Γιάννης Μασμανίδης, [Οι βροχές…]

Χρήστος Θηβαίος, Βροχή μου (με τον Χρήστο Θηβαίο και τον Γιάννη Κούτρα)

Οι βροχές
Δεν σταμάτησαν

Μένω
Μικρό κλαδί
Σε ράμφος
Άγριου πουλιού

Άβυσσος
Από μνήμες

Βαθύ
Ποτάμι
Άλαλο

Από τη συλλογή Φεγγίτης (2006) του Γιάννη Μασμανίδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Μασμανίδης

Advertisements

Νίκος Καββαδίας, Γυναίκα

Διαβάζει ο ποιητής.

Νίκος Καββαδίας & Θάνος Μικρούτσικος, Γυναίκα
(τραγούδι: Γιάννης Κούτρας / δίσκος: Σταυρός του Νότου (1979))

Θεσσαλονίκη ΙΙ

Στον Αντώνη Μωραΐτη

Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα.
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία.
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.

Από παιδί βιαζόμουνα, μα τώρα πάω καλιά μου.
Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει.
Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου,
για μια στιγμή αν με λύγισε, σήμερα δε με ορίζει.

Το μετζαρόλι ράγισε και το τεσσαροχάλι.
Την τάβλα πάρε, τζόβενο, να ξαναπάμε αρόδο.
Ποιος σκύλας γιος μάς μούτζωσε κι έχουμε τέτοιο χάλι,
που γέροι και μικρά παιδιά μάς πήραν στο κορόιδο;

Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι.
Γιομάτη φύκια και ροδάνθη, αμφίβια Μοίρα.
Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι,
πρώτη φορά, σε μια σπηλιά, στην Αλταμίρα.

Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει.
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ πού μ’ είδες.
Στην άμμο πάνω σ’ είχα ανάστροφα ζαβώσει
τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες.

Το τείχος περπατήσαμε μαζί με Σινικό.
Κοντά σου ναύτες απ’ την Ουρ πρωτόσκαρο εβιδώναν.
Ανάμεσα σε ολόγυμνα σπαθιά στο Γρανικό
έχυνες λάδι στις βαθιές πληγές του Μακεδόνα.

Πράσινο. Αφρός, θαλασσινό βαθύ και βυσσινί.
Γυμνή. Μονάχα ένα χρυσό στη μέση σου ζωστήρι.
Τα μάτια σου τα χώριζαν εφτά Ισημερινοί
μες στου Giorgione το αργαστήρι.

Πέτρα θα του ’ριξα και δεν με θέλει το ποτάμι.
Τι σου ’φταιξα και με ξυπνάς προτού να φέξει.
Στερνή νυχτιά του λιμανιού δεν πάει χαράμι.
Αμαρτωλός που δε χαρεί και που δε φταίξει.

Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου, χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα.

Ινδικός Ωκεανός 1951

Από τη συλλογή Τραβέρσο (1975) του Νίκου Καββαδία

Νίκος Καββαδίας, Θεσσαλονίκη

Νίκος Καββαδίας & Θάνος Μικρούτσικος, Θεσσαλονίκη
(τραγούδι: Γιάννης Κούτρας / δίσκος: Σταυρός του Νότου (1979))

Θεσσαλονίκη

Ήτανε κείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης,
το κύμα η πλώρη εκέρδιζεν οργιά με την οργιά.
Σ’ έστειλε ο πρώτος τα νερά να πας για να γραδάρεις,
μα εσύ θυμάσαι τη Σμαρώ και την Καλαμαριά.

Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγανε οι Χιλιάνοι
– Άγιε Νικόλα, φύλαγε, κι Αγιά Θαλασσινή.
Τυφλό κορίτσι σ’ οδηγάει, παιδί του Modigliani,
που τ’ αγαπούσε ο δόκιμος κι οι δυο Μαρμαρινοί.

