την κατεύθυνση της αισθητικής, ονομάζεται σήμερα για μένα Άξιον εστί.

Ο Επιτάφιος, το Αρχιπέλαγος, η Πολιτεία και αργότερα Το τραγούδι του νεκρού αδελφού ήταν τέσσερις κύκλοι τραγουδιών, όπου, με ευλαβική θα ’λεγα προσοχή, επεδίωξα να μείνω πιστός στα γνωστά καλούπια, μελωδικά και ρυθμικά, του λαϊκού μας τραγουδιού. Όμως παράλληλα, έχοντας σαν μακροπρόθεσμο στόχο μου την δημιουργία έντεχνου μουσικού έργου, ολότελα νεοελληνικού, γύμναζα τα μουσικά μου όπλα επιχειρώντας εξόδους από τις αυστηρές φόρμες της λαϊκής μας μουσικής. Οι Λιποτάκτες και αργότερα τα Επιφάνια ήσαν γυμνάσματα αυτού του είδους, έως ότου γνώρισα το Άξιον εστί του Οδυσσέα Ελύτη.
Ήταν για μένα μια μεγάλη εύνοια της θεάς τύχης να βρεθώ μπροστά σ’ αυτό ακριβώς το ποιητικό έργο, που όλες θαρρείς οι διανοητικές, αισθητικές, συναισθηματικές και ιδεολογικές μου προσμονές και απαιτήσεις, είχαν στραμμένες τις κεραίες τους προς την κατεύθυνσή του. Αναδιφούσα τα νεοελληνικά ποιητικά έργα, το ένα μετά το άλλο. Προσκαλούσα τους φίλους μου ποιητές να προβληματισθούν, δίχως δυστυχώς να μπορώ να τους εξηγήσω «λογικά» τι ακριβώς ζητούσα. Βρισκόμουν τυλιγμένος μέσα σε ένα γόνιμο χάος.
Ο ταχυδρόμος της Fontaine au Roi στο Παρίσι περνούσε καθημερινά στις 3 μ.μ. Ήταν νομίζω Άνοιξη του ’61 που έλαβα το Άξιον εστί, δώρο ευγενικό του ποιητή και το ίδιο βράδυ είχα σχεδιασμένα τα δύο πρώτα μέρη. Την Γένεση και Τα Πάθη. Θέλω μ’ αυτό να δείξω πόσο ήδη ενυπήρχε μέσα μου αυτή η μουσική και δεν έμενε παρά το χτύπημα της ρομφαίας πάνω στον βράχο για να αναπηδήσει το ζωντανό νερό των ήχων.
Ως και η μορφή του έργου, με τις πλούσιες εναλλαγές του ποιητικού λόγου, του άλλοτε απέραντου σαν αρχιπέλαγος, του άλλοτε κατανυκτικού σαν ψαλμός ή του πειθαρχημένου σαν λαϊκό τραγούδι, μου προσέφερε εκπληκτικές δυνατότητες, που πολύ φοβούμαι πως δεν κατόρθωσα να τις εξαντλήσω μέσα σ’ αυτό το πρώτο μουσικό γύμνασμα.
Το πρόβλημα ήταν πώς να ισορροπήσω το καθαρά λαϊκό τραγούδι με τις έντεχνες μορφές της λαϊκής μουσικής,, καθώς παρουσιάζονται είτε από την ορχήστρα είτε από τον ψάλτη (βαρύτονο) είτε από την χορωδία.
Εδώ, στην έντεχνη επεξεργασία, προχώρησα με πρόθεση εντελώς αφαιρετική. Με τη συνείδηση θα ’λεγα αγιογράφου, που μισεί τη σάρκα, θέλοντας να ταυτίσει τη μορφή με την ψυχή.
Στο διάβολο, είπα, και τα εγκεφαλικά κοντραπούντα και οι πολύπλοκες αρμονικές, ρυθμικές και ενορχηστρωτικές σχέσεις. Ας βγει η ψυχή της μουσικής μας ακέραιη, ντυμένη με πάχνη και δροσοσταλίδες. Χορεύοντας με το ρωμαίικο νταούλι. Ας αφήσουμε τις επιδείξεις για τους λαούς που έχασαν την ψυχή τους κι ας τραγουδήσουμε απλά τους καημούς και τις ελπίδες της ρωμιοσύνης.
Μίκης Θεοδωράκης
(Σημείωμα στο εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης)

[Πηγή: ένθετο της έκδοσης του δίσκου που διένειμε η εφημερίδα Καθημερινή το 2011]

Μ’ αυτό το εμπνευσμένο του σημείωμα ο Μίκης Θεοδωράκης κάλυψε απόλυτα κάθε σκέψη που έχω κάνει τόσα χρόνια ακούγοντας το συγκεκριμένο έργο. Κάλυψε και τα συναισθήματά μου μετά από κάθε ανάγνωση της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής του Οδυσσέα Ελύτη. Ούτως ή άλλως είμαι βαθιά συγκινημένη που αξιώνομαι να παρουσιάσω αυτό το έργο (φυσικά, θα το ακούσουμε ατόφιο χωρίς να περιοριστούμε στα 5 λαϊκά του σκέλη). Δεν έχω να προσθέσω τίποτ’ άλλο παρά μόνο μια προτροπή:

Ας ακούσουμε με ευλαβική προσοχή για ακόμη μια φορά το Άξιον εστί. Στη μνήμη του Οδυσσέα Ελύτη, του Μάνου Κατράκη, του Γρηγόρη Μπιθικώτση και όλων των άλλων συντελεστών της πρώτης ηχογράφησης που δεν ζουν πια. Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Κώστα Παπαδόπουλο, τον Λάκη Καρνέζη, τον Θεόδωρο Δημήτριεφ που, ευτυχώς για όλους μας, συνεχίζουν να ζουν και να κινούνται ανάμεσά μας. Και ας αγοράσουμε τη μικρή μα θαυματουργή αυτή συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη και τον δίσκο στην πρώτη του εκτέλεση. Το κόστος τους είναι χαμηλό (ίσα με την τιμή 4-5 καφέδων σ’ έναν καφενέ) μα η αξία τους ανεκτίμητη, αφού αποτελούν μνημεία (με όλη τη σημασία της λέξης) του σύγχρονου πολιτισμού μας και ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης για μια πλουσιότερη ψυχική και πνευματική ζωή σε πείσμα των δύσκολων καιρών. Όπως λέει ο Μίκης: Ας βγει η ψυχή της μουσικής μας ακέραιη, ντυμένη με πάχνη και δροσοσταλίδες. Χορεύοντας με το ρωμαίικο νταούλι. Ας αφήσουμε τις επιδείξεις για τους λαούς που έχασαν την ψυχή τους κι ας τραγουδήσουμε απλά τους καημούς και τις ελπίδες της ρωμιοσύνης. Χρόνια μας πολλά και καλή ακρόαση!

Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ (Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης)

Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης, Το άξιον εστί

Σύνθεση: 1961-1963, Παρίσι-Αθήνα
Λαϊκό ορατόριο σε τρία μέρη για λαϊκό τραγουδιστή, ψάλτη (βαρύτονο), αναγνώστη (ηθοποιό), λαϊκά όργανα, συμφωνική ορχήστρα και μικτή χορωδία

Μέρος Β’: Τα πάθη
Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ (χορικό)

Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Πιάνο: Γιάννης Διδίλης
Σαντούρι: Τάσος Διακογιώργης
Κιθάρα: Δημήτρης Φάμπας
Μπάσο: Βαγγέλης Παπαγγελίδης
Κρουστά: Εύανδρος (Παπαδόπουλος)
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Μικτή Χορωδία της Θάλειας Βυζαντίου
Έργο: Το άξιον εστί (1964)

Της Δικαιοσύνης ήλιε νοητέ
και μυρσίνη εσύ δοξαστική
μη παρακαλώ σας μη
λησμονάτε τη χώρα μου!

Αετόμορφα έχει τα ψηλά βουνά
στα ηφαίστεια κλήματα σειρά
και τα σπίτια πιο λευκά
στου γλαυκού το γειτόνεμα!

[…] Τα πικρά μου χέρια με τον Κεραυνό
τα γυρίζω πίσω απ’ τον Καιρό
τους παλιούς (μου) φίλους καλώ
με φοβέρες και μ’ αίματα!

[…] Της Δικαιοσύνης ήλιε νοητέ
και μυρσίνη εσύ δοξαστική
μη παρακαλώ σας μη
λησμονάτε τη χώρα μου!

Ο Μίκης Θεοδωράκης για «Το άξιον εστί»:

Με την ολοκλήρωση της σύνθεσης και της εκτέλεσης του Άξιον εστί του Οδυσσέα Ελύτη αισθάνομαι ότι έφτασα σ’ ένα τέρμα που συγχρόνως είναι (πρέπει να είναι) και μια αρχή.
Το έργο αυτό παρουσιάζει το πρόσωπό του μπροστά στο κοινό μας ακριβώς πέντε χρόνια ύστερα από την ολοκληρωτική στροφή μου προς την λαϊκή μας μουσική, με τον Επιτάφιο του Γιάννη Ρίτσου, το καλοκαίρι του 1959.
Έλεγα τότε πως μπαίνω μέσα στον στίβο του λαϊκού μας τραγουδιού σαν ένας μαθητής που φιλοδοξεί να γράψει το ίδιο απλά και αυθόρμητα όσο και οι λαϊκοί μας συνθέτες. Δεν ήταν σχήμα λόγου αυτό, αλλά μια αληθινή πράξη ζωής. Όμως για ποιο λόγο; Γιατί είχα πια σιγουρευτεί πως ο δρόμος της Δυτικής Τέχνης που μάθαμε στα ωδεία ήταν κλειστός, χωρίς διέξοδο.
Είχα πάει στην Ευρώπη για να ανακαλύψω καινούριους ορίζοντες και βρέθηκα κλεισμένος σε φανταστικές αποθήκες από μπετόν, γεμάτες μουσική από νάιλον.
Και όμως, εδώ στην πατρίδα μας, η μουσική ήταν ακόμα ζωντανή. Βέβαια το λαϊκό μας τραγούδι δεν είχε το μεγαλείο των ηχητικών αρχιτεκτονημάτων της δυτικής μουσικής. Η ουσία όμως είναι πως τα κλασικά λαϊκά μας τραγούδια είναι ολοκληρωμένα έργα που προσφέρουν ολοκληρωμένη αισθητική απόλαυση και επί πλέον συνδέονται άμεσα, ενεργητικά (και όχι μόνο μουσειακά) με τον λαό και στην εποχή μας, όπως άλλωστε συμβαίνει στις κλασικές περιόδους της Τέχνης.
Η μαθητεία μου αυτή μέσα στο λαϊκό μας τραγούδι είχε φυσικά πολλές πλευρές, πολλές αιχμές, πολλούς στόχους: αισθητικούς, παιδαγωγικούς και Κοινωνικούς. Το ελαφρό τραγούδι -έγραψα κάποτε- μας κάνει να ξεχνάμε. Το λαϊκό μάς κάνει να θυμόμαστε. Αυτή ακριβώς τη μνήμη του λαού μου όπως λέει και ο Ελύτης, ήθελα κυρίως να αφυπνίσω και να οξύνω.
Δεν αρνούμαι ότι βάδισα και πάλεψα οργανωμένα.
Το ευτύχημα για μένα είναι που το έργο μου αγαπήθηκε από εκείνους που θα έπρεπε να αγαπηθεί και μισήθηκε (και χτυπήθηκε) από εκείνους που έπρεπε να μισηθεί. Γεγονός που με βοήθησε αποφασιστικά να ακολουθήσω τον δρόμο που πίστευα και πιστεύω πως είναι ο σωστός. Κι αυτός ο δρόμος, ως προς την κατεύθυνση της αισθητικής, ονομάζεται σήμερα για μένα Άξιον εστί.

