Χείλι μου μοσχομύριστο / Ανατολικό Βερολίνο, 1987

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Χείλι μου μοσχομύριστο (τραγούδι: Σοφία Μιχαηλίδου) [από το έργο «Επιτάφιος» (1960)]

Μαλλιά σγουρά που πάνω τους
τα δάχτυλα περνούσα
τις νύχτες που κοιμόσουνα
και πλάι σου ξαγρυπνούσα

Φρύδι μου γαϊτανόφρυδο
και κοντυλογραμμένο
καμάρα που το βλέμμα μου
κούρνιαζε αναπαμένο

Μάτια γλαρά που μέσα τους
αντίφεγγαν τα μάκρη
πρωινού ουρανού και πάσκιζα
μην τα θαμπώσει δάκρυ

Χείλι μου μοσκομύριστο
που ως λάλαγες ανθίζαν
λιθάρια και ξερόδεντρα
κι αηδόνια φτερουγίζαν

Το 1987, δύο χρόνια πριν από την πτώση του τείχους του Βερολίνου, ο Μίκης Θεοδωράκης δίνει συναυλία στο ανατολικό Βερολίνο.

Λόγω διαφοράς των τηλεοπτικών συστημάτων στις τότε δύο Γερμανίες, έχουμε το βίντεο της συναυλίας αυτής σε ασπρόμαυρο. Ας την παρακολουθήσουμε, γιατί έχει πλέον μεγάλη ιστορική αξία.

Συμμετέχουν:
Νίκος Αντύπας (ντραμς)
Βάνα Βερούτη (τραγούδι)
Γιάννης Ζερβίδης (πιάνο)
Μίκης Θεοδωράκης (διεύθυνση ορχήστρας, τραγούδι)
Σοφία Μιχαηλίδου (τραγούδι)
Θανάσης Μωραΐτης (τραγούδι)
Δημήτρης Παπαγγελίδης (κλασική κιθάρα)
Κώστας Παπαδόπουλος (μπουζούκι)
Γιάννης Σπάθας (ηλεκτρική κιθάρα)
Αντώνης Τουρκογιώργης (μπάσο)
Christian Boissel (συνθεσάιζερ, όμποε, αγγλικό κόρνο)

Πού πέταξε τ’ αγόρι μου / Ανατολικό Βερολίνο, 1987

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Πού πέταξε τ’ αγόρι μου (τραγούδι: Σοφία Μιχαηλίδου) [από το έργο «Επιτάφιος» (1960)]

Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου
καρδούλα της καρδιάς μου
πουλάκι της φτωχιάς αυλής
ανθέ της ερημιάς μου

Πού πέταξε τ’ αγόρι μου
πού πήγε, πού μ’ αφήνει;
Χωρίς πουλάκι το κλουβί
χωρίς νερό η κρήνη

Πώς κλείσαν τα ματάκια σου
και δε θωρείς που κλαίω
και δε σαλεύεις, δε γρικάς
τα που πικρά σού λέω;

Πού πέταξε τ’ αγόρι μου
πού πήγε, πού μ’ αφήνει;
Χωρίς πουλάκι το κλουβί
χωρίς νερό η κρήνη

Το 1987, δύο χρόνια πριν από την πτώση του τείχους του Βερολίνου, ο Μίκης Θεοδωράκης δίνει συναυλία στο ανατολικό Βερολίνο.

Λόγω διαφοράς των τηλεοπτικών συστημάτων στις τότε δύο Γερμανίες, έχουμε το βίντεο της συναυλίας αυτής σε ασπρόμαυρο. Ας την παρακολουθήσουμε, γιατί έχει πλέον μεγάλη ιστορική αξία.

Συμμετέχουν:
Νίκος Αντύπας (ντραμς)
Βάνα Βερούτη (τραγούδι)
Γιάννης Ζερβίδης (πιάνο)
Μίκης Θεοδωράκης (διεύθυνση ορχήστρας, τραγούδι)
Σοφία Μιχαηλίδου (τραγούδι)
Θανάσης Μωραΐτης (τραγούδι)
Δημήτρης Παπαγγελίδης (κλασική κιθάρα)
Κώστας Παπαδόπουλος (μπουζούκι)
Γιάννης Σπάθας (ηλεκτρική κιθάρα)
Αντώνης Τουρκογιώργης (μπάσο)
Christian Boissel (συνθεσάιζερ, όμποε, αγγλικό κόρνο)