Νερό καλάρει το fore peak, νερό και τα πανιόλα
μα εσένα μια παράξενη ζαλάδα σε κινεί.
Με στάμπα που δε φαίνεται σε κέντησε η Σπανιόλα
ή το κορίτσι που χορεύει απάνω στο σκοινί:

Απάνου στο γιατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται
και φέρνει βόλτες ψάχνοντας τα ρούχα σου η μαϊμού.
Εχτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται
σε τούτο το τρομαχτικό ταξίδι του χαμού.

Ο ναύτης ρίχνει τα χαρτιά κι ο θερμαστής το ζάρι
κι αυτός που φταίει και δε νογάει, παραπατάει λοξά.
Θυμήσου κείνο το στενό κινέζικο παζάρι
και το κορίτσι που ’κλαιγε πνιχτά μες στο ρικσά.

Κάτου από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη.
Πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου ’πες «σ’ αγαπώ».
Αύριο, σαν τότε, και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι,
μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Depot.

Από τη συλλογή Πούσι (1947) του Νίκου Καββαδία

Νίκος Καββαδίας, Federico Garcia Lorca

Νίκος Καββαδίας & Θάνος Μικρούτσικος, Federico Garcia Lorca
(τραγούδι: Γιάννης Κούτρας / δίσκος: Σταυρός του Νότου (1979))

Federico Garcia Lorca

Στο Θανάση Καραβία

Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι.
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ,
τότε που φεύγανε μπουλούκια οι Σταυροφόροι.

Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδιά
και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου.
Στο ρωγοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά
κι ο γέρος έλιαζε ακαμάτης τ’ αχαμνά του.

Του ταύρου ο Πικάσο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι.
Τραβέρσο ανάποδο — πορεία προς το βοριά.
Τράβα μπροστά —ξοπίσω εμείς— και μη σε μέλλει.

Κάτου απ’ τον ήλιο αναγαλλιάζαν οι ελιές
και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια.
Τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές
τότες που σ’ έφεραν, κατσίβελε, στην μπόλια.

Ατσίγγανε κι Αφέντη μου, με τι να σε στολίσω;
Φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό.
Στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
κι ίσα έν’ αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.

Κοπέλες απ’ το Δίστομο, φέρτε νερό και ξίδι.
Κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι
μέσ’ απ’ τα διψασμένα της χωράφια τ’ ανοιχτά.

Βάρκα του βάλτου ανάστροφη, φτενή, δίχως καρένα.
Σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά.
Σμάρι κοράκια να πετάν στην έρημην αρένα
και στο χωριό ν’ ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.

Από τη συλλογή Πούσι (1947) του Νίκου Καββαδία

Νίκος Καββαδίας, Εσμεράλδα

Νίκος Καββαδίας & Θάνος Μικρούτσικος, Εσμεράλδα
(τραγούδι: Γιάννης Κούτρας / δίσκος: Σταυρός του Νότου (1979))

Εσμεράλδα

Στο Γιώργο Σεφέρη

Ολονυχτίς τον πότισες με το κρασί του Μίδα
κι ο φάρος τον ελίκνιζε με τρεις αναλαμπές.
Δίπλα ο λοστρόμος με μακριά πειρατική πλεξίδα
κι αλάργα μας το σκοτεινό λιμάνι του Gabes.

Απά στο γλυκοχάραμα σε φίλησε ο πνιγμένος
κι όταν ξυπνήσεις με διπλή καμπάνα θα πνιγείς.
Στο κάθε χάδι κι ένας κόμπος φεύγει ματωμένος
απ’ το σημάδι της παλιάς κινέζικης πληγής.

Ο παπαγάλος σού ’στειλε στερνή φορά το «γεια σου»
κι απάντησε απ’ το στόκολο σπασμένα ο θερμαστής,
πέτα στο κύμα τον παλιό που εσκούριασε σουγιά σου
κι άντε μονάχη στον πρωραίον ιστό να κρεμαστείς.