Ο Επιτάφιος, το Αρχιπέλαγος, η Πολιτεία και αργότερα Το τραγούδι του νεκρού αδελφού ήταν τέσσερις κύκλοι τραγουδιών, όπου, με ευλαβική θα ’λεγα προσοχή, επεδίωξα να μείνω πιστός στα γνωστά καλούπια, μελωδικά και ρυθμικά, του λαϊκού μας τραγουδιού. Όμως παράλληλα, έχοντας σαν μακροπρόθεσμο στόχο μου την δημιουργία έντεχνου μουσικού έργου, ολότελα νεοελληνικού, γύμναζα τα μουσικά μου όπλα επιχειρώντας εξόδους από τις αυστηρές φόρμες της λαϊκής μας μουσικής. Οι Λιποτάκτες και αργότερα τα Επιφάνια ήσαν γυμνάσματα αυτού του είδους, έως ότου γνώρισα το Άξιον εστί του Οδυσσέα Ελύτη.
Ήταν για μένα μια μεγάλη εύνοια της θεάς τύχης να βρεθώ μπροστά σ’ αυτό ακριβώς το ποιητικό έργο, που όλες θαρρείς οι διανοητικές, αισθητικές, συναισθηματικές και ιδεολογικές μου προσμονές και απαιτήσεις, είχαν στραμμένες τις κεραίες τους προς την κατεύθυνσή του. Αναδιφούσα τα νεοελληνικά ποιητικά έργα, το ένα μετά το άλλο. Προσκαλούσα τους φίλους μου ποιητές να προβληματισθούν, δίχως δυστυχώς να μπορώ να τους εξηγήσω «λογικά» τι ακριβώς ζητούσα. Βρισκόμουν τυλιγμένος μέσα σε ένα γόνιμο χάος.
Ο ταχυδρόμος της Fontaine au Roi στο Παρίσι περνούσε καθημερινά στις 3 μ.μ. Ήταν νομίζω Άνοιξη του ’61 που έλαβα το Άξιον εστί, δώρο ευγενικό του ποιητή και το ίδιο βράδυ είχα σχεδιασμένα τα δύο πρώτα μέρη. Την Γένεση και Τα Πάθη. Θέλω μ’ αυτό να δείξω πόσο ήδη ενυπήρχε μέσα μου αυτή η μουσική και δεν έμενε παρά το χτύπημα της ρομφαίας πάνω στον βράχο για να αναπηδήσει το ζωντανό νερό των ήχων.
Ως και η μορφή του έργου, με τις πλούσιες εναλλαγές του ποιητικού λόγου, του άλλοτε απέραντου σαν αρχιπέλαγος, του άλλοτε κατανυκτικού σαν ψαλμός ή του πειθαρχημένου σαν λαϊκό τραγούδι, μου προσέφερε εκπληκτικές δυνατότητες, που πολύ φοβούμαι πως δεν κατόρθωσα να τις εξαντλήσω μέσα σ’ αυτό το πρώτο μουσικό γύμνασμα.
Το πρόβλημα ήταν πώς να ισορροπήσω το καθαρά λαϊκό τραγούδι με τις έντεχνες μορφές της λαϊκής μουσικής,, καθώς παρουσιάζονται είτε από την ορχήστρα είτε από τον ψάλτη (βαρύτονο) είτε από την χορωδία.
Εδώ, στην έντεχνη επεξεργασία, προχώρησα με πρόθεση εντελώς αφαιρετική. Με τη συνείδηση θα ’λεγα αγιογράφου, που μισεί τη σάρκα, θέλοντας να ταυτίσει τη μορφή με την ψυχή.
Στο διάβολο, είπα, και τα εγκεφαλικά κοντραπούντα και οι πολύπλοκες αρμονικές, ρυθμικές και ενορχηστρωτικές σχέσεις. Ας βγει η ψυχή της μουσικής μας ακέραιη, ντυμένη με πάχνη και δροσοσταλίδες. Χορεύοντας με το ρωμαίικο νταούλι. Ας αφήσουμε τις επιδείξεις για τους λαούς που έχασαν την ψυχή τους κι ας τραγουδήσουμε απλά τους καημούς και τις ελπίδες της ρωμιοσύνης.
Μίκης Θεοδωράκης
(Σημείωμα στο εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης)

[Πηγή: ένθετο της έκδοσης του δίσκου που διένειμε η εφημερίδα Καθημερινή το 2011]

Μ’ αυτό το εμπνευσμένο του σημείωμα ο Μίκης Θεοδωράκης κάλυψε απόλυτα κάθε σκέψη που έχω κάνει τόσα χρόνια ακούγοντας το συγκεκριμένο έργο. Κάλυψε και τα συναισθήματά μου μετά από κάθε ανάγνωση της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής του Οδυσσέα Ελύτη. Ούτως ή άλλως είμαι βαθιά συγκινημένη που αξιώνομαι να παρουσιάσω αυτό το έργο (φυσικά, θα το ακούσουμε ατόφιο χωρίς να περιοριστούμε στα 5 λαϊκά του σκέλη). Δεν έχω να προσθέσω τίποτ’ άλλο παρά μόνο μια προτροπή:

Ας ακούσουμε με ευλαβική προσοχή για ακόμη μια φορά το Άξιον εστί. Στη μνήμη του Οδυσσέα Ελύτη, του Μάνου Κατράκη, του Γρηγόρη Μπιθικώτση και όλων των άλλων συντελεστών της πρώτης ηχογράφησης που δεν ζουν πια. Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Κώστα Παπαδόπουλο, τον Λάκη Καρνέζη, τον Θεόδωρο Δημήτριεφ που, ευτυχώς για όλους μας, συνεχίζουν να ζουν και να κινούνται ανάμεσά μας. Και ας αγοράσουμε τη μικρή μα θαυματουργή αυτή συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη και τον δίσκο στην πρώτη του εκτέλεση. Το κόστος τους είναι χαμηλό (ίσα με την τιμή 4-5 καφέδων σ’ έναν καφενέ) μα η αξία τους ανεκτίμητη, αφού αποτελούν μνημεία (με όλη τη σημασία της λέξης) του σύγχρονου πολιτισμού μας και ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης για μια πλουσιότερη ψυχική και πνευματική ζωή σε πείσμα των δύσκολων καιρών. Όπως λέει ο Μίκης: Ας βγει η ψυχή της μουσικής μας ακέραιη, ντυμένη με πάχνη και δροσοσταλίδες. Χορεύοντας με το ρωμαίικο νταούλι. Ας αφήσουμε τις επιδείξεις για τους λαούς που έχασαν την ψυχή τους κι ας τραγουδήσουμε απλά τους καημούς και τις ελπίδες της ρωμιοσύνης. Χρόνια μας πολλά και καλή ακρόαση!

Η μεγάλη έξοδος (Οδυσσέας Ελύτης)

Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης, Το άξιον εστί

Σύνθεση: 1961-1963, Παρίσι-Αθήνα
Λαϊκό ορατόριο σε τρία μέρη για λαϊκό τραγουδιστή, ψάλτη (βαρύτονο), αναγνώστη (ηθοποιό), λαϊκά όργανα, συμφωνική ορχήστρα και μικτή χορωδία

Μέρος Β’: Τα πάθη
Η μεγάλη έξοδος (ανάγνωσμα)

Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης
Αφήγηση: Μάνος Κατράκης
Έργο: Το άξιον εστί (1964)

Τις ημέρες εκείνες έκαναν σύναξη μυστική τα παιδιά και λάβανε την απόφαση, επειδή τα κακά μαντάτα πλήθαιναν στην πρωτεύουσα, να βγουν έξω σε δρόμους και πλατείες με το μόνο πράγμα που τους είχε απομείνει: μια παλάμη τόπο κάτω από τ’ ανοιχτό πουκάμισο, με τις μαύρες τρίχες και το σταυρουδάκι του ήλιου. Όπου είχε κράτος κι εξουσία η Άνοιξη.

Και επειδή σίμωνε η μέρα που το Γένος είχε συνήθειο να γιορτάζει τον άλλο Σηκωμό, τη μέρα πάλι εκείνη ορίσανε για την Έξοδο. Και νωρίς εβγήκανε καταμπροστά στον ήλιο, με πάνου ως κάτου απλωμένη την αφοβιά σα σημαία, οι νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες. Και ακολουθούσανε άντρες πολλοί, και γυναίκες, και λαβωμένοι με τον επίδεσμο και τα δεκανίκια. Όπου έβλεπες άξαφνα στην όψη τους τόσες χαρακιές, που ’λεγες είχανε περάσει μέρες πολλές μέσα σε λίγην ώρα.

