Βύρων Λεοντάρης, Η σκάλα

Η σκάλα

Κακή εποχή σε ξένο κι άγνωστο σκοτάδι
οι δρόμοι χρόνια τώρα πεθαμένοι και σβησμένα τα σημάδια
κακή εποχή, ανεμόβροχο σπάει τα τζάμια στις ψυχές μας
κι οι σκιές των ανθρώπων μέσα μας φτερούγες τσακισμένες
ένας καιρός ερείπιο
κι η σκάλα που ανεβαίνω πότε να τυλίγεται στα πόδια μου σαν φίδι
και πότε να βυθίζεται σαν βίδα στο μυαλό…

Αθώο ξεκίνημα, μοναχικέ λυγμέ πάνω απ’ τη θλίψη
με μολυβένια τώρα τα φτερά
χάνοντας ολοένα ύψος – όπως τόσες
απόπειρες αθανασίας που κατακάθισαν σ’ ένα επιτύμβιο χαμόγελο
αθώο ξεκίνημα, πού μ’ έφερες, πού μ’ έφερες…

Ίλιγγοι και στροφές
τρεκλίσματα μες στους λαβύρινθους
χειρονομίες σακάτισσες
σκέψεις γριές σερνάμενες πιασμένες απ’ τους τοίχους
μια υγρασία πανικού ως το κόκαλο κι όλοι γυρεύουν να σωθούν
κρεμιούνται απ’ τα καλώδια κι απ’ τις φλέβες τους
κυκλοφορούν μ’ ένα μαχαίρι στην καρδιά σαν φυλαχτό
κλειδώνουνε τις πόρτες ψάχνονται για τη χαμένη αφή τους
– άλλοι στους τοίχους κολλημένοι κάνουν τα παράθυρα
κι άλλοι τρέχουνε, τους ανοίγουν και πηδάνε στο κενό
και τι μπορούμε εμείς να κάνουμε και τι μπορούμε
μέσα στο στοιχειωμένο αυτό οικοδόμημα
κεριά που σβήνουμε στο βάθος των διαδρόμων
στίχοι που κλαίμε σαν παιδιά στα σκαλοπάτια
γιατί ποτέ ποτέ δε μπορέσαμε να προλάβουμε το έγκλημα
– φτάσαμε πάντα αργά μπροστά στις κλειδωμένες πράξεις
το αίμα κυλούσε πια κάτω απ’ τις χαραμάδες
κι η κούραση κι ο φόβος όλο να πληθαίνουν στην ατέλειωτη αυτή σκάλα

Όλες τις μοναξιές τις έζησα
ελπίζοντας και μη ελπίζοντας
όμως τη μοναξιά της τέχνης πώς να την αντέξω
τη σκόνη πάνω στο βιβλίο
τα λόγια που σηκώνονται τις νύχτες σαν αγάλματα
κι ανάβουνε τα φώτα σε αδειανές ψυχές
κι αρχίζουν να χτυπούν στους τοίχους το κεφάλι τους ουρλιάζοντας
– είναι μια κρίση δημιουργίας μόνο ή μήπως είναι
το τέλος, η κατάρρευση της σκέψης, η ερημιά
ανάμεσα σε ανεπανόρθωτα φθαρμένα σύμβολα και εικόνες
που ηχούν σαν κούφιες προσωπίδες

Γιατί δεν είναι μόνο ο χρόνος που μας φθείρει μα κι ο χώρος
σημεία το δείχνουν καθαρά, ο χώρος εκδικείται
παραμορφώνει τις δομές και κατατρώει τα σώματα
σκάβει βαθιά κενά κουφώνοντας μορφές και σωθικά – έτσι κι ο λόγος
φαγώθηκε σιγά σιγά από σιωπές και χάσματα
Τι μέλλει ακόμα να ειπωθεί και ποια η έκφραση μες στη χαμένη ισορροπία;

Είπαμε τόσες φτήνιες, έτσι που ’γινε κι η δημιουργία διαστροφή
και τώρα ετούτη η κούραση δεν είναι σαν τις άλλες
δεν έρχεται απ’ το παρελθόν αλλά απ’ το μέλλον
όπως η σκόνη αυτή που κατεβαίνει από τα πάνω δώματα
όπως το αίμα αυτό που στάζει από τα πάνω δώματα

– αθώο ξεκίνημα, που μ’ έφερες, πού μ’ έφερες
Πού να σταθώ να γείρω το κεφάλι μου
να ονειρευτώ το δροσερό κατώφλι…