Δύο από τα 18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας (Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης)

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, 18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας (Ο ταμένος, Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις)
[Συναυλία του Μίκη Θεοδωράκη στο ΣΕΦ το 1995 για τη διάσωση του ιστορικού αρχείου του ΚΚΕ]

Διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Τραγούδι: Μίκης Θεοδωράκης, Παναγιώτης Καραδημήτρης, Βασίλης Λέκκας, Μανώλης Μητσιάς, Δημήτρης Νικολούδης, Νάντια Ουάινμπεργκ, Μαρία Φαραντούρη
Από το έργο: 18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας (1974)

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Οι νεκροί

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι & Θάνος Μικρούτσικος, Μ’ όλη μου τη φωνή
(απόδοση στα Ελληνικά: Γιάννης Ρίτσος, τραγούδι: Μαρία Δημητριάδη / δίσκος: Καντάτα για τη Μακρόνησο (1976))

Οι νεκροί

Δεν πατήσαν έκτοτε το κατώφλι μας

Τρώει λουλούδια μαύρα ο κήπος τους
Τρίζει στα χιόνια μια χαμένη γαλότσα
Στο πανδοχείο το τσάι σερβίρεται δωρεάν
Εις μνήμην των περαστικών – όσων
Των τραμβαγέρηδων έτσι απλά που έζησαν
Δεν εισακούστηκαν τα πένθιμα νταν νταν τους
Σκαλομαρία ο άγγελος ο κτίστης ο μύστης
Σκαλομαρία το κόκκινο ζεστό κασκόλ σου
Ο τροχός μεριμνά όπως το μάτι του μεθυσμένου
Μεθίσταται ο χρόνος στο γρανάζι και ούτε γεια
Ποιος είδε την τραγιάσκα του Μαγιακόφσκι
Να κόβει την κίνηση στα τελωνεία
Ας έρθουν μιλούνια οι αχθοφόροι –εν δυο ένα όνειρο
Μισό για τον καθένα κανένα για σένα– εν δυο
Στρίψαν αριστερά οι παίδες Ελλήνων
Εντούτοις πεθάναν στο δρόμο του Υψίστου
Τι λέω εντούτοις Εν τούτω νίκα γράφει εδώ
Βίοι αγίων μάς βγάζουν τη γλώσσα
Εισάκουσόν με κύριε της διπλανής πόρτας
Με τη διαπασών έπαρσή σου
Εισάκουσόν με όταν έρθεις εν τη ευσπλαχνία σου

Από τη συλλογή Σαλκίμ (2001) της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Ο πατέρας

Γιάννης Ρίτσος & Νίκος Μαμαγκάκης, Άιντε και ντε
(τραγούδι: Γιάννης Πουλόπουλος / δίσκος: Έντεκα λαϊκά του Γιάννη Ρίτσου (1972))

Ο πατέρας

Ο πατέρας μου ήταν μηχανοδηγός
Κάρβουνο μύριζαν τα πέτσινα ρούχα του
Κάτω απ’ τη μαύρη του τραγιάσκα
Άρχιζαν τα καπνισμένα μάτια του

Ο πατέρας μου δε μιλούσε πολύ
Μόνο χαμογελούσε κάπου κάπου
Με τα ηλιοψημένα χείλια του
Προπάντων όταν έπινε τσίπουρο
Κάτω απ’ την κληματαριά της αυλής

Αψηλός και δυνατός ήταν
Κι όταν με σήκωνε αψηλά
Με τ’ ατσαλένια μπράτσα του
Δε φοβόμουν καθόλου
Όπως κι εκείνος δε φοβόταν
Ούτε τη ζωή του
Ούτε το θάνατό του:
Περνούσε με το τρένο του
Σφυρίζοντας
Μες απ’ τις σκοτεινές
Τις στοιχειωμένες σήραγγες
Και τις νικούσε

Από τη συλλογή Θαλασσινό ημερολόγιο (1981) της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου

Υπενθυμίζω ότι η ποιήτρια γεννήθηκε στο συνοικισμό των σιδηροδρομικών στη Θεσσαλονίκη, για τον οποίο έγραψε και ομώνυμο αφήγημα που εκδόθηκε το 1998.