Τέτοιας λογής αποκοτιές, ωστόσο, μαθαίνοντες οι Άλλοι, σφόδρα ταράχθηκαν. Και φορές τρεις με το μάτι αναμετρώντας το έχει τους, λάβανε την απόφαση να βγουν έξω σε δρόμους και σε πλατείες, με το μόνο πράγμα που τους είχε απομείνει: μια πήχη φωτιά κάτω απ’ τα σίδερα, με τις μαύρες κάννες και τα δόντια του ήλιου. Όπου μήτε κλώνος μήτε ανθός, δάκρυο ποτέ δεν έβγαλαν. Και χτυπούσανε όπου να ’ναι, σφαλώντας τα βλέφαρα με απόγνωση. Και η Άνοιξη ολοένα τους κυρίευε. Σα να μην ήτανε άλλος δρόμος πάνω σ’ ολάκερη τη γη, για να περάσει η Άνοιξη παρά μονάχα αυτός, και να τον είχαν πάρει αμίλητοι, κοιτάζοντας πολύ μακριά, πέρ’ απ’ την άκρη της απελπισιάς, τη Γαλήνη που έμελλαν να γίνουν, οι νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες, και οι άντρες, και οι γυναίκες, και οι λαβωμένοι με τον επίδεσμο και τα δεκανίκια.

Και περάσανε μέρες πολλές μέσα σε λίγην ώρα. Και θερίσανε πλήθος τα θηρία, και άλλους εμάζωξαν. Και την άλλη μέρα εστήσανε στον τοίχο τριάντα.

Ο Μίκης Θεοδωράκης για «Το άξιον εστί»:

Με την ολοκλήρωση της σύνθεσης και της εκτέλεσης του Άξιον εστί του Οδυσσέα Ελύτη αισθάνομαι ότι έφτασα σ’ ένα τέρμα που συγχρόνως είναι (πρέπει να είναι) και μια αρχή.
Το έργο αυτό παρουσιάζει το πρόσωπό του μπροστά στο κοινό μας ακριβώς πέντε χρόνια ύστερα από την ολοκληρωτική στροφή μου προς την λαϊκή μας μουσική, με τον Επιτάφιο του Γιάννη Ρίτσου, το καλοκαίρι του 1959.
Έλεγα τότε πως μπαίνω μέσα στον στίβο του λαϊκού μας τραγουδιού σαν ένας μαθητής που φιλοδοξεί να γράψει το ίδιο απλά και αυθόρμητα όσο και οι λαϊκοί μας συνθέτες. Δεν ήταν σχήμα λόγου αυτό, αλλά μια αληθινή πράξη ζωής. Όμως για ποιο λόγο; Γιατί είχα πια σιγουρευτεί πως ο δρόμος της Δυτικής Τέχνης που μάθαμε στα ωδεία ήταν κλειστός, χωρίς διέξοδο.
Είχα πάει στην Ευρώπη για να ανακαλύψω καινούριους ορίζοντες και βρέθηκα κλεισμένος σε φανταστικές αποθήκες από μπετόν, γεμάτες μουσική από νάιλον.
Και όμως, εδώ στην πατρίδα μας, η μουσική ήταν ακόμα ζωντανή. Βέβαια το λαϊκό μας τραγούδι δεν είχε το μεγαλείο των ηχητικών αρχιτεκτονημάτων της δυτικής μουσικής. Η ουσία όμως είναι πως τα κλασικά λαϊκά μας τραγούδια είναι ολοκληρωμένα έργα που προσφέρουν ολοκληρωμένη αισθητική απόλαυση και επί πλέον συνδέονται άμεσα, ενεργητικά (και όχι μόνο μουσειακά) με τον λαό και στην εποχή μας, όπως άλλωστε συμβαίνει στις κλασικές περιόδους της Τέχνης.
Η μαθητεία μου αυτή μέσα στο λαϊκό μας τραγούδι είχε φυσικά πολλές πλευρές, πολλές αιχμές, πολλούς στόχους: αισθητικούς, παιδαγωγικούς και Κοινωνικούς. Το ελαφρό τραγούδι -έγραψα κάποτε- μας κάνει να ξεχνάμε. Το λαϊκό μάς κάνει να θυμόμαστε. Αυτή ακριβώς τη μνήμη του λαού μου όπως λέει και ο Ελύτης, ήθελα κυρίως να αφυπνίσω και να οξύνω.
Δεν αρνούμαι ότι βάδισα και πάλεψα οργανωμένα.
Το ευτύχημα για μένα είναι που το έργο μου αγαπήθηκε από εκείνους που θα έπρεπε να αγαπηθεί και μισήθηκε (και χτυπήθηκε) από εκείνους που έπρεπε να μισηθεί. Γεγονός που με βοήθησε αποφασιστικά να ακολουθήσω τον δρόμο που πίστευα και πιστεύω πως είναι ο σωστός. Κι αυτός ο δρόμος, ως προς την κατεύθυνση της αισθητικής, ονομάζεται σήμερα για μένα Άξιον εστί.

Ο Επιτάφιος, το Αρχιπέλαγος, η Πολιτεία και αργότερα Το τραγούδι του νεκρού αδελφού ήταν τέσσερις κύκλοι τραγουδιών, όπου, με ευλαβική θα ’λεγα προσοχή, επεδίωξα να μείνω πιστός στα γνωστά καλούπια, μελωδικά και ρυθμικά, του λαϊκού μας τραγουδιού. Όμως παράλληλα, έχοντας σαν μακροπρόθεσμο στόχο μου την δημιουργία έντεχνου μουσικού έργου, ολότελα νεοελληνικού, γύμναζα τα μουσικά μου όπλα επιχειρώντας εξόδους από τις αυστηρές φόρμες της λαϊκής μας μουσικής. Οι Λιποτάκτες και αργότερα τα Επιφάνια ήσαν γυμνάσματα αυτού του είδους, έως ότου γνώρισα το Άξιον εστί του Οδυσσέα Ελύτη.
Ήταν για μένα μια μεγάλη εύνοια της θεάς τύχης να βρεθώ μπροστά σ’ αυτό ακριβώς το ποιητικό έργο, που όλες θαρρείς οι διανοητικές, αισθητικές, συναισθηματικές και ιδεολογικές μου προσμονές και απαιτήσεις, είχαν στραμμένες τις κεραίες τους προς την κατεύθυνσή του. Αναδιφούσα τα νεοελληνικά ποιητικά έργα, το ένα μετά το άλλο. Προσκαλούσα τους φίλους μου ποιητές να προβληματισθούν, δίχως δυστυχώς να μπορώ να τους εξηγήσω «λογικά» τι ακριβώς ζητούσα. Βρισκόμουν τυλιγμένος μέσα σε ένα γόνιμο χάος.
Ο ταχυδρόμος της Fontaine au Roi στο Παρίσι περνούσε καθημερινά στις 3 μ.μ. Ήταν νομίζω Άνοιξη του ’61 που έλαβα το Άξιον εστί, δώρο ευγενικό του ποιητή και το ίδιο βράδυ είχα σχεδιασμένα τα δύο πρώτα μέρη. Την Γένεση και Τα Πάθη. Θέλω μ’ αυτό να δείξω πόσο ήδη ενυπήρχε μέσα μου αυτή η μουσική και δεν έμενε παρά το χτύπημα της ρομφαίας πάνω στον βράχο για να αναπηδήσει το ζωντανό νερό των ήχων.
Ως και η μορφή του έργου, με τις πλούσιες εναλλαγές του ποιητικού λόγου, του άλλοτε απέραντου σαν αρχιπέλαγος, του άλλοτε κατανυκτικού σαν ψαλμός ή του πειθαρχημένου σαν λαϊκό τραγούδι, μου προσέφερε εκπληκτικές δυνατότητες, που πολύ φοβούμαι πως δεν κατόρθωσα να τις εξαντλήσω μέσα σ’ αυτό το πρώτο μουσικό γύμνασμα.
Το πρόβλημα ήταν πώς να ισορροπήσω το καθαρά λαϊκό τραγούδι με τις έντεχνες μορφές της λαϊκής μουσικής,, καθώς παρουσιάζονται είτε από την ορχήστρα είτε από τον ψάλτη (βαρύτονο) είτε από την χορωδία.
Εδώ, στην έντεχνη επεξεργασία, προχώρησα με πρόθεση εντελώς αφαιρετική. Με τη συνείδηση θα ’λεγα αγιογράφου, που μισεί τη σάρκα, θέλοντας να ταυτίσει τη μορφή με την ψυχή.
Στο διάβολο, είπα, και τα εγκεφαλικά κοντραπούντα και οι πολύπλοκες αρμονικές, ρυθμικές και ενορχηστρωτικές σχέσεις. Ας βγει η ψυχή της μουσικής μας ακέραιη, ντυμένη με πάχνη και δροσοσταλίδες. Χορεύοντας με το ρωμαίικο νταούλι. Ας αφήσουμε τις επιδείξεις για τους λαούς που έχασαν την ψυχή τους κι ας τραγουδήσουμε απλά τους καημούς και τις ελπίδες της ρωμιοσύνης.
Μίκης Θεοδωράκης
(Σημείωμα στο εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης)

[Πηγή: ένθετο της έκδοσης του δίσκου που διένειμε η εφημερίδα Καθημερινή το 2011]

Μ’ αυτό το εμπνευσμένο του σημείωμα ο Μίκης Θεοδωράκης κάλυψε απόλυτα κάθε σκέψη που έχω κάνει τόσα χρόνια ακούγοντας το συγκεκριμένο έργο. Κάλυψε και τα συναισθήματά μου μετά από κάθε ανάγνωση της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής του Οδυσσέα Ελύτη. Ούτως ή άλλως είμαι βαθιά συγκινημένη που αξιώνομαι να παρουσιάσω αυτό το έργο (φυσικά, θα το ακούσουμε ατόφιο χωρίς να περιοριστούμε στα 5 λαϊκά του σκέλη). Δεν έχω να προσθέσω τίποτ’ άλλο παρά μόνο μια προτροπή:

Ας ακούσουμε με ευλαβική προσοχή για ακόμη μια φορά το Άξιον εστί. Στη μνήμη του Οδυσσέα Ελύτη, του Μάνου Κατράκη, του Γρηγόρη Μπιθικώτση και όλων των άλλων συντελεστών της πρώτης ηχογράφησης που δεν ζουν πια. Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Κώστα Παπαδόπουλο, τον Λάκη Καρνέζη, τον Θεόδωρο Δημήτριεφ που, ευτυχώς για όλους μας, συνεχίζουν να ζουν και να κινούνται ανάμεσά μας. Και ας αγοράσουμε τη μικρή μα θαυματουργή αυτή συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη και τον δίσκο στην πρώτη του εκτέλεση. Το κόστος τους είναι χαμηλό (ίσα με την τιμή 4-5 καφέδων σ’ έναν καφενέ) μα η αξία τους ανεκτίμητη, αφού αποτελούν μνημεία (με όλη τη σημασία της λέξης) του σύγχρονου πολιτισμού μας και ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης για μια πλουσιότερη ψυχική και πνευματική ζωή σε πείσμα των δύσκολων καιρών. Όπως λέει ο Μίκης: Ας βγει η ψυχή της μουσικής μας ακέραιη, ντυμένη με πάχνη και δροσοσταλίδες. Χορεύοντας με το ρωμαίικο νταούλι. Ας αφήσουμε τις επιδείξεις για τους λαούς που έχασαν την ψυχή τους κι ας τραγουδήσουμε απλά τους καημούς και τις ελπίδες της ρωμιοσύνης. Χρόνια μας πολλά και καλή ακρόαση!

Με το λύχνο του άστρου (Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης)

Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης, Το άξιον εστί

Σύνθεση: 1961-1963, Παρίσι-Αθήνα
Λαϊκό ορατόριο σε τρία μέρη για λαϊκό τραγουδιστή, ψάλτη (βαρύτονο), αναγνώστη (ηθοποιό), λαϊκά όργανα, συμφωνική ορχήστρα και μικτή χορωδία

Μέρος Β’: Τα πάθη
Με το λύχνο του άστρου (χορικό)

Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Πιάνο: Γιάννης Διδίλης
Σαντούρι: Τάσος Διακογιώργης
Κιθάρα: Δημήτρης Φάμπας
Μπάσο: Βαγγέλης Παπαγγελίδης
Κρουστά: Εύανδρος (Παπαδόπουλος)
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Μικτή Χορωδία της Θάλειας Βυζαντίου
Έργο: Το άξιον εστί (1964)

Με το λύχνο του άστρου
στους ουρανούς εβγήκα
Στο αγιάζι των λειμώνων
στη μόνη ακτή του κόσμου
Πού να βρω την ψυχή μου
το τετράφυλλο δάκρυ!

[…] Τα κορίτσια μου πένθος
για τους αιώνες έχουν
Τ’ αγόρια μου τουφέκια
κρατούν και δεν κατέχουν
Πού να βρω την ψυχή μου
το τετράφυλλο δάκρυ! […]

Ο Μίκης Θεοδωράκης για «Το άξιον εστί»:

Με την ολοκλήρωση της σύνθεσης και της εκτέλεσης του Άξιον εστί του Οδυσσέα Ελύτη αισθάνομαι ότι έφτασα σ’ ένα τέρμα που συγχρόνως είναι (πρέπει να είναι) και μια αρχή.
Το έργο αυτό παρουσιάζει το πρόσωπό του μπροστά στο κοινό μας ακριβώς πέντε χρόνια ύστερα από την ολοκληρωτική στροφή μου προς την λαϊκή μας μουσική, με τον Επιτάφιο του Γιάννη Ρίτσου, το καλοκαίρι του 1959.
Έλεγα τότε πως μπαίνω μέσα στον στίβο του λαϊκού μας τραγουδιού σαν ένας μαθητής που φιλοδοξεί να γράψει το ίδιο απλά και αυθόρμητα όσο και οι λαϊκοί μας συνθέτες. Δεν ήταν σχήμα λόγου αυτό, αλλά μια αληθινή πράξη ζωής. Όμως για ποιο λόγο; Γιατί είχα πια σιγουρευτεί πως ο δρόμος της Δυτικής Τέχνης που μάθαμε στα ωδεία ήταν κλειστός, χωρίς διέξοδο.
Είχα πάει στην Ευρώπη για να ανακαλύψω καινούριους ορίζοντες και βρέθηκα κλεισμένος σε φανταστικές αποθήκες από μπετόν, γεμάτες μουσική από νάιλον.
Και όμως, εδώ στην πατρίδα μας, η μουσική ήταν ακόμα ζωντανή. Βέβαια το λαϊκό μας τραγούδι δεν είχε το μεγαλείο των ηχητικών αρχιτεκτονημάτων της δυτικής μουσικής. Η ουσία όμως είναι πως τα κλασικά λαϊκά μας τραγούδια είναι ολοκληρωμένα έργα που προσφέρουν ολοκληρωμένη αισθητική απόλαυση και επί πλέον συνδέονται άμεσα, ενεργητικά (και όχι μόνο μουσειακά) με τον λαό και στην εποχή μας, όπως άλλωστε συμβαίνει στις κλασικές περιόδους της Τέχνης.
Η μαθητεία μου αυτή μέσα στο λαϊκό μας τραγούδι είχε φυσικά πολλές πλευρές, πολλές αιχμές, πολλούς στόχους: αισθητικούς, παιδαγωγικούς και Κοινωνικούς. Το ελαφρό τραγούδι -έγραψα κάποτε- μας κάνει να ξεχνάμε. Το λαϊκό μάς κάνει να θυμόμαστε. Αυτή ακριβώς τη μνήμη του λαού μου όπως λέει και ο Ελύτης, ήθελα κυρίως να αφυπνίσω και να οξύνω.
Δεν αρνούμαι ότι βάδισα και πάλεψα οργανωμένα.
Το ευτύχημα για μένα είναι που το έργο μου αγαπήθηκε από εκείνους που θα έπρεπε να αγαπηθεί και μισήθηκε (και χτυπήθηκε) από εκείνους που έπρεπε να μισηθεί. Γεγονός που με βοήθησε αποφασιστικά να ακολουθήσω τον δρόμο που πίστευα και πιστεύω πως είναι ο σωστός. Κι αυτός ο δρόμος, ως προς την κατεύθυνση της αισθητικής, ονομάζεται σήμερα για μένα Άξιον εστί.

Ο Επιτάφιος, το Αρχιπέλαγος, η Πολιτεία και αργότερα Το τραγούδι του νεκρού αδελφού ήταν τέσσερις κύκλοι τραγουδιών, όπου, με ευλαβική θα ’λεγα προσοχή, επεδίωξα να μείνω πιστός στα γνωστά καλούπια, μελωδικά και ρυθμικά, του λαϊκού μας τραγουδιού. Όμως παράλληλα, έχοντας σαν μακροπρόθεσμο στόχο μου την δημιουργία έντεχνου μουσικού έργου, ολότελα νεοελληνικού, γύμναζα τα μουσικά μου όπλα επιχειρώντας εξόδους από τις αυστηρές φόρμες της λαϊκής μας μουσικής. Οι Λιποτάκτες και αργότερα τα Επιφάνια ήσαν γυμνάσματα αυτού του είδους, έως ότου γνώρισα το Άξιον εστί του Οδυσσέα Ελύτη.
Ήταν για μένα μια μεγάλη εύνοια της θεάς τύχης να βρεθώ μπροστά σ’ αυτό ακριβώς το ποιητικό έργο, που όλες θαρρείς οι διανοητικές, αισθητικές, συναισθηματικές και ιδεολογικές μου προσμονές και απαιτήσεις, είχαν στραμμένες τις κεραίες τους προς την κατεύθυνσή του. Αναδιφούσα τα νεοελληνικά ποιητικά έργα, το ένα μετά το άλλο. Προσκαλούσα τους φίλους μου ποιητές να προβληματισθούν, δίχως δυστυχώς να μπορώ να τους εξηγήσω «λογικά» τι ακριβώς ζητούσα. Βρισκόμουν τυλιγμένος μέσα σε ένα γόνιμο χάος.
Ο ταχυδρόμος της Fontaine au Roi στο Παρίσι περνούσε καθημερινά στις 3 μ.μ. Ήταν νομίζω Άνοιξη του ’61 που έλαβα το Άξιον εστί, δώρο ευγενικό του ποιητή και το ίδιο βράδυ είχα σχεδιασμένα τα δύο πρώτα μέρη. Την Γένεση και Τα Πάθη. Θέλω μ’ αυτό να δείξω πόσο ήδη ενυπήρχε μέσα μου αυτή η μουσική και δεν έμενε παρά το χτύπημα της ρομφαίας πάνω στον βράχο για να αναπηδήσει το ζωντανό νερό των ήχων.
Ως και η μορφή του έργου, με τις πλούσιες εναλλαγές του ποιητικού λόγου, του άλλοτε απέραντου σαν αρχιπέλαγος, του άλλοτε κατανυκτικού σαν ψαλμός ή του πειθαρχημένου σαν λαϊκό τραγούδι, μου προσέφερε εκπληκτικές δυνατότητες, που πολύ φοβούμαι πως δεν κατόρθωσα να τις εξαντλήσω μέσα σ’ αυτό το πρώτο μουσικό γύμνασμα.
Το πρόβλημα ήταν πώς να ισορροπήσω το καθαρά λαϊκό τραγούδι με τις έντεχνες μορφές της λαϊκής μουσικής,, καθώς παρουσιάζονται είτε από την ορχήστρα είτε από τον ψάλτη (βαρύτονο) είτε από την χορωδία.
Εδώ, στην έντεχνη επεξεργασία, προχώρησα με πρόθεση εντελώς αφαιρετική. Με τη συνείδηση θα ’λεγα αγιογράφου, που μισεί τη σάρκα, θέλοντας να ταυτίσει τη μορφή με την ψυχή.
Στο διάβολο, είπα, και τα εγκεφαλικά κοντραπούντα και οι πολύπλοκες αρμονικές, ρυθμικές και ενορχηστρωτικές σχέσεις. Ας βγει η ψυχή της μουσικής μας ακέραιη, ντυμένη με πάχνη και δροσοσταλίδες. Χορεύοντας με το ρωμαίικο νταούλι. Ας αφήσουμε τις επιδείξεις για τους λαούς που έχασαν την ψυχή τους κι ας τραγουδήσουμε απλά τους καημούς και τις ελπίδες της ρωμιοσύνης.
Μίκης Θεοδωράκης
(Σημείωμα στο εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης)

[Πηγή: ένθετο της έκδοσης του δίσκου που διένειμε η εφημερίδα Καθημερινή το 2011]

Μ’ αυτό το εμπνευσμένο του σημείωμα ο Μίκης Θεοδωράκης κάλυψε απόλυτα κάθε σκέψη που έχω κάνει τόσα χρόνια ακούγοντας το συγκεκριμένο έργο. Κάλυψε και τα συναισθήματά μου μετά από κάθε ανάγνωση της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής του Οδυσσέα Ελύτη. Ούτως ή άλλως είμαι βαθιά συγκινημένη που αξιώνομαι να παρουσιάσω αυτό το έργο (φυσικά, θα το ακούσουμε ατόφιο χωρίς να περιοριστούμε στα 5 λαϊκά του σκέλη). Δεν έχω να προσθέσω τίποτ’ άλλο παρά μόνο μια προτροπή:

Ας ακούσουμε με ευλαβική προσοχή για ακόμη μια φορά το Άξιον εστί. Στη μνήμη του Οδυσσέα Ελύτη, του Μάνου Κατράκη, του Γρηγόρη Μπιθικώτση και όλων των άλλων συντελεστών της πρώτης ηχογράφησης που δεν ζουν πια. Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Κώστα Παπαδόπουλο, τον Λάκη Καρνέζη, τον Θεόδωρο Δημήτριεφ που, ευτυχώς για όλους μας, συνεχίζουν να ζουν και να κινούνται ανάμεσά μας. Και ας αγοράσουμε τη μικρή μα θαυματουργή αυτή συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη και τον δίσκο στην πρώτη του εκτέλεση. Το κόστος τους είναι χαμηλό (ίσα με την τιμή 4-5 καφέδων σ’ έναν καφενέ) μα η αξία τους ανεκτίμητη, αφού αποτελούν μνημεία (με όλη τη σημασία της λέξης) του σύγχρονου πολιτισμού μας και ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης για μια πλουσιότερη ψυχική και πνευματική ζωή σε πείσμα των δύσκολων καιρών. Όπως λέει ο Μίκης: Ας βγει η ψυχή της μουσικής μας ακέραιη, ντυμένη με πάχνη και δροσοσταλίδες. Χορεύοντας με το ρωμαίικο νταούλι. Ας αφήσουμε τις επιδείξεις για τους λαούς που έχασαν την ψυχή τους κι ας τραγουδήσουμε απλά τους καημούς και τις ελπίδες της ρωμιοσύνης. Χρόνια μας πολλά και καλή ακρόαση!

Τα θεμέλιά μου στα βουνά (Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης)

Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης, Το άξιον εστί

Σύνθεση: 1961-1963, Παρίσι-Αθήνα
Λαϊκό ορατόριο σε τρία μέρη για λαϊκό τραγουδιστή, ψάλτη (βαρύτονο), αναγνώστη (ηθοποιό), λαϊκά όργανα, συμφωνική ορχήστρα και μικτή χορωδία

Μέρος Β’: Τα πάθη
Τα θεμέλιά μου στα βουνά (ύμνος)

Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μουσικοί: Μικτή Ορχήστρα Αθηνών
Ερμηνεία: Θεόδωρος Δημήτριεφ, Μικτή Χορωδία της Θάλειας Βυζαντίου
Έργο: Το άξιον εστί (1964)

Τα θεμέλιά μου στα βουνά
και τα βουνά σηκώνουν
οι λαοί στον ώμο τους
και πάνω τους η μνήμη καίει
άκαυτη βάτος.
Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω.
[…] Εσύ μόνη απ’ τη φτέρνα τον άντρα γνωρίζεις
Εσύ μόνη απ’ την κόψη της πέτρας μιλάς.
Εσύ την όψη των αγίων οξύνεις
κι εσύ στου νερού των αιώνων την άκρη σύρεις
πασχαλιάν αναστάσιμη!
Αγγίζεις το νου μου και πονεί το βρέφος της Άνοιξης!
Τιμωρείς το χέρι μου και στα σκότη λευκαίνεται!
Πάντα πάντα περνάς τη φωτιά για να φτάσεις στη λάμψη.
Πάντα πάντα τη λάμψη περνάς
για να φτάσεις ψηλά τα βουνά τα χιονόδοξα.
Όμως τι τα βουνά; Ποιος και τι στα βουνά;
Τα θεμέλιά μου στα βουνά
και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
και πάνω τους η μνήμη καίει
άκαυτη βάτος!

Ο Μίκης Θεοδωράκης για «Το άξιον εστί»:

Με την ολοκλήρωση της σύνθεσης και της εκτέλεσης του Άξιον εστί του Οδυσσέα Ελύτη αισθάνομαι ότι έφτασα σ’ ένα τέρμα που συγχρόνως είναι (πρέπει να είναι) και μια αρχή.
Το έργο αυτό παρουσιάζει το πρόσωπό του μπροστά στο κοινό μας ακριβώς πέντε χρόνια ύστερα από την ολοκληρωτική στροφή μου προς την λαϊκή μας μουσική, με τον Επιτάφιο του Γιάννη Ρίτσου, το καλοκαίρι του 1959.
Έλεγα τότε πως μπαίνω μέσα στον στίβο του λαϊκού μας τραγουδιού σαν ένας μαθητής που φιλοδοξεί να γράψει το ίδιο απλά και αυθόρμητα όσο και οι λαϊκοί μας συνθέτες. Δεν ήταν σχήμα λόγου αυτό, αλλά μια αληθινή πράξη ζωής. Όμως για ποιο λόγο; Γιατί είχα πια σιγουρευτεί πως ο δρόμος της Δυτικής Τέχνης που μάθαμε στα ωδεία ήταν κλειστός, χωρίς διέξοδο.
Είχα πάει στην Ευρώπη για να ανακαλύψω καινούριους ορίζοντες και βρέθηκα κλεισμένος σε φανταστικές αποθήκες από μπετόν, γεμάτες μουσική από νάιλον.
Και όμως, εδώ στην πατρίδα μας, η μουσική ήταν ακόμα ζωντανή. Βέβαια το λαϊκό μας τραγούδι δεν είχε το μεγαλείο των ηχητικών αρχιτεκτονημάτων της δυτικής μουσικής. Η ουσία όμως είναι πως τα κλασικά λαϊκά μας τραγούδια είναι ολοκληρωμένα έργα που προσφέρουν ολοκληρωμένη αισθητική απόλαυση και επί πλέον συνδέονται άμεσα, ενεργητικά (και όχι μόνο μουσειακά) με τον λαό και στην εποχή μας, όπως άλλωστε συμβαίνει στις κλασικές περιόδους της Τέχνης.
Η μαθητεία μου αυτή μέσα στο λαϊκό μας τραγούδι είχε φυσικά πολλές πλευρές, πολλές αιχμές, πολλούς στόχους: αισθητικούς, παιδαγωγικούς και Κοινωνικούς. Το ελαφρό τραγούδι -έγραψα κάποτε- μας κάνει να ξεχνάμε. Το λαϊκό μάς κάνει να θυμόμαστε. Αυτή ακριβώς τη μνήμη του λαού μου όπως λέει και ο Ελύτης, ήθελα κυρίως να αφυπνίσω και να οξύνω.
Δεν αρνούμαι ότι βάδισα και πάλεψα οργανωμένα.
Το ευτύχημα για μένα είναι που το έργο μου αγαπήθηκε από εκείνους που θα έπρεπε να αγαπηθεί και μισήθηκε (και χτυπήθηκε) από εκείνους που έπρεπε να μισηθεί. Γεγονός που με βοήθησε αποφασιστικά να ακολουθήσω τον δρόμο που πίστευα και πιστεύω πως είναι ο σωστός. Κι αυτός ο δρόμος, ως προς την κατεύθυνση της αισθητικής, ονομάζεται σήμερα για μένα Άξιον εστί.