Από τη συλλογή Κρύπτη (1968) του Βύρωνα Λεοντάρη

Advertisements

Κώστας Μόντης: Όλοι εμείς που γράφουμε στίχους…

Όλοι εμείς που γράφουμε στίχους…

Όλοι εμείς που γράφουμε στίχους,
όλοι εμείς το διαμπερές τραύμα της Γης,
λευκοί και μαύροι και κίτρινοι,
«ανεπτυγμένοι» κι «υπανάπτυκτοι»,
πλούσιοι και φτωχοί,
που τους γράφουμε απάνω στο χιόνι,
που τους γράφουμε απάνω στην άμμο,
απάνω στον ήλιο, απάνω στη βροχή,
απάνω στο πεζοδρόμιο,
απάνω στους χαρταετούς της καρδιάς μας,
απάνω στα υπόγεια της καρδιάς μας,
στα σαλόνια και στις σοφίτες,
με πέννα και με κάρβουνο,
όλοι εμείς που γράφουμε στίχους,
που εξακολουθούμε να τους γράφουμε στον ανοιχτό πίνακα,
που εξακολουθούμε να τους γράφουμε στον υπαίθριο πίνακα,
με τις κιμωλίες μας στεγνές ή βρεγμένες,
που εξακολουθούμε να τους γράφουμε με το αίμα μας
σε μια παντιέρα που δεν τη γνωρίσαμε ακόμα,
σε μια παντιέρα που την ψάχνουμε ψηλαφητά μες στους αιώνες,
σε μια παντιέρα που μας αποκρύβεται
για να μην τελειώσει,
που μας ξέρει κι αποκρύβεται
για να μην την παρατήσουμε,
σε μια παντιέρα που δεν τη βλέπουμε
μας σφιγγόμαστε γύρω της,
που δεν τη βλέπουμε μα κρεμαζόμαστε απάνω της,
που δεν ξέρουμε αν υπάρχει μα δεν το συζητάμε.
Όλοι εμείς που γράφουμε στίχους
μπροστά στο φεγγάρι ή στο εχτελεστικό απόσπασμα
κι ανακυκλωνόμαστε και δεν εκλείπουμε
απ’ τον Όμηρο ή και πιο πριν ή και πάντα
μέχρι τον τελευταίο μας άσημο,
όλοι εμείς – τι σύμπτωση!
Χωρίς καμιά προσυνεννόηση,
χωρίς καμιά προεπαφή!
Τι παράξενη σύμπτωση, αδελφοί μου!

Από τη συλλογή Αγνώστω Ανθρώπω (1968) του Κώστα Μόντη

Τάσος Πορφύρης, Περίπατος

Περίπατος

Κλέψε λίγον καιρό και φανερώσου στη γωνιά
οι ώρες αμπαρώνουν τις πόρτες τους
τα γήπεδα έχουν γεμίσει καιρός
να περισώσουμε ό,τι έχει απομείνει
απ’ την καταστροφή. Δύσκολος καιρός
βροχερός στρέφει το πρόσωπο αλλού δεν
μας γνωρίζει κλείνεται στο δωμάτιο
βουλώνει τις ρωγμές ακούει ραδιόφωνο
πίνει παυσίπονα κουτσοπερνά
απ’ τις «ομολογίες» των παιδιών του.
Γέροντας καιρός
παραμιλάει στον ύπνο του: τα φύλλα
καθυστέρησαν την πτώση τους
τα βρήκε ο χειμώνας αμετανόητα
τον κυνηγάει η φωνή του
τρυπώνει στον ύπνο απ’ τον φεγγίτη
της μνήμης. Ζητά ονόματα και διευθύνσεις
γιατί όλα τα γράμματα γύρισαν πίσω.
Παραλήπτης άγνωστος, παραλήπτης άγνωστος
χορτάριασαν οι πολεμίστρες δένουν
μικρούς καρπούς τα δέντρα μαζεύει
το ποτάμι τα νερά του το μεσημέρι
είναι ένα άδειο πηγάδι ακούγεται
ο γδούπος του ήλιου στον πυθμένα
σαν κάλπικο νόμισμα.

Από τη συλλογή Το εγκαταλειμμένο σπίτι (1968) του Τάσου Πορφύρη

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Έλευση

Έλευση

Είχανε κάτι το συγκεκριμένο
Να περιμένουν οι ψυχές
Που συνωθούνταν στο παράθυρο

Ξάφνου μέσα απ’ τη βαριά βροχή
Φανερώθηκε το αδιάβροχο σώμα
Γαληνεμένο
(Έτσι τουλάχιστον έδειχνε ο φανερωμένος)

Κι όπως η μια φωνή σκέπαζε την άλλη
Αλαλάζοντας:
Ιδού ο ερχόμενος εν τω μέσω της βροχής
Ήλιος μεσονυχτίου και σκήνωμα φωτός
Έσχισε την κορνίζα του παραθύρου
Κι ωσάν πέτρες και σίδερα
Που με πάταγο γκρεμίζονται κάτω
Έτσι έπεσαν οι νεκρές μάσκες του φόβου
Στα τεντωμένα ενδύματα του Ωραίου
Που την άβυσσο σκέπαζε με το πράο χέρι

