Νίνα Κοκκαλίδου-Ναχμία, Τώρα

Σταύρος Κουγιουμτζής & Μάνος Ελευθερίου, Τώρα που θα φύγεις
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Μικρές πολιτείες (1974))

Τώρα

Τώρα που μονάχα το δικό μου όνομα
δεν είναι στο στόμα σου
πρόσεξε τη νύχτα να μην ξεσκεπάζεσαι,
η κουρτίνα ανεμίζει σ’ όλους τους καιρούς
μα και η νύχτα είναι κρυφή∙
να θυμάσαι το χέρι μου όταν
μάζευε τις κουβέρτες από χάμω
μα πιο πολύ να θυμάσαι τ’ όνομά μου
για να μην ξεσκεπάζεσαι τη νύχτα.

*

Τώρα που το χνούδι φύτρωσε
στο μάγουλό σου
μην πεις πως ξεροκλαδιάζεται η ζωή κι ασχημαίνει
η πολιτεία έχει όνομα
και νόημα ο δρόμος∙
πότε πότε γύρνα το κεφάλι πίσω
καθώς θα πορεύεσαι.

Πότε πότε γύρνα το κεφάλι πίσω, παιδί
θα μικραίνεις την απόσταση που μεγαλώνει.

*

Όταν θα γυρίσεις θα μας εύρεις στην ίδια θέση
να καρτεράμε το αύριο,
πού και πού θα λέμε καμιά κουβέντα
για να θυμόμαστε πόσο είμαστε μεις
όσα αύριο κι αν περάσουν θ’ αναγνωρίσουμε το βήμα σου
μόνο που η καρδιά μας
μπορεί να μην έχει πια δύναμη να σκιρτήσει.

Από τη συλλογή Οι αποσταμένοι (1964) της Νίνας Κοκκαλίδου-Ναχμία

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίνα Κοκκαλίδου-Ναχμία

Μάνος Ελευθερίου: [Ο αδελφός του πρίγκιπα της Σκιάθου και της Σκοπέλου…]

Ο αδελφός του πρίγκιπα της Σκιάθου και της Σκοπέλου.
Οι αδελφές του οι Μεγάλες Δούκισσες
Ουρανία, Χαρίκλεια, Σοφία, Κυρατσούλα,
(μεταξωτά, δαντέλες και βελούδα και ταφτάδες)
ο άλλος που έφυγε μικρός, διάδοχος του θρόνου της ελιάς και πήρε αυτός τον τίτλο,
ο ίδιος Κύριος και Δεσπότης, πήρε το στέμμα και δέκα τίτλους
από τον πατέρα του, τον Δικαστή Ιερέα, γενιά κι αυτός
από το δεντρί του Ιούδα
–φαρμάκι μες στα φύλλα του γιαλού–
και την επικαρπία των κτημάτων τ’ ουρανού απ’ τη μητέρα του.

Γενιές γενεών οι πριγκίπισσες λύπες του κι από την κούνια του
προφήτες, όσιοι και μάρτυρες
και μοναχοί με το τρίχινο ράσο
και την καρδιά σα γυαλάκι της λάμπας
στο ταπεινό το γραφείο του ληξιάρχου εκεί
θα πρωτόγραψαν… Σήμερον, την 4ην του μηνός Μαρτίου, του έτους 1851,
ενώπιον εμού του Ληξιάρχου της πόλεως Σκιάθου
εμφανισθείς (ποιος εμφανίστηκε)
κι αργότερα, όσοι ψηλαφίζουν τα σκοτάδια και ζουν με το φως

Κι όσοι ψηφίζουν τη θάλασσα και ζουν στα βουνά
–αχ, πόσα, πόσα των άλλων, δικά μας, και μόνο γι’ αυτούς–
ως σμήνος απειράριθμον πτερωτών ψυχών οι άλλοι.
Καρτερείτε κι εμέ, να φωνάζει, καρτερείτε κι εμέ, να φωνάζω.
Κάπου, κάπου γίνεται μια δίκη για μας, ναι,
κάποιοι, ναι, κάπου δικάζουν, μακριά μάς δικάζουν ερήμην μας,
πληρωμένοι δικαστές, ψευδομάρτυρες, διάδρομοι, ναι, δικηγόροι,
και χρόνια χρόνια, ναι. Το κορμί του θα το βλέπει, πώς το βλέπει –
κι όλους που σκύβουν απ’ το ξανθό τους το άλογο και του δίνουν ελεημοσύνη.

Καθώς, λοιπόν, εσήμαινε ο όρθρος
κι ενώ στεκόταν μπρος στη βρύση να πλυθεί
και φανταζόταν μουσικές που είχε κλεισμένες
στα δίχτυα της ψυχής του
και τα νερά ιερουργούσαν ακόμη μες στον ύπνο του
εκεί για μας σταμάτησε η ζωή του
αλλά και για το σκοτεινό τρυγόνι
La diritta via era smarrita.

Δάντης: Η ευθεία οδός είχε χαθεί.