Ο Επιτάφιος, το Αρχιπέλαγος, η Πολιτεία και αργότερα Το τραγούδι του νεκρού αδελφού ήταν τέσσερις κύκλοι τραγουδιών, όπου, με ευλαβική θα ’λεγα προσοχή, επεδίωξα να μείνω πιστός στα γνωστά καλούπια, μελωδικά και ρυθμικά, του λαϊκού μας τραγουδιού. Όμως παράλληλα, έχοντας σαν μακροπρόθεσμο στόχο μου την δημιουργία έντεχνου μουσικού έργου, ολότελα νεοελληνικού, γύμναζα τα μουσικά μου όπλα επιχειρώντας εξόδους από τις αυστηρές φόρμες της λαϊκής μας μουσικής. Οι Λιποτάκτες και αργότερα τα Επιφάνια ήσαν γυμνάσματα αυτού του είδους, έως ότου γνώρισα το Άξιον εστί του Οδυσσέα Ελύτη.
Ήταν για μένα μια μεγάλη εύνοια της θεάς τύχης να βρεθώ μπροστά σ’ αυτό ακριβώς το ποιητικό έργο, που όλες θαρρείς οι διανοητικές, αισθητικές, συναισθηματικές και ιδεολογικές μου προσμονές και απαιτήσεις, είχαν στραμμένες τις κεραίες τους προς την κατεύθυνσή του. Αναδιφούσα τα νεοελληνικά ποιητικά έργα, το ένα μετά το άλλο. Προσκαλούσα τους φίλους μου ποιητές να προβληματισθούν, δίχως δυστυχώς να μπορώ να τους εξηγήσω «λογικά» τι ακριβώς ζητούσα. Βρισκόμουν τυλιγμένος μέσα σε ένα γόνιμο χάος.
Ο ταχυδρόμος της Fontaine au Roi στο Παρίσι περνούσε καθημερινά στις 3 μ.μ. Ήταν νομίζω Άνοιξη του ’61 που έλαβα το Άξιον εστί, δώρο ευγενικό του ποιητή και το ίδιο βράδυ είχα σχεδιασμένα τα δύο πρώτα μέρη. Την Γένεση και Τα Πάθη. Θέλω μ’ αυτό να δείξω πόσο ήδη ενυπήρχε μέσα μου αυτή η μουσική και δεν έμενε παρά το χτύπημα της ρομφαίας πάνω στον βράχο για να αναπηδήσει το ζωντανό νερό των ήχων.
Ως και η μορφή του έργου, με τις πλούσιες εναλλαγές του ποιητικού λόγου, του άλλοτε απέραντου σαν αρχιπέλαγος, του άλλοτε κατανυκτικού σαν ψαλμός ή του πειθαρχημένου σαν λαϊκό τραγούδι, μου προσέφερε εκπληκτικές δυνατότητες, που πολύ φοβούμαι πως δεν κατόρθωσα να τις εξαντλήσω μέσα σ’ αυτό το πρώτο μουσικό γύμνασμα.
Το πρόβλημα ήταν πώς να ισορροπήσω το καθαρά λαϊκό τραγούδι με τις έντεχνες μορφές της λαϊκής μουσικής,, καθώς παρουσιάζονται είτε από την ορχήστρα είτε από τον ψάλτη (βαρύτονο) είτε από την χορωδία.
Εδώ, στην έντεχνη επεξεργασία, προχώρησα με πρόθεση εντελώς αφαιρετική. Με τη συνείδηση θα ’λεγα αγιογράφου, που μισεί τη σάρκα, θέλοντας να ταυτίσει τη μορφή με την ψυχή.
Στο διάβολο, είπα, και τα εγκεφαλικά κοντραπούντα και οι πολύπλοκες αρμονικές, ρυθμικές και ενορχηστρωτικές σχέσεις. Ας βγει η ψυχή της μουσικής μας ακέραιη, ντυμένη με πάχνη και δροσοσταλίδες. Χορεύοντας με το ρωμαίικο νταούλι. Ας αφήσουμε τις επιδείξεις για τους λαούς που έχασαν την ψυχή τους κι ας τραγουδήσουμε απλά τους καημούς και τις ελπίδες της ρωμιοσύνης.
Μίκης Θεοδωράκης
(Σημείωμα στο εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης)

[Πηγή: ένθετο της έκδοσης του δίσκου που διένειμε η εφημερίδα Καθημερινή το 2011]

Μ’ αυτό το εμπνευσμένο του σημείωμα ο Μίκης Θεοδωράκης κάλυψε απόλυτα κάθε σκέψη που έχω κάνει τόσα χρόνια ακούγοντας το συγκεκριμένο έργο. Κάλυψε και τα συναισθήματά μου μετά από κάθε ανάγνωση της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής του Οδυσσέα Ελύτη. Ούτως ή άλλως είμαι βαθιά συγκινημένη που αξιώνομαι να παρουσιάσω αυτό το έργο (φυσικά, θα το ακούσουμε ατόφιο χωρίς να περιοριστούμε στα 5 λαϊκά του σκέλη). Δεν έχω να προσθέσω τίποτ’ άλλο παρά μόνο μια προτροπή:

Ας ακούσουμε με ευλαβική προσοχή για ακόμη μια φορά το Άξιον εστί. Στη μνήμη του Οδυσσέα Ελύτη, του Μάνου Κατράκη, του Γρηγόρη Μπιθικώτση και όλων των άλλων συντελεστών της πρώτης ηχογράφησης που δεν ζουν πια. Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Κώστα Παπαδόπουλο, τον Λάκη Καρνέζη, τον Θεόδωρο Δημήτριεφ που, ευτυχώς για όλους μας, συνεχίζουν να ζουν και να κινούνται ανάμεσά μας. Και ας αγοράσουμε τη μικρή μα θαυματουργή αυτή συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη και τον δίσκο στην πρώτη του εκτέλεση. Το κόστος τους είναι χαμηλό (ίσα με την τιμή 4-5 καφέδων σ’ έναν καφενέ) μα η αξία τους ανεκτίμητη, αφού αποτελούν μνημεία (με όλη τη σημασία της λέξης) του σύγχρονου πολιτισμού μας και ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης για μια πλουσιότερη ψυχική και πνευματική ζωή σε πείσμα των δύσκολων καιρών. Όπως λέει ο Μίκης: Ας βγει η ψυχή της μουσικής μας ακέραιη, ντυμένη με πάχνη και δροσοσταλίδες. Χορεύοντας με το ρωμαίικο νταούλι. Ας αφήσουμε τις επιδείξεις για τους λαούς που έχασαν την ψυχή τους κι ας τραγουδήσουμε απλά τους καημούς και τις ελπίδες της ρωμιοσύνης. Χρόνια μας πολλά και καλή ακρόαση!