Από τη συλλογή Περίπτωση σιωπής (1968)

Πηγή: Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Επιλογές και σύνολα [Ποιήματα (1965-1995)] (2001)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Στο ναό

Στο ναό

Τι ξέρεις εσύ από το φως
Που ανεβαίνει στα χέρια σου
Τι ξέρεις απ’ τις φωτιές των κεριών
Που κατεβαίνουν λυπημένες
Μέσα σε φλυαρίες όχλου
Ή σε άγιες αγωνίες
Τι ξέρεις εσύ
Από θυσίες αιμάτινες βλεμμάτων

Από τη συλλογή Περίπτωση σιωπής (1968)

Πηγή: Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Επιλογές και σύνολα [Ποιήματα (1965-1995)] (2001)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Μετάβαση

Η ώρα του θανάτου (αδέσποτο;)
(βιολί: Δημήτρης Σέμσης (Σαλονικιός), τραγούδι: Ρίτα Αμπατζή (1934))

Μετάβαση

Μέρα και νύχτα
Έστρωνε ξέστρωνε το κρεβάτι
Όμως ο άρρωστος άνθρωπος
Δεν ερχόταν να πλαγιάσει
Όρθιος μπροστά στο παράθυρο
Παρατηρούσε ακίνητος
Βιώματα περιστεριών
Και προθεσμίες θανάτων

Από τη συλλογή Περίπτωση σιωπής (1968)

Πηγή: Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Επιλογές και σύνολα [Ποιήματα (1965-1995)] (2001)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Θρήνος

Θρήνος

Τι κρίμα αυτός ο θάνατος
Τι πανάρχαιος
Ο αδελφός μου κείται εδώ
Και περιμένει άταφος
Καθισμένος σε μια καρέκλα καφενείου
Ανάμεσα σε καπνούς
Και χτύπους από τραπουλόχαρτα

Από τη συλλογή Περίπτωση σιωπής (1968)

Πηγή: Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Επιλογές και σύνολα [Ποιήματα (1965-1995)] (2001)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Περίπτωση σιωπής

Σωκράτης Μάλαμας & Άλκης Αλκαίος, Της σιωπής
(τραγούδι: Σωκράτης Μάλαμας / δίσκος: Ένα (2002))

Περίπτωση σιωπής

Πόσο τα σπίτια ομορφαίνουν
Από πολλή μουσική
Το δικό μου σπίτι
Είναι μια βαθιά εικόνα
Φωτισμένη και βαθύσκιωτη

Αν με βγάλεις απ’ αυτή τη σιωπή μου
Θα ’μαι ένα ψάρι πεθαμένο
Έξω από τη θάλασσα πεταμένο
Και άταφο

Μέσα μου είμαι μια αλλιώτικη νύχτα
Το δέντρο το εκστατικό το δεόμενο

Πλουτίζω φτωχαίνοντας
Από λόγο και φωνή

Από τη συλλογή Περίπτωση σιωπής (1968) της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου

Γιώργος Θέμελης, Σύναξη σιωπής

Σύναξη σιωπής

Σαν τη γραμμή στο φως,
Που γράφει το πουλί
Μ’ αστραφτερό φτερό και χτύπο,
Μες στη μετέωρη θαμπή του αποδημία,

Θα χαράζει το γλήγορο πέρασμά σου.

Κάτω από κάθε σύγνεφο κυνηγημένο
Από Βοριά και Νότο, κάτω από κάθε ήλιου στροφή.

Πώς φωσφορίζει η θάλασσα
Στη θαμπωμένη καταχνιά.

Η αναμμένη λάμπα, που έσβησε,
Κι αντιφεγγίζει και θ’ αντιφεγγίζει.
Η έξαφνη λάμψη που έλαμψε.

Ατελείωτη εξαφάνιση εκθαμβωτική.

Τόσοι ήλιοι σβηστοί,
Τόσα κλειστά
Βλέφαρα, φώτα μες στη νύχτα.

Μια αγάπη εδώ αγαπήθηκε,
Μια αγάπη, όσο καμιά.

Βαραίνουν τα σώματα μέσα στο χρόνο
Σηκώνοντας απάνω τους τη θλίψη τους
Την ακατάλυτη, σηκώνοντας τη μοναξιά.

Σαν τα πανάρχαια σταματημένα δέντρα.

Βαραίνουν τα πράγματα, που βρέθηκαν
Γύρω μας, μέσα μας, μες στην αγάπη,
Φορτωμένα την άφθαρτη ουσία μας.

Συνοδεία αχώριστη,
Σύναξη σιωπής.

Από τη συλλογή Έξοδος (1968) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης