Μαυραγορίτης μάγκας (Γιώργος Χατζηνάσιος & Μιχάλης Μπουρμπούλης)

Μαυραγορίτης μάγκας

Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Γιώργος Χατζηνάσιος
Στίχοι: Μιχάλης Μπουρμπούλης
Σόλο μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος
Ακουστική κιθάρα: Γιάννης Δέδες
Κιθάρες: Μπάμπης Λασκαράκης
Κρουστά: Νίκος Αντύπας
Κλασικό μπάσο: Νύσος Πανταζής
Ηλεκτρικό μπάσο: Γιώργος Ζηκογιάννης
Μπαγλαμάς: Πάνος Ιατρού
Ακορντεόν: Γιώργος Καραθανάσης
Πιάνο: Γιώργος Χατζηνάσιος
Τραγούδι: Δημήτρης Μητροπάνος
Δίσκος: Τα συναξάρια (1981)

Δυο χρόνια σ’ ένα σπίτι
δεν άναψ’ ένα φως
τον πήρανε μια Τρίτη
δεκάξι του μηνός

Μαυραγορίτης μάγκας
τσιράκι του βαλέ
τέτοιος λεβέντης άντρας
μες στο Γεντί Κουλέ
Φτωχιά Θεσσαλονίκη
Καλαμαριά πικρή
ο βίος καταδίκη
κι η φτώχεια φυλακή

Δυο τρεις χωροφυλάκοι
τον σέρναν από μπρος
κι ο Χάρος με σακάκι
πιο πίσω σαν γαμπρός

Μαυραγορίτης μάγκας
τσιράκι του βαλέ
τέτοιος λεβέντης άντρας
μες στο Γεντί Κουλέ
Φτωχιά Θεσσαλονίκη
Καλαμαριά πικρή
ο βίος καταδίκη
κι η φτώχεια φυλακή

Γράφει ο Γιώργος Χατζηνάσιος στο εσώφυλλο του δίσκου:
Ο κύκλος τραγουδιών Τα συναξάρια είναι μια «πορεία» μέσα απ’ την καθημερινότητα την απλή και τόσο ανθρώπινη που γίνεται τραγούδι. Η αυθεντικά λαϊκή φωνή του Δημήτρη Μητροπάνου πραγματοποίησε το αποτέλεσμα που είχα φανταστεί. Με αυτά τα τραγούδια θέλω να υπογραμμίσω την προσπάθεια που κάνει ο συνθέτης για να ξεφύγει απ’ την τυποποίηση και τους χαρακτηρισμούς όπως λαϊκός, ελαφρός, δυτικός, στρατευμένος κλπ. Που στιγματίζουν τη δουλειά του και περιορίζουν το έργο του. Αυτές τις σκέψεις τις εμπιστεύομαι σ’ αυτούς που θα ασχοληθούν με οποιοδήποτε τρόπο μ’ αυτόν τον δίσκο, έχοντας υπ’ όψη μου ότι πάντοτε βαραίνει το αποτέλεσμα.

Τι λέει ο Μιχάλης Μπουρμπούλης για το τραγούδι «Μαυραγορίτης μάγκας»:
Το 1961 υπηρετούσα στρατιώτης στην Θεσσαλονίκη ως Ασυρματιστής στο 478 Τάγμα Διαβιβάσεων. Ήξερα καλά από τις ερασιτεχνικές αναγνώσεις μου την ιστορία της πόλης. Εκείνο που με έθλιβε όμως ήταν η ταχύτατη ανοικοδόμηση και τα αποτελέσματα αυτής: Το γκρέμισμα θαυμάσιων σπιτιών του παρελθόντος, καθώς και η εγκατάλειψη των υπαρχόντων μνημείων. Συντήρηση σχεδόν καμία. Μέρα με την ημέρα περίμενα να γκρεμίσουν και τον Λευκό Πύργο. Την διάθεση την είχαν οι εργολάβοι, αλλά δεν το τόλμησαν ευτυχώς γιατί φοβήθηκαν τα κεφάλια τους. Τότε άρχισα και τις επισκέψεις σε ό,τι είχε διασωθεί. Απόρησα γιατί οι γερμανοί δεν ισοπέδωσαν το Εβραϊκό Νεκροταφείο. Η απορία μου μένει ακόμη αναπάντητη. Όταν τελείωσα με τις εκκλησίες και ό,τι άλλο έκρυβε για μένα μυστήριο και ενδιαφέρον, άρχισα τις επισκέψεις στην Άνω Πόλη και ειδικά στο Επταπύργιο. Εκεί βρήκα αρκετά διασωσμένα σπίτια που έδιναν κάπως τον παλαιικό χαρακτήρα της συνοικίας. Μέσα στο Κάστρο υπήρχαν πολλοί φτωχοί που ζούσαν σε σχεδόν εγκαταλελειμμένα οικήματα. Ρωτούσα να μου εξηγήσουν το κάθε τι που έβλεπα. Γυναίκες με φτωχικά ρούχα, παιδιά αδύνατα μέσα στις λάσπες να παίζουν ανυποψίαστα. Άντρες κατσούφηδες, με εργαλεία στα χέρια, να πηγαινοέρχονται λες και ήταν επιστρατευμένοι. Εκεί είδα και γνώρισα, μιαν άλλη Θεσσαλονίκη. «Αλήθεια», σκέφτηκα, «ποια από τις δύο “Θεσσαλονίκες” είναι η πραγματική;».
Το Γεντί Κουλέ και η ιστορία που έκρυβε στα σπλάχνα του, μου τράνταξαν τα σωθικά. Ρώταγα, ρώταγα, κάποιοι μου είπαν ότι υπήρχαν ακόμη εν ζωή μερικοί που βίωσαν την φυλακή και πλησίασαν τον θάνατο. Μου τόνισαν πως δεν ήταν όλοι ήρωες, υπήρχαν και κάτι “καλόπαιδα” που κανονικά πλήρωσαν τις πράξεις τους.
Μετά ακολούθησε σιωπή, λες και μεταξύ τους συνεννοήθηκαν να μην με εμπιστεύονται. Ίσως για τον λόγο αυτό να έφταιγε η ύποπτη, κατ’ εκείνους, επιμονή μου και τα στρατιωτικά ρούχα που φορούσα. Μπήκα σε κάνα-δυο ταβερνεία, αλλά και εκεί άρχων Νόμος η σιωπή. Δεν σταμάτησα. Όταν το μυαλό μου φορτώθηκε και δεν άντεχε άλλο, δεν ξαναπήγα. Έμεινα με την σκιώδη ανάμνηση.
Να γιατί, όταν ο Γ. Χατζηνάσιος δημιουργούσε τα «Συναξάρια» με τον Δ. Μητροπάνο και ζήτησε την συμμετοχή μου, έγραψα το «Μαυραγορίτης μάγκας». Το θεωρούσα σαν μια συμβολική προσφορά για τα χρόνια, τους ανθρώπους και μιαν άλλη “φυλή” που στριμώχτηκε, έζησε ή πέθανε στα σκοτεινά μπουντρούμια εκείνης της κόλασης, για διάφορους λόγους, είτε ηθικούς, είτε εγκληματικούς. Το να προσπαθήσεις να ξεδιαλύνεις τους μεν από τους δε, είναι άλυτο πρόβλημα που επιμένει να ζει στον χώρο του μυστηρίου.
[πηγή: περιοδικό Όγδοο]

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s