Το «Θαλασσινό ημερολόγιο» είναι μια συλλογή που αγαπά πολύ η Μαρία Αγαθοπούλου, όπως μου έχει πει. Ως εκ τούτου, διάβασα από παλιά με ιδιαίτερη προσοχή τα ποιήματα της συλλογής αυτής και τους έχω αδυναμία. Άλλωστε γεννήθηκα κι εγώ στο συνοικισμό των σιδηροδρομικών και ο παππούς μου ήταν συνάδελφος του πατέρα της Μαρίας.

Rasul Gamzatov & Yan Frenkel, Zhuravli (Οι γερανοί ) [απόδοση στα Ελληνικά από τον Γιάννη Ρίτσο]

Τώρα δεν φταίω εγώ που θα σας μαυρίσω την ψυχή, αλλά το «νεροκόριτσο» που μου θύμισε το πρωί τα «12 ρούσικα λαϊκά τραγούδια» και ειδικά το τραγούδι για τους γερανούς. Προτού τ’ ακούσετε και βάλουμε τα κλάματα όλοι μαζί, πάμε να δούμε τι σημαίνει αυτό το πραγματικά ξεχωριστό τραγούδι, ένα από τα διασημότερα ρώσικα τραγούδια που ακούγεται σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης μαζί με το «Νύχτες Μόσχας» και καναδυό άλλα.

Γύρω στο 1965 ο ρώσος ποιητής Ρασούλ Γκαμζάτοφ επισκέπτεται τη Χιροσίμα. Εντυπωσιάζεται κυρίως από το άγαλμα μιας μικρής Γιαπωνέζας στο πάρκο για την «ειρήνη». Είναι το άγαλμα της Σαντάκο Σασάκι, ενός από τα πρώτα θύματα της πυρηνικής βόμβας που έπεσε στην πόλη της.

Ας δούμε τι λέει για το κοριτσάκι αυτό στις σελίδες του ο Ελληνοϊαπωνικός Σύνδεσμος:

Το TSURU είναι από τα πιο διαδεδομένα σχέδια του Οριγκάμι και στην ιαπωνική γλώσσα σημαίνει γερανός (είδος πουλιού) και συμβολίζει την μακροζωία και την ευτυχία. Το οριγκάμι, μια από τις πιο παραδοσιακές τέχνες της Ιαπωνίας, ένα είδος χειροτεχνίας με το οποίο φτιάχνεις από τετράγωνο χαρτί διάφορα σχέδια.

Η ιστορία της Σαντάκο και τα ΤSURU

Η Σαντάκο Σασάκι ήταν δύο χρονών όταν έπεσε η ατομική βόμβα στη Χιροσίμα. Εννιά χρόνια μετά, το 1954, όταν η Σαντάκο πήγαινε στην έκτη τάξη του Δημοτικού ξαφνικά εκδήλωσε κάποια συμπτώματα λευκαιμίας. Ύστερα από μερικούς μήνες και αφού νοσηλευόταν στον Ερυθρό Σταυρό της Χιροσίμα, ήλπιζε ότι θα δει βελτίωση φτιάχνοντας TSURU. Μετά όμως από οκτώ μήνες άνισης μάχης, η μικρή Σαντάκο, μόλις 12 χρονών, έχασε τη μάχη με την λευκαιμία, στις 25 Οκτωβρίου του 1955.

Ο θάνατος της Σαντάκο ήταν η αφορμή για τη δημιουργία ενός αγάλματος υπέρ της μνήμης των παιδιών που έχασαν τη ζωή τους τόσο άδικα από την ατομική βόμβα.

Σύμφωνα με την ιαπωνική παράδοση, αν κάποιος που αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα κάνει μια ευχή και μετά φτιάξει 1.000 tsuru, η ευχή του θα γίνει πραγματικότητα. Η μικρούλα Σαντάκο δεν πρόλαβε. Πέθανε στον 644ο γερανό. Η υγεία της συνεχώς επιδεινωνόταν, δεν είχε αρκετό χαρτί, δεν τα κατάφερε. Η προφορική παράδοση θέλει τους συμμαθητές της να φτιάχνουν τους υπόλοιπους 356 χάρτινους λευκούς γερανούς και να ρίχνουν και τους 1.000 στον τάφο της.