Από τη συλλογή Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου (2001) του Μάνου Ελευθερίου

Πληροφορίες για το βιβλίο (από το οπισθόφυλλό του):
Οι δύο πρώτες εκδόσεις της συλλογής Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου κυκλοφόρησαν στα 1975 και 1980 σε ελάχιστα αντίτυπα εκτός εμπορίου.
Σκοτεινό τρυγόνι αυτοαποκαλείται ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στο ποίημά του Προς τη μητέρα μου (1874).
Η μικρή ταπεινή εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου βρισκόταν στις αρχές του 20ού αιώνα στην οδό Άρεως, στο Μοναστηράκι, κι εκεί πήγαινε ο Γέροντας κι έψαλλε στις ολονυχτίες.
Το ποίημα είναι ένας φόρος τιμής και συγχρόνως μια παραληρηματική αλλά κατανυκτική συνομιλία του Μάνου Ελευθερίου με τον συγγραφέα της Φόνισσας. Τοιχογραφία με ψηφίδες από γεγονότα, πρόσωπα και συμβάντα της ζωής του μεγάλου πεζογράφου μέσα από επιστολές και λογοτεχνικά κείμενά του.
Μια εσωτερική συνομιλία κι ένα διάλογος σαν νυχτερινός ψαλμός οδύνης, ταπείνωσης και συγχρόνως θαυμασμός και προσευχή προς τον Γέροντα, που το 2001 «έκλεισαν» 150 χρόνια από τη γέννηση και 90 από την κοίμησή του.

Μάνος Ελευθερίου: [Στα πορφυρά τα σεντόνια του ύπνου…]

Στα πορφυρά τα σεντόνια του ύπνου
εκεί διαβάζει μονάχα το όνομά του
κιθαρωδός της νυκτός και οινοπότης
Και καθώς του έλαχεν ο κλήρος των θυμάτων
–αυτός ο συρράπτης επιφυλλίδων–
ολονέν εχανόταν στα δαιμόνια του ρέματος
κι οι νεκροί ας αγρυπνούν κι ας πληθύνονται
στην κοίμηση των λουλουδιών.

Πώς να δει το αλλιώς και πώς να το σφραγίσει
και χωρίς το σκοινί πώς ν’ ανεβάσει απ’ τις στέρνες τ’ αηδόνια
και να νηστεύει πριν ζωγραφίσει το μαρτύριο των ανθρώπων

Φεύγουνε φεύγουνε οι ζωντανοί ολοένα
νεκροί που ντύνονται τα λόγια της θαλάσσης
τον κόσμο πια τον βλέπει μες στα χέρια του
το μαύρο φάντασμα που είδε στο κορμί του
το μαύρο φάντασμα που ήταν το κορμί του
(κι ολοένα πιο λίγοι κι ολοένα πιο μόνοι
εκεί που τελειώνει μια εγκατάλειψη
και περιμένεις τη συκοφαντία).

Τι παρελθόν και τι κορμί Πάντα το ίδιο κάνει.

Από τη συλλογή Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου (2001) του Μάνου Ελευθερίου

Πληροφορίες για το βιβλίο (από το οπισθόφυλλό του):
Οι δύο πρώτες εκδόσεις της συλλογής Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου κυκλοφόρησαν στα 1975 και 1980 σε ελάχιστα αντίτυπα εκτός εμπορίου.
Σκοτεινό τρυγόνι αυτοαποκαλείται ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στο ποίημά του Προς τη μητέρα μου (1874).
Η μικρή ταπεινή εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου βρισκόταν στις αρχές του 20ού αιώνα στην οδό Άρεως, στο Μοναστηράκι, κι εκεί πήγαινε ο Γέροντας κι έψαλλε στις ολονυχτίες.
Το ποίημα είναι ένας φόρος τιμής και συγχρόνως μια παραληρηματική αλλά κατανυκτική συνομιλία του Μάνου Ελευθερίου με τον συγγραφέα της Φόνισσας. Τοιχογραφία με ψηφίδες από γεγονότα, πρόσωπα και συμβάντα της ζωής του μεγάλου πεζογράφου μέσα από επιστολές και λογοτεχνικά κείμενά του.
Μια εσωτερική συνομιλία κι ένα διάλογος σαν νυχτερινός ψαλμός οδύνης, ταπείνωσης και συγχρόνως θαυμασμός και προσευχή προς τον Γέροντα, που το 2001 «έκλεισαν» 150 χρόνια από τη γέννηση και 90 από την κοίμησή του.

Μάνος Ελευθερίου: [Περνάει ένας φονιάς…]

Περνάει ένας φονιάς και τον ρωτάει κατά πού πέφτει ο δρόμος. Αυτός του δείχνει τον δρόμο των αθώων.
— Εκεί εκεί θα πρέπει να σταθείς, του λέει, εκεί εκεί και θα τους δεις, εκεί θα τους γνωρίσεις. — Ποιους; τον ρωτάει ο φονιάς, — Γιατί αυτοί μονάχα, — Μα ποιους; ξαναρωτάει ο φονιάς, — Έχουν τα μάτια που κερδίζεται το φως. Κίνησε να φύγει ο φονιάς γελώντας και τον ευχαρίστησε. Τον φίλεψε μια φούχτα αλάτι και ψωμί, — Δεν έχω, λέει, άλλα, Κι είσαι μωρέ κι αλαφροΐσκιωτος. — Όλα τα έχεις, λέει αυτός. Καθώς έφευγε ξαναρωτάει ο φονιάς απ’ τ’ άλογό του. — Και δε μου λες, ποιος έκανε κουμάντο, κυρ-Αλέξαντρε, στη μοιρασιά του κόσμου, γιατί εγώ πήρα μονάχα έναν κλήρο απονιάς κι έτσι με ξέρει ο κόσμος. Λέει ο Αλέξανδρος. — Τον ουρανό τον βλέπεις και στη γη, αν βλέποντας το χώμα, μόνο εκείνον σκέπτεσαι. Λέει ο φονιάς. — Εγώ κοιτάζω ουρανό και τα ματάκια μου γεμίζουν αίμα. Κοιτάζω χώμα, πάλι αίμα. Το λοιπόν; Λέει ο Αλέξανδρος. — Το αίμα είναι ο ουρανός. Αν δεν τον βλέπεις, δε φταις εσύ. Κι είπε ο φονιάς. — Θέλω να δω. Λέει ο Αλέξανδρος. — Τα μάτια σου. Το αίμα δε σκορπίστηκε ακόμη. Κοίταξε πάλι, κοίταξε, κι όταν ξαναβρεθείς εδώ μου λες. Εδώ πάντα θα μ’ έβρεις. Λέει ο φονιάς. — Πάντα μαζί σου ήμουνα. Μόνο τώρα με βλέπεις; Κι έχει παράπονο κι αυτός κι έχει μια λύπη τώρα – σαν άνθρωπος που του τα πήραν όλα ξαφνικά. Λέει ο Αλέξανδρος. — Υπάρχουμε κι οι δυο κάτω από κείνο που πονάς και μέσα σε κείνο που ο ένας το κρατάει σφιχτά κι ο άλλος του κρατάει το χέρι μην το χάσει. — Δεν είναι αυτό το δύσκολο, του λέει ο φονιάς. Εγώ σου λέω άλλα. Πάντα μαζί σου και με στέρηση. — Κατάλαβα, του λέει ο Αλέξανδρος. Είμαι ο φονιάς μου. Γιατί εσύ κρατάς από το γένος λουλουδιών κι από φυλές που ευωδιάζουν τα γραπτά τους, γιατί κοιμούνται μέσα τους πουλιά. Εγώ φυλάω τη σκοπιά σε τούτο τον αιώνα, κι ο κλήρος μου είναι των θυμάτων. Κι είμαι αυτό κι αυτός που επιθυμείς κι εγώ το προσκυνώ, ο Κύριός μου κι ο Δεσπότης μου.

Το ρωμαίικο, αυτό ας όψεται.
Δεν έχει τέλος ο πόνος ο ελληνικός.

Από τη συλλογή Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου (2001) του Μάνου Ελευθερίου

Πληροφορίες για το βιβλίο (από το οπισθόφυλλό του):
Οι δύο πρώτες εκδόσεις της συλλογής Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου κυκλοφόρησαν στα 1975 και 1980 σε ελάχιστα αντίτυπα εκτός εμπορίου.
Σκοτεινό τρυγόνι αυτοαποκαλείται ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στο ποίημά του Προς τη μητέρα μου (1874).
Η μικρή ταπεινή εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου βρισκόταν στις αρχές του 20ού αιώνα στην οδό Άρεως, στο Μοναστηράκι, κι εκεί πήγαινε ο Γέροντας κι έψαλλε στις ολονυχτίες.
Το ποίημα είναι ένας φόρος τιμής και συγχρόνως μια παραληρηματική αλλά κατανυκτική συνομιλία του Μάνου Ελευθερίου με τον συγγραφέα της Φόνισσας. Τοιχογραφία με ψηφίδες από γεγονότα, πρόσωπα και συμβάντα της ζωής του μεγάλου πεζογράφου μέσα από επιστολές και λογοτεχνικά κείμενά του.
Μια εσωτερική συνομιλία κι ένα διάλογος σαν νυχτερινός ψαλμός οδύνης, ταπείνωσης και συγχρόνως θαυμασμός και προσευχή προς τον Γέροντα, που το 2001 «έκλεισαν» 150 χρόνια από τη γέννηση και 90 από την κοίμησή του.

Μάνος Ελευθερίου: [Χαμογελούσε σαν τ’ αγάλματα…]

Χαμογελούσε σαν τ’ αγάλματα.
Κομμένα δάχτυλα σπασμένα χείλη σαν από σκόρο
φαγωμένα κι από λέπρα
και μέσα του ένα άλλο στερέωμα ήτανε χώρες
άγνωστες με γλώσσες έντρομες και μια γραφή
καθώς το ζώο το πληγωμένο που αγριεύει.