Γράφει η προπέλα φεύγοντας ξοπίσω: «Σε προδίνω»,
κι ο γρύλος το ξανασφυράει στριγκά του τιμονιού.
Μη φεύγεις. Πες μου, το ’πνιξες μια νύχτα στο Λονδίνο
ή στα βρομιάρικα νερά κάποιου άλλου λιμανιού;

Ξυπνάν οι ναύτες του βυθού ρισάλτο να βαρέσουν
κι απέ να σου χτενίσουνε για πάντα τα μαλλιά.
Τρόχισε κείνα τα σπαθιά του λόγου που μ’ αρέσουν
και ξαναγύρνα με τις φώκιες πέρα στη σπηλιά.

Τρεις μέρες σπάγαν τα καρφιά και τρεις που σε καρφώναν
και συ με τις παλάμες σου πεισματικά κλειστές
στερνή φορά κι ανώφελα ξορκίζεις τον τυφώνα
που μας τραβάει για τη στεριά με τους ναυαγιστές.

Από τη συλλογή Πούσι (1947) του Νίκου Καββαδία

Νίκος Καββαδίας, Μαρέα

Νίκος Καββαδίας & Θάνος Μικρούτσικος, Μαρέα
(τραγούδι: Χρήστος Θηβαίος & Γιάννης Κούτρας /
δίσκος: Σταυρός του Νότου | Γραμμές των οριζόντων (2005))

Μαρέα

Στο Γιακουμή Βαλάση

Ο Αλτεμπαράν ψάχνει να βρει μες στα νερά
το παλινώριο που τον γέλασε δυο κάρτες.
Στης προβολής να τρέχουν βλέπαμε τους χάρτες
του Chagall άλογα – τσίρκο του Seurat.

Πυξίδα γέρικη —ataxie locomotrice—
και στοιχειωμένη από τα χείλια σου σφυρίχτρα.
Στην κόντρα γέφυρα προσμένατε κι οι τρεις
να λύσει τ’ άστρο του Αλμποράν η χαρτορίχτρα.

Της τραμουντάνας τ’ άστρο, τ’ άστρα του Νοτιά
παντρεύονται με πορφυρόχρωμους κομήτες.
Του Mazagan οι θερμαστές οι Σοδομίτες
παίξαν του Σέσωστρη την κόρη στα χαρτιά.

Η ξύλινη που όλοι αγαπήσαμε Γοργόνα,
καθώς βουτά παίρνει παράξενες ανάσες.
Προτού κολλήσουμε για πάντα στις Σαργάσσες,
μας πρόδωσε μ’ ένα πνιγμένο του Νορόνα.

Πουλιά στα ξάρτια —καραντί— στεριανή ζάλη
χελιδονόψαρα — πνιγμένου δαχτυλίδι.
Του ναυτικού το δυσκολότερο ταξίδι
το κυβερνάν του Μαγγελάνου οι παπαγάλοι.

Η καραβίσια σκύλα οσμίζεται ρεστία
και το κορμί σου το νερό που θα καλάρει.
Τη νύχτα οι ναύτες κυνηγάνε το φεγγάρι
και την ημέρα ταξιδεύουνε στ’ αστεία.

Από τη συλλογή Πούσι (1947) του Νίκου Καββαδία

Νίκος Καββαδίας, Cambay’s water

Νίκος Καββαδίας & Θάνος Μικρούτσικος, Cambay’s water
(τραγούδι: Γιάννης Κούτρας / δίσκος: Ο Σταυρός του Νότου (1979))

Cambay’s water

Στον Π. Π. Παναγιώτου

Φουντάραμε καραμοσάλι στο ποτάμι.
Είχε ο πιλότος μας το κούτελο βαμμένο
«κι αν λείψεις χίλια χρόνια θα σε περιμένω»
ωστόσο οι κάβοι σού σκληρύναν την παλάμη.

Θολά νερά και μίλια τέσσερα το ρέμα,
οι κούληδες τρώνε σκυφτοί ρύζι με κάρι,
ο καπετάνιος μας κοιτάζει το φεγγάρι,
που ’ναι θολό και κατακόκκινο σαν αίμα.

Το ρυμουλκό σφύριξε τρεις και πάει για πέρα,
σαράντα μέρες όλο εμέτραγες τα μίλια,
μ’ απόψε –λέω– φαρμάκι κόμπρα είχες στα χείλια,
την ώρα που ’πες με θυμό: «Θα ’βγω άλλη μέρα…»

Τη νύχτα σού ’πα στο καμπούνι μια ιστορία,
την ίδια που όλοι οι ναυτικοί λένε στη ράδα,
τα μάτια σου τα κυβερνούσε σοροκάδα
κι όλο μουρμούριζες βραχνά: «Φάλτσο η πορεία…»

Ξημέρωσε κι ήρθε ο φακίρης με τα φίδια,
η Μαραχάνα του Μυζόρ δε φάνηκε όμως!…
Μ’ αισχρές κουβέντες τον επείραζε ο λοστρόμος
και του πετούσε απά τα φίδια του σκουπίδια.

Σαλπάρουμε! Μας περιμένουν στο Μπραζίλι.
Το πρόσωπό σου θα το μούσκεψε το αγιάζι.
Ζεστόν αγέρα κατεβάζει το μπουγάζι∙
μα ούτε φουστάνι στη στεριά κι ούτε μαντίλι.

Από τη συλλογή Πούσι (1947) του Νίκου Καββαδία

Γιάννης Καρατζόγλου, Όπως λέει κι ο Ντίνος

Σταύρος Κουγιουμτζής & Ντίνος Χριστιανόπουλος, Καημένε Μακρυγιάννη
(τραγούδι: Γιάννης Κούτρας & χορωδία / δίσκος: Μικραίνει ο κόσμος (1982))

Όπως λέει κι ο Ντίνος

[Ενότητα Κομματική εποχή]

Η πρώτη ιδέα για ποίημα κομπολόι ημερομηνίες:
απόλυτες τιμές αναφοράς του πότε η μία τραγωδία
κωδικοί και πίσω τους αρρωστημένη βία ενός βαθμοφόρου
κι ύστερα το ρίγος μιας ανάστασης
ως τον επόμενο Μεσσία.

Όλα βγαλμένα με αντίγραφο καθώς γύφτικες κασέτες
στάχτες μ’ αίματα απ’ την πρώτη ως την έσχατη στροφή
με ηρωισμούς ανάμειχτα βουνίσιους-πελαγίσιους.

Οι λυγμοί σ’ αυτόν τον τόπο συνεννοούνται με αριθμούς
οι άνθρωποι γέρνουν να κοιμηθούν πάνω σε ημερομηνίες:
αριθμηθήκαν στα πρωτόκολλα οι διαδοχικές απάτες
πνιγμοί στραγγαλισμοί και αύτανδρα ναυάγια σπίτι σε σπίτι
πράξεις ταξικές που μεταγράφηκαν σε ένοπλες ληστείες
κομματικά θεριά εκμηδενισμένα σαν χαφιέδες…

Για να χορεύουν σέικ, που λέει κι ο Ντίνος,
στις ντισκοτέκ και στα υπόγεια, τα κωλόπαιδα
και για ν’ ανάβουν τα τσιγάρα τους με ασημένιους Dunhill…

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Αποσβέσεις (1987) του Γιάννη Καρατζόγλου

Το ποίημα περιλαμβάνεται στην ενότητα Σε κατάσταση πολιορκίας στη συγκεντρωτική έκδοση Πηγαίος κώδικας (2009) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Μανόλης Αναγνωστάκης, Το καινούριο τραγούδι

Μανόλης Αναγνωστάκης & Μιχάλης Γρηγορίου, Το καινούριο τραγούδι
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη & Γιάννης Κούτρας / δίσκος: Η αγάπη είναι ο φόβος (1980))

Το καινούριο τραγούδι

Ακόμα πιο κοντά· και δε θα σπάσουν αν δεν σπάσουν τώρα τα δεσμά σου
Δε θα μπορούμε να ρωτήσουμε τη διψασμένη αγωνία μας:
Γιατί δεν πεθαίνουνε πια αυτές οι μέρες που μας λεηλάτησαν τόσο;
Ή στο χρόνο π’ αρχίσαμε ν’ αγαπούμε σαν άντρες και τα κορίτσια τραβούσαν το χέρι τους χωρίς να ξέρουν το γιατί
Κι όμως, ίσως να ’τανε κι ωραίο, σαν ένα βιβλίο ανοιχτό, να περνούσανε οι ώρες αθόρυβα τριγυρισμένες ασφάλεια
Και να ξεχάσουμε το θάνατο εμείς που ζηλέψαμε τις πεταλούδες μες στις καλοκαιριάτικές μας αναμνήσεις.

