Βαγγέλης Παπαθανασίου & Richelle Dassin & Claude Lemesle, Je te dirais les mots (με τη Μελίνα Μερκούρη)

Je te dirais les mots

Μουσική: Βαγγέλης Παπαθανασίου
Στίχοι: Richelle Dassin & Claude Lemesle
Τραγούδι: Μελίνα Μερκούρη
Δίσκος: Si Melina… m’etait contée (1973)

Ecoute
je te dirai
les mots les plus beaux
des mots d’amour que je connais
et que jamais je n’oublierai
des mots qui t’emmèneront comme un bateau
jusque à la terre
la terre qui les a inventés

Ecoute
je t’appellerai par le noms les plus tendres et ces noms je les connais
c’est une chanson
Que tous les amoureux du monde pourront chanter
Car c’est l’amour
l’amour qui les a les inventés

Παλικάρι μου πικρό
αγοράκι τρυφερό
αχ καρδιά μου ή ζωή
όνειρο, αναπνοή
αγάπη μου, αγάπη μου

Ecoute
je te dirai
«παλικάρι μου», mon gars, ma beauté
«αγοράκι μου», mon garçon
«μάτια μου», mes yeux
«ζωή μου», ma vie
«όνειρο, αναπνοή», mon rêve, mon souffle
«αγάπη μου», mon amour, mon amour, mon amour

Παλικάρι μου πικρό
αγοράκι τρυφερό
αχ καρδιά μου, η ζωή
όνειρο, αναπνοή
αγάπη μου, αγάπη μου

Μίκης Θεοδωράκης & Γιάννης Θεοδωράκης, Αγάπη μου (με τη Μελίνα Μερκούρη)

Αγάπη μου

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Στίχοι: Γιάννης Θεοδωράκης
Τραγούδι: Μελίνα Μερκούρη
Ταινία: Φαίδρα (1962) του Ζιλ Ντασέν

Αστέρι μου, φεγγάρι μου
της άνοιξης κλωνάρι μου
κοντά σου θά ’ρθω πάλι
κοντά σου θά ’ρθω μιαν αυγή
για να σου πάρω ένα φιλί
και να με πάρεις πάλι

Αγάπη μου, αγάπη μου
η νύχτα θα μας πάρει
τ’ άστρα κι ο ουρανός
το κρύο, το φεγγάρι

Θα σ’ αγαπώ, θα ζω μες στο τραγούδι
θα μ’ αγαπάς, θα ζεις με τα πουλιά
θα σ’ αγαπώ, θα γίνουμε τραγούδι
θα μ’ αγαπάς, θα γίνουμε πουλιά

Μάνος Χατζιδάκις, Τα παιδιά του Πειραιά (με τη Μελίνα Μερκούρη)

Τα παιδιά του Πειραιά

Μουσική & στίχοι: Μάνος Χατζιδάκις
Μπουζούκι: Γιώργος Ζαμπέτας
Τραγούδι: Μελίνα Μερκούρη
Ταινία: Ποτέ την Κυριακή (1960) του Ζιλ Ντασέν

Απ’ το παράθυρο μου στέλνω ένα δύο και τρία και τέσσερα φιλιά
που φτάνουν στο λιμάνι ένα και δύο και τρία και τέσσερα πουλιά
πώς ήθελα να είχα ένα και δύο και τρία και τέσσερα παιδιά
που σαν θα μεγαλώσουν όλα να γίνουν λεβέντες για χάρη του Πειραιά

Όσο κι αν ψάξω, δεν βρίσκω άλλο λιμάνι
τρελή να μ’ έχει κάνει όσο τον Πειραιά
που, όταν βραδιάζει, τραγούδια μ’ αραδιάζει
και τις πενιές του αλλάζει, γεμίζει από παιδιά

Από την πόρτα μου σαν βγω, δεν υπάρχει κανείς που να μην τον αγαπώ
και, σαν το βράδυ κοιμηθώ, ξέρω πως θα τον ονειρευτώ
πετράδια βάζω στο λαιμό και μια χάντρα φυλαχτό
γιατί τα βράδια καρτερώ, στο λιμάνι σαν βγω, κάποιον άγνωστο να βρω

Όσο κι αν ψάξω, δεν βρίσκω άλλο λιμάνι
τρελή να μ’ έχει κάνει όσο τον Πειραιά
που, όταν βραδιάζει, τραγούδια μ’ αραδιάζει
και τις πενιές του αλλάζει, γεμίζει από παιδιά

Σταύρος Ξαρχάκος & Ιάκωβος Καμπανέλλης, Φίλοι κι αδέρφια

Φίλοι κι αδέρφια

Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Τραγούδι: Νίκος Ξυλούρης & θίασος της παράστασης «Το μεγάλο μας τσίρκο» (1973)
Δίσκος: Το μεγάλο μας τσίρκο (1974)

Φίλοι κι αδέρφια, μανάδες γέροι και παιδιά
στα παραθύρια βγείτε και θωρείτε
ποιοι περπατούν στα σκοτεινά
και σεργιανούνε στα στενά
φίλοι κι αδέλφια, μάνες, γέροι και παιδιά

Γράφουν σημάδια, μηνύματα στο βασιλιά
σα δε φωνάξεις έβγα να το γράψεις
να μην σ’ ακούσουν τα σκυλιά
βγάλε φωνή χωρίς μιλιά
σημάδια και μηνύματα στο βασιλιά

Ήταν στρατιώτες καπεταναίοι και λαϊκοί
όρκο σταυρώσαν πάνω στο σπαθί τους
η λευτεριά να μην χαθεί
όρκο σταυρώσαν στο σπαθί
καπεταναίοι στρατιώτες λαϊκοί

Κι όπου φοβάται φωνή ν’ ακούει απ’ το λαό
σ’ έρημο τόπο ζει και βασιλεύει
κάστρο φυλάει ερημικό
έχει το φόβο φυλαχτό
όπου φωνή φοβάται ν’ ακούει απ’ το λαό

Γη παιδεμένη με σίδερο και με φωτιά
για κοίτα ποιον σου φέρανε καημένη
να σ’ αφεντεύει από ψηλά
τα κρίματά σου είναι πολλά
γη που το σίδερο παιδέψαν κι η φωτιά

Καίει το φιτίλι, ξεθηκαρώνουν τα σπαθιά
κάνουν βουλή συντακτική και γράφουν
το θέλημά τους στα χαρτιά
κι η κοσμοθάλασσα πλατιά
κάνουν βουλή, ξεθηκαρώνουν τα σπαθιά

Τρεις του Σεπτέμβρη, μανάδες γέροι και παιδιά
στα παραθύρια βγείτε και θωρείτε
τι φέρνουνε στον βασιλιά
βαθιά γραμμένο στα χαρτιά
τρεις του Σεπτέμβρη, μάνες γέροι και παιδιά

Τρεις του Σεπτέμβρη, μανάδες γέροι και παιδιά
στα παραθύρια βγείτε και θωρείτε
ποιοι περπατούν στα σκοτεινά
και σεργιανούνε στα στενά
φίλοι κι αδέρφια, μάνες γέροι και παιδιά

Γιάννης Ρίτσος, Η σονάτα του σεληνόφωτος (διαβάζει η Μελίνα Μερκούρη)

Η Μελίνα Μερκούρη διαβάζει το ποίημα «Η σονάτα του σεληνόφωτος» του Γιάννη Ρίτσου.

Από τη συλλογή Τέταρτη διάσταση (1972) του Γιάννη Ρίτσου

Δημήτρης Ποταμίτης, Τα μοναχικά παιδιά

Paul McCartney & John Lennon, Eleanor Rigby
(τραγούδι: The Beatles / δίσκος: Revolver (1966))

Τα μοναχικά παιδιά

Φως τελευταίο στην άκρη του καλοκαιριού
Και σχίνα μυστικά που ευωδιάζουν κορίτσια
Και χίλιες δυο χιλιάδες άνθρωποι φύλλα αγέρας
Και χαμόγελα που σβήνουν με την πρωινή βροχή

Ήρθες σ’ ανύποπτη εποχή
Εποχή της θάλασσας και του καλοκαιριού
Σε ματωμένα πάρκα
Σκοτεινά υπόγεια
Σε διακρίνω
Να στροβιλίζεσαι χορεύοντας τη ζωή σου
Ένα δύο τρία
Ένα δύο τρία
Αλήθεια υποφέρεις τόσο πολύ;

Από πού ήρθες
Ανάμεσα από κεραυνούς και θύελλες
Κίτρινα φύλλα και μουσική
Για να δακρύσεις
Για να είσαι μόνη
Για να ματώσεις τις καλοκαιρινές ώρες μου
Η χούφτα μου είναι ζεστή σαν το πατρικό σου τζάκι
Κάνε ένα βήμα κι εσύ
Να μη χαθούμε στην πρωινή ομίχλη
Και το χρόνο που σου αντιστέκεται κάρφωσέ τον
Είναι δικό σου απόκτημα οι εποχές
Πρέπει να παραμείνουμε μια έκπληξη
Για να νικήσουμε την ερημιά μας.