Στάθηκε λίγο να φωτογραφηθεί.
Vite, vite, ψιθυρίζει στον Νιρβάνα.
Vite, vite, ψιθυρίζει ανήσυχος
μα για ποιον και τι σημαίνει,
Nous excitons la curiosité du public,
ίσως για κείνα τα παιδιά τους γαβριάδες
που τον τριγύριζαν περίεργα να δουν την ανακάλυψη
πανόραμα ή τον Μανόλη Αναγνωστάκη που μου το ’λεγε
και τ’ άκουγε κι ο Σπύρος Βραχωρίτης τς… τς… τς…
Με τον Νιρβάνα πάλι και τον πολλά υποσχόμενο Αυγέρη, τότε–
στα μέρη της Αγίας της Ειρήνης, εκεί στο ταβερνάκι
θα πει στον νεαρό τον φίλο του απ’ την Αίγυπτο
καθώς θα σκύβει για να φάει
τι ωραίος που είναι ο τράχηλός σου
και θα το λέει με καμάρι πια ο Αυγέρης
καθώς που λένε κάποτε οι άνθρωποι όταν πίνουν
για ιστορίες του στρατού ή κατακτήσεις.

Όταν μιλούν γι’ αυτόν
μου ’ρχονται στο μυαλό μαραγκιασμένοι άνθρωποι
στεγνοί σα στέρνες και μισοί από παλιές
και κληρονομικές αρρώστιες, ανάπηροι απ’ τις φυλακές,
τον πόλεμο, τις εξορίες,
που έχουν τυλίξει το λιβάνι σε χαρτάκια
και το πουλούν στα πανηγύρια
κι έξω απ’ τα νεκροταφεία.

Από τη συλλογή Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου (2001) του Μάνου Ελευθερίου

Πληροφορίες για το βιβλίο (από το οπισθόφυλλό του):
Οι δύο πρώτες εκδόσεις της συλλογής Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου κυκλοφόρησαν στα 1975 και 1980 σε ελάχιστα αντίτυπα εκτός εμπορίου.
Σκοτεινό τρυγόνι αυτοαποκαλείται ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στο ποίημά του Προς τη μητέρα μου (1874).
Η μικρή ταπεινή εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου βρισκόταν στις αρχές του 20ού αιώνα στην οδό Άρεως, στο Μοναστηράκι, κι εκεί πήγαινε ο Γέροντας κι έψαλλε στις ολονυχτίες.
Το ποίημα είναι ένας φόρος τιμής και συγχρόνως μια παραληρηματική αλλά κατανυκτική συνομιλία του Μάνου Ελευθερίου με τον συγγραφέα της Φόνισσας. Τοιχογραφία με ψηφίδες από γεγονότα, πρόσωπα και συμβάντα της ζωής του μεγάλου πεζογράφου μέσα από επιστολές και λογοτεχνικά κείμενά του.
Μια εσωτερική συνομιλία κι ένα διάλογος σαν νυχτερινός ψαλμός οδύνης, ταπείνωσης και συγχρόνως θαυμασμός και προσευχή προς τον Γέροντα, που το 2001 «έκλεισαν» 150 χρόνια από τη γέννηση και 90 από την κοίμησή του.

Μάνος Ελευθερίου: [Τον είδα να τρέχει δίπλα μου…]

Τον είδα να τρέχει δίπλα μου πλάι στο συρματόπλεγμα, Κρατούσε λάμπα και το στόμα του ανοιχτό, Σαν τη νύχτα το στόμα του και μια νύχτα, Και τα νύχια του σαν το θειάφι, Ποιον γύρευε; Ποιος τον ζητούσε; Από καιρό κι από χρόνια μας το ’λεγε πως Κάποιος, Κάποιος θά ’ρθει να τον ζητήσει, Τον ζήτησε ή πέρασε και τον ζητούσε, Μάλλον θα τον ζητήσει καταλάβαμε, Γιατί τα ρούχα του τα καλά και τα μαύρα τα φύλαγε στο μπαούλο διπλωμένα προσεκτικά, Και στις ηλιόλουστες μέρες τα ’βγαζε και τα κοίταζε και τα ξεσκόνιζε–

Η Σοφία δεν μπορεί πια ν’ ασχολείται με δουλειές του σπιτιού, η Χαρίκλεια το ίδιο, η Ουρανία και ο Γεώργης έχουν φύγει, ο πατέρας και η μάνα έχουν φύγει, Κάθεται, που λες, η Σοφία στο περβάζι και κοιτάζει περαστικούς, Ποιος, ποιος να περάσει τέτοια ώρα, Κανείς κανείς δεν περνά, Περισσότερο λογαριάζει πως θα περάσει, Τον σκέπτεται και τον μεταμορφώνει όπως εκείνη θέλει, Καμιά φορά τα βράδια συζητά με φίλες της τα νέα, Τα παλιά εκείνα, ξέρεις, που παίρνουν ξαφνικά μιαν άλλη διάσταση και την τάξη που εμείς τους δίνουμε, Και δεν είναι πια τα δικά μας προβλήματα και μήτε των άλλων και δεν είναι κανενός. Τελικά, μονάχα η Κυρατσούλα, εκείνη αντέχει και είναι εύθραυστη και λευκή και φέγγει σαν ωραίος βασανισμένος όρθιος στίχος. Αυτή ποτίζει το παρτέρι με τον μαϊντανό, τον άνηθο και τα κουκιά, Κι αυτή πάλι πηγαίνει στα χωράφια και μαζεύει τις ελιές.

Έτρεχε κι έτρεχε πλάι στο συρματόπλεγμα και το στόμα του ανοιχτό και σαν τη νύχτα, Μια νύχτα το στόμα του, Και κάτι άλλο, Κάτι σαν λάβαρο σαν εξαπτέρυγο τον κυνηγούσε ή το κρατούσε και δε φαινότανε στην απόσταση, Τα δόντια του κίτρινα κι ένα χρυσό, στο βάθος, γυάλιζε μέχρι τον Κάτω Κόσμο, Αλλά εκείνος που περίμενε δεν ήρθε και μήτε ως μαύρο φάντασμα– Κι ίσως εμείς μονάχα δεν τον είδαμε, αν και να ’ρχόταν πώς θα τον βλέπαμε, Και πώς θα γνωρίζαμε το κορμί του χωρίς τα σημάδια του Αθώου που παιδεύτηκε;

Ήρθε, επέμενε, ήρθε και θά ’ρθει και θα ξανάρθει, αλλά του ’λειπε το φως, το κάτι, Να κρατάει λάμπα κερί λάβαρο ή εξαπτέρυγο, Κι εκείνος πήγαινε προς τα εκεί να του δώσει βοήθεια –ποια βοήθεια– και να κρατάει σκοπιά και να δίνει σινιάλο με τη βαρκούλα που θα ’ρχότανε. Στο τέλος τα μπέρδευε, μας μπέρδευε, κι ο ίδιος μπερδευόταν πιο πολύ, εγώ είμαι μονάχα για να γράφω, λέει κάποτε, Αλλά τον άλλον, τον βρήκανε κάποιοι άλλοι, όπως γίνεται πάντα με τους άλλους για τα δικά μας, Στον δρόμο στεκότανε, σ’ ένα γεφύρι και συζητούσε με τα πουλιά, τώρα ποια πουλιά και ποια γεφύρια μην τα ρωτάς, αναπαύσου μονάχα, κοιμήσου, Το σώμα του έλαμπε, λέει, μαλαματένιο, Πορφύρες και μουσικές ήτανε τα μαλλιά του, τα άλλα προφάσεις για ν’ ακούγονται θαύματα για κείνη την Παναγία στον λόφο, Και για να γράφουν οι κλεπταποδόχοι. Μασούσε μας λένε ευκάλυπτο και σα να παραμιλούσε, ντυμένος τον Άδη με την παντιέρα για τον βυθό που βούλιαζε αυτός κι εκείνος, η ζωγραφιά– ο ετοιμόρροπος αιώνας.

Από τη συλλογή Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου (2001) του Μάνου Ελευθερίου

Πληροφορίες για το βιβλίο (από το οπισθόφυλλό του):
Οι δύο πρώτες εκδόσεις της συλλογής Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου κυκλοφόρησαν στα 1975 και 1980 σε ελάχιστα αντίτυπα εκτός εμπορίου.
Σκοτεινό τρυγόνι αυτοαποκαλείται ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στο ποίημά του Προς τη μητέρα μου (1874).
Η μικρή ταπεινή εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου βρισκόταν στις αρχές του 20ού αιώνα στην οδό Άρεως, στο Μοναστηράκι, κι εκεί πήγαινε ο Γέροντας κι έψαλλε στις ολονυχτίες.
Το ποίημα είναι ένας φόρος τιμής και συγχρόνως μια παραληρηματική αλλά κατανυκτική συνομιλία του Μάνου Ελευθερίου με τον συγγραφέα της Φόνισσας. Τοιχογραφία με ψηφίδες από γεγονότα, πρόσωπα και συμβάντα της ζωής του μεγάλου πεζογράφου μέσα από επιστολές και λογοτεχνικά κείμενά του.
Μια εσωτερική συνομιλία κι ένα διάλογος σαν νυχτερινός ψαλμός οδύνης, ταπείνωσης και συγχρόνως θαυμασμός και προσευχή προς τον Γέροντα, που το 2001 «έκλεισαν» 150 χρόνια από τη γέννηση και 90 από την κοίμησή του.

Μάνος Ελευθερίου: [Μ’ ένα κλαδάκι ουρανού…]

Μ’ ένα κλαδάκι ουρανού ανάμεσα στα δόντια του (δώρο της νύφης της Φραγκογιαννούς, μόνο και μόνο γιατί πέρασε απ’ την πόρτα της), Και το κεφάλι σκυμμένο, Σα να ’ταν πάνω σε άλογο, Και να ’χε πάρει, λέει, τους δρόμους, Καθώς που βγαίνουν κάποτε στις πόρτες κι η ζητιανιά χαράζει τον αρμυρό σταυρό στα χέρια τ’ απλωμένα, Του λοιμικού καιρού τους δρόμους, Εκεί που οι άνθρωποι δε χωρατεύουν με στιχάκια παρά μονάχα θέλουν θαύματα– και θαύματα χειροπιαστά.

Τι να τα κάνουν τα βιβλία και το λόγια; Και τα μηνύματα του έξω κόσμου, ο Παλαμάς τα διαβάζει όρθιος στα βιβλιοπωλεία.

Τι να σου δώσει ο «Πυγμαλίων» κι ο «Αλφρέδος»
δεκαεννιά χρονώ και μόνος μες στον Πειραιά
–με τ’ άδικο και τον μπαλτά της επαρχίας το παιδί–
τα έκπληκτα μάτια του ανακαλύπτουν το κορμί του
τώρα που η κάμαρα είναι δική του
τώρα που η σάρκα του είναι δική του
κι ας μην το γράφει πουθενά, κι ας μην το λέει,
το μαστιγώνει, το σκοτώνει το κορμί του∙
βρίσκει μονάχα να μας πει πως εντός του ατμοπλοίου
δεν ημπόρεσε να γλιτώσει τον ναύλον
(πρώτη κατάθεση στο Δικαστήριο του Πατέρα του)
και άνω κάτω τρέχει, λέει,
ως να επρόκειτο να καταμετρήσει τους δρόμους
της μεγάλης Αθήνας και να χορτάσει κονιορτόν, Και
φυσικά, κι αυτό γραμμένο εν άκρᾳ βίᾳ.
Και πόνος ανεκλάλητος, τριάντα χρόνια ύστερα, θα γράψει,
το παρελθόν του θα το βλέπει με τα ίδια του τα μάτια.
Το είδε ως μαύρο φάντασμα.

Τι παρελθόν και τι κορμί – το ίδιο κάνει.

Μ’ ένα κλαδάκι ουρανού, το λοιπόν, και σα να περνούσε τον σκοτεινό καιρό ψηλαφώντας, Και Κάποιος Κάποιος τον πλησίασε, καθώς τα ιστορούνε κλαίγοντας καμιά φορά οι γριές πώς τις πλησίασε η Παναγία, Και τα μπαλωμένα τα ρούχα του λάμπανε στο στερέωμα, Και σαν Άγγελος ήτανε μες στα οράματά του και ήτανε, λέει, ζητιάνος, Κι ο άλλος σκύβει να του χαϊδέψει το κεφάλι,

αλλά ο καιρός είναι λίγος και στενός και λειψός

κι η Ουρανία χαμένη, ξεχασμένη, σκορπισμένη, ψίχουλο μουσικής και νύχτα νύχτα, μαζί κι ο αδελφός του ο Γεώργης, και σαν το ζέον που εκοκκίνησε την γην, Κι ο καβαλάρης κατεβαίνει από τ’ άλογο, Και του δένει τις πληγές, Και του προσφέρει κρασί, Και τον ξαπλώνει στην αμμουδιά, Και τον ρωτάει τα νέα του κόσμου, Κι εκείνος πάλι παίρνει το κερί, Και πάλι τρέχει στις ερημιές, Κι ας τον ζητάει ο άλλος κι ας τον φωνάζει ο άλλος, Στις ερημιές, θυμάται, του Άδη που κατοίκησε, Και ξέρει πως ένας άλλος κιόλας, παρόμοια κάπου αλλού θα σκύβει από τ’ άλογό του,
Αφού μόνο οι άλλοι πάντα και πάντα έτσι κάνουν.
Κι έτσι ακούγονται οι Ώρες της καρδιάς του.

Από τη συλλογή Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου (2001) του Μάνου Ελευθερίου

Πληροφορίες για το βιβλίο (από το οπισθόφυλλό του):
Οι δύο πρώτες εκδόσεις της συλλογής Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου κυκλοφόρησαν στα 1975 και 1980 σε ελάχιστα αντίτυπα εκτός εμπορίου.
Σκοτεινό τρυγόνι αυτοαποκαλείται ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στο ποίημά του Προς τη μητέρα μου (1874).
Η μικρή ταπεινή εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου βρισκόταν στις αρχές του 20ού αιώνα στην οδό Άρεως, στο Μοναστηράκι, κι εκεί πήγαινε ο Γέροντας κι έψαλλε στις ολονυχτίες.
Το ποίημα είναι ένας φόρος τιμής και συγχρόνως μια παραληρηματική αλλά κατανυκτική συνομιλία του Μάνου Ελευθερίου με τον συγγραφέα της Φόνισσας. Τοιχογραφία με ψηφίδες από γεγονότα, πρόσωπα και συμβάντα της ζωής του μεγάλου πεζογράφου μέσα από επιστολές και λογοτεχνικά κείμενά του.
Μια εσωτερική συνομιλία κι ένα διάλογος σαν νυχτερινός ψαλμός οδύνης, ταπείνωσης και συγχρόνως θαυμασμός και προσευχή προς τον Γέροντα, που το 2001 «έκλεισαν» 150 χρόνια από τη γέννηση και 90 από την κοίμησή του.

Μάνος Ελευθερίου: [Χαμογελούσε σαν τ’ αγάλματα…]

Χαμογελούσε σαν τ’ αγάλματα που είναι ακόμη στα υπόγεια των μουσείων∙
κομμένα δάχτυλα σπασμένα χείλη

(τι ν’ άγγιξαν τι φίλησαν ποιος τα προσκύνησε
κι εσύ ονειρεύεσαι πως άνοιξα την πόρτα,
ποια πόρτα ποιο παράθυρο Το σπίτι αυτό, τα χρόνια
αυτά, τα λόγια εκείνα
μήτε παράθυρο και μήτε πόρτα
με πόλεμο και μ’ άλλο πόλεμο, ποιο πόλεμο ποια εποχή
άφησα τις αρβύλες μου στο πεζούλι και προχώρησα
το σπίτι άδειο, –Ποιο σπίτι και ποιος κήπος, τι μου λες
Αυτά τα όνειρα δεν έχουν γιατρικά
κι αυτές οι λέξεις που έχεις γράψει στα πατώματα
φαρμακερές σαΐτες σημαδεύουν την καρδιά του καιρού)

έλεγα, λοιπόν, για τ’ αγάλματα∙ κομμένα δάχτυλα
σπασμένα χείλη
μπαίνω στο σώμα τους τη νύχτα κι από κει κατασκοπεύω τον αιώνα μου
τα βλέπεις κάποτε μ’ ένα φεγγάρι τούρκικο
στεφανωμένα με τις δάφνες και τις προσφορές
λείψανα παλαιών αγνώστων ναυαγίων
«ευχαριστώ», κομμένα πόδια και καράβια
τα βλέπεις να περνούν σ’ έναν αράπικο ουρανό
φόρεσε κάτι, ένα μάλλινο στους ώμους
τρυπάει τ’ αγιάζι σαν κι αυτό που θες να πεις
πες το λοιπόν να σώσω την ψυχή μου.

Να σώσω αυτό το δέρμα που με φυλακίζει.
Αυτό το δέρμα και το αίμα και τα κόκαλα.
Το τζακισμένο σώμα μου που μ’ έχει φυλακίσει τρεις αιώνες.

Από τη συλλογή Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου (2001) του Μάνου Ελευθερίου

Πληροφορίες για το βιβλίο (από το οπισθόφυλλό του):
Οι δύο πρώτες εκδόσεις της συλλογής Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου κυκλοφόρησαν στα 1975 και 1980 σε ελάχιστα αντίτυπα εκτός εμπορίου.
Σκοτεινό τρυγόνι αυτοαποκαλείται ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στο ποίημά του Προς τη μητέρα μου (1874).
Η μικρή ταπεινή εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου βρισκόταν στις αρχές του 20ού αιώνα στην οδό Άρεως, στο Μοναστηράκι, κι εκεί πήγαινε ο Γέροντας κι έψαλλε στις ολονυχτίες.
Το ποίημα είναι ένας φόρος τιμής και συγχρόνως μια παραληρηματική αλλά κατανυκτική συνομιλία του Μάνου Ελευθερίου με τον συγγραφέα της Φόνισσας. Τοιχογραφία με ψηφίδες από γεγονότα, πρόσωπα και συμβάντα της ζωής του μεγάλου πεζογράφου μέσα από επιστολές και λογοτεχνικά κείμενά του.
Μια εσωτερική συνομιλία κι ένα διάλογος σαν νυχτερινός ψαλμός οδύνης, ταπείνωσης και συγχρόνως θαυμασμός και προσευχή προς τον Γέροντα, που το 2001 «έκλεισαν» 150 χρόνια από τη γέννηση και 90 από την κοίμησή του.

Μάνος Ελευθερίου: [Καθόταν η Φραγκογιαννού…]

Καθόταν η Φραγκογιαννού στο πεζουλάκι της αυλής
και μπάλωνε τα ρούχα της φαμίλιας της
κι απ’ τη κληματαριά της
χοντρές σταγόνες το σκοτάδι σα χαλάζι
έριχνε ο ήλιος του μεσημεριού στην ποδιά της

αλλά εκείνος περιδιάβαζε στις άλλες αμμουδιές
κι έτρεχε κι έτρεχε
λες να προλάβει τον εαυτό του
εκεί που η ψυχή του ανθρώπου αγκυλώνει το άδικο

καθώς όταν σηκώνεται το χέρι του φονιά
και το μαχαίρι γράφει απ’ την αρχή τον κόσμο.

Από τη συλλογή Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου (2001) του Μάνου Ελευθερίου

Πληροφορίες για το βιβλίο (από το οπισθόφυλλό του):
Οι δύο πρώτες εκδόσεις της συλλογής Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου κυκλοφόρησαν στα 1975 και 1980 σε ελάχιστα αντίτυπα εκτός εμπορίου.
Σκοτεινό τρυγόνι αυτοαποκαλείται ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στο ποίημά του Προς τη μητέρα μου (1874).
Η μικρή ταπεινή εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου βρισκόταν στις αρχές του 20ού αιώνα στην οδό Άρεως, στο Μοναστηράκι, κι εκεί πήγαινε ο Γέροντας κι έψαλλε στις ολονυχτίες.
Το ποίημα είναι ένας φόρος τιμής και συγχρόνως μια παραληρηματική αλλά κατανυκτική συνομιλία του Μάνου Ελευθερίου με τον συγγραφέα της Φόνισσας. Τοιχογραφία με ψηφίδες από γεγονότα, πρόσωπα και συμβάντα της ζωής του μεγάλου πεζογράφου μέσα από επιστολές και λογοτεχνικά κείμενά του.
Μια εσωτερική συνομιλία κι ένα διάλογος σαν νυχτερινός ψαλμός οδύνης, ταπείνωσης και συγχρόνως θαυμασμός και προσευχή προς τον Γέροντα, που το 2001 «έκλεισαν» 150 χρόνια από τη γέννηση και 90 από την κοίμησή του.