Τα παιδιά της Χιροσίμα άρχισαν να μαζεύουν λεφτά για να φτιάξουν ένα μνημείο για τους φίλους τους που χάθηκαν. Και τα κατάφεραν. Το 1958 στήθηκε το άγαλμα της Σαντάκο που κρατάει στα χέρια της ένα χρυσό γερανό. Γιατί τα παιδιά πάντα θα πιστεύουν στο ανέφικτο, πάντα θα κάνουν ευχές, πάντα θα κυνηγάνε το όνειρο. Και το άγαλμα αυτό είναι ένα μήνυμα για την πολυπόθητη ειρήνη.

Αυτό το άγαλμα είδε, λοιπόν, ο Ρασούλ Γκαμζάτοφ κι έγραψε το ποίημα Zhuravli για τους αμέτρητους νεκρούς στρατιώτες της Ρωσίας στους δυο απανωτούς παγκόσμιους πολέμους. Αφού δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Novy Mir (Νέος κόσμος), μελοποιήθηκε από τον Yan Frenkel το 1969 και έγινε γρήγορα γνωστό σ’ όλη την υφήλιο. [Πηγή πληροφοριών: wikipedia]

Το 1977 ο ποιητής της Ρωμιοσύνης, ο Γιάννης Ρίτσος, το μετέφερε στα Ελληνικά, μαζί με άλλα 11 ρούσικα λαϊκά τραγούδια. Τα τραγούδησε η Μαργαρίτα Ζορμπαλά που μόλις είχε εγκατασταθεί μόνιμα στην Ελλάδα.

Είδα τη μετάφραση του τραγουδιού στα Αγγλικά και μπορώ να σας πω ότι η απόδοση του Ρίτσου στα Ελληνικά μεταφέρει πλήρως το κλίμα και το νόημα των ρώσικων στίχων σε μερικά σημεία έως και αυτολεξεί.

Στιγμές στιγμές θαρρώ πως οι στρατιώτες
που πέσανε στη ματωμένη γη
δεν κείτονται, θαρρώ, κάτω απ’ το χώμα
αλλά έχουν γίνει άσπροι γερανοί.

Πετούν και μας καλούν
με τις κραυγές τους
απ’ τους καιρούς αυτούς τους μακρινούς
κι ίσως γι’ αυτό πολλές φορές σιωπώντας
κοιτάμε τους θλιμμένους ουρανούς.

Πετάει ψηλά το κουρασμένο σμάρι
στης δύσης τη θαμπή φεγγοβολή
και βλέπω ένα κενό στη φάλαγγά του
και είναι ίσως η δική μου η θέση αυτή.

Θα ’ρθει μια μέρα που μ’ αυτό το σμάρι
στο μέγα θάμπος θα πετώ κι εγώ
σαν γερανός καλώντας απ’ τα ουράνια
όλους εσάς που έχω αφήσει εδώ.

Πάμε τώρα να ακούσουμε το τραγούδι σε τρεις διαφορετικές εκδοχές του. Η πρώτη είναι με το μισό τραγούδι στα Ρώσικα και το άλλο μισό στα Ελληνικά από συναυλία της Μαργαρίτας Ζορμπαλά στη Ρωσία:

Η δεύτερη είναι με τον εκπληκτικό βαρύτονο Ντμίτρι Χβοροστόφσκι (Dmitri Hvorostovsky) σε μια συναυλία στη Ρωσία, όπου θα δείτε ότι έκανε το μισό ακροατήριο να δακρύσει.

Η τρίτη είναι η πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού στα Ελληνικά από τη Μαργαρίτα Ζορμπαλά το 1977 πάνω στους στίχους τού Γιάννη Ρίτσου:

Με πολλή συγκίνηση θα πρέπει να σας πω ότι είμαι πολύ περήφανη για τους δύο αυτούς τραγουδιστές της γενιάς μου. Η λίγο μεγαλύτερή μου Μαργαρίτα απ’ την Τασκένδη και ο λίγο μικρότερός μου Σιβηριανός Ντμίτρι προσεγγίζουν το υπέροχο αυτό τραγούδι με τόση τρυφερότητα, ευαισθησία και ωριμότητα που σ’ αφήνουν άφωνο.

Ας μου επιτραπεί, ωστόσο, μια παρατήρηση για να βλογήσουμε και πάλι τα γένια μας: η «δικιά» μας Μαργαρίτα, στην πρώτη εκτέλεση που θ’ ακούσετε στο τρίτο φιλμάκι, είναι μόλις 19 χρονών. Τα συμπεράσματα δικά σας. Καλή μας ακρόαση!