Σε περιμένω
Με την κρυφή μας μοίρα στα μάτια μου
Από το μυστικό κόσμο της θάλασσας σε περιμένω
Να γίνεις δικό μου συμπλήρωμα – μουσική μου προέκταση
Δικός μου παράφορος λόγος – δικό μου καλοκαίρι
Με την κρυφή μας μοίρα στα μάτια σου

Από πού ήρθε αυτή η μουσική
Αυτό το θρόισμα των φύλλων
Αυτό το σύννεφο
Από πού ήρθε αυτή η γεύση της πικρής αροδάφνης
Να μας ενώνει και να μας χωρίζει κάθε καλοκαίρι
Από πού ήρθες λοιπόν
Με τούτα τα μοναχικά παιδιά συντροφιά σου
Αλήθεια
«All the lonely people
where do they all come from?»

Από τη συλλογή Το αρχαίο σαξόφωνο (1978) του Δημήτρη Ποταμίτη

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Δημήτρης Ποταμίτης, Ποιήματα 1964-2003 (εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 2007)

Δημήτρης Ποταμίτης, Ο Άλλος Δημήτριος

Νίκος Τάτσης & Κώστας Παπαγεωργίου, Παπαρούνα
(τραγούδι: Ελένη Βιτάλη / δίσκος: Άιντε και φύγαμε (1979))

Ο Άλλος Δημήτριος

Με τη ζωή στο πέλμα της νύχτας, πέντε χρονών παιδί, άκουγα τη μητέρα να λέει πως τα πουλιά είναι λευκά, μόνο λευκά. Έμαθα τότε ν’ αψηφώ τα χρώματα, ώσπου μια κόκκινη παπαρούνα μου έδειξε το μέρος όπου τα πράγματα κηλιδώνονται.

Άρχισα να γίνομαι άντρας, όμως στα χέρια μου γλιστρούσε η αμφιβολία, αν πρέπει να ονειρεύομαι φτερωτά ψάρια και φλεγόμενες θάλασσες. Τέλος, κυνήγησα τη χίμαιρα, ως τη σπηλιά που πέρσι πνίγηκε ακόμα ένας άντρας.

Τώρα είμαι ο Άλλος Δημήτριος, εντεταλμένος κατά της φορμάικας και των πολιορκητικών μηχανών. Όμως τα χέρια μου δεν υποφέρουν πια άλλους νεκρούς ελέφαντες. Ακόμα κι ένα σύννεφο να περάσει, με πληγώνει.

Από τη συλλογή Ο Άλλος Δημήτριος (1970) του Δημήτρη Ποταμίτη

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Δημήτρης Ποταμίτης, Ποιήματα 1964-2003 (εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 2007)

Δημήτρης Ποταμίτης, Ένα λουλούδι

Ένα λουλούδι

Ένα λουλούδι ποτισμένο δάκρυα
Μεγαλωμένο με το χρώμα της σιωπής.

Πώς περπατούσες όταν βράδιαζε
Τη βυσσινιά μονοτονία του δειλινού
Σβήνοντας κάθε αστέρι από την νύχτα
Διώχνοντας κάθε ελπίδα προτερινής χαράς.
Τα δάχτυλά σου έγιναν δέντρα
Και τα χέρια σου ένα δάσος∙
Σιωπηλά.

Φυσάει βοριάς, φυσάει νοτιάς
Ριγούν τα δάχτυλα το αιώνιο μυστικό
Ανάβοντας φωτιές στις σιωπηλές προθέσεις
Τρικύμισμα κάθε σκοπού με ηρωική πνοή.
Μέσα στ’ αλώνια φυτευτήκαμε για σπόρος
Και τα κορίτσια μας για στάχυα∙
Μουσική.

Μέσα στη βροχή
Βοήθα Χριστέ και Παναγιά.
Μέσα στο χαλάζι
Βοήθα Χριστέ και Παναγιά.
Παίζουνε τα παιδιά μας και τ’ αγγόνια μας
Παίζουνε μες στ’ αλώνια και μεστώνονται.

Νάχα τον τάφο στάρι
Βοήθα Χριστέ και Παναγιά.
Και σταυρό μου τη σιωπή
Βοήθα Χριστέ και Παναγιά.

Μια προσδοκία τρικυμισμένη σαν μπουνάτσα –
Τι έχεις μέσα στους κροτάφους σου και μέσα στις σπηλιές
Μέσα στο πέλαγο που αγκάλιασε η βροχή η λυγερολύγιστη
Τι έχεις μες στις πέτρες και μέσα στις φωνές;
Μες στα ποτάμια γίναμε το αίμα
Και τα βότσαλα η ζωή μας∙
Τρυφερά.

Σ’ ένα θαλασσοπούλι που πονούσε απ’ την αρμύρα
Μες σ’ ένα πόθο που πλάνταξε βαρύς
Μες στην αρμύρα που τρεμόπαιξαν τα μάτια σου
Βαραίνοντας πα στο δικό σου πρόσωπο
Χαράχτηκε η ζωή μ’ ανατριχίλα∙
Μια φωνή.

Κι αν δεν χαράχτηκε ως έπρεπε
Κι αν δεν χαράχτηκες ως ήθελες
Κι αν μόνη της χαράχτηκε όπως είναι
Ξέρεις γιατί δεν μπόρεσες να σταυρωθείς στον Γολγοθά
Και να μιλήσεις στ’ άνθη των πραγμάτων.

Από τη συλλογή Συμπόσιο (1964) του Δημήτρη Ποταμίτη

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Δημήτρης Ποταμίτης, Ποιήματα 1964-2003 (εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 2007)

Δημήτρης Ποταμίτης, Χέρι-χέρι

Χέρι-χέρι

Χάιδεψέ μου το κεφάλι ν’ αγνάντεψουμε το ξανθό πέλαγος
Αφήνοντας πίσω μας τις σκουριασμένες ασπίδες
Τα κοχύλια που σχηματίζουν σταυρούς πάνω στην άμμο
Τίποτα δεν απόμεινε από τούτη την αμάχη.

Χάιδεψέ μου το κεφάλι να διαβούμε τα συντριμμένα μας χαμόγελα στα πρόσωπά μας
Ένα σημάδι από το βόλι που μας έριξαν
Αφήνοντας μια γραμμή στα χέρια που λέει τη μοίρα μας
Διαβαίνοντας τούτη τη γραμμή μες στην κατάπληκτη γαλήνη –
Χάιδεψέ μου το κεφάλι.

Δεν ματώνουν πια τα πόδια μας όταν διαβαίνουμε απ’ τις οικτρές δοκιμασίες που μας πίκραναν
Περνώντας απ’ τα γλυκά νερά μιας τρισβαθμιαίας θάλασσας
Κρατώντας τις ανάσες μας να μη βραχούν στα κύματα
Μέσα απ’ τον ύπνο που μας χάιδεψε –
Χάιδεψέ μου το κεφάλι.

Μοιάζοντας με τα κύματα της φουρτουνιασμένης έκρηξης του πάθους μας
Αναθυμώντας τις πελώριες ανταύγειες του πολέμου
Η καρδιά μας δεν εδέχτη τη χαριστική βολή της σιωπής
Η ζωή μας προφταίνει να ζήσει ακόμα ένα της δάκρυ.
«Η Ιφιγένεια σώζεται εύκολα»
–Είπες ενώ κοιτούσες το ποτάμι–
«Μα τα σώματά μας δεν υποφέρουν ούτε μια πληγή
Τα βράχια δεν αλλάζουν εύκολα» –
Ρίξαμε τις καρδιές μας στο ποτάμι να καθαρίσουνε.

Και μας ανασκολόπιζε η πελώρια δύναμη των άστρων
Και μας πατούσε σαν άλογο στη χλωρή επιδερμίδα της καλοσύνης μας
Μπήγοντας τα νύχια μας στις σάρκες μας
Να ξεριζώσουμε τα βόλια που μας έριξαν
Ράβοντας στα κορμιά μας οι ωκεανίδες ό,τι μισούσαμε με αμείλικτη άρνηση
Ακουμπώντας στους καπνούς των τσιγάρων μας ώσπου να ξημερώσει
Ο πόνος μας φίλε μου είναι σταθερός και μας αποτελεί–
Χάιδεψέ μου το κεφάλι.