Μάνος Ελευθερίου: [Στις ερημιές του Άδη που κατοίκησε…]

Στις ερημιές του Άδη που κατοίκησε, μονάχα τρωκτικά τα χρόνια ετοίμαζαν μελανοχίτωνες
θρόνους να πέφτουν και λαούς να ντύνονται τη στάχτη
κι αράχνες άγνωστες και πουλιά σιδερένια
να κακουργούν τον ουρανό.
Το γένος των φονιάδων πια πληθύνεται.
Σε μυστικά εργοστάσια με το κρυφό τους χέρι
εκεί ετοιμάζουνε θανάτους και θανάτους
κι εκεί το θολωμένο μάτι τους
σφραγίζει τον ξανθό καιρό.

Άγγελοι Άγγελοι κολυμπούν μες στα πηγάδια που ονειρεύεται
αυτός μια βρυσούλα μονάχα έχει στα μάτια του
και την καρδιά του μαύρο και λιωμένο κουβάρι.

Όμως τι άλλο να του κάνει η Θεοτόκος.
Με φώτα χρυσά του στολίζει το μαξιλάρι
εκείνη του ράβει τα κουμπιά του σακακιού
μπαλώνει τα τριμμένα ρούχα, τα μεταποιεί,
εκείνη ανοίγει την πορτούλα
τάγματα και συντάγματα και στρατιές
στο καμαράκι όπου δεν έχει να πληρώσει ενοίκιο.

Φεύγουνε φεύγουνε οι νεκροί ολοένα
κι άλλοι που ζήσανε τον κόσμο σα νεκροί
Νέα Ζωή, Εστία, Παναθήναια, Μη Χάνεσαι,
δρόμοι της Μυτιλήνης, της Σμύρνης, της Κωνσταντινούπολης,
ονόματα σα χρώματα που σβήνουν στο νερό
κι ο Αλεξανδρινός που τον υπερασπίζεται η κορυφή των κορυφών τον ονομάζει.
Τώρα, δυο τρεις κορδέλες, το τυρί, ελιές, λακέρδα,
κι άλλοτε στο χαρτί λίγος χαλβάς ή ταραμάς
και ο γενναίος φίλος του κυρ-Στέφανος ο αμαξάς
μαζί κι αυτός δεμένος στο άρμα (είχε άρμα;)
του προφήτη Ελισσαίου.

Τι να καταλάβει απ’ αυτά ο δόλιος Κάπα Σκόκος
όταν του γράφει… αν έχητε κανέν εύμορφον
νησιωτικόν διηγηματάκι… και ευθύς άμα τη λήψει
θα σας εμβάσω… το εκ δραχμών 25 ισότιμον…
Πάλι καλά που τον ασπάζεται μετά φιλίας και τιμής
ο Κάπα Σκόκος.

Αλλά ο καιρός είναι στενός με μια χαραματιά μονάχα
ίσα ίσα για να μπαίνουν στο σκοτεινό κατώι
δυο τρεις κλωστές του ήλιου
ίσα ίσα για να βλέπει τα καρφιά
και να καρφώνει τα φέρετρα των φίλων του.

Από τη συλλογή Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου (2001) του Μάνου Ελευθερίου

Πληροφορίες για το βιβλίο (από το οπισθόφυλλό του):
Οι δύο πρώτες εκδόσεις της συλλογής Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου κυκλοφόρησαν στα 1975 και 1980 σε ελάχιστα αντίτυπα εκτός εμπορίου.
Σκοτεινό τρυγόνι αυτοαποκαλείται ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στο ποίημά του Προς τη μητέρα μου (1874).
Η μικρή ταπεινή εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου βρισκόταν στις αρχές του 20ού αιώνα στην οδό Άρεως, στο Μοναστηράκι, κι εκεί πήγαινε ο Γέροντας κι έψαλλε στις ολονυχτίες.
Το ποίημα είναι ένας φόρος τιμής και συγχρόνως μια παραληρηματική αλλά κατανυκτική συνομιλία του Μάνου Ελευθερίου με τον συγγραφέα της Φόνισσας. Τοιχογραφία με ψηφίδες από γεγονότα, πρόσωπα και συμβάντα της ζωής του μεγάλου πεζογράφου μέσα από επιστολές και λογοτεχνικά κείμενά του.
Μια εσωτερική συνομιλία κι ένα διάλογος σαν νυχτερινός ψαλμός οδύνης, ταπείνωσης και συγχρόνως θαυμασμός και προσευχή προς τον Γέροντα, που το 2001 «έκλεισαν» 150 χρόνια από τη γέννηση και 90 από την κοίμησή του.