Μια μέρα θα γράψω την ιστορία των χρόνων μου
Ένας κήπος μ’ άδικα κομμένα άγουρα ρόδα
Μια θάλασσα που ταξιδεύουνε τα πλοία χωρίς προορισμούς
Πρόσωπα σπαταλημένα την εποχή που κατόρθωσαν ν’ αγγίξουν ελαφρά μια συνετά φυλαγμένη πτυχή μας
Πρόσωπα που ’ταν για μας η στοργή τους πληγή· αυτά θα σου γράψω.
Στο μεταξύ στις όχθες των μεσημεριάτικων ποταμιών δεν κοιμούνται πια οι χλομοί Νάρκισσοι με τις αθώες τους ευαίσθητες ψυχές
Στη στέρνα του πάρκου τα παιδάκια δεν ταξιδεύουν πια τις δροσερές τους χίμαιρες πάνω στα χάρτινα μικρά τους καράβια
Θυμούμαι την κρυφήν αγωνία μας: το σφίξιμο στη θέα του πρώτου κίτρινου φύλλου που μας άφηνε μιαν ολόπικρη γεύση στο στόμα.

Φτάνει πια αυτές οι μέρες που μας κούρασαν τόσο
(Οδυνηρές παραστάσεις άυλων οραμάτων)
Φτάνει πια η γαλάζια αιθρία του Αιγαίου με τα ποιήματα που ταξιδεύουν σ’ ασήμαντα νησιά για να ξυπνήσουν την ευαισθησία μας
Τα κορίτσια που ερωτεύονται την ίδια τους μορφή στον καθρέφτη και προσμένουν να λικνίσουν τ’ αβρά όνειρά τους.
Μες στις μεγάλες πλατείες οι άνθρωποι αγαπούν ορμητικά και πεθαίνουν
Τρέχουν, τα λόγια τους βαραίνουν πρόωρα, οι καρδιές τους σφυροκοπούν σαν το μέταλλο
Μες στα πολύβοα λιμάνια κατέβηκα και γέμισα το στήθος μου ομίχλη στις αποβάθρες που δε θέλουν να γεράσουν
Κατέβηκα να σου φέρω την αγάπη που τόσο σου ζήτησα και τη γυρεύω με λαχτάρα
Στα σκοτεινά πλοία που ρίχνουν την άγκυρα, φορτωμένα πελαγίσιες εικόνες και κάρβουνο
Στις χαμηλές κάμαρες των πανύψηλων οικοδομών που κρατούν τη φωτιά και το μυστήριο
Και τα ρολόγια χτυπούν ρυθμικά. Δεν έχω καιρό.
Μοναδική της αγωνίας μου οπτασία.

Στα κατώφλια των γκρεμισμένων σπιτιών νικημένοι στρατιώτες περιμένουν χωρίς ελπίδα το γυρισμό
Στ’ άδεια κρανία τους πλανιούνται εναγώνιες κραυγές
Η φρίκη της άδικης μάχης σκοτώνει τις εφιαλτικές τους ώρες
Λέξεις χλομές συνθέτουν πληγωμένα ελεγεία
Κι εγώ ονειρεύομαι μια μέρα πατώντας πάνω στους νεκρούς μου στίχους να τονίσω με κόκκινα γράμματα (νικητήριες σάλπιγγες) το καινούριο μου τραγούδι.