Από τη συλλογή Συμπόσιο (1964) του Δημήτρη Ποταμίτη

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Δημήτρης Ποταμίτης, Ποιήματα 1964-2003 (εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 2007)

Ζωή Καρέλλη, Όνειρο

Θάνος Μικρούτσικος & Λάκης Λαζόπουλος, Θυμάσαι
(τραγούδι: Χάρις Αλεξίου / δίσκος: Ελλάς κατόπιν αορτής (1989))

Όνειρο

[Ενότητα Χαλκογραφίες]

Ένα μεταξένιο μαγνάδι, ακαθόριστο
έπεφτε κάπως βαρύ, βαρύτατο ύστερα.

Γύρευα την αρχή του με το χέρι,
την κάθετην ούγια και το χέρι μου
χώθηκε στο βαρύ, αδιέξοδο ύφασμα.

Τόσο, σε τούτο το εμπόδιο,
ύλη πηχτή! Οι πτυχές πυκνώνουν.
Κάποιο μαχαίρι ζητούσα, για ν’ ανοίξω
τη δίοδο.

Γιατί τούτο το ύφασμα
κολλάει πολύ πάνω στο σώμα,
τυλίγει τη ζωή μου,
δε φεύγει από πάνω μου.

Κάποιο μαχαίρι για να κοπούν
οι Συνήθειες, τα ύπουλα μάγια
που φαίνονται τόσο πολύτιμα,
ίσως ωραία κι είν’ αδυσώπητα.

Όμως, η λεπίδα, καθώς ελπίδα
πήγε να σκίσει το τύλιγμα
το πλεγμένο απάνω μου πλέγμα,
εμπόδιο βρήκε του σώματός μου
την ψυχή και πόνεσ’ επώδυνα
η τομή που έκανα, πολύ.

Για να φύγω έσκισα το ντυμένο
κορμί μου, για να φύγω από κει.
Πέρ’ απ’ της Συνήθειας το ένδυμα,
καθώς καίρια είχα χτυπηθεί
νόμισα, πως θα πέθαινα.

Από τη συλλογή Χαλκογραφίες και εικονίσματα (1952) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

Είχα φυτέψει μια καρδιά (Μίκης Θεοδωράκης & Νίκος Γκάτσος)

Είχα φυτέψει μια καρδιά

Σύνθεση: Μίκης Θεοδωράκης
Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης & χορωδία [πρώτη εκτέλεση από τον ίδιο στο έργο «Αρχιπέλαγος» το 1959 με τον Μανώλη Χιώτη]
Δίσκος: 45 στροφών [HMV 7PG3353] του 1963 (στην άλλη πλευρά του δίσκου βρίσκεται το τραγούδι «Τι να την κάνω τη χαρά» (Μ. Θεοδωράκη & Ν. Περγιάλη))

Με τ’ αστεράκι της αυγής
στο παραθύρι σου να βγεις
κι αν δεις καράβι του νοτιά
να ’ρχεται από την ξενιτιά
στείλε με τ’ άσπρα σου πουλιά
γλυκά φιλιά

Είχα φυτέψει μια καρδιά
στου χωρισμού την αμμουδιά
μα τώρα που ’ρθα να σε βρω
με δαχτυλίδι και σταυρό
γίνε το φως μου και του κόσμου η ξαστεριά
κι απ’ το παλιό μας το κρασί
δώσ’ μου να πιω και πιες κι εσύ
να μείνω, αγάπη μου, για πάντα στην πικρή στεριά

Τι να την κάνω τη χαρά (Μίκης Θεοδωράκης & Νότης Περγιάλης)

Τι να την κάνω τη χαρά

Σύνθεση: Μίκης Θεοδωράκης
Στίχοι: Νότης Περγιάλης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης & χορωδία [πρώτη εκτέλεση από τον ίδιο στην παράσταση «Μαγική πόλις» το 1963 με τον Γιώργο Ζαμπέτα]
Δίσκος: 45 στροφών [HMV 7PG3353] του 1963 (στην άλλη πλευρά του δίσκου βρίσκεται το τραγούδι «Είχα φυτέψει μια καρδιά» (Μ. Θεοδωράκη & Ν. Γκάτσου))

Τι να την κάνω τη χαρά
χαρά στον που την έχει
να τη σηκώσω στα βουνά
στο κρύο δεν αντέχει
στο σπιτικό μου είναι στενά
και μέσα μου όλο βρέχει

Καρδιά μου, ποιος την πόρτα σου χτυπά
χτυπάει κι εσύ δε βγαίνεις
ήρθ’ η χαρά κοντά σου μια βραδιά
κι εσύ δεν κατεβαίνεις

Τι να την κάνω τη χαρά
χαρά στον που την έχει
να τη σηκώσω στα βουνά
στο κρύο δεν αντέχει
στο σπιτικό μου είναι στενά
και μέσα μου όλο βρέχει

Γιάννης Μαρκόπουλος & Κ. Χ. Μύρης, 1950 (Καφενείον: Η Ελλάς)

1950 (Καφενείον: Η Ελλάς)
[Από την ταινία μικρού μήκους L’anniversaire (1980) του Πιέρ Ζουρντάν που γυρίστηκε για λογαριασμό της γαλλικής τηλεόρασης]

Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Γιάννης Μαρκόπουλος
Στίχοι: Κ. Χ. Μύρης (Κώστας Γεωργουσόπουλος)
Ερμηνεία: Μελίνα Μερκούρη
Δίσκος: Γιάννης Μαρκόπουλος / Ανεξάρτητα + 7 κινηματογραφικά (2011)

Στο καφενείον «Η Ελλάς» ο σαλτιμπάγκος
πουλά τα νούμερα φτηνά
δραχμή τα ακροβατικά
οι αλυσίδες δωρεάν
το πήδημα θανάτου δυο δραχμές
χωρίς σχοινιά
Περάστε, κόσμε

Ασώματος η κεφαλή, περάστε κόσμε
τη βρήκανε στην Αφρική
καπνίζει, πίνει και πονά
τρελαίνεται για μουσική
χορεύει με τα μάτια δυο δραχμές
ποιος θα τη δει;
Περάστε, κόσμε

Στο καφενείον «Η Ελλάς» οι θεατρίνοι
μ’ ασετιλίνη και κεριά
την Γκόλφω παίζουν στα παιδιά
με φουστανέλες δανεικές
και δάκρυ πληρωμένο δυο αβγά
και τρεις δραχμές
Περάστε, κόσμε

Προφητικόν (Οδυσσέας Ελύτης)

Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης, Το άξιον εστί

Σύνθεση: 1961-1963, Παρίσι-Αθήνα
Λαϊκό ορατόριο σε τρία μέρη για λαϊκό τραγουδιστή, ψάλτη (βαρύτονο), αναγνώστη (ηθοποιό), λαϊκά όργανα, συμφωνική ορχήστρα και μικτή χορωδία

Μέρος Β’: Τα πάθη
Προφητικόν (ανάγνωσμα)

Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης
Αφήγηση: Μάνος Κατράκης
Έργο: Το άξιον εστί (1964)

Χρόνους πολλούς μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν. Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ’ ουρανού σαρώνοντας η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου. Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει. Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου. Που πρώτα θα κρατήσει τις αχτίδες του, σημάδι ότι καιρός να λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση. Και μετά θα μιλήσει, να πει: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;
– Βλέπω τα έθνη, άλλοτες αλαζονικά, παραδομένα στη σφήκα και στο ξινόχορτο.
– Βλέπω τα πελέκια στον αέρα σκίζοντας προτομές Αυτοκρατόρων και Στρατηγών.
– Βλέπω τους εμπόρους να εισπράττουν σκύβοντας το κέρδος των δικών τους πτωμάτων.
– Βλέπω την αλληλουχία των κρυφών νοημάτων.

[…] Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ’ ουρανού σαρώνοντας η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου. Αλλά πριν, ιδού θα περάσουν γενεές το αλέτρι τους πάνω στη στέρφα γης. Και κρυφά θα μετρήσουν την ανθρώπινη πραμάτεια τους οι Κυβερνήτες, κηρύσσοντας πολέμους. Όπου θα χορτασθούνε ο Χωροφύλακας και ο Στρατοδίκης. Αφήνοντας το χρυσάφι στους αφανείς, να εισπράξουν αυτοί τον μιστό της ύβρης και του μαρτυρίου. Και μεγάλα πλοία θ’ ανεβάσουν σημαίες, εμβατήρια θα πάρουν τους δρόμους, οι εξώστες να ράνουν με άνθη το Νικητή. Που θα ζει στην οσμή των πτωμάτων. Και του λάκκου σιμά του το στόμα, το σκοτάδι θ’ ανοίγει στα μέτρα του κράζοντας: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;
– Βλέπω τους Στρατοδίκες να καίνε σαν κεριά, στο μεγάλο τραπέζι της Αναστάσεως.
– Βλέπω τους Χωροφυλάκους να προσφέρουν το αίμα τους, θυσία στην καθαρότητα των ουρανών.
– Βλέπω τη διαρκή επανάσταση φυτών και λουλουδιών.
(- Βλέπω ψηλά, μες στους αιθέρες, το Ερέχθειο των Πουλιών.)

Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει. Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου. Αλλά πριν, ιδού θα στενάξουν οι νέοι και το αίμα τους αναίτια θα γεράσει. […] Και θά ’ρθουνε χρόνια χλωμά και αδύναμα μέσα στη γάζα. Και θα ’χει καθένας τα λίγα γραμμάρια της ευτυχίας. Και θα ’ναι τα πράγματα μέσα του κιόλας ωραία ερείπια. Τότε, μην έχοντας άλλη εξορία, πού να θρηνήσει ο Ποιητής, την υγεία της καταιγίδας από τ’ ανοιχτά στήθη του αδειάζοντας, θα γυρίσει για να σταθεί στα ωραία μέσα ερείπια. Και τον πρώτο λόγο του ο στερνός των ανθρώπων θα πει, ν’ αψηλώσουν τα χόρτα, η γυναίκα στο πλάι του σαν αχτίδα του ήλιου να βγει. Και πάλι θα λατρέψει τη γυναίκα και θα την πλαγιάσει πάνου στα χόρτα καθώς που ετάχθη. Και θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση, και θα σπείρουνε γενεές στους αιώνες των αιώνων!

Ο Μίκης Θεοδωράκης για «Το άξιον εστί»:

Με την ολοκλήρωση της σύνθεσης και της εκτέλεσης του Άξιον εστί του Οδυσσέα Ελύτη αισθάνομαι ότι έφτασα σ’ ένα τέρμα που συγχρόνως είναι (πρέπει να είναι) και μια αρχή.
Το έργο αυτό παρουσιάζει το πρόσωπό του μπροστά στο κοινό μας ακριβώς πέντε χρόνια ύστερα από την ολοκληρωτική στροφή μου προς την λαϊκή μας μουσική, με τον Επιτάφιο του Γιάννη Ρίτσου, το καλοκαίρι του 1959.
Έλεγα τότε πως μπαίνω μέσα στον στίβο του λαϊκού μας τραγουδιού σαν ένας μαθητής που φιλοδοξεί να γράψει το ίδιο απλά και αυθόρμητα όσο και οι λαϊκοί μας συνθέτες. Δεν ήταν σχήμα λόγου αυτό, αλλά μια αληθινή πράξη ζωής. Όμως για ποιο λόγο; Γιατί είχα πια σιγουρευτεί πως ο δρόμος της Δυτικής Τέχνης που μάθαμε στα ωδεία ήταν κλειστός, χωρίς διέξοδο.
Είχα πάει στην Ευρώπη για να ανακαλύψω καινούριους ορίζοντες και βρέθηκα κλεισμένος σε φανταστικές αποθήκες από μπετόν, γεμάτες μουσική από νάιλον.
Και όμως, εδώ στην πατρίδα μας, η μουσική ήταν ακόμα ζωντανή. Βέβαια το λαϊκό μας τραγούδι δεν είχε το μεγαλείο των ηχητικών αρχιτεκτονημάτων της δυτικής μουσικής. Η ουσία όμως είναι πως τα κλασικά λαϊκά μας τραγούδια είναι ολοκληρωμένα έργα που προσφέρουν ολοκληρωμένη αισθητική απόλαυση και επί πλέον συνδέονται άμεσα, ενεργητικά (και όχι μόνο μουσειακά) με τον λαό και στην εποχή μας, όπως άλλωστε συμβαίνει στις κλασικές περιόδους της Τέχνης.
Η μαθητεία μου αυτή μέσα στο λαϊκό μας τραγούδι είχε φυσικά πολλές πλευρές, πολλές αιχμές, πολλούς στόχους: αισθητικούς, παιδαγωγικούς και Κοινωνικούς. Το ελαφρό τραγούδι -έγραψα κάποτε- μας κάνει να ξεχνάμε. Το λαϊκό μάς κάνει να θυμόμαστε. Αυτή ακριβώς τη μνήμη του λαού μου όπως λέει και ο Ελύτης, ήθελα κυρίως να αφυπνίσω και να οξύνω.
Δεν αρνούμαι ότι βάδισα και πάλεψα οργανωμένα.
Το ευτύχημα για μένα είναι που το έργο μου αγαπήθηκε από εκείνους που θα έπρεπε να αγαπηθεί και μισήθηκε (και χτυπήθηκε) από εκείνους που έπρεπε να μισηθεί. Γεγονός που με βοήθησε αποφασιστικά να ακολουθήσω τον δρόμο που πίστευα και πιστεύω πως είναι ο σωστός. Κι αυτός ο δρόμος, ως προς την κατεύθυνση της αισθητικής, ονομάζεται σήμερα για μένα Άξιον εστί.

Ο Επιτάφιος, το Αρχιπέλαγος, η Πολιτεία και αργότερα Το τραγούδι του νεκρού αδελφού ήταν τέσσερις κύκλοι τραγουδιών, όπου, με ευλαβική θα ’λεγα προσοχή, επεδίωξα να μείνω πιστός στα γνωστά καλούπια, μελωδικά και ρυθμικά, του λαϊκού μας τραγουδιού. Όμως παράλληλα, έχοντας σαν μακροπρόθεσμο στόχο μου την δημιουργία έντεχνου μουσικού έργου, ολότελα νεοελληνικού, γύμναζα τα μουσικά μου όπλα επιχειρώντας εξόδους από τις αυστηρές φόρμες της λαϊκής μας μουσικής. Οι Λιποτάκτες και αργότερα τα Επιφάνια ήσαν γυμνάσματα αυτού του είδους, έως ότου γνώρισα το Άξιον εστί του Οδυσσέα Ελύτη.
Ήταν για μένα μια μεγάλη εύνοια της θεάς τύχης να βρεθώ μπροστά σ’ αυτό ακριβώς το ποιητικό έργο, που όλες θαρρείς οι διανοητικές, αισθητικές, συναισθηματικές και ιδεολογικές μου προσμονές και απαιτήσεις, είχαν στραμμένες τις κεραίες τους προς την κατεύθυνσή του. Αναδιφούσα τα νεοελληνικά ποιητικά έργα, το ένα μετά το άλλο. Προσκαλούσα τους φίλους μου ποιητές να προβληματισθούν, δίχως δυστυχώς να μπορώ να τους εξηγήσω «λογικά» τι ακριβώς ζητούσα. Βρισκόμουν τυλιγμένος μέσα σε ένα γόνιμο χάος.
Ο ταχυδρόμος της Fontaine au Roi στο Παρίσι περνούσε καθημερινά στις 3 μ.μ. Ήταν νομίζω Άνοιξη του ’61 που έλαβα το Άξιον εστί, δώρο ευγενικό του ποιητή και το ίδιο βράδυ είχα σχεδιασμένα τα δύο πρώτα μέρη. Την Γένεση και Τα Πάθη. Θέλω μ’ αυτό να δείξω πόσο ήδη ενυπήρχε μέσα μου αυτή η μουσική και δεν έμενε παρά το χτύπημα της ρομφαίας πάνω στον βράχο για να αναπηδήσει το ζωντανό νερό των ήχων.
Ως και η μορφή του έργου, με τις πλούσιες εναλλαγές του ποιητικού λόγου, του άλλοτε απέραντου σαν αρχιπέλαγος, του άλλοτε κατανυκτικού σαν ψαλμός ή του πειθαρχημένου σαν λαϊκό τραγούδι, μου προσέφερε εκπληκτικές δυνατότητες, που πολύ φοβούμαι πως δεν κατόρθωσα να τις εξαντλήσω μέσα σ’ αυτό το πρώτο μουσικό γύμνασμα.
Το πρόβλημα ήταν πώς να ισορροπήσω το καθαρά λαϊκό τραγούδι με τις έντεχνες μορφές της λαϊκής μουσικής,, καθώς παρουσιάζονται είτε από την ορχήστρα είτε από τον ψάλτη (βαρύτονο) είτε από την χορωδία.
Εδώ, στην έντεχνη επεξεργασία, προχώρησα με πρόθεση εντελώς αφαιρετική. Με τη συνείδηση θα ’λεγα αγιογράφου, που μισεί τη σάρκα, θέλοντας να ταυτίσει τη μορφή με την ψυχή.
Στο διάβολο, είπα, και τα εγκεφαλικά κοντραπούντα και οι πολύπλοκες αρμονικές, ρυθμικές και ενορχηστρωτικές σχέσεις. Ας βγει η ψυχή της μουσικής μας ακέραιη, ντυμένη με πάχνη και δροσοσταλίδες. Χορεύοντας με το ρωμαίικο νταούλι. Ας αφήσουμε τις επιδείξεις για τους λαούς που έχασαν την ψυχή τους κι ας τραγουδήσουμε απλά τους καημούς και τις ελπίδες της ρωμιοσύνης.
Μίκης Θεοδωράκης
(Σημείωμα στο εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης)

[Πηγή: ένθετο της έκδοσης του δίσκου που διένειμε η εφημερίδα Καθημερινή το 2011]

Μ’ αυτό το εμπνευσμένο του σημείωμα ο Μίκης Θεοδωράκης κάλυψε απόλυτα κάθε σκέψη που έχω κάνει τόσα χρόνια ακούγοντας το συγκεκριμένο έργο. Κάλυψε και τα συναισθήματά μου μετά από κάθε ανάγνωση της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής του Οδυσσέα Ελύτη. Ούτως ή άλλως είμαι βαθιά συγκινημένη που αξιώνομαι να παρουσιάσω αυτό το έργο (φυσικά, θα το ακούσουμε ατόφιο χωρίς να περιοριστούμε στα 5 λαϊκά του σκέλη). Δεν έχω να προσθέσω τίποτ’ άλλο παρά μόνο μια προτροπή:

Ας ακούσουμε με ευλαβική προσοχή για ακόμη μια φορά το Άξιον εστί. Στη μνήμη του Οδυσσέα Ελύτη, του Μάνου Κατράκη, του Γρηγόρη Μπιθικώτση και όλων των άλλων συντελεστών της πρώτης ηχογράφησης που δεν ζουν πια. Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Κώστα Παπαδόπουλο, τον Λάκη Καρνέζη, τον Θεόδωρο Δημήτριεφ που, ευτυχώς για όλους μας, συνεχίζουν να ζουν και να κινούνται ανάμεσά μας. Και ας αγοράσουμε τη μικρή μα θαυματουργή αυτή συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη και τον δίσκο στην πρώτη του εκτέλεση. Το κόστος τους είναι χαμηλό (ίσα με την τιμή 4-5 καφέδων σ’ έναν καφενέ) μα η αξία τους ανεκτίμητη, αφού αποτελούν μνημεία (με όλη τη σημασία της λέξης) του σύγχρονου πολιτισμού μας και ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης για μια πλουσιότερη ψυχική και πνευματική ζωή σε πείσμα των δύσκολων καιρών. Όπως λέει ο Μίκης: Ας βγει η ψυχή της μουσικής μας ακέραιη, ντυμένη με πάχνη και δροσοσταλίδες. Χορεύοντας με το ρωμαίικο νταούλι. Ας αφήσουμε τις επιδείξεις για τους λαούς που έχασαν την ψυχή τους κι ας τραγουδήσουμε απλά τους καημούς και τις ελπίδες της ρωμιοσύνης. Χρόνια μας πολλά και καλή ακρόαση!

Η μεγάλη έξοδος (Οδυσσέας Ελύτης)

Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης, Το άξιον εστί

Σύνθεση: 1961-1963, Παρίσι-Αθήνα
Λαϊκό ορατόριο σε τρία μέρη για λαϊκό τραγουδιστή, ψάλτη (βαρύτονο), αναγνώστη (ηθοποιό), λαϊκά όργανα, συμφωνική ορχήστρα και μικτή χορωδία

Μέρος Β’: Τα πάθη
Η μεγάλη έξοδος (ανάγνωσμα)

Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης
Αφήγηση: Μάνος Κατράκης
Έργο: Το άξιον εστί (1964)

Τις ημέρες εκείνες έκαναν σύναξη μυστική τα παιδιά και λάβανε την απόφαση, επειδή τα κακά μαντάτα πλήθαιναν στην πρωτεύουσα, να βγουν έξω σε δρόμους και πλατείες με το μόνο πράγμα που τους είχε απομείνει: μια παλάμη τόπο κάτω από τ’ ανοιχτό πουκάμισο, με τις μαύρες τρίχες και το σταυρουδάκι του ήλιου. Όπου είχε κράτος κι εξουσία η Άνοιξη.

Και επειδή σίμωνε η μέρα που το Γένος είχε συνήθειο να γιορτάζει τον άλλο Σηκωμό, τη μέρα πάλι εκείνη ορίσανε για την Έξοδο. Και νωρίς εβγήκανε καταμπροστά στον ήλιο, με πάνου ως κάτου απλωμένη την αφοβιά σα σημαία, οι νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες. Και ακολουθούσανε άντρες πολλοί, και γυναίκες, και λαβωμένοι με τον επίδεσμο και τα δεκανίκια. Όπου έβλεπες άξαφνα στην όψη τους τόσες χαρακιές, που ’λεγες είχανε περάσει μέρες πολλές μέσα σε λίγην ώρα.

Τέτοιας λογής αποκοτιές, ωστόσο, μαθαίνοντες οι Άλλοι, σφόδρα ταράχθηκαν. Και φορές τρεις με το μάτι αναμετρώντας το έχει τους, λάβανε την απόφαση να βγουν έξω σε δρόμους και σε πλατείες, με το μόνο πράγμα που τους είχε απομείνει: μια πήχη φωτιά κάτω απ’ τα σίδερα, με τις μαύρες κάννες και τα δόντια του ήλιου. Όπου μήτε κλώνος μήτε ανθός, δάκρυο ποτέ δεν έβγαλαν. Και χτυπούσανε όπου να ’ναι, σφαλώντας τα βλέφαρα με απόγνωση. Και η Άνοιξη ολοένα τους κυρίευε. Σα να μην ήτανε άλλος δρόμος πάνω σ’ ολάκερη τη γη, για να περάσει η Άνοιξη παρά μονάχα αυτός, και να τον είχαν πάρει αμίλητοι, κοιτάζοντας πολύ μακριά, πέρ’ απ’ την άκρη της απελπισιάς, τη Γαλήνη που έμελλαν να γίνουν, οι νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες, και οι άντρες, και οι γυναίκες, και οι λαβωμένοι με τον επίδεσμο και τα δεκανίκια.

Και περάσανε μέρες πολλές μέσα σε λίγην ώρα. Και θερίσανε πλήθος τα θηρία, και άλλους εμάζωξαν. Και την άλλη μέρα εστήσανε στον τοίχο τριάντα.

Ο Μίκης Θεοδωράκης για «Το άξιον εστί»:

Με την ολοκλήρωση της σύνθεσης και της εκτέλεσης του Άξιον εστί του Οδυσσέα Ελύτη αισθάνομαι ότι έφτασα σ’ ένα τέρμα που συγχρόνως είναι (πρέπει να είναι) και μια αρχή.
Το έργο αυτό παρουσιάζει το πρόσωπό του μπροστά στο κοινό μας ακριβώς πέντε χρόνια ύστερα από την ολοκληρωτική στροφή μου προς την λαϊκή μας μουσική, με τον Επιτάφιο του Γιάννη Ρίτσου, το καλοκαίρι του 1959.
Έλεγα τότε πως μπαίνω μέσα στον στίβο του λαϊκού μας τραγουδιού σαν ένας μαθητής που φιλοδοξεί να γράψει το ίδιο απλά και αυθόρμητα όσο και οι λαϊκοί μας συνθέτες. Δεν ήταν σχήμα λόγου αυτό, αλλά μια αληθινή πράξη ζωής. Όμως για ποιο λόγο; Γιατί είχα πια σιγουρευτεί πως ο δρόμος της Δυτικής Τέχνης που μάθαμε στα ωδεία ήταν κλειστός, χωρίς διέξοδο.
Είχα πάει στην Ευρώπη για να ανακαλύψω καινούριους ορίζοντες και βρέθηκα κλεισμένος σε φανταστικές αποθήκες από μπετόν, γεμάτες μουσική από νάιλον.
Και όμως, εδώ στην πατρίδα μας, η μουσική ήταν ακόμα ζωντανή. Βέβαια το λαϊκό μας τραγούδι δεν είχε το μεγαλείο των ηχητικών αρχιτεκτονημάτων της δυτικής μουσικής. Η ουσία όμως είναι πως τα κλασικά λαϊκά μας τραγούδια είναι ολοκληρωμένα έργα που προσφέρουν ολοκληρωμένη αισθητική απόλαυση και επί πλέον συνδέονται άμεσα, ενεργητικά (και όχι μόνο μουσειακά) με τον λαό και στην εποχή μας, όπως άλλωστε συμβαίνει στις κλασικές περιόδους της Τέχνης.
Η μαθητεία μου αυτή μέσα στο λαϊκό μας τραγούδι είχε φυσικά πολλές πλευρές, πολλές αιχμές, πολλούς στόχους: αισθητικούς, παιδαγωγικούς και Κοινωνικούς. Το ελαφρό τραγούδι -έγραψα κάποτε- μας κάνει να ξεχνάμε. Το λαϊκό μάς κάνει να θυμόμαστε. Αυτή ακριβώς τη μνήμη του λαού μου όπως λέει και ο Ελύτης, ήθελα κυρίως να αφυπνίσω και να οξύνω.
Δεν αρνούμαι ότι βάδισα και πάλεψα οργανωμένα.
Το ευτύχημα για μένα είναι που το έργο μου αγαπήθηκε από εκείνους που θα έπρεπε να αγαπηθεί και μισήθηκε (και χτυπήθηκε) από εκείνους που έπρεπε να μισηθεί. Γεγονός που με βοήθησε αποφασιστικά να ακολουθήσω τον δρόμο που πίστευα και πιστεύω πως είναι ο σωστός. Κι αυτός ο δρόμος, ως προς την κατεύθυνση της αισθητικής, ονομάζεται σήμερα για μένα Άξιον εστί.

Ο Επιτάφιος, το Αρχιπέλαγος, η Πολιτεία και αργότερα Το τραγούδι του νεκρού αδελφού ήταν τέσσερις κύκλοι τραγουδιών, όπου, με ευλαβική θα ’λεγα προσοχή, επεδίωξα να μείνω πιστός στα γνωστά καλούπια, μελωδικά και ρυθμικά, του λαϊκού μας τραγουδιού. Όμως παράλληλα, έχοντας σαν μακροπρόθεσμο στόχο μου την δημιουργία έντεχνου μουσικού έργου, ολότελα νεοελληνικού, γύμναζα τα μουσικά μου όπλα επιχειρώντας εξόδους από τις αυστηρές φόρμες της λαϊκής μας μουσικής. Οι Λιποτάκτες και αργότερα τα Επιφάνια ήσαν γυμνάσματα αυτού του είδους, έως ότου γνώρισα το Άξιον εστί του Οδυσσέα Ελύτη.
Ήταν για μένα μια μεγάλη εύνοια της θεάς τύχης να βρεθώ μπροστά σ’ αυτό ακριβώς το ποιητικό έργο, που όλες θαρρείς οι διανοητικές, αισθητικές, συναισθηματικές και ιδεολογικές μου προσμονές και απαιτήσεις, είχαν στραμμένες τις κεραίες τους προς την κατεύθυνσή του. Αναδιφούσα τα νεοελληνικά ποιητικά έργα, το ένα μετά το άλλο. Προσκαλούσα τους φίλους μου ποιητές να προβληματισθούν, δίχως δυστυχώς να μπορώ να τους εξηγήσω «λογικά» τι ακριβώς ζητούσα. Βρισκόμουν τυλιγμένος μέσα σε ένα γόνιμο χάος.
Ο ταχυδρόμος της Fontaine au Roi στο Παρίσι περνούσε καθημερινά στις 3 μ.μ. Ήταν νομίζω Άνοιξη του ’61 που έλαβα το Άξιον εστί, δώρο ευγενικό του ποιητή και το ίδιο βράδυ είχα σχεδιασμένα τα δύο πρώτα μέρη. Την Γένεση και Τα Πάθη. Θέλω μ’ αυτό να δείξω πόσο ήδη ενυπήρχε μέσα μου αυτή η μουσική και δεν έμενε παρά το χτύπημα της ρομφαίας πάνω στον βράχο για να αναπηδήσει το ζωντανό νερό των ήχων.
Ως και η μορφή του έργου, με τις πλούσιες εναλλαγές του ποιητικού λόγου, του άλλοτε απέραντου σαν αρχιπέλαγος, του άλλοτε κατανυκτικού σαν ψαλμός ή του πειθαρχημένου σαν λαϊκό τραγούδι, μου προσέφερε εκπληκτικές δυνατότητες, που πολύ φοβούμαι πως δεν κατόρθωσα να τις εξαντλήσω μέσα σ’ αυτό το πρώτο μουσικό γύμνασμα.
Το πρόβλημα ήταν πώς να ισορροπήσω το καθαρά λαϊκό τραγούδι με τις έντεχνες μορφές της λαϊκής μουσικής,, καθώς παρουσιάζονται είτε από την ορχήστρα είτε από τον ψάλτη (βαρύτονο) είτε από την χορωδία.
Εδώ, στην έντεχνη επεξεργασία, προχώρησα με πρόθεση εντελώς αφαιρετική. Με τη συνείδηση θα ’λεγα αγιογράφου, που μισεί τη σάρκα, θέλοντας να ταυτίσει τη μορφή με την ψυχή.
Στο διάβολο, είπα, και τα εγκεφαλικά κοντραπούντα και οι πολύπλοκες αρμονικές, ρυθμικές και ενορχηστρωτικές σχέσεις. Ας βγει η ψυχή της μουσικής μας ακέραιη, ντυμένη με πάχνη και δροσοσταλίδες. Χορεύοντας με το ρωμαίικο νταούλι. Ας αφήσουμε τις επιδείξεις για τους λαούς που έχασαν την ψυχή τους κι ας τραγουδήσουμε απλά τους καημούς και τις ελπίδες της ρωμιοσύνης.
Μίκης Θεοδωράκης
(Σημείωμα στο εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης)

[Πηγή: ένθετο της έκδοσης του δίσκου που διένειμε η εφημερίδα Καθημερινή το 2011]

Μ’ αυτό το εμπνευσμένο του σημείωμα ο Μίκης Θεοδωράκης κάλυψε απόλυτα κάθε σκέψη που έχω κάνει τόσα χρόνια ακούγοντας το συγκεκριμένο έργο. Κάλυψε και τα συναισθήματά μου μετά από κάθε ανάγνωση της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής του Οδυσσέα Ελύτη. Ούτως ή άλλως είμαι βαθιά συγκινημένη που αξιώνομαι να παρουσιάσω αυτό το έργο (φυσικά, θα το ακούσουμε ατόφιο χωρίς να περιοριστούμε στα 5 λαϊκά του σκέλη). Δεν έχω να προσθέσω τίποτ’ άλλο παρά μόνο μια προτροπή:

Ας ακούσουμε με ευλαβική προσοχή για ακόμη μια φορά το Άξιον εστί. Στη μνήμη του Οδυσσέα Ελύτη, του Μάνου Κατράκη, του Γρηγόρη Μπιθικώτση και όλων των άλλων συντελεστών της πρώτης ηχογράφησης που δεν ζουν πια. Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Κώστα Παπαδόπουλο, τον Λάκη Καρνέζη, τον Θεόδωρο Δημήτριεφ που, ευτυχώς για όλους μας, συνεχίζουν να ζουν και να κινούνται ανάμεσά μας. Και ας αγοράσουμε τη μικρή μα θαυματουργή αυτή συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη και τον δίσκο στην πρώτη του εκτέλεση. Το κόστος τους είναι χαμηλό (ίσα με την τιμή 4-5 καφέδων σ’ έναν καφενέ) μα η αξία τους ανεκτίμητη, αφού αποτελούν μνημεία (με όλη τη σημασία της λέξης) του σύγχρονου πολιτισμού μας και ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης για μια πλουσιότερη ψυχική και πνευματική ζωή σε πείσμα των δύσκολων καιρών. Όπως λέει ο Μίκης: Ας βγει η ψυχή της μουσικής μας ακέραιη, ντυμένη με πάχνη και δροσοσταλίδες. Χορεύοντας με το ρωμαίικο νταούλι. Ας αφήσουμε τις επιδείξεις για τους λαούς που έχασαν την ψυχή τους κι ας τραγουδήσουμε απλά τους καημούς και τις ελπίδες της ρωμιοσύνης. Χρόνια μας πολλά και καλή ακρόαση!

Η πορεία προς το μέτωπο (Οδυσσέας Ελύτης)

Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης, Το άξιον εστί

Σύνθεση: 1961-1963, Παρίσι-Αθήνα
Λαϊκό ορατόριο σε τρία μέρη για λαϊκό τραγουδιστή, ψάλτη (βαρύτονο), αναγνώστη (ηθοποιό), λαϊκά όργανα, συμφωνική ορχήστρα και μικτή χορωδία

Μέρος Β’: Τα πάθη
Η πορεία προς το μέτωπο (ανάγνωσμα)

Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης
Αφήγηση: Μάνος Κατράκης
Έργο: Το άξιον εστί (1964)

Ξημερώνοντας τ’ Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί από Χειμάρρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ’ την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σχεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.

Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου φορές εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία-μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετό, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’ την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ’ αερόπλανα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το ’χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.

Κι ότι ήμασταν σιμά πολύ στα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες, μήτε αρρώστους και γερούς, μήτε φτωχούς και πλούσιους, το καταλαβαίναμε. Γιατί κι ο βρόντος πέρα, κάτι σαν καταιγίδα πίσω απ’ τα βουνά, δυνάμωνε ολοένα […] Ύστερα και γιατί, ολοένα πιο συχνά, τύχαινε τώρα ν’ απαντούμε, απ’ τ’ άλλο μέρος να ’ρχονται, οι αργές οι συνοδείες με τους λαβωμένους. Όπου απιθώνανε χάμου τα φορεία οι νοσοκόμοι, με τον κόκκινο σταυρό στο περιβραχιόνιο, φτύνοντας μέσα στις παλάμες, και το μάτι τους άγριο για τσιγάρο. Κι όπου κατόπι σαν ακούγανε για πού τραβούσαμε, κουνούσαν το κεφάλι, αρχινώντας ιστορίες για σημεία και τέρατα. Όμως εμείς το μόνο που προσέχαμε ήταν εκείνες οι φωνές μέσα στα σκοτεινά, που ανέβαιναν, καυτές ακόμη από την πίσσα του βυθού ή το θειάφι. «Όι όι, μάνα μου», «όι όι, μάνα μου», και κάποτε, πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα, ίδιο ροχαλητό, που ’λεγαν, όσοι ξέρανε, είναι αυτός ο ρόγχος του θανάτου.

Ήταν φορές που εσέρνανε μαζί τους κι αιχμαλώτους, μόλις πιασμένους λίγες ώρες πριν, στα ξαφνικά γιουρούσια που κάναν τα περίπολα. Βρωμούσανε κρασί τα χνώτα τους, κι οι τσέπες τους γιομάτες κονσέρβα ή σοκολάτες. Όμως εμείς δεν είχαμε, ότι κομμένα τα γιοφύρια πίσω μας, και τα λίγα μουλάρια μας κι εκείνα ανήμπορα μέσα στο χιόνι και στη γλιστράδα της λασπουριάς.

Τέλος, κάποια φορά, φανήκανε μακριά οι καπνοί που ανέβαιναν μεριές μεριές, κι οι πρώτες στον ορίζοντα κόκκινες, λαμπερές φωτοβολίδες.

Ο Μίκης Θεοδωράκης για «Το άξιον εστί»:

Με την ολοκλήρωση της σύνθεσης και της εκτέλεσης του Άξιον εστί του Οδυσσέα Ελύτη αισθάνομαι ότι έφτασα σ’ ένα τέρμα που συγχρόνως είναι (πρέπει να είναι) και μια αρχή.
Το έργο αυτό παρουσιάζει το πρόσωπό του μπροστά στο κοινό μας ακριβώς πέντε χρόνια ύστερα από την ολοκληρωτική στροφή μου προς την λαϊκή μας μουσική, με τον Επιτάφιο του Γιάννη Ρίτσου, το καλοκαίρι του 1959.
Έλεγα τότε πως μπαίνω μέσα στον στίβο του λαϊκού μας τραγουδιού σαν ένας μαθητής που φιλοδοξεί να γράψει το ίδιο απλά και αυθόρμητα όσο και οι λαϊκοί μας συνθέτες. Δεν ήταν σχήμα λόγου αυτό, αλλά μια αληθινή πράξη ζωής. Όμως για ποιο λόγο; Γιατί είχα πια σιγουρευτεί πως ο δρόμος της Δυτικής Τέχνης που μάθαμε στα ωδεία ήταν κλειστός, χωρίς διέξοδο.
Είχα πάει στην Ευρώπη για να ανακαλύψω καινούριους ορίζοντες και βρέθηκα κλεισμένος σε φανταστικές αποθήκες από μπετόν, γεμάτες μουσική από νάιλον.
Και όμως, εδώ στην πατρίδα μας, η μουσική ήταν ακόμα ζωντανή. Βέβαια το λαϊκό μας τραγούδι δεν είχε το μεγαλείο των ηχητικών αρχιτεκτονημάτων της δυτικής μουσικής. Η ουσία όμως είναι πως τα κλασικά λαϊκά μας τραγούδια είναι ολοκληρωμένα έργα που προσφέρουν ολοκληρωμένη αισθητική απόλαυση και επί πλέον συνδέονται άμεσα, ενεργητικά (και όχι μόνο μουσειακά) με τον λαό και στην εποχή μας, όπως άλλωστε συμβαίνει στις κλασικές περιόδους της Τέχνης.
Η μαθητεία μου αυτή μέσα στο λαϊκό μας τραγούδι είχε φυσικά πολλές πλευρές, πολλές αιχμές, πολλούς στόχους: αισθητικούς, παιδαγωγικούς και Κοινωνικούς. Το ελαφρό τραγούδι -έγραψα κάποτε- μας κάνει να ξεχνάμε. Το λαϊκό μάς κάνει να θυμόμαστε. Αυτή ακριβώς τη μνήμη του λαού μου όπως λέει και ο Ελύτης, ήθελα κυρίως να αφυπνίσω και να οξύνω.
Δεν αρνούμαι ότι βάδισα και πάλεψα οργανωμένα.
Το ευτύχημα για μένα είναι που το έργο μου αγαπήθηκε από εκείνους που θα έπρεπε να αγαπηθεί και μισήθηκε (και χτυπήθηκε) από εκείνους που έπρεπε να μισηθεί. Γεγονός που με βοήθησε αποφασιστικά να ακολουθήσω τον δρόμο που πίστευα και πιστεύω πως είναι ο σωστός. Κι αυτός ο δρόμος, ως προς την κατεύθυνση της αισθητικής, ονομάζεται σήμερα για μένα Άξιον εστί.

Ο Επιτάφιος, το Αρχιπέλαγος, η Πολιτεία και αργότερα Το τραγούδι του νεκρού αδελφού ήταν τέσσερις κύκλοι τραγουδιών, όπου, με ευλαβική θα ’λεγα προσοχή, επεδίωξα να μείνω πιστός στα γνωστά καλούπια, μελωδικά και ρυθμικά, του λαϊκού μας τραγουδιού. Όμως παράλληλα, έχοντας σαν μακροπρόθεσμο στόχο μου την δημιουργία έντεχνου μουσικού έργου, ολότελα νεοελληνικού, γύμναζα τα μουσικά μου όπλα επιχειρώντας εξόδους από τις αυστηρές φόρμες της λαϊκής μας μουσικής. Οι Λιποτάκτες και αργότερα τα Επιφάνια ήσαν γυμνάσματα αυτού του είδους, έως ότου γνώρισα το Άξιον εστί του Οδυσσέα Ελύτη.
Ήταν για μένα μια μεγάλη εύνοια της θεάς τύχης να βρεθώ μπροστά σ’ αυτό ακριβώς το ποιητικό έργο, που όλες θαρρείς οι διανοητικές, αισθητικές, συναισθηματικές και ιδεολογικές μου προσμονές και απαιτήσεις, είχαν στραμμένες τις κεραίες τους προς την κατεύθυνσή του. Αναδιφούσα τα νεοελληνικά ποιητικά έργα, το ένα μετά το άλλο. Προσκαλούσα τους φίλους μου ποιητές να προβληματισθούν, δίχως δυστυχώς να μπορώ να τους εξηγήσω «λογικά» τι ακριβώς ζητούσα. Βρισκόμουν τυλιγμένος μέσα σε ένα γόνιμο χάος.
Ο ταχυδρόμος της Fontaine au Roi στο Παρίσι περνούσε καθημερινά στις 3 μ.μ. Ήταν νομίζω Άνοιξη του ’61 που έλαβα το Άξιον εστί, δώρο ευγενικό του ποιητή και το ίδιο βράδυ είχα σχεδιασμένα τα δύο πρώτα μέρη. Την Γένεση και Τα Πάθη. Θέλω μ’ αυτό να δείξω πόσο ήδη ενυπήρχε μέσα μου αυτή η μουσική και δεν έμενε παρά το χτύπημα της ρομφαίας πάνω στον βράχο για να αναπηδήσει το ζωντανό νερό των ήχων.
Ως και η μορφή του έργου, με τις πλούσιες εναλλαγές του ποιητικού λόγου, του άλλοτε απέραντου σαν αρχιπέλαγος, του άλλοτε κατανυκτικού σαν ψαλμός ή του πειθαρχημένου σαν λαϊκό τραγούδι, μου προσέφερε εκπληκτικές δυνατότητες, που πολύ φοβούμαι πως δεν κατόρθωσα να τις εξαντλήσω μέσα σ’ αυτό το πρώτο μουσικό γύμνασμα.
Το πρόβλημα ήταν πώς να ισορροπήσω το καθαρά λαϊκό τραγούδι με τις έντεχνες μορφές της λαϊκής μουσικής,, καθώς παρουσιάζονται είτε από την ορχήστρα είτε από τον ψάλτη (βαρύτονο) είτε από την χορωδία.
Εδώ, στην έντεχνη επεξεργασία, προχώρησα με πρόθεση εντελώς αφαιρετική. Με τη συνείδηση θα ’λεγα αγιογράφου, που μισεί τη σάρκα, θέλοντας να ταυτίσει τη μορφή με την ψυχή.
Στο διάβολο, είπα, και τα εγκεφαλικά κοντραπούντα και οι πολύπλοκες αρμονικές, ρυθμικές και ενορχηστρωτικές σχέσεις. Ας βγει η ψυχή της μουσικής μας ακέραιη, ντυμένη με πάχνη και δροσοσταλίδες. Χορεύοντας με το ρωμαίικο νταούλι. Ας αφήσουμε τις επιδείξεις για τους λαούς που έχασαν την ψυχή τους κι ας τραγουδήσουμε απλά τους καημούς και τις ελπίδες της ρωμιοσύνης.
Μίκης Θεοδωράκης
(Σημείωμα στο εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης)

[Πηγή: ένθετο της έκδοσης του δίσκου που διένειμε η εφημερίδα Καθημερινή το 2011]

Μ’ αυτό το εμπνευσμένο του σημείωμα ο Μίκης Θεοδωράκης κάλυψε απόλυτα κάθε σκέψη που έχω κάνει τόσα χρόνια ακούγοντας το συγκεκριμένο έργο. Κάλυψε και τα συναισθήματά μου μετά από κάθε ανάγνωση της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής του Οδυσσέα Ελύτη. Ούτως ή άλλως είμαι βαθιά συγκινημένη που αξιώνομαι να παρουσιάσω αυτό το έργο (φυσικά, θα το ακούσουμε ατόφιο χωρίς να περιοριστούμε στα 5 λαϊκά του σκέλη). Δεν έχω να προσθέσω τίποτ’ άλλο παρά μόνο μια προτροπή:

Ας ακούσουμε με ευλαβική προσοχή για ακόμη μια φορά το Άξιον εστί. Στη μνήμη του Οδυσσέα Ελύτη, του Μάνου Κατράκη, του Γρηγόρη Μπιθικώτση και όλων των άλλων συντελεστών της πρώτης ηχογράφησης που δεν ζουν πια. Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Κώστα Παπαδόπουλο, τον Λάκη Καρνέζη, τον Θεόδωρο Δημήτριεφ που, ευτυχώς για όλους μας, συνεχίζουν να ζουν και να κινούνται ανάμεσά μας. Και ας αγοράσουμε τη μικρή μα θαυματουργή αυτή συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη και τον δίσκο στην πρώτη του εκτέλεση. Το κόστος τους είναι χαμηλό (ίσα με την τιμή 4-5 καφέδων σ’ έναν καφενέ) μα η αξία τους ανεκτίμητη, αφού αποτελούν μνημεία (με όλη τη σημασία της λέξης) του σύγχρονου πολιτισμού μας και ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης για μια πλουσιότερη ψυχική και πνευματική ζωή σε πείσμα των δύσκολων καιρών. Όπως λέει ο Μίκης: Ας βγει η ψυχή της μουσικής μας ακέραιη, ντυμένη με πάχνη και δροσοσταλίδες. Χορεύοντας με το ρωμαίικο νταούλι. Ας αφήσουμε τις επιδείξεις για τους λαούς που έχασαν την ψυχή τους κι ας τραγουδήσουμε απλά τους καημούς και τις ελπίδες της ρωμιοσύνης. Χρόνια μας πολλά και καλή ακρόαση!

Σταύρος Ξαρχάκος & Ιάκωβος Καμπανέλλης, Το μεγάλο μας τσίρκο

Το μεγάλο μας τσίρκο

Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Τραγούδι: Τζένη Καρέζη, Νίκος Ξυλούρης & θίασος της παράστασης «Το μεγάλο μας τσίρκο» (1973)
Δίσκος: Το μεγάλο μας τσίρκο (1974)

Μεγάλα νέα φέρνω από κει πάνω
περίμενε μια στάλα ν’ ανασάνω
και να σκεφτώ αν πρέπει να γελάσω
να κλάψω να φωνάξω
να φωνάξω ή να σωπάσω

Οι βασιλιάδες φύγανε και πάνε
και στο λιμάνι τώρα κάτω στο γιαλό
οι σύμμαχοι τους στέλνουν στο καλό

Καθώς τα μαγειρέψαν και τα φτιάξαν
από ξαρχής το λάκκο τους εσκάψαν
κι από κοντά οι μεγάλοι μας προστάτες
αγάλι-αγάλι εγίναν νεκροθάφτες

Και ποιος πληρώνει πάλι τα σπασμένα
και πώς να ξαναρχίσω πάλι απ’ την αρχή
κι ας ήξερα τουλάχιστον γιατί

Το ριζικό μου ακόμα τι μου γράφει
το μελετάνε τρεις μηχανορράφοι
Θα μας το πουν γραφιάδες και παπάδες
με τούμπανα παράτες
με παράτες και γιορτάδες

Το σύνταγμα βαστούν χωροφυλάκοι
και στο παλάτι μέσα οι παλατιανοί
προσμένουν κάτι νέο να φανεί

Στολίστηκαν οι ξένοι τραπεζίτες
ξυρίστηκαν οι Έλληνες μεσίτες
εφτά ο τόκος πέντε το φτιασίδι
σαράντα με το λάδι
με το λάδι και το ξίδι

Κι αυτός που πίστευε και καρτερούσε
βουβός φαρμακωμένος στέκει και θωρεί
τη λευτεριά που βγαίνει στο σφυρί

Λαέ, μη σφίξεις άλλο το ζωνάρι
μην έχεις πια την πείνα για καμάρι
Οι αγώνες που ’χεις κάνει δε ’φελάνε
το αίμα το χυμένο
το χυμένο αν δεν ξοφλάνε

Λαέ, μη σφίξεις άλλο το ζωνάρι
η πείνα το καμάρι είναι του κιοτή
του σκλάβου που του μέλλει να θαφτεί

Γιάννης Ποδιναράς, Τραγούδι σιωπηλό

Σταύρος Ξαρχάκος & Λευτέρης Παπαδόπουλος, Το παράπονο
(τραγούδι: Τζένη Καρέζη / ταινία: Τα κόκκινα φανάρια (1963) του Βασίλη Γεωργιάδη)

[Μέρος Β’]

Τραγούδι σιωπηλό

Κανείς δεν ακούει
τους χτύπους της καρδιάς
όταν ξεχειλίζει να πετάξει
πέρα από τα ποτάμια
που οριοθετούν
το θνητό πέρασμα.

Από τη συλλογή Φαράγγια των Αγγέλων (2008) του Γιάννη Ποδιναρά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Ποδιναράς

Οι μοιραίοι (Κώστας Βάρναλης & Μίκης Θεοδωράκης)

Κώστας Βάρναλης & Μίκης Θεοδωράκης, Οι μοιραίοι

Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Ανάγνωση ποιήματος: Μάνος Κατράκης
Τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Αντώνης Κλειδωνιάρης
Δίσκος: Πολιτεία Β’ (1964)

Mες στην υπόγεια την ταβέρνα,
μες σε καπνούς και σε βρισιές
απάνου εστρίγγλιζε η λατέρνα
όλ’ η παρέα πίναμε εψές,
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.

Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγής.
ω! πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!
Όσο κι ο νους αν τυραννιέται,
άσπρην ημέρα δε θυμιέται.

Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος του άσωτου ουρανού!
ω! της αβγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλλα του δειλινού,
λάμπετε-σβήνετε μακριά μας,
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!

(Tου ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος – ίδιο στοιχειό
τ’ άλλου κοντόμερη η γυναίκα
στο σπίτι λιώνει από χτικιό,
στο Παλαμήδι ο γιος του Mάζη
κ’ η κόρη του γιαβή στο Γκάζι.

― Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
― Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
― Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
― Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; Ποιος φταίει;… Κανένα στόμα
δεν τόβρε και δεν τόπε ακόμα.

Έτσι στην σκοτεινή ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί,
σαν τα σκουλήκια κάθε φτέρνα
όπου μας εύρει, μας πατεί:
δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα!
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!)