Από τη συλλογή Εποχές (1945) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Κλείτος Κύρου, Αλλοίωση

Κώστας Λειβαδάς & Μάνος Ελευθερίου, Οι φίλοι μας
(τραγούδι: Γιάννης Κούτρας / δίσκος: Χωρίς βαλίτσα και παλτό (2006))

Αλλοίωση

Ιδού εμείς
Νέοι κι όμως τόσο παράφωνα γερασμένοι
Με το λιοπύρι των εικοσιτεσσάρων χρόνων
Να ξεθυμαίνει στις ανοιχτές μας παλάμες
Κουρασμένοι μετανάστες σε ανήσυχες περιοχές

Μας λένε
Είναι που οι κοπέλες πάντοτε σας πρόσφεραν έρωτες παράταιρους
Τρομαχτικούς
Είναι που ζείτε μιαν άγονη εγκατάλειψη
Είναι που ακούσατε το εφιαλτικό εμβατήριο του αίματος
Είναι που λύθηκαν οι επίδεσμοι
Και κακοφόρμισαν οι αιχμάλωτες πληγές σας
Ποιος ξέρει

Αλλοτινές παραστάσεις
Πρόσωπα και σχήματα που χάθηκαν στις πτυχές τής μνήμης
Μορφές που διασχίζαν τη βρεγμένη άσφαλτο
Σελίδες σημαδεμένες με το νύχι
Κλειστά δωμάτια
Χρυσές φωταψίες
Ηδονικές συσπάσεις
Πού ταξιδεύετε

Πάνω μας πάντα ο ίδιος ουρανός
Σκεφτείτε

Μια μέρα που ίδρωναν οι μασχάλες της γης
Κηδέψαμε τον πανώριο νεκρό
Σιμά στους πυράκανθους
Και στολίσαμε το ανύπαρκτο πτώμα του
Με λευκές συνοδείες κατάφωτων καραβιών
Που έκλεβαν κάποτε τ’ ατίθασα όνειρά μας

Και σήμερα στυγνοί θεατές
Σκύβουμε και θρηνούμε τον ωραίο ξανθό έφηβο
Που ως χτες ακόμη
Δυνάστευε την ύπαρξή μας

Από τη συλλογή Αναζήτηση – Αναμνήσεις μιας αμφίβολης εποχής (1949) του Κλείτου Κύρου

Πηγή: Κλείτος Κύρου, Εν όλω / Συγκομιδή 1943-1997 (1997)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κλείτος Κύρου

Κλείτος Κύρου, Παλμοί τ’ ουρανού

Νίκος Καββαδίας & Θάνος Μικρούτσικος, Μαρέα (τραγούδι: Χρήστος Θηβαίος & Γιάννης Κούτρας)

Παλμοί τ’ ουρανού

Π.Σ.

Γυμνάζαμε τα μάτια μας στ’ αστέρια
Όταν η μέρα πετούσε το τελευταίο της ρούχο
Σου ’λεγα:
Τούτο τον καιρό με δυναστεύουν τ’ αστέρια
Όπως και τότε

Και σου ’δειχνα τον αμφίβολο Αλκόρ πλάι στον Μιζάρ
Πιο πέρα ο Αλντεμπαράν σημάδευε το βλέμμα μας
Με φωτερές δεσμίδες
(Σου εξήγησα πως στα ελληνικά
Λέγεται Λαμπαδίας)

… Κάποτε
Δυο κοριτσίστικα πόδια
Χάραζαν κύκλους γύρω μας
Σαν τον διαβήτη
Και τα ξέφτια της νύχτας
Δρασκελούσαν τους οριζόντιούς μας έρωτες
Κι οι παλμοί τ’ ουρανού
Την ψυχή μας ταρακουνούσαν

Σου ’λεγα για τ’ αστέρια
Πώς λαξεύουν τα ωχρά μας ομοιώματα
Σ’ ένα κομμάτι γυαλί
Κι εσύ αναλογιζόσουν
Έναν αράπη
Να ταξιδεύει με τρένο για το Κεντάκι
Και να γνέφει στο διάβα του
Ένα μικρό άγνωστο αγόρι

Από τη συλλογή Αναζήτηση – Αναμνήσεις μιας αμφίβολης εποχής (1949) του Κλείτου Κύρου

Πηγή: Κλείτος Κύρου, Εν όλω / Συγκομιδή 1943-1997 (1997)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κλείτος